Γιάννης Χατζίνης
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΓιάννης Χατζίνης: Ο ερωτισμός στην ελληνική πεζογραφία
Ο Γιάννης Χατζίνης (1900-1975) ήταν κριτικός λογοτεχνίας και δοκιμιογράφος (είχε μακρόχρονη συνεργασία με τη Νέα Εστία). Εκδόθηκαν 15 βιβλία του, κυρίως με δοκίμια: Στοχασμοί και σημειώματα (1936), Η Αλεξάνδρεια του Καβάφη (1961), Ο λογοτέχνης και η σκιά του (1968) κ.ά. Οι απαντήσεις στη συνομιλία που ακολουθεί δόθηκαν στο πλαίσιο σειράς συνεντεύξεων, στο Έθνος, 13 Αυγούστου 1966.
Η πεζογραφία (όπως άλλωστε και η λογοτεχνία ολόκληρη), σαν κύριο θέμα έχει τον έρωτα. Οι εξαιρέσεις υπάρχουν για να επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Κι' όταν ακόμη ο έρωτας δεν βρίσκεται στην επιφάνεια της δράσης, τον ακούμε πίσω απ' αυτήν σαν υπόκρουση μουσικής. Η ζωή, η ίδια, δεν εκφράζεται παρά με τον έρωτα. Μια ανησυχία, ένας πόθος, ένα όνειρο έρωτα, βρίσκεται πάντοτε στο βάθος κάθε δημιουργίας. Και τα βασικά βιβλία των συγγραφέων, αυτά που μας δίνουν τα κλειδιά ολόκληρου του έργου τους, που αποτελούν τον ακρογωνιαίο του λίθο, είναι εκείνα μέσα στα οποία ήρθε η ώρα τους να εξομολογηθούν, να προβάλουν (συχνά χωρίς να το καταλάβουν) αμεσότερα τον πιο κρυφό εαυτό τους.
Μπαλζάκ και Καζαντζάκης
– Τέτοιο βιβλίο στάθηκε για τον Μπαλζάκ η «Σεραφίτα» μέσα στην οποία βρήκε μια μοναδική έκφραση όλο το μυστικιστικό του πάθος για την Πολωνέζα πριγκήπισσα Χάνσκα. Για τον Καζαντζάκη αντίστοιχο βιβλίο είναι ο «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», όπου ξαφνικά μας αποκάλυψε το μέγα δράμα της ζωής του. Έμμεσα, αλλά με όλη την παραστατικότητα που χαρακτηρίζει το λόγο του, μας έφερε στο φως την αδυναμία του να ασκήσει φυσικά τον έρωτα, μια αδυναμία που του στοίχισε την πικρία και το μαρτύριο μιας ολόκληρης ζωής. Ο «Αλέξης Ζορμπάς» γίνεται γι' αυτόν ένα απρόσιτο ιδανικό αντρικής αξίας, ακριβώς γιατί διαθέτει πληθωρικά ό,τι έλειπε δραματικά από τον ίδιον… Πάντως, το βέβαιο είναι ότι έτσι ή αλλιώς, βαθιά τον επηρέασε. Ο Καζαντζάκης ριχνόταν με τόσο πάθος στη δουλειά, προσπαθώντας, συνειδητά ή όχι, να γεμίσει αυτό το κενό από τον απραγματοποίητο έρωτα.
– Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Μπαλζάκ δημιούργησε ο ίδιος τεχνητά αυτό το κενό, που έδινε μια συνεχή διέγερση στην εξυπνάδα του, μια έξαψη στη φαντασία του, από την οποία είχε ανάγκη για να φτιάξει το τεράστιο έργο του. Δημιούργησε το κενό αλληλογραφώντας ερωτικά επί δεκαεφτά χρόνια με την κυρία Χάνσκα, χωρίς ποτέ να την συναντήσει. Όταν συναντήθηκαν, επί τέλους, ήταν για να παντρευτούν.
Ο Παπαδιαμάντης
– Το ίδιο κενό, κάτω από διαφορετικές συνθήκες, βρισκόταν μέσα στην ψυχή του Παπαδιαμάντη. Φτάνει να θυμηθούμε μερικά διηγήματά του σαν το «Ολόγυρα στη λίμνη», το «Έρωτας στα χιόνια» ή το «Υπό την βασιλικήν δρυν» για να πεισθούμε ότι το κενό αυτό το δημιουργούσε η μεγάλη ερωτική του δειλία, ένα πλέγμα ερωτικής μειονεξίας, που αντίστοιχα αύξαινε τη λαχτάρα του για τον έρωτα. Η έλλειψη ήταν το κίνητρο της δημιουργίας του. Ονειροπόλος ώς το παραλήρημα, επιχειρεί κάποτε να εγγίσει την πραγματικότητα, να ψαύσει με τα ίδια του τα χέρια το αντικείμενο του πόθου του, και γράφει το «Όνειρο στο κύμα». Αλλά πάλι, για να φτάσει κ' εδώ στο άκρο άωτο της ονειροπόλησης! Ίσως είναι η πιο συνηθισμένη περίπτωση σε συγγραφείς του είδους του, όπου η έξαψη του πόθου εγγίζει αυτά τα ακρότατα όρια. Γράφει κανείς για να λυτρωθεί από την έλλειψη, που έτσι παύει να είναι οδυνηρή. Ο Παπαδιαμάντης είναι ο άγιος όχι γιατί ζυμώθηκε τόσο πολύ με τη θρησκεία και με την Εκκλησία, αλλά γιατί δεν έμεινε μέσα του κανένα κατακάθι κακίας απέναντι στη ζωή, που την είχε απαρνηθεί. Και γιατί στάθηκε ασυμβίβαστος στην απόλυτη ιδέα που είχε πλάσει γι' αυτήν.
Ο Ξενόπουλος
– Κ' έπειτα, ο νους μου πάει στον Ξενόπουλο, που είναι ο κατ' εξοχήν γνωστός σαν ερωτικός συγγραφέας. Πάνε τόσο πολλά χρόνια από τότε που τον διάβασα, ώστε αυτή τη στιγμή δύσκολα θα μπορούσα να φτάσω σ' ένα συμπέρασμα για τη βαθύτερη προέλευση του ερωτισμού του. Όταν ήμουν παιδί με συγκλόνιζαν η «Στέλλα Βιολάντη» και ο «Κόκκινος βράχος»…
Ο Καραγάτσης
– Είπαν τον Καραγάτση μαθητή του Ξενόπουλου. Άλλοι βρήκαν τις ρίζες του στον Λώρενς της «Λαίδης Τσάτερλυ». Νομίζω ότι δεν συμβαίνει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Ο Ξενόπουλος αποβλέπει, σε τελευταία ανάλυση, στη μετάδοση ενός ερωτικού ερεθισμού. Στο ξύπνημα της ψυχής και των αισθήσεων. Είναι σ' αυτό ένας αληθινός δεξιοτέχνης… Αλλά, παρ' όλα αυτά, ο Καραγάτσης, σαν ερωτικός συγγραφέας, είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό. Μπορούμε να τον συναντήσουμε υπό διάφορες μορφές: έναν ρομαντικό βλάκα ή ένα σεξουαλικό τέρας. Αλλά, ο πιο αυθεντικός Καραγάτσης βρίσκεται μέσα στα βιβλία του εκείνα, και ιδίως μέσα σε κάποια διηγήματά του, όπου τον πιάνει μια μανία καταστροφής. Ζητάει τότε να εξευτελίσει τον έρωτα, σε ό,τι έχει πιο βαθύ, πιο μυστικό, πιο ανεξήγητο. Να μας αποδείξει με τα πιο απεχθή ρεαλιστικά μέσα, πως ό,τι υπήρξε παλμός της ψυχής και της σάρκας, υπερούσια προσδοκία, ήταν απλούστατα συνέπεια μιας απάτης. Ξαναδιαβάστε εκείνο το περίφημο «Μοναχικό ταξίδι στα Κύθηρα» για να καταλάβετε τί εννοώ. Πειθόμαστε εκεί ότι η ερωτική ευτυχία είναι το αποτέλεσμα μιας άμετρης βλακείας. Και ρωτιόμαστε ειλικρινώς: Έχει, άραγε, το δικαίωμα ένας συγγραφέας, που διαθέτει μια τέτοια παραστατική φαντασία, να ρίχνει ένα τόσο τρομακτικό φως σε ό,τι υπάρχει πίσω από το μυστήριο; Δεν έχουμε όλοι ανάγκη απ' αυτή την ευεργετική επιρροή της πλάνης; Αν ο έρωτας είναι μια πλάνη, τότε θάπρεπε να την αποδεχθούμε σαν θείο δώρο. Αλλά το θέμα του έρωτα είναι το πιο απύθμενο και το πιο χαώδες. Γι' αυτό και δεν υπάρχουν λύσεις: Κάθε συγγραφέας μάς κάνει τη δική του, προσωπική, μύηση.