Σύνδεση συνδρομητών

Κώστας Φλέγκας, ένας ποιητής της φωτογραφίας     

Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2022 23:58
Ο Κώστας Φλέγκας, διπλός, παίζει σκάκι με τον εαυτό του.
Αρχείο Γιώργου Ζεβελάκη
Ο Κώστας Φλέγκας, διπλός, παίζει σκάκι με τον εαυτό του.

Ένας πλανόδιος φωτογράφος, στη Γαλλία, με παρακίνησε να ασχοληθώ, πράγμα που είχα αμελήσει για καιρό, με το συμφοιτητή στη Γεωπονική και καλό μου φίλο Κώστα Φλέγκα. Τον γνώρισα στη Σχολή πρωτοετή φοιτητή, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, και γρήγορα αναπτύχθηκε μεταξύ μας μια βαθιά φιλία που διατηρήθηκε αδιατάρακτη μέχρι την αποδημία του, το 2000. (τεύχος 125)

Περνώ στην αφορμή της υπενθύμισης. Ξεφύλλιζα λοιπόν μια τυχαία χρονιά της εφημερίδας Ελεύθερος Τύπος, στο ψηφιοποιημένο αρχείο της Βιβλιοθήκης της Βουλής. Σταμάτησα σ’ ένα πρωτοσέλιδο κείμενο που με παραξένεψε: «Το αεικίνητο», απόσπασμα από τα «Φύλλα Ημερολογίου». Αναφερόταν στο «πανταχού παρών» του Έλληνα που η δράση του εκτείνεται από τη Σαχάρα και τη Μάλαγα μέχρι τον Βόρειο Πόλο. «Αλλά ομολογώ», πρόσθετε ο αρθρογράφος, «ότι δεν επερίμενα να εύρω τον Έλληνα περιφερόμενον εις τα χιόνια του Σαμονί υπό την ιδιότητα του πλανοδίου φωτογράφου». Παραθέτει δε και την απάντηση που του έδωσε όταν τον ρώτησε από πού είναι: από τη Ναύπακτο. Η αναφορά σ’ αυτή την πόλη της Ρούμελης επανέφερε στη μνήμη μου παλιές συζητήσεις με το φίλο μου. Πολλές φορές διηγόταν ιστορίες της παιδικής του ηλικίας και, πηγαίνοντας πιο πίσω, δεν παρέλειπε τις αναφορές στον βίο και την πολιτεία του πατέρα του ως φωτογράφου στη Γαλλία, τη δεκαετία το 1920. «Σκέψου», έλεγε και ξανάλεγε με θαυμασμό, «να ξεκινήσει από τη Ναύπακτο και να καταλήξει να φωτογραφίζει με το τρίποδο στο Παρίσι». Άραγε ο πλανόδιος φωτογράφος ήταν ο πατέρας του φίλου μου; Στην ταυτοποίηση με βοήθησε απρόσμενα ο Αντώνης Πρωτοπάτσης,  ο οποίος σκιτσάρισε τα πρόσωπα στο εν λόγω ρεπορτάζ που το υπέγραφε ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας Β. Βεκιαρέλλης (Β.Β-ς). Ο εικονιζόμενος στο σκίτσο, προφίλ και με το τρίποδο στην πλάτη, έχει τη γαμψή μύτη του φίλου μου, που προφανώς κληροδότησε στο γιο του. Εξάλλου, πλανόδιος φωτογράφος  Ναυπάκτιος, εκείνα τα χρόνια στη Γαλλία, είναι απίθανο να βρέθηκε άλλος.

Ο Κώστας Φλέγκας είχε καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία. Από έφηβος εμφάνισε την κλίση του σε διάφορες μορφές τέχνης. Έπαιζε πνευστά στη Φιλαρμονική της Ναυπάκτου, είχε ταλέντο στη ζωγραφική και έγραφε πεζά και ποιήματα. Στην Αρχιτεκτονική ήθελε να σπουδάσει αλλά, λόγω του τρόπου εισαγωγής με το “Ακαδημαϊκό”, βρέθηκε ουρανοκατέβατος στη Γεωπονική Σχολή Αθηνών. Προσπαθούσε να προσαρμοστεί στις αδιάφορες γι’ αυτόν σπουδές, όταν όμως ακούστηκαν οι ερπύστριες, τον Απρίλη του 1967, τα είδε όλα. Εγκατέλειψε οριστικά τη Γεωπονική και πήρε τους δρόμους. Προμηθεύτηκε μεγάλη ποσότητα δυναμίτιδας, κατασκεύασε κροτίδες και τις πετούσε σε κεντρικά σημεία της Αθήνας. Τον επισκεπτόμουν στο σπίτι του στην Κυψέλη και μου περιέγραφε με παιγνιώδη τρόπο τις επικίνδυνες διαδρομές του. Τον ρωτούσα κάποτε πειρακτικά αν στη Βασιλίσσης Σοφίας τοποθέτησε καμία κροτίδα. «Και την Ηρώδου του Αττικού δεν άφησα απ’ έξω», απαντούσε γελώντας . Από τις άλλες τολμηρές του ενέργειες ξεχωρίζω τη «διάρρηξη» της, σφραγισμένης από τη δικτατορία, βιβλιοθήκης του απείθαρχου Συλλόγου Κρητών Σπουδαστών, στον πρώτο όροφο της οδού Γενναδίου 7. Τα περισσότερα βιβλία τα μοίρασε μετά σε φίλους.  Όταν τέλος ικανοποίησε πολλαπλώς την αντιδικτατορική του οργή και είδε πως δεν μπορούσε να ζήσει άλλο υπό το καθεστώς των συνταγματαρχών, έφυγε για το Παρίσι. Πήρε νοερώς τη  σκυτάλη από τον πατέρα του και έγινε επαγγελματίας φωτογράφος. Η πενταετία που έζησε στην Πόλη του Φωτός υπήρξε, νομίζω, η πιο δημιουργική στη ζωή του. Μέτρησε και η γνωριμία και η συνεργασία του με δύο διαπρεπείς ζωγράφους, τη Λίλα Ντε Νόμπιλις και τον Γιάννη Τσαρούχη, οι οποίοι έδειξαν ποικιλοτρόπως πόσο εκτίμησαν την προσωπικότητά του.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ο Κώστας Φλέγκας πέρασε μια δύσκολη εικοσιπενταετία. Παρά την αμέριστη συμπαράσταση και αγάπη των δικών του και κάποιων φίλων, η επαγγελματική του επιβίωση υπήρξε προβληματική. Μια αναλαμπή ήταν ένα ταξίδι στο μακρινό και αγαπημένο του νησί, τη Μαδαγασκάρη, το 1981. Έμεινε από εκείνη την επίσκεψη η ωραία ταξιδιωτική περιγραφή και οι φωτογραφίες του που δημοσιεύτηκαν στη Γυναίκα. Διασώθηκε και μία καρτ ποστάλ «από το λιμάνι του Nosy-Be που γνώρισε κι ο Καββαδίας», όπως έγραφε.

Σαν απεγνωσμένη έξοδο κινδύνου τύπωσε στον Εξάντα τη μοναδική ποιητική του συλλογή με τον υπαινικτικό αλλά κάπως αμήχανο τίτλο Ως αν… θυμάμαι και εξώφυλλο φιλοτεχνημένο με πικρό μακάβριο χιούμορ. Διάλεξα ένα ποίημα που, αν και δεν είναι το καλύτερο, θώρησα το πιο αντιπροσωπευτικό της διαδρομής του.     

ΧΙ

Ήταν ένα ποίημα που χάθηκε                                                                    

πιο ανάλαφρα απ’ τον δημιουργό του.                                                          

Ήταν ένα ποίημα σαν όλα τ’ άλλα                                                                           

με μερικές αποχρώσεις προς το μπλε αν θυμάμαι.                                                              

 

Ήθελα να κλάψω γι’ αυτό                                                                                                

κι όχι τόσο για τ’ ανάλαφρο χάσιμό του                                                         

όσο για το ξαφνικό του δημιουργού του.

 

Μίλαγε για μια επανάσταση                                                                                

για τη μετακινούμενη άμμο.                                                                                               

Για τις ζεστές τροπικές μπόρες                                                                          

για το κοιμητήριο των Μωαμεθανών                                                              

εκεί κάπου στον τροπικό του Αιγόκερω.

Μίλαγε για τη χαμένη αθωότητα.  

  

Ξεκίνησα περιφερειακά για να καταλήξω στο κέντρο. Το 1999 προσβλήθηκε από τον καρκίνο. Παρακολούθησα την περιπέτεια της υγείας του Κώστα κυρίως μέσα από τα καθημερινά μας τηλεφωνήματα. Ενδιάμεσα μού διάβαζε ποιήματα που έγραφε εκείνες τις ώρες, με το θάνατο προ των πυλών. Ηχογραφούσα τις συζητήσεις μας, του το είπα κάποια στιγμή και το προσπέρασε χωρίς να δώσει σημασία. Ήθελε να μείνουν αλλά ίσως καταλάβαινε και το νόημα αυτής της φροντίδας μου. Ξεδιάλεξα και παραθέτω μερικούς σκόρπιους ηχογραφημένους στίχους του. Η διαφορά ψυχικού βάρους από εκείνους του προηγούμενου ποιήματος είναι εμφανής.

 

–Τι περιμένεις και γράφεις ποιήματα;                                                                               

 –Έχασα το τρένο και περιμένω.

Τα μονοπάτια στραγγίζουν το δέος της απουσίας μου.                                           

Η παλινδρόμηση της πορείας μου                                                            

     διέγραφε την επιθανάτια λύτρωσή μου.

Απρόσιτος μια ζωή σε βράχους με κατευθυνόμενες αστραπές               

Με διάχυτα όνειρα οριοθετώντας σημεία και τέρατα.

Ανάμεσα σε ασπαλάθους αδιάφορος, αλαφροΐσκιωτος, περιηγητής.          

Σε νεκρικό τοπίο, είναι όλοι γύρω νεκροί.

                                                               (Δεκέμβριος 1999-Ιανουάριος 2000)           

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.