Σύνδεση συνδρομητών

web only

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Η Ελλάδα χωρίς τη Βαβέλ

Γιάννης Παπαδόπουλος

Ο ζωγράφος και κριτικός, από την Καλιφόρνια των ΗΠΑ, Μάνι Φάρμπερ, όρισε ως «τέχνη των τερμιτών» αυτή που βρίσκεται «εκεί όπου το επίκεντρο του πολιτισμού δεν εντοπίζεται πουθενά ξεκάθαρο, με αποτέλεσμα ο τεχνίτης να μπορεί να είναι πρόστυχος, πεισματάρης, καλλωπιστικός και πεισματικά συγκεντρωμένος, κάνοντας τέχνη που δεν του εξασφαλίζει τα προς το ζην και δεν ενδιαφέρεται για το τελικό αποτέλεσμά της». Αυτή η ανάγκη, το να είναι η τέχνη τρόπον τινά «άσχημη», να κατευθύνεται εκεί όπου δεν είναι επιθυμητή, χτίζοντας και καταστρέφοντας χαοτικά λαγούμια σαν τους τερμίτες, ήταν ισχυρή στη δημιουργία του περιοδικού Βαβέλ, σαράντα χρόνια πριν, τον Φεβρουάριο του 1981.

Η Βαβέλ ήταν ένα περιοδικό «κόμικς – και όχι μόνο», όπως καυχιόταν, χρησιμοποιώντας μια –μάλλον μέτρια– μετάφραση του σλόγκαν του θρυλικού ιταλικού περιοδικού κόμικς Linus, που άνθιζε εκείνη την περίοδο.

 

Αέρας ανανέωσης

Σε μια εποχή μεγάλου κοινωνικού αναβρασμού και εντονότατης πολιτικοποίησης, μια παρέα νέων με σπουδές στην Ιταλία, αγάπη για τα κόμικς και με τα λεφτά των διακοπών που δεν πήγαν, εξέδωσε ένα περιοδικό κόμικς. Πρωτεργάτες η Νίκη Τζούδα και ο Γιώργος Μπαζίνας – ο οποίος, στην πορεία, διαφώνησε και αποχώρησε για να δημιουργήσει το δικό του περιοδικό κόμικς, το Παρά Πέντε. Επηρεασμένη από το περιοδικό Linus, και τα γαλλικά Charlie Hebdo και τον πρόγονό του, το Hara-Kiri, η Βαβέλ προσέφερε σε ένα ουσιαστικά αμύητο κοινό, από το πρώτο κιόλας τεύχος της, σατιρικά κόμικς και στριπ. Λεγόταν, τότε, ότι η Βαβέλ (και το περιοδικό Μαμούθ, που είχε προηγηθεί) είναι περιοδικό ανθολογίας κόμικς όχι για παιδιά, που θεωρούνταν το βασικό κοινό των κόμικς, αλλά για ενήλικους. Αλλά, προφανώς, ο χαρακτηρισμός αυτός δεν ήταν αρκετός. Τα κόμικς που φιλοξένησε η Βαβέλ, σε πολύ μεγάλο βαθμό, κυμαίνονταν στο γενικότερο κλίμα ελευθεριότητας και ριζοσπαστισμού που επικρατούσε εκείνη τη στιγμή στα ευρωπαϊκά έντυπα, φιλοξενώντας τη δουλειά δημιουργών όπως ο Altan, ο Copi, ο Reiser, ο πατέρας της Μαφάλντα Quino, ο Wolinski, αλλά και ο Crepax, ο  Moebius, o Enki Bilal, οι Munoz-Sampayo να κάνουν την εμφάνισή τους από τα πρώτα κιόλας τεύχη της.

Δυσανάλογα επιδραστική, ειδικά αν αναλογιστούμε πως επρόκειτο για κόμικς, η Βαβέλ ήταν ένα έντυπο στο οποίο στράφηκε το κομμάτι εκείνο της νεολαίας της δεκαετίας του 1980, το οποίο ηταν μπουχτισμένο από τον συντηρητισμό των υπαρχόντων μίντια και την αναχρονιστική στάση της κυρίαρχης Αριστεράς απέναντι στην κουλτούρα. Εκτός από διάφορες μοντέρνες αφηγηματικές εκδοχές στα κόμικς και εκτός της καταλυτικής παρουσίας εκπροσώπων του χιουμοριστικού κόμικς που γεννήθηκαν μέσα στον ριζοσπαστισμό του Μάη του ’68, η Βαβέλ λειτούργησε ταυτόχρονα ως υπέρμαχος πολιτικού φιλελευθερισμού σε κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα της εποχής.

Στις σελίδες της, φιλοξενήθηκαν –μεταξύ άλλων– εξαιρετικά κείμενα για τον κινηματογράφο, τη γραφιστική, αλλά και κείμενα παρέμβασης για το AIDS, τα ναρκωτικά κ.ά. Όλα αυτά, συνοδευόμενα από πολλών λογιών στήλες, κείμενα και διηγήματα, μα κυρίως γουστόζικα ενορχηστρωμένα, τυλιγμένα μέσα σε εντυπωσιακούς γραφιστικούς πειραματισμούς, με τον Σταύρο Κούλα να αφήνει το αποτύπωμα των «γουορχολικών» και ποπ επιρροών του (μετά την αποχώρηση του Γιώργου Μπαζίνα, η γραφιστική πρωτοπορία που ερχόταν από περιοδικά τύπου Actuelle αλλά και από αμιγώς κόμικς προσπάθειες όπως το Frigidaire επικράτησαν), αλλά και αργότερα τον Soto Anagno να αφήνει το στίγμα του στο lay-out του περιοδικού.

 

Κόμικς και άλλα κόμικς

Η Βαβέλ σύστησε στο ελληνικό κοινό σπουδαίους δημιουργούς, και μεταξύ τους ορισμένους κλασικούς, όπως ο δημιουργός του ντετέκτιβ Σπίριτ Will Eisner, o δημιουργός του Κόρτο Μαλτέζε Hugo Pratt, o «μάγος» από την Αργεντινή Alberto Breccia που πειραματιζόταν όσο κανείς με το χρώμα και την «αφή» της γραμμής, ο υπερρεαλιστής Caza, o Gotlib, o Pazienza, o Vuillemin, ο Mordillo, o Margerin, ο Liberatore, o Loustal, o Igort, o Tardi, o Daniel Clowes (που στην Ελλάδα μας συστήθηκε καλύτερα με το κόμικς Υπομονή, εκδ. Οξύ), ο Ralf König που με τα κόμικς του σατίριζε τον κοινοτισμό των γκέι, και τόσοι άλλοι. Παράλληλα όμως, έδωσε βήμα σε σπουδαίους Έλληνες δημιουργούς να αναδειχθούν μέσα από τις σελίδες της. Από τη Βαβέλ ξεκίνησε ο Αρκάς που πρωτοδημοσίευσε τα στριπ του με τον Κόκορα, στη Βαβέλ άρχισε να δημοσιεύει σε συνέχειες ο Γιάννης Καλαϊτζής την Τσιγγάνικη ορχήστρα, το πρώτο μοντέρνο ελληνικό graphic novel, έναν συναρπαστικό εικονογραφικό περίπατο στην μεταπολιτευτική Αθήνα του 1980, εκεί πρωτοεμφανίστηκε ο χορογράφος Δημήτρης Παπαϊωάννου, ο οποίος δημοσίευσε κυρίως τη δεκαετία του ‘90 συναρπαστικά γκέι κόμικς με θέμα τον έρωτα, τον εικαστικό Γιώργο Μπότσο, την Έλενα Ναβροζίδου και τον Κώστα Βιτάλη με τα ποιητικά και «ακραίου ερωτισμού» κόμικς που δημιούργησαν, τον Νίκο Κούτση, τον Νικόλα Κούρτη, τον Κώστα Μανιατόπουλο, τον Λέανδρο με την χαοτική και ιδιοφυή σχεδιαστική γραμμή του που κατάφερε να ενθουσιάσει ακόμα και τον θρύλο Moebius σ’ ένα από τα φεστιβάλ της Βαβέλ στο Γκάζι, τη Μαρία - Ηλέκτρα Ζογλοπίτου, τον Σπύρο Βερύκιο κ.ά.

Μια από τις πιο εντυπωσιακές στιγμές του περιοδικού, κατά την κρίση μου, ήταν μια δημιουργική σύγκρουση, που φιλοξενήθηκε στα τεύχη 32-33. Στο τεύχος 32, πρωτοδημοσίευσε τον «Ευρύμαχο» ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, πεντασέλιδο εικαστικής καταγωγής κόμικς, που συνοδευόταν από μια «συστατική επιστολή» του καθηγητή του, Γιάννη Τσαρούχη, ο οποίος ισχυριζόταν ότι «η ζωγραφική και το χρώμα οδηγεί σε άλλου είδους κόμικς» σε αντίθεση με «τα παραμύθια των μυών, τα κακοσχεδιασμένα ή τα υποπαράγωγα της σιχασιάς και της απογοητεύσεως». Ο Τσαρούχης αντιτασσόταν στα κόμικς ηρωικής φαντασίας, που κατά τη γνώμη του δεν ήταν παρά «τροποποιημένες από τον ρατσιστικό μικροαστισμό και ισχνό ρασιοναλισμό, απεικονίσεις των ζωοφόρων του 4ου αιώνα». Στο επόμενο τεύχος, στον Τσαρούχη απάντησε ο Αντώνης Ευδαίμων (ο Αρκάς, πριν γίνει ευρύτερα γνωστός), υποστηρίζοντας ότι ο Τσαρούχης είναι εγκλωβισμένος στα κλισέ που ακολουθούν την τέχνη των κόμικς, και  όπως και άλλοι διανοούμενοι, έτσι και αυτός, όταν δεν την αφορίζουν ως αντιδραστικό προϊόν της δυτικής υποκουλτούρας, προσπαθούν να βρουν συγγενείς της στις άλλες τέχνες ή στην ιστορία για να καταδείξουν αφενός μεν ότι δεν είναι μια ξεχωριστή και ανεξάρτητη τέχνη, αφετέρου ότι υπάρχουν και πολύ καλύτερα παραδείγματα. Αντίθετα, λέει, τα κόμικς είναι μια εντελώς καινούργια τέχνη με τους δικούς της κανόνες και τα δικά της μέσα, η οποία μπορεί να υπάρξει μόνο σε έντυπη μορφή καθώς «η ένταξή τους μέσα στο είδος του εντύπου, η προσαρμογή τους στο μέγεθός του, η σελιδοποίησή του, δεν είναι απλά τεχνικά θέματα, είναι αισθητικά προβλήματα, καθώς τα κόμικς αποκτούν πλήρη υπόσταση μόνο όταν τυπωθούν». Τέλος αναφέρει πως, όπως κάθε καινούργια τέχνη, έτσι και τα κόμικς δανείζονται από τις προηγούμενες, ενώ όσοι κάνουν κόμικς δεν έχουν καμία υποχρέωση να αποδείξουν πως είναι λογοτέχνες, πως ξέρουν να κάνουν κινηματογράφο, πως ξέρουν να ζωγραφίζουν, ούτε καν πως ξέρουν να σχεδιάζουν. Τα κόμικς χειρίζονται κάτι ξένο στις εικαστικές τέχνες: τον χρόνο. Κάθε καρέ είναι ανολοκλήρωτο χωρίς το επόμενο και το προηγούμενο, ενώ όσο πιο ολοκληρωμένο είναι, τόσο πιο δυσκίνητο γίνεται.

 

Επιδραστικότητα με αντίκτυπο

Η επιδραστικότητα της Βαβέλ δεν φαινόταν μόνο στην απήχησή της ιδίως στις τάξεις των νέων – οι φοιτητές κυκλοφορούσαν με μια Βαβέλ στο χέρι. Η επιδραστικότητα του εντύπου αυτού καθώς και η δουλειά που είχε ρίξει η ομάδα πίσω από το περιοδικό, αναφορικά με την απενοχοποίηση των κόμικς και την γνωριμία σπουδαίων δειγμάτων της τέχνης αυτής με το αναγνωστικό κοινό, φάνηκε στα φεστιβάλ που διοργάνωσε το περιοδικό.

Στα 14 Φεστιβάλ που διοργανώθηκαν συνολικά από το 1996 (επέτειος 15 χρόνων κυκλοφορίας του περιοδικού) μέχρι και το 2012 (όλα πραγματοποιήθηκαν στην Τεχνόπολη, πλην του τελευταίου που έλαβε χώρα στη Διπλάρειο Σχολή), έγιναν δεκάδες εκθέσεις και εκδηλώσεις, ενώ σπουδαίοι δημιουργοί τίμησαν με την παρουσία τους το Διεθνές Φεστιβάλ Κόμικς της Αθήνας ή Φεστιβάλ της Βαβέλ, όπως έμεινε τελικά στην ιστορία. Από τον –πατέρα της Μαφάλντα και πρόσφατα εκλιπόντα– Quino, ο οποίος όπως μας αναφέρει η συνεκδότρια του περιοδικού Νίκη Τζούδα, ακούραστος, έμενε στους χώρους του Φεστιβάλ ολημερίς μιλώντας με το κοινό και υπογράφοντας τις δουλειές του, τους Francesco Tulio Altan, Daniele Brolli, Max Cabanes, Pablo Echaurren, Édika, Vittorio Giardino, Jacques de Loustal, Frank Margerin, Lorenzo Mattotti, Miguelanxo Prado, Philippe Vuillemin, αλλά και τον Moebius, τον Jeff Smith του Bowes, τον Max Andersson, τον Thomas Ott, τον König, τη δημιουργό του Περσέπολις Marjane Satrapi, τον μαιτρ του νουάρ José Muñoz, τις δημιουργικές ομάδες όπως η L’ Association των Lewis Trondheim και David B. και η Ultrapop. Προφανώς, συμμετείχαν και σπουδαίοι έλληνες καλλιτέχνες, ο Αρκάς, ο Διαμαντής Αϊδίνης, ο Σπύρος Βερύκιος, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, ο Λέανδρος, ο Γιάννης Ιωάννου, ο Νίκος Κούρτης, ο Γιάννης Καλαϊτζής, η Έλενα Ναβροζίδου, κ.ά., με έργα τους και μοναδικές εγκαταστάσεις.

Μοναδική στιγμή των Φεστιβάλ, η έκθεση πρωτότυπων έργων του Will Eisner.

Η Βαβέλ έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο το ελληνικό κοινό προσλαμβάνει τα κόμικς ενώ ταυτόχρονα συνέβαλε στην αισθητική και την πολιτική χειραφέτηση των αναγνωστών της. Της είμαστε ευγνώμονες.

27 Φεβρουαρίου 2021

Dο αντί Make

Iωάννης Α. Ζαγγανάς

Στο πασίγνωστο δίστιχό του, ο πιο διάσημος Φρανκ στον κόσμο υμνολογεί “If I can make it there, I'll make it anywhere” – και μου ήρθε στο νου όταν εβλεπα τα γεγονότα να εξελίσσονται στις 6 Ιανουαρίου, αλλά αντικαθιστώντας το ένα ρήμα με το άλλο. Εάν μπορείς να κάνεις κάτι τέτοιο εκεί, μπορεί να συμβεί οπουδήποτε.

Η απόπειρα πραξικοπήματος –πρακτικά, περί αυτού πρόκειται– στην κοινή συνείδηση των Αμερικανών ήταν ανύπαρκτη και ως πιθανότητα. Και όμως, συνέβη. Και ενώ τα αρνητικά που επέφερε το συμβάν είναι πολλά και πολυεπίπεδα, υπήρξαν δύο πολύ θετικά και μια ενδιαφέρουσα επαλήθευση.

Το πρώτο θετικό είναι ότι η απόπειρα πραξικοπήματος απέτυχε. Το δεύτερο είναι η προειδοποιητική του αξία προς τους υπόλοιπους που έχουμε την τύχη να απολαμβάνουμε το πιο φιλελεύθερο από τα υπάρχοντα πολιτεύματα. Όσο για την επαλήθευση, αυτή έχει να κάνει με το επίπεδο των “στασιαστών” που αντικατόπτριζε τραγικά αυτό του ηγέτη τους. Παρομοιάστηκαν με σάπιο κορμό στο δάσος που σπάει και από μέσα ξεχύνονται όλα τα πλάσματα με πόδια 6 και πάνω. 

Όσο κι αν προσπαθώ, δεν μπορώ να θυμηθώ ούτε ένα πραξικόπημα κάπου που να το ξεκίνησαν οι βιολόγοι μιας χώρας. Ή οι γιατροί της. Κανένα Κοινοβούλιο δεν κινδύνευσε από πολιορκία αρχιτεκτόνων.

Αντίθετα, όλους τους προηγούμενους τους βρίσκεις παντού στις εξεγέρσεις που ζητούν δημοκρατία. Στα Χονγκ Κονγκ, στις Ιστανμπούλ, στα Πολυτεχνεία…

 

27 Φεβρουαρίου 2021

Δεν ξέραμε, δεν βλέπαμε

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Tο 2018, σαν σήμερα (27 Φεβρουαρίου), κάτοικος της ευρύτερης περιοχής Μεταξουργείου του ιστορικού κέντρου της πρωτεύουσας, έγραφα στη σελίδα μου στο facebook:

Από το 2008 μέχρι το 2014 η οδός Αγησιλάου στο Μεταξουργείο ήταν ψωνιστήρι ανήλικων αγοριών. Πιο πριν ήταν στην πλατεία Κουμουνδούρου. Στη συνέχεια μετακόμισαν στην κάτω πλευρά της Κωνσταντινουπόλεως μετά τις γραμμές του τρένου. Τώρα είναι πέριξ του πεδίου του Άρεως.

Φυσικά, κανείς δεν είδε, δεν άκουσε, δεν ξέρει τίποτα.

Έλα σε παρακαλώ!

ΥΓ. Το τι αμάξια περνούσαν και ποιοι κάθονταν μέσα, ορισμένοι με τις συμβίες ή τις ερωμένες, ας μην το πιάσουμε, θα κλείσουν σπίτια... Φυσικά, ο πολύς κόσμος, εξακολουθεί να λέει: δεν είδα, δεν άκουσα, δεν ξέρω τίποτα. Και να πέφτει από τα σύννεφα. Είναι πιο βολικό έτσι, κοιμούνται ήσυχοι το βράδυ κι όταν ξυπνούν, μετά τον καφέ, αρχίζουν τον ακτιβισμό του πληκτρολογίου σε hastags που υπαγορεύονται από άλλους.

27 Φεβρουαρίου 2021

Ποιος πράγματι ήταν ο Θανάσης Μαχιάς από την Αύρα Καλαμπάκας, στέλεχος του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, που πέθανε στη φυλακή χτυπημένος και από τις δύο πλευρές του εμφυλίου; Σχολιασμός ενός άρθρου της Εστίας, με αφορμή τη μάχη της Μερίτσας, την πρώτη μάχη εθνικής αντίστασης στον ελλαδικό χώρο ενάντια στους ιταλούς κατακτητές, που διεξήχθη στις 11/2/1943. [ΤΒJ]

26 Φεβρουαρίου 2021

Ήταν το 2014, όταν ο συγγραφέας Μένης Κουμανταρέας έπεφτε θύμα δολοφονίας από δυο Ρουμάνους ηλικίας τότε 27 και 24 ετών αντίστοιχα. Όπως είχε γίνει γνωστό τότε, ο συγγραφέας γνώριζε τους θύτες του –τουλάχιστον τον ένα– πάνω από 10 χρόνια, και τους έδινε τακτικά χρήματα έναντι υπηρεσιών. Χρήματα του είχαν ζητήσει και κατά τη μοιραία για τον Μένη Κουμανταρέα συνάντηση – και, μετά την άρνησή του, οι δύο νεαροί προχώρησαν στο αποτρόπαιο έγκλημά τους.

Το φοβερό του εγκλήματος, η συμπάθεια προς τον δημοφιλή συγγραφέα καθώς και ο σεβασμός προς το πρόσωπο του εκλιπόντος πλέον δεν επέτρεψε την ανάπτυξη μιας σοβαρής συζητήσεως τότε. Ο Κουμανταρέας είχε αναπτύξει σεξουαλικές σχέσεις με έναν 15χρονο, ο οποίος 10 χρόνια μετά τον σκότωσε. Και φυσικά το συνάφι γνώριζε όχι μόνο ποιες ήταν οι ερωτικές προτιμήσεις του συγγραφέα, αλλά και το ότι συνήθιζε, καθημερινά μάλιστα, και πάρα τα σοβαρά θέματα υγείας που αντιμετώπιζε, να πηγαίνει σε πιάτσες, κυρίως μεταναστών, προς άγραν εραστών.
Η κουβέντα που θα έπρεπε να γίνει, δεν έγινε ποτέ.

***

Διαβάζω για πρωτοβουλίες πάνω σε διάφορα ζητήματα που σκοπεύει να πάρει η κυβέρνηση, με αφορμή τόσο τις καταγγελίες στο χώρο του θεάματος και όχι μόνο, όσο και γενικότερα τα ζητήματα που θίγει το καθ’ ημάς #MeToo. Πάει καλά.

Υπάρχει όμως ένα εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα – ζήτημα που συνδέεται τόσο με την εκμετάλλευση ανηλίκων, μεταναστών ή μη, όσο και γενικότερα με το θέμα του trafficking: το ζήτημα της πορνείας. Εδώ είναι που ως κοινωνία εθελοτυφλούμε πλήρως. Στην Ελλάδα δεν υφίσταται ουσιαστικά νόμιμη πορνεία. Είναι σε ένα καθεστώς ημιπαρανομίας/ημινομιμότητας. Όσον αφορά δε την ανδρική πορνεία, τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα, καθώς καλύπτονται από πλήρες σκότος.
Μία γυναίκα δεν μπορεί με νόμιμο τρόπο να αναζητήσει και να πληρώσει για την παροχή σεξουαλικών υπηρεσιών από έναν άνδρα, και το ίδιο ισχύει για έναν ομοφυλόφιλο. Κατά συνέπεια, ο μόνος δρόμος που μένει για έναν ομοφυλόφιλο που αναζητά τέτοιου είδους υπηρεσίες είναι να κινηθεί στις «πιάτσες», στην πλατεία Βικτωρίας, στην Κουμουνδούρου, στο Μεταξουργείο ή στο Ζάππειο. Εκεί όπου, συνήθως κατά κανόνα, εκδίδονται ανήλικοι, και που φυσικά δεn νομίζω να πηγαίνει κανένας και να ζητάει πρώτα ταυτότητα προτού προχωρήσει στην όποια πράξη. Αλλά δε μας απασχολούν αυτά, είναι πολύ βρώμικα πράγματα, πολύ σκοτεινά, οπότε μια χαρά είναι καλυμμένα στο σκοτάδι, μια χαρά μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχοι και –προπάντων– αθώοι.

Διαβάζω ακόμη, πως εξανίσταται η ελληνική κοινωνία από τις αποκαλύψεις ότι ο κατηγορούμενος ηθοποιός και σκηνοθέτης προσέφερε αλκοόλ στους ανήλικους ώστε να τους πείσει ευκολότερα να συνευρεθούν μαζί του.

Τρομερό! Λες και δε ζούμε στη χώρα που ένας ανήλικος μπορεί άνετα να πάει σε ένα σουπερμάρκετ ή σε ένα περίπτερο και να πάρει όσα λίτρα ουίσκι, βότκα ή μπύρες επιθυμεί. Λες και δε ζούμε στη χώρα που, υπό την σκέπη του ίδιου του σχολείου, γίνονται πάρτι σε διάφορα κλαμπ «για να μαζέψουν τα παιδιά χρήματα για την εκδρομή», όπου, φυσικά το αλκοόλ ρέει άφθονο. Για να μη μιλήσουμε για τις πενθήμερες. Ούτε για το κάπνισμα, αφού δεν νομίζω να υπάρχει ψιλικατζίδικο ή περίπτερο του οποίου ο καταστηματάρχης να ζητά ταυτότητα προκειμένου να πουλήσει τσιγάρα σε ανήλικο (ακόμη κι αν υπάρχει νόμος, είναι σαφές πως δεν τηρείται).

Οπότε αναρωτιέμαι τελικά: έχει τα κότσια, οποιαδήποτε κυβέρνηση, να προωθήσει μία «προοδευτική» πολιτική για την πορνεία, ώστε να σταματήσει ή, έστω, να περιοριστεί το trafficking; Κι έχει, ταυτόχρονα, τα κότσια να προωθήσει μια «συντηρητική» πολιτική που να περιορίζει, υπό μία έννοια μεν, αλλά ουσιαστικά να προστατεύει τους ανήλικους; Εδώ είναι τα δύσκολα και τα σοβαρά.

24 Φεβρουαρίου 2021

Η Μαρία Καστρισιανάκη-Guiton, πολύπειρη και σημαντική δημοσιογράφος που εργαζόταν ως ανταποκρίτρια από το Λονδίνο της DeutscheWelle και, μεταξύ πολλών άλλων δραστηριοτήτων, πολύτιμη συνεργάτρια του Books’ Journal, πέθανε στις 11 Ιανουαρίου 2021, έπειτα από μακρά πάλη με τον καρκίνο.

13 Ιανουαρίου 2021

Κυκλοφόρησε στην Αμερική, στις 5 Ιανουαρίου 2021,  το βιβλίο του στενού συνεργάτη μας Μισέλ Φάις με τίτλο Mechanisms of Loss, σε μετάφραση του βραβευμένου μεταφραστή David Connolly από το Yale University Press.

06 Ιανουαρίου 2021

Τα στασίδια των ανδρών ήταν άδεια

Δημήτρης Παπαγεωργάκης

Μαρία Στεφανοπούλου, Άθος, ο Δασονόμος. Μυθιστόρημα, Το Ροδακιό, Αθήνα 2014, 279 σελ.

Στις 13 Δεκεμβρίου 1943, γερμανικά στρατεύματα εισβάλλουν στα Καλάβρυτα, συλλαμβάνουν όλους τους άντρες και, αφού λεηλατήσουν τις περιουσίες και καταστρέψουν το χωριό, το απόγευμα εκτελούν όσους έχουν συλλάβει. Η θηριωδία των δυνάμεων κατοχής αλλά, κυρίως, τα πάθη των επιζησάντων είναι το θέμα ενός πολλαπλά συζητημένου μυθιστορήματος, που πάντα κινεί το ενδιαφέρον όσων μελετούν τη λογοτεχνία που εμπνέεται από την ιστορία. [ΤΒJ]

02 Ιανουαρίου 2021

Η νεοελληνική ταυτότητα ως αγονία

Ανδρέας Πανταζόπουλος

Τι ακριβώς είναι ο ελληνικός «γουρουνολαός», κατά τον χαρακτηρισμό του εκδότη τηςΑκροπόλεως, Βλάση Γαβριηλίδη; Και πώς περιέγραφε την ταυτότητα των Ελλήνων ο Παύλος Νιρβάνας, που με δυο χρονογραφήματά του στο Νέον Άστυ, στις 17 Αυγούστου 1909 και στις 15 Σεπτεμβρίου 1909; Γιατί είναι ακριβής η αναφορά του δημοφιλούς χρονογράφου στις ψυχικές λαϊκές αναστολές του Έλληνα ως προς την κατανόηση της συλλογικής κακοδαιμονίας μέσω μιας αέναης μετάθεσης ευθυνών, στη συντηρητική αντι-ενθουσιαστική ειρωνεία του και στην απογοήτευσή του για το ασάλευτο, το ανακυκλούμενο νεοελληνικό παρόν; Εν τέλει, τι είναι η νεοελληνική αγονία;

02 Ιανουαρίου 2021

Η πρόοδος δεν είναι πλέον κάτι το αυτονόητο, η ιδέα της προόδου σκοτείνιασε εξαιτίας της επίκλησής της από ενθουσιώδεις οπαδούς της και γιατί εργαλειοποιήθηκε από δημαγωγούς. Στο εξής, η αναφορά στην πρόοδο περισσότερο διαιρεί παρά ενώνει. Αν η μαγική λέξη «πρόοδος» παραμένει κινητοποιητική, είναι γιατί παραδόξως παράγει σύγκρουση μεταξύ όσων εκθειάζουν και όσων κατηγορούν τον «προοδευτισμό» ως κοσμική θρησκεία.

04 Δεκεμβρίου 2020
Σελίδα 13 από 120