Σύνδεση συνδρομητών

Δημήτρης Δημητράκος

Δημήτρης Δημητράκος

Ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το έργο του εκτείνεται σε διάφορους γνωστικούς τομείς που περιλαμβάνουν την επιστημολογία, την πολιτική φιλοσοφία, τον μαρξισμό, τον φιλελευθερισμό, τις θεωρίες δημοκρατίας και ελευθερίας και τη θεωρία δικαιωμάτων. Βιβλία του: Gramsci et le problème de la conquête du pouvoir (1980), Κώστας Μητσοτάκης: Πολιτική Βιογραφία, Τόμος Α' (1989). Ετοιμάζεται μελέτη του για τον Γκράμσι στα ελληνικά.

Δημήτρης Δημητράκος, Ηγεμονία και Λόγος. Ο Αντόνιο Γκράμσι και το πρόβλημα της κατάκτησης της εξουσίας, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2021, 399 σελ. 

«Αυτό που με ενέπνευσε είναι η εσφαλμένη σύνδεση στον δημόσιο διάλογο της σκέψης του Γκράμσι με τα σύγχρονα λαϊκιστικά κινήματα. Ο Γκράμσι αντιτίθεται σθεναρά στην ιδέα του λαϊκισμού. Δεν υποστηρίζει τις διάσπαρτες, ορμέμφυτες εκδηλώσεις, εξεγέρσεις, διεκδικήσεις δικαιωμάτων κ.λπ. Το πρόταγμα του Γκράμσι είναι πολιτικό, εξουσιαστικό. Αφορά την κατάκτηση της εξουσίας. Δεν έχει καμία σχέση με ένα είδος “πολιτιστικής επανάστασης” στο όνομα των καταπιεσμένων κάθε είδους, που επιχειρείται από ορισμένους στην Αμερική, αλλά και ευρύτερα, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με το αίτημα της περίφημης cancel culture, δηλαδή με την ακύρωση μιας κουλτούρας και την αντικατάστασή της από μια άλλη». Μια συνομιλία με τον καθηγητή Δημήτρη Δημητράκο.

Συνέντευξη στον Γιώργο Αρχόντα και τον Ηλία Κανέλλη

Πέμπτη, 20 Μαϊος 2021 00:37

Βιβλιοφιλία και βιβλιοθήκες

Ποιος βιβλιόφιλος δεν ένιωσε τον ενθουσιασμό, την έκπληξη, τη στιγμιαία θλίψη, ίσως και κάποια αίσθηση ματαιότητας όταν χρειάστηκε να αναδιοργανώσει τη βιβλιοθήκη του; Οποιαδήποτε αναδιάταξη κάνει κανείς είναι δημιουργική πράξη, η οποία όμως συνοδεύεται από  πολλές αρνήσεις και απορρίψεις. Είμαστε εμείς οι ίδιοι που αισθανόμαστε ότι ξαναγεννιόμαστε εν μέρει ή ότι απαρνιόμαστε κάποιο μέρος της προσωπικότητάς μας αν μεταφέρουμε πιο κοντά ή πιο μακριά ορισμένα βιβλία. Μεταφέρουμε βιώματα και όχι απλώς αντικείμενα: σε αυτό συνίσταται η μαγεία της αναδιάταξης μιας προσωπικής βιβλιοθήκης.

Αναπόφευκτα μου έρχεται στο νου το δοκίμιο του Βάλτερ Μπένγιαμιν για τη βιβλιοφιλία του. Ο βιβλιόφιλος, όπως και ο flâneur –ο περιφερόμενος περίεργος– είναι συχνά συλλέκτης σπανίων βιβλίων, αλλά και χρήστης τους. Γι’ αυτό και δίνει ιδιαίτερη σημασία στη βιβλιοθήκη του που είναι το γνωστικό του μουσείο και ο ιδιωτικός του πνευματικός χώρος. 

 

Μουσείο γνώσης

Η βιβλιοθήκη περιλαμβάνει ιδανικά όλη τη δυνατή γνώση, όπως η φανταστική βιβλιοθήκη της Νινευή που περιγράφει ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες σε ένα αφήγημά του. Είναι η προβολή της μνήμης μας μέσα σε έναν ιδιαίτερο χώρο που τον οργανώνουμε ανάλογα. Τα βιβλία κατατάσσονται με τρόπο που να διευκολύνεται η πρόσβασή μας σ’ αυτά. Και η τάξη που τους επιβάλλουμε είναι, κατά το δυνατόν, λογική. Όμως δεν είναι μόνο λογική. Η προσωπική βιβλιοθήκη του βιβλιόφιλου δεν έχει αυστηρά λογική τάξη. Εκφράζει την υποκειμενικότητά του, την οποία εκθέτει σε κοινή θέα εφόσον μπορούν και άλλοι να επισκέπτονται τη βιβλιοθήκη του· εφόσον, δηλαδή, δεν λειτουργεί η βιβλιοθήκη του μόνο ως προσωπικό του εργαστήριο, αλλά και ως προθήκη της πνευματικής του προσωπικότητας. 

Συγχρόνως, η βιβλιοθήκη του βιβλιόφιλου είναι χώρος με μεγάλη συναισθηματική φόρτιση για τον ίδιο. Τα βιβλία δεν περιέχουν μόνο γνώση, αλλά και μνήμες που συνδέονται με την προσωπική διανοητική ιστορία του καθενός. Η θέα τους και η αφή τους μας θυμίζουν εξάρσεις καθώς και απογοητεύσεις που νιώσαμε στο παρελθόν, πρόσωπα με τα οποία συνδεθήκαμε κατά καιρούς. Γι’ αυτό ορισμένα βιβλία που είναι χωμένα σε αόρατα σημεία της βιβλιοθήκης μας αποκτούν μια ιδιαίτερη συναισθηματική φόρτιση όταν μετά από καιρό τα ανακαλύπτουμε πάλι – συχνά ψάχνοντας  κάποιο άλλο βιβλίο. Μπορεί να μην έχει  πια παρά ελάχιστο  ενδιαφέρον για εμάς το περιεχόμενό τους. Μαρτυρούν ενδεχομένως παλιές μας θεωρητικές «αμαρτίες», στιγμιαίες περιέργειες που είχαμε πριν ωριμάσει η προσωπικότητά μας και κατασταλάξει σε ορισμένες προτιμήσεις ή σε συγκεκριμένα πεδία ενδιαφέροντος. Ο βιβλιόφιλος ανακαλύπτει τα βιβλία αυτά πολύ αργότερα και αποτελούν ενθυμήματα παλιών εμπειριών, και ως εκ τούτου «κειμήλια».

 

Ο Καιάδας

Όλοι οι βιβλιόφιλοι έχουν την εμπειρία τέτοιων ανακαλύψεων. Πρόκειται για αντικείμενα που γλίτωσαν τον Καιάδα. Καιάδας είναι εκεί όπου πηγαίνουν πολλά βιβλία μας που εξαφανίζονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Στη συντήρηση του Καιάδα συμβάλλουν οι διαδοχικές μετακομίσεις, οι λαθροχειρίες φίλων (συνήθως υπό το πρόσχημα δανείου), η λαιμαργία των ποντικών, η απληστία συζύγων όταν χωρίζουν. Όμως, για τον Καιάδα ευθύνεται και η αντι-βιβλιοφιλία που διαθέτει ο καθένας από εμάς παράλληλα με τη βιβλιοφιλία του. Ρίχνουμε στον Καιάδα συνειδητά πολλά βιβλία, η παρουσία των οποίων στη βιβλιοθήκη μας είναι για εμάς οχληρή. Πετάμε, χαρίζουμε, καταχωνιάζουμε πλήθος βιβλίων που δεν μας εμπνέουν ή δεν μας αντιπροσωπεύουν πια. Με αυτόν τον τρόπο απαρνιόμαστε για πάντα τις πνευματικές περιέργειες του παρελθόντος και ορισμένες φάσεις της ζωής μας, ορισμένες από παλιές μας πνευματικές παρορμήσεις.

Αυτό βέβαια δεν γίνεται ποτέ με συνέπεια, ακόμα και όταν αλλάξουμε ριζικά τους φιλοσοφικούς και ιδεολογικούς μας ορίζοντες. Άλλωστε, ο βιβλιόφιλος είναι ένα λογικά ασυνεπές άτομο που προσπαθεί να δείξει συνέπεια  –στους άλλους, και στον εαυτό του– μέσα από την τάξη που βάζει στη βιβλιοθήκη του. 

Φυσικά, ματαιοπονεί. Όπως ματαιοπονεί αυτός που προσπαθεί να βρει έναν άρρητο αριθμό που να  μπορεί να εκφραστεί ως κλάσμα δύο ακεραίων. Αν ο βιβλιόφιλος  ήταν απόλυτα συνεπής δεν θα ήταν βιβλιόφιλος. Δεν θα δίσταζε να εφαρμόσει κάποιο πρόγραμμα βιβλιακής κάθαρσης, ολοσχερούς καταστροφής μάζας βιβλίων – κατά το πρότυπο του κινέζου αυτοκράτορα Τσιν Σι Χουάνγκ το 213 π.Χ. και των μεταγενεστέρων μιμητών του στη ναζιστική Γερμανία και στην Κίνα του Μάο. 

Όσο, όμως, και αν αποστρέφεται κανείς τέτοιες ενέργειες, σποραδικές εκκαθαρίσεις γίνονται από όλους μας. Δεν εξαφάνισα τη σειρά των Απάντων του Μαρξ ή του Λένιν, παρά το γεγονός ότι η ανάγκη να προσφεύγω στα έργα αυτά είναι εδώ και χρόνια πολύ μειωμένη σε σύγκριση με άλλες εποχές της ζωής μου. Αλλά το δρόμο προς τον Καιάδα πήραν πολλά άλλα, που ανήκουν στο ίδιο ιδεολογικό στρατόπεδο και που αποκτήθηκαν την ίδια εκείνη εποχή. Ορισμένα «στρατιωτικά κείμενα» του Χο Τσι Μιν, κάτι περισπούδαστες μελέτες του Λουί Αλτουσέρ πάνω στη δικτατορία του προλεταριάτου και το 22ο Συνέδριο του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, κάποια  παλιά τεύχη του περιοδικού Il Manifesto, καθώς και ένα ογκώδες αυτοβιογραφικό πόνημα του Βασίλη Μπαρτζιώτα, και άλλα πολλά παραπλήσια, έχουν εξαφανιστεί ασπλάγχνως και αμετακλήτως. 

 

Βιβλιοθήκη και ατομική πνευματική διαδρομή

Τελικά, η ανακατάταξη των βιβλίων της βιβλιοθήκης μας μας προσφέρει τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε την πνευματική μας πορεία. Παρακολουθώντας τη μέσα από την αναταξινόμηση των βιβλίων, πραγματοποιεί κανείς έναν απολογισμό. Και ένας απολογισμός περιέχει πάντα το στοιχείο της θλίψης, ακόμα και αν είναι θετικός. Από έναν τέτοιο απολογισμό μιας πνευματικής πορείας δεν λείπουν και οι εκπλήξεις. Παράδειγμα, η πρόσφατη ανακάλυψη που έκανα ενός πολυγραφημένου κειμένου φοιτητικών χρόνων: Nicolas Ar. Poulantzas, La renaissance du droit naturel en Allemagne, με ιδιαίτερη αφιέρωση στον γράφοντα «σε ένδειξη πίστης στους κοινούς αγώνες». Είναι μια εντελώς αναπάντεχη ανακάλυψη. Ούτε θυμόμουν ότι μου είχε χαρίσει κείμενο με το προδιδακτορικό του μνημόνιο ο Πουλαντζάς. Για να μην παρεξηγηθώ: η αφιέρωση είναι περιπαιχτική. Τον καιρό εκείνο δεν συμμεριζόμουν τις ιδέες του και δεν είχαμε, επομένως, «κοινούς αγώνες».

Καμία χρησιμότητα δεν έχει αυτό το «κομμάτι» για εμένα. Οι ιδέες που περιέχει δεν έχουν τίποτα το κοινό με αυτές που έχω σήμερα. Ακόμα πιο απομακρυσμένες είναι και από εκείνες που ο Πουλαντζάς διατύπωσε στην ωριμότητά του. Επιπλέον, δεν είμαι ανορθολογικά και φετιχιστικά δεμένος με το κείμενο αυτό. Δεν το καταστρέφω ακριβώς λόγω της μεγάλης απόστασης που με χωρίζει από αυτά που ιδεολογικά και ιστορικά αντιπροσωπεύει. Η ανάγκη διατήρησης ενός τέτοιου κειμηλίου είναι απολύτως ορθολογική. Είναι το αποστασιοποιημένο, το ιστορικοποιημένο και ορθολογικοποιημένο παρελθόν για το οποίο μιλούσε ο Aντόνιο Γκράμσι. Το άτομο ή το κοινωνικό σύνολο που έχει ωριμάσει και έχει  συμφιλιωθεί με το παρελθόν του, που έχει κάνει τον απολογισμό, που αναγνωρίζει όλα τα στοιχεία τα οποία συνέργησαν για να σχηματιστεί και να επικρατήσει αυτό που σήμερα βιώνεται ως οριστικό καταστάλαγμα, αντιλαμβάνεται τη σημασία της μουσειακής συντήρησης αυτών των στοιχείων που απομένουν. Στο κάτω κάτω, αυτό το βίωμα είναι το υποκειμενικό μέτρο μιας συγκεφαλαίωσης παραστάσεων, ενός αθροίσματος που εκφράζει η βιβλιοθήκη ως χώρος. Έτσι εξηγείται η «ιερότητα» με την οποία περιβάλλουμε τον χώρο αυτό. Γι’ αυτό και ο χώρος αυτός αποτελεί μια τάξη η οποία, όπως είπα,  δεν είναι απολύτως λογική. Είναι δικός μας χώρος του οποίου την οργάνωση και την αναδιοργάνωση μπορούμε μόνο εμείς να αναλάβουμε. Τα κριτήρια ταξινόμησης είναι προσωπικά και μεικτά, διότι είναι ταυτοχρόνως λογικά, συναισθηματικά, αισθητικά και πρακτικά. 

 

Άσκηση ταπεινοφροσύνης

Η αναδιανομή των βιβλίων στη βιβλιοθήκη μας που γίνεται πού και πού, είναι μια εξαιρετικά ταπεινωτική και, επομένως, διδακτική εμπειρία, στον βαθμό που η ταπεινοφροσύνη είναι αναγκαία προϋπόθεση για την απόκτηση γνώσης· συγχρόνως, αποτελεί και αποτελεσματικό αντίδοτο κατά της μεγαλομανίας, που είναι, ως γνωστόν, ενδημική νόσος των διανοουμένων και των πολιτικών. Η ταπείνωση συνίσταται, κυρίως, στο γεγονός ότι δεν επιβάλλεται τελικά η τάξη που θέλουμε. Προσπαθούμε να συνδυάσουμε θέματα και συγγραφείς έργων με σχήματα και μεγέθη βιβλίων, τα οποία με τη σειρά τους πρέπει να ταιριάζουν και με τα μεγέθη ραφιών – σε βάθος, πλάτος και ύψος. Οδηγούμαστε, έτσι, σε συμβιβασμούς οι οποίοι είναι άκρως ταπεινωτικοί. Αναγκάζεσαι να βάλεις έναν γεωγραφικό άτλαντα δίπλα σε ένα βιβλίο αφιερωμένο στον Γκρέκο, μόνο και μόνο επειδή τα μεγέθη τους ταιριάζουν, ενώ ένα βιβλιαράκι για τον εξπρεσιονισμό στον γερμανικό κινηματογράφο εισχωρεί ως μη έδει θεματολογικώς ανάμεσα σε ένα μικρό κλασικό του Τόμας Πέιν και ένα του Τζον Λοκ, διότι «ξέμεινε», κατά κάποιον ανεξήγητο τρόπο.

Η εμπειρία ταπείνωσης, όμως, δεν συνίσταται μόνο σε τέτοιους  συμβιβασμούς, αλλά κυρίως στην ανακάλυψη τεκμηρίων μιας τεθλασμένης πνευματικής διαδρομής. Δεν συνειδητοποιούμε την ύπαρξη και το μέγεθός της, παρά μόνο όταν αποφασίζουμε να αναδιοργανώσουμε τη βιβλιοθήκη μας. Αν μας ταλαιπωρεί η σκόνη και ο βήχας, οι αλλεπάλληλες κατατάξεις και ανακατατάξεις των ατέλειωτων τόμων, οι ακροβασίες, τα ανεβοκατεβάσματα που περιλαμβάνονται στο σισύφειο αυτό έργο, μας ταράζει και μας ταπεινώνει η ανακάλυψη του ιστορικού της πορείας μας. Διότι η πορεία αυτή δεν είναι ευθύγραμμη· είναι άτσαλη και ανώμαλη, όπως το στραβό ξύλο της ανθρωπότητας, κατά την έκφραση του Καντ.  

Ποιος είναι, όμως, ο λόγος γι’ αυτό το συναίσθημα ταπείνωσης που αισθανόμαστε μπροστά στη βιβλιοθήκη μας, τις σπάνιες φορές που τη βλέπουμε σαν σύνολο, σαν καθρέφτη του πνεύματός μας, και ανακαλύπτουμε τα ίχνη περασμένων μας επαφών με άλλες «ηπείρους» γνώσης, άλλα ενδιαφέροντα, με περασμένες πνευματικές ενασχολήσεις;  Αν είχαμε τον τρόπο να δούμε πανοραμικά την εξέλιξη στις άλλες μας προτιμήσεις, ίσως στο φαγητό ή στις ανθρώπινες γνωριμίες, θα είχαμε την ίδια αντίδραση; Ίσως. Αλλά νομίζω ότι με τα βιβλία συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Ο πνευματικός άνθρωπος ταυτίζεται πιο άμεσα με τις ιδέες που έχει τώρα, θεωρεί ότι τον συγκροτούν ως προσωπικότητα περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο του ενδιαφέρον. Αυτή η προσωπικότητα έχει αυστηρές απαιτήσεις. Η αυστηρότερη απαίτησή της είναι από τη βιβλιοθήκη, εφόσον τη θεωρεί μουσειακή μαρτυρία μιας ανασυγκροτημένης πνευματικής πορείας. Και ο βιβλιόφιλος που αναλαμβάνει να εκφράσει την πορεία αυτή –ή το καταστάλαγμά της– δεν μπορεί ποτέ να φέρει εις πέρας την αποστολή του. Και εύλογα καταλαμβάνεται από αίσθημα ήττας και ταπείνωσης όταν συνειδητοποιεί την αποτυχία του αυτή, τη στιγμή που ξαναστήνει τα βιβλία του.

 

Η βιβλιοθήκη του «άλλου»

Αναρωτιόμουν αν είναι δυνατόν να αποφύγει κανείς αυτό το συναίσθημα. Ένας ιδανικός τρόπος θα ήταν να αναλάμβανε κάποιος άλλος να κάνει αυτή τη δουλειά στη θέση μου. Βέβαια, θα  πρέπει να ήταν κάποιο προσφιλές σε εμένα πρόσωπο. Όχι κάποιος άγνωστος ή ένας επιστημονικός βιβλιονόμος. Εφόσον η οργάνωση μιας προσωπικής βιβλιοθήκης είναι μια άκρως υποκειμενική υπόθεση, αν το ενδιαφερόμενο υποκείμενο εξουθενώνεται μπρος στο έργο αυτό, μόνο ένα πρόσωπο πολύ κοντινό του μπορεί να αναλάβει τη διεκπεραίωση ενός τέτοιου έργου με τρόπο, επίσης, υποκειμενικό. Από την άλλη μεριά, ακόμα και αν μπορούσε κάποιο άλλο πρόσωπο να αναδιοργανώσει, να ανασυγκροτήσει τη βιβλιοθήκη με κριτήρια που να είναι δικά μου εξ ολοκλήρου, δεν θα μπορούσα εγώ να βιώσω αυτή την ανασυγκρότηση – να ανακαλύψω τον εαυτό μου μέσα απ’ αυτό το βίωμα. 

Μπορώ, όμως, να κάνω το αντίστροφο: να προβώ εγώ ο ίδιος σε αυτό το εγχείρημα της ανακατάταξης των βιβλίων της συντρόφου της ζωής μου. Να ανακαλύψω τον εαυτό μου επιστρατεύοντας όλη μου τη δύναμη ενσυναίσθησης και να τακτοποιήσω τη βιβλιοθήκη της, όχι με τα δικά μου αλλά με τα δικά της κριτήρια. 

Όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό το έργο, θα ήταν ένας τρόπος να εκφράσω την αφοσίωσή μου για το γεγονός ότι η παρουσία της πλάι μου με βοήθησε ποικιλοτρόπως. Είναι κι αυτό ένα αντίδοτο στον πειρασμό της σοβαροφάνειας που μπορεί να έχει μια ακαδημαϊκή προσωπικότητα. Μια τέτοια άσκηση μπορεί να συμβάλει στην υπέρβαση του φόβου που μπορεί να έχει ο καθένας από εμάς μήπως χάσει πολύτιμο χρόνο, αξιοπρέπεια ή πνευματική δύναμη. Τέτοιοι φόβοι συνυφαίνονται με την υπεροψία και την ανοησία του πολυπράγμονος. Ένας τρόπος να ξεπεράσει κανείς τέτοιους φόβους αποτελεί η τακτοποίηση μιας βιβλιοθήκης. Διότι η εμπειρία αυτή, όπως και εκείνη της απόκτησης της γνώσης, είναι μια άσκηση ταπεινοφροσύνης. Αρχίζει, δηλαδή, και τελειώνει με πνεύμα ταπεινότητας και με δέος μπρος στο ελάχιστο που μας δίνεται να μάθουμε και το άπειρο που παραμένει ανεξιχνίαστο. Κατά μείζονα λόγο, αυτό ισχύει για τη βιβλιοθήκη κάποιου άλλου. Αρκεί να έχει κανείς τη θέληση και τη δυνατότητα να περάσει από μια τέτοια δοκιμασία. Και είναι δοκιμασία από τη στιγμή που προϋποθέτει την πραγματοποίηση μιας κοπιαστικής πορείας σε έδαφος που είναι γνώριμο, αλλά που περιέχει άπειρες παγίδες, και εκτάσεις αχαρτογράφητες. 

Στην προκειμένη περίπτωση, τα πράγματα δυσχεραίνουν λόγω της δικής μου έλλειψης γερμανικής παιδείας. Και η βιβλιοθήκη της συμβίας μου κυριολεκτικά γερμανοκρατείται. Βέβαια, είμαι σε θέση να διακρίνω ένα λογοτεχνικό από ένα ιστορικό έργο, ή να αναγνωρίσω τη γερμανική μετάφραση της Καινής Διαθήκης ή έναν τόμο με ιστορίες επιστημονικής φαντασίας. Δεν μπορώ, όμως, να ξέρω αν αυτός ο τόμος ταιριάζει δίπλα σε άλλα κλασικά λογοτεχνικά έργα του 20ού αιώνα  ή πού πρέπει να τοποθετηθεί εκείνο το λεξιλόγιο ψυχανάλυσης σε μικρό σχήμα: στην προθήκη, για να βρίσκεται πρόχειρο ή μήπως αποτελεί κατάλοιπο φοιτητικών αναζητήσεων οπότε η θέση που του ανήκει είναι κάπου στα βάθη της βιβλιοθήκης;  Άλλο πρόβλημα είναι η φυσιολογική ακαταστασία του υλικού που μαζεύει κανείς και που δεν αποτελείται ακριβώς από βιβλία με την πλήρη έννοια της λέξης. Είναι ο κακός δαίμονας των βιβλιοθηκών· έχει τη μορφή ενός ακανόνιστου continuum, που αρχίζει από «βιβλιαράκια», εξελίσσεται σε φυλλάδια, προχωρεί σε καταλόγους εκθέσεων που ποικίλουν ανάμεσα σε 200 σελίδες μεγάλου μεγέθους και 20 σελίδες μεσαίου ή μικρού μεγέθους, για να καταλήξει σε έντυπα οκτασέλιδα, σκίτσα, πλάνα, μικρογραφίες αφισών και άλλα ακατανόητα ντοκουμέντα που προκαλούν δέος στους μη μυημένους. 

 

Το μυστήριο

Αισθάνομαι το Άγνωστο να με απειλεί και να με κυκλώνει με τευτονική μεθοδικότητα. Για να το αντιμετωπίσω πρέπει να επιστρατεύσω όση φαντασία και φρόνηση διαθέτω. Βέβαια, η δική μου τάξη ξέρω καλά ότι δεν θα γίνει ποτέ αποδεκτή. Ποια είναι, άραγε, η κεντρική αρχή που δίνει ενότητα στο αρχείο μιας ιστορικού τέχνης, η οποία έχει πολλαπλά άλλα ενδιαφέροντα; Είπαμε, όμως, ότι τέτοια αρχή δεν υπάρχει, και εις μάτην αναζητείται. Μήπως θα έπρεπε η προσέγγισή μου να ανταποκρίνεται σε κάποια αισθητική και όχι διανοητική αντίληψη; Πάλι, όμως, θα πρέπει με τη νόηση να συλληφθεί αυτή η αντίληψη.

Δεν είναι, όμως, μόνο η ανάγκη εύρεσης λογικών και αισθητικών κριτηρίων που δημιουργεί φραγμούς στην προσπάθεια οργάνωσης της βιβλιοθήκης ενός άλλου, ακόμα και κοντινού προσώπου. Είναι το ίδιο το νόημα που έχει το βιβλίο ως αντικείμενο σε διαφορετικά χέρια. Περιεργάζομαι ένα βιβλίο μεσαίου μεγέθους που τυχαία βρέθηκε μπροστά μου. Πρόκειται για μια συλλογή δοκιμίων της Σούζαν Σόνταγκ του 1980. Το αντικείμενο δεν έχει φθαρεί με τον χρόνο, αλλά έχει τη γνώριμη πατίνα του διαβασμένου βιβλίου. Η συμβία μου πρέπει να το έχει χρησιμοποιήσει πολλές φορές, ακόμα κι αν δεν το ανέγνωσε από την αρχή ώς το τέλος. Ανέπτυξε μαζί του μια ιδιαίτερη σχέση που δεν είναι μόνο πνευματική, αλλά και υλική, η παρουσία της οποίας είναι ολοφάνερη στον βιβλιόφιλο μόλις το πάρει στα χέρια του. Αυτή η ιδιαίτερη σχέση μεταξύ τους, μπορεί να ανήκει στο παρελθόν, όμως εξακολουθεί να είναι αισθητή και μου είναι ξένη, σχεδόν εχθρική. Αντιπροσωπεύει μια εμπειρία που δεν μπορώ να συλλάβω, έναν κόσμο μυστικό στον οποίο δεν μπορώ να εισχωρήσω. Αντιστέκεται σθεναρά στην προσπάθειά μου να το κατατάξω σε μια «σωστή» σειρά. Το ξαναβάζω στη θέση του και συνεχίζω την αναδιοργάνωση, όμως νοερώς. 

Πρέπει να ανακαλύψω το δικό μου σχέδιο ανασυγκρότησης της βιβλιοθήκης της συντρόφου μου, χωρίς μεγάλη αισιοδοξία για την επιτυχία της προσπάθειάς μου. Αλλά, όπως έλεγε ο Γουλιέλμος ο Σιωπηλός, δεν είναι αναγκαίο να ελπίζει κανείς για να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, ούτε να έχει επιτυχίες για να επιμένει στις προσπάθειές του. Αυτό ισχύει ιδίως όταν ο στόχος μιας τέτοιας προσπάθειας εκ μέρους οποιουδήποτε, παράλληλα με την ανακάλυψη του εαυτού του, είναι και η ανακάλυψη των απαιτήσεων που επιβάλλει ο έρωτας για το βιβλίο και για τη βιβλιοθήκη που το στεγάζει. Ο έρωτας αυτός μπορεί να είναι και παράφορος· μπορεί και να ξεπεράσει τα αισθήματα που τρέφει κανείς για το έτερόν του ήμισυ. Το αν πράγματι το ξεπερνάει, μπορεί να το αντιληφθεί μόνο αν παραβγούν μεταξύ τους τα δύο συναισθήματα. Σε ένα τέτοιο πείραμα, ο βιβλιόφιλος μπορεί να πέσει στον τίμιο αγώνα του. Η πτώση του, σε τέτοια περίπτωση, θα είναι αντάξια σε τιμή με εκείνη των βιβλιόφιλων περασμένων αιώνων που εκπλήρωσαν τον προορισμό τους πέφτοντας από τη σκάλα της βιβλιοθήκης τους και πληρώνοντας με τη ζωή τους την αγάπη τους για τα βιβλία και, κυρίως, το πάθος για τη δική τους προσωπική βιβλιοθήκη.

Τελικά μπόρεσα και πέτυχα το έργο της ανασυγκρότησης της βιβλιοθήκης της συμβίας μου, με τα δικά της και όχι με τα δικά μου κριτήρια! Αυτό το κατάφερα κάνοντας την παραδοχή ότι το ενοποιητικό στοιχείο της τάξης των βιβλίων της βρίσκεται σε ένα φανταστικό «χάρτη». Ο «χάρτης» αυτός είναι κρυμμένος. Αλλά συγκροτείται από το σύνολο των βιβλίων της βιβλιοθήκης. Η ίδια η πληρότητά τους αποτελεί τον «χάρτη» αυτόν. Δεν έχω παρά να τα πάρω ένα ένα για να διαπιστώσω ότι πράγματι βρίσκονται στη σωστή τους θέση. Αυτό ακριβώς έκανα. Μπόρεσα έτσι να ολοκληρώσω νοερώς την τακτοποίηση της βιβλιοθήκης της. Διαπίστωσα με μεγάλη ικανοποίηση ότι κάθε τόμος, κάθε περιοδικό ή άλλο ντοκουμέντο ήταν και θα παραμείνει στη θέση του, με εξαίρεση εκείνα που κατά καιρούς η κάτοχός τους θα επιλέξει να μετακινήσει.

Έτσι έλυσα, όμως, το πρόβλημα της τακτοποίησης της βιβλιοθήκης του «άλλου» – όχι της δικής μου. Αυτή παραμένει ένα μεγάλο μυστήριο που διαρκεί. Αφήνει να διαφαίνεται ένα σύνολο πνευματικών αναζητήσεων. Σε μεγάλο βαθμό καλύπτει ή παραλείπει ένα αδιόρατο υπόλοιπο, πέρα από το σύνολο που εμφανίζει η βιβλιοθήκη. Είναι εντελώς αβέβαιη η φύση και η σύνθεση αυτού του υπολοίπου. Όπως αβέβαιο είναι και αν η σημασία του είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη του συνόλου. Το μόνο βέβαιο για μένα –όπως και για κάθε βιβλιόφιλο– είναι η διάρκεια της ελκτικής δύναμης που ασκεί πάνω μου το βιβλίο και κυρίως το οργανωμένο σύνολο των βιβλίων μου – η βιβλιοθήκη μου.  

 

Πέμπτη, 25 Ιανουαρίου 2018 13:06

«Φωνή λαού» και πολιτική

Πολιτική δεν παράγουν τα μικρά, ιδεολογικώς καθαρόαιμα κόμματα, αλλά τα μεγάλα πολυσυλλεκτικά κόμματα. Μια πρώτη προσέγγιση της θέσης του Κυριάκου Μητσοτάκη, στη συγκυρία, για την εξέλιξη στο Μακεδονικό.