Σύνδεση συνδρομητών

Ο Σωκράτης από το Αϊβαλί (11)

Σάββατο, 26 Ιουνίου 2021 13:28
Άνθρωποι που κατά την Μαριάνθη «ημπορούν ανέτως και αμερίμνως ν’ απολαμβάνουν των καλλονών της φύσεως». Κάρτα πλήθους στη Χάλκη στις αρχές του 20oύ αιώνα.
Αρχείο Ευωνύμου Οικολογικής Βιβλιοθήκης
Άνθρωποι που κατά την Μαριάνθη «ημπορούν ανέτως και αμερίμνως ν’ απολαμβάνουν των καλλονών της φύσεως». Κάρτα πλήθους στη Χάλκη στις αρχές του 20oύ αιώνα.

Στην υπό εξέταση αλληλογραφία του Σωκράτη και της οικογένειάς του το 1904 είναι πυκνό σε επιστολές, διασώζονται συνολικά 28. Μέχρι το καλοκαίρι κυρίως από ή προς την Μαριάνθη (15), η οποία εξακολουθεί να είναι οικοδιδάσκαλος στην οικογένεια Κρητικού στην Χάλκη, προς την αδελφή της Άρτα στο Αϊβαλί.

Στις επιστολές αυτές εξακολουθεί ν’ αναφέρεται στο πρόβλημα της ατίμωσης της οικογένειας από την κατάχρηση στην διαχείριση των οικονομικών των Σχολείων που αποδόθηκε στον πατέρα της. Ως κατακλείδα επ’ αυτού γράφει στις  28 Ιανουαρίου 1904: 

Εις όσα μοι γράφεις επί του ζητήματος τούτου, Άρτα μου, εκείνο όπερ εγκρίνω μάλλον και θέτομεν εις ενέργειαν και εγώ και ο Σωκράτης είνε: ψυχραιμία και αδιαφορία, όσον το δυνατόν. Είνε το μέσον ίνα αντιμετωπίσωμεν την επελθούσαν συμφοράν, διότι ο πατήρ μας, δυστυχώς, διά της ανικανότητός του ν’ απολογηθή ως έπρεπε και της ομολογίας, ην απερισκέπτως εποίησε, κατέστησε πάσαν υπεράσπισίν  αδύνατον και πάσαν δικαιολογίαν ανωφελή. Δι’ αυτό ακριβώς που έγραφα προχθές ότι είνε ασυγχώρητος. Λυπείται, λέγης, και πάσχει και πίνει… Αλλ’ εις τι ωφελεί;…Το κακόν δεν επανορθούται πλέον μεθ’ όλας τας θυσίας μας και τας θλίψεις και τα δάκρυα και τας στερήσεις και την δυστυχίαν ην υφιστάμεθα. Η κηλίς θα μείνη αιωνίως και το υπολειπόμενον χρέος έστω και ψευδές θα μνημονεύεται, (μέχρις ότου ευνοϊκώτεροι καιροί ευτυχίας μας επιτρέψουν να το αποπληρώσωμεν. Αυτή είνε η μόνη δυνατή επανόρθωσις κατά την ιδέαν μου, την οποίαν όμως απόφυγε ν’ αναφέρης εις την μαμά, διότι δεν είνε εις θέσιν να την εννοήση και κυρίως διότι αύτη είνε μόνον όνειρον, ίσως απραγματοποίητον).  Όσον διά τους εχθρούς μας, τους χαιρέκακους, τους μισούντες και φθονούντες ημάς, ας τους δικάση ο Θεός.

Αλλά στις επιστολές της Μαριάνθης υπάρχουν πληροφορίες και για την ζωή στην Χάλκη που όσο περνά ο καιρός πληθαίνουν. Αφορούν την υγεία - όπου μπορεί κανείς να διαπιστώσει την ανησυχία νέων ανθρώπων καθώς το νοσολογικό πρότυπο δεν αφορά τα λεγόμενα εκφυλιστικά αλλά τα λοιμώδη νοσήματα που αιφνιδίως πλήττουν και νέους ανθρώπους, - την προσπάθεια βελτίωσης της εργασιακής κατάστασης της Μαριάνθης και του Σωκράτη αλλά και του καθημερινού βίου. Στην προαναφερθείσα επιστολή υπάρχει και η περικοπή:

Και εδώ ο καιρός είνε κατ’ αυτάς πολύ ευχάριστος και εξέρχομαι και εγώ κάποτε εις περίπατον με τα παιδιά. Οχληρόν μεν αλλ’ επί τέλους βλέπει κανείς ήλιον και αναπνέει ολίγον. Έκαμα όμως και έναν εξαίρετον περίπατον την παρελθούσαν Κυριακήν με τον Σωκράτη, τον πρώτον αφ’ ότου ήλθον εδώ. Ο καιρός ήτο ωραίος και η τοποθεσία μαγευτική. Εμακάρισα εκείνους οι οποίοι ημπορούν ανέτως και αμερίμνως ν’ απολαμβάνουν των καλλονών της φύσεως[…]

Ιδού και αι Απόκρεω. Και εδώ ψυχρά και άνοστα πράγματα. Δι’ εμέ επαύξησε κατ’ αυτάς ο κύκλος των ασχολιών μου, διότι ετοιμάζω στολάς δια τα παιδιά και τους μανθάνω και κωμωδίαν να παρουσίασουν. Να ιδούμε τι τόπον θα πιάσουν και αυτού οι κόποι μου. 

Εύχομαι να διέλθητε σεις τουλάχιστον τας ημέρας ταύτας κάπως καλλίτερον  των προηγουμένων. Αλλά χωρίς χρήματα γίνεται τίποτε;! Θεέ μου! Τι δύσκολος που είνε η ζωή!... […]

 

Παρακάτω δημοσιεύονται σχετικά αποσπάσματα από άλλες πέντε επιστολές της Μαριάνθης (1904) προς την Άρτα.



Επιστολή 1

Χάλκη 22 Φεβρουαρίου [1]904

Όνειρα και προαισθήσεις, ιδού και πάλιν επαληθεύσαντα!... Ασθενής λοιπόν ήσο, αγαπητή μου αδελφούλα! Και εγώ ενόμιζον μόνον στενοχωρημένη πολύ θα ήσο!... Έτσι εξηγούσα μόνη μου κάθε πρωί τα παράδοξα και ανήσυχα όνειρά μου και ανέμενον ανυπομόνως να μάθω τι συμβαίνει πάλιν και ηπόρουν διά την σιωπήν σου και μη ρωτάς πόσα και οποία εσκεπτόμην... Αλλά τι είδους είνε πάλιν αυτή η ασθένεια σου; Πρώτην φοράν την ακούω και ανησυχώ πάρα πολύ… Τι σου ήλθε; Πως σου ήλθε; Που επονούσες; Είσαι τώρα καλά; Έφυγε από πάνω σου; Στα βουνά να πάγη να χαθή… Πόσον στενοχωρούμαι και λυπούμαι δεν φαντάζεσαι!.. Γρήγορα γρήγορα να  μου  γράψης και να μου τα διηγηθής όλα…. μόλις γίνης εντελώς καλά. Το υπόσχεσαι άλλως τε εις την προς τον Σωκράτην σύντομον επιστολήν σου της 17ης Φεβρουαρ. δι’ ης έμαθον σήμερον την θλιβεράν είδησιν. Εγώ δεν σοι έγραψα καθόλου αυτάς τας ημέρας, διότι ουδέν ευχάριστον είχον να σοι αναγγείλω. Τα αυτά της αυτής. Ανέμενα άλλως τε ειδήσεις σου. Νεώτερον μόνον, ότι επειδή εις την Πόλιν υπάρχει ευλογία και ήλθε και εις την Χάλκην εμβολιάσθηκα και έπιασε το εμβόλιό μου. Επίσης και ο Σωκράτης.

Έχω και εν ευχάριστον σήμερον να σοι αναγγείλω αλλά… περί αέρος και υδάτων. Ο Σωκράτης έχει μίαν φίλην ανταποκρίτρια δελταρίων εις την Βραζιλίαν, την Δίδα Ερμηνίαν de Jbirocahy, πολύ καθώς πρέπει νέαν, της οποίας η αλληλογραφία είνε κάτι ωραίον και αξιοπρεπές. Την γνωρίζεις και συ‧ είνε εκείνη ήτις έστειλε τα φύλλα εις τον Σωκράτην το καλοκαίρι με τα οποία εκάματε την φωτογραφοθήκην. Λοιπόν, ο Σωκράτης, μεταξύ άλλων, τη είχεν αναγγείλη προ τινος ότι τώρα είνε ευτυχέστερος διότι με έχει εδώ συντροφιά κ.τ.λ. και αναφέρων το όνομά μου τη είπεν ότι ονομάζομαι  Fleur de Marie. Αύτη τόσον ήρεσε το όνομά μου, ώστε μοι αποδεικνύει φιλίαν, ζητά την φωτογραφίαν μου (ποιος ξέρει τι θα φαντάζεται! Πως είμαι κανέν άνθος καλλονής και δροσερότητος!... οποία η πλάνη της!) και μοι απέστειλε εν ανεκτίμητον δώρον, εν κόσμημα διά θέατρον, δηλ. ένα κλώνον άνθους λευκού με τα φύλλα του, καλλιτέχνημα λεπτεπίλεπτον εκ μικροτάτων πτερών πτηνών της Βραζιλίας. Άχρηστον μεν εντελώς δι’ εμέ, αλλά το οποίον εφύλαξα με προσοχήν διά να το δωρίσω εις την μέλλουσαν νύμφην μου (του Σωκράτους δηλ.), διότι ήρεσε και πάρα πολύ και εις τον Σωκράτην.

Τώρα αγαπητή μου Άρτα, ηξεύρης ότι ο Ναστραδδίν, όταν του εχάριζον κάτι ελυπείτο. Και εγώ το ίδιον, διότι δεν είμαι εις θέσιν να τη ανταποδώσω τοιούτον δώρον· και η ευγένεια το απαιτεί. Θα φροντίση ο Σωκράτης να εύρη από την Πόλιν κάτι ωραίον και ευθυνόν εργόχειρον, το οποίον να τη αποστείλη ως έργον των χειρών μου, αλλ’ αμφιβάλλω αν θα το επιτύχη. Αν είχα μαζύ μου το καλλιτεχνικόν εκείνον άσπρον μεταξωτό μανδηλάκι, που μου εχάρισε η αγαπητή Δέσποινα, θα της το έστελλον, αλλά δεν το πήρα μαζύ μου. Δι’ αυτό θα σε παρακαλέσω, αγαπητή μου, να μου στείλης με πρώτον ταχυδρομείον, επί συστάσει, το ιδικόν σου, αν σου έχη κεντήση παρόμοιον η Δέσποινα, και αν δεν έχη μάρκαν, ίνα, εν ανάγκη, το αποστείλω, και εγώ πάλιν θα σου δώσω το ιδικόν μου όταν επανέλθω αυτού. Αν πάλιν θελήση η Δέσποινα να μοι αποστείλει κανέν από τα ιδικά της, χωρίς μάρκα εννοείται, πολύ θα μ’ ευχαριστήση και εγώ θα τη δωρίσω κάτι καλόν εις αντάλλαγμα. Σκεφθείτε αμφότεραι και μην βραδύνετε διόλου την αποστολήν, διότι πρέπει και ημείς να το αποστείλωμεν εις Βραζιλίαν προ του Πάσχα των. Στείλατέ μοι μαζύ και δύο τρία νόστιμα κατάλληλα H (Herminia λέγεται) μάρκες  και ολίγον μετάξι δια να κεντήσω εγώ επ’ αυτού την μάρκαν, αν αποφασίσωμεν να το στείλωμεν, διότι πιθανόν ως σοι είπον και να μην το στείλωμεν, αν εύρωμεν εδώ κάτι καλλίτερον και ευθυνόν. Ταύτα λοιπόν, αγαπητή μου Άρτα. Φασαρία χωρίς σπουδαιότητα τινα… Και που μας ταιριάζουν!!! … Enfin. 

Επιστολή 2

Χάλκη, 8 Μαρτίου 904

Επί τέλους έλαβον! έλαβον! έλαβον! ημπορώ να είπω κι εγώ σήμερον ύστερον από τόσον καιρόν αγωνίας και ανησυχίας!... Το αγαπημένο μου γράμμα σου, αγαπητή μου αδελφούλα μου λέγει ότι είσαι πλέον καλά, ότι εθεραπεύθης από την κακήν ασθένειαν. Αυτό μου αρκεί. Ας έχη δόξαν ο Θεός, το οποίον παρακαλώ καθ’ εκάστην! Διότι εκείνο που επιθυμώ κυρίως και το οποίον χύνει κάποιαν παρηγορίαν εις την ζωήν μου είνε να γνωρίζω ότι είσθε υγιείς. Αφ’ ου δεν είνε δυνατόν  να είμεθα ευτυχείς, ας προσέχωμεν τουλάχιστον την υγείαν μας, το μόνον αγαθόν, που μας έμεινεν εν μέρει. Ακούεις, αδελφούλα μου, συ, που αδιαφορείς τόσον διά την πολύτιμον ύπαρξιν σου;… εξ όσων μου λέγεις σήμερον επ’ αυτού, πιστεύω ότι του λοιπού θα προφυλάσσεσαι περισσότερον. Ναι;

[…] η ζωή μου είνε διηνεκής τρικυμία θλίψεων ατομικών, σκέψεων επωδύνων, προσβολών εξωτερικών.[…]Το χρέος μου του Μπουταλά δεν θα πληρωθή, θα σου πω παρακάτω διατί, ναύλα δεν έχω διά να επιστρέψω… Αλλά και πώς να μείνω εδώ; Θέλω φορέματα, οπότε είμαι αντίκα α! τάξεως, θέλω καπέλλο, θέλω υποδήματα, θέλω ασπρόρουχα (διότι πλύνουν κάθε δύο μήνας και μη ρωτάς πόσον υποφέρω επ’ αυτού του ζητήματος και πόσον εντρέπομαι ‧ και τώρα είνε χειμών και δεν αλλάζει κανείς συχνά, αλλά το καλοκαίρι;) Όλα αυτά θέλουν έξοδα μεγάλα, διότι εδώ και στην Πόλη είνε όλα πάρα πολύ ακριβά‧ φωτιά και λόγχη που λέγ’ ο λόγος. Και το κυριώτερον είνε ότι οι φιλοξενούντες με και αν ήθελον εγώ να μείνω εις το σπίτι των (πράγμα αδύνατον, διότι δεν βλέπω την ώραν να φύγω) επειδή έχουν σκοπόν να βάλουν τα παιδιά των οικότροφα εις την ενταύθα  Εμπορικήν Σχολήν και τα έχω προετοιμάση αρκετά καλά δια την τάξιν εις ην προορίζονται, μου δίδουν από πολλού να εννοήσω, με πόσην χωριατιά δεν φαντάζεσαι, ότι με χρειάζονται ακόμη ένα δύο μήνας και έπειτα τα παιδιά των θα κάμουν διακοπάς. Έλα τώρα και συ και σκέψου, αν ημπορείς να φέρης λύσιν εις ζήτημα που κεντρώνει το πνεύμα με χίλια αγκάθια… […]

Σε γλυκοφιλώ και σε παρακαλώ να φιλήσης όλους εκ μέρους μου φιλοστόργως‧  ιδιαιτέρως την μαμά και την Δέσποιναν 

Μαριάνθη

 

Επιστολή 3

11/24/Μαρτίου/1904

Αγαπητή μου Άρτα

Αυτήν την στιγμήν μου έφερεν ο Σωκράτης την τελευταίαν επιστολήν με το εσώκλειστον καλλιτεχνικόν μανδηλάκι και περιμένει τας ολίγας μου αυτάς λέξεις, ίνα σου τας αποστείλη μετά του α’ φακέλλου τον οποίον έχω από χθές εσφραγισμένον.

Δεν έχω λόγους ίνα ευχαριστήσω την αγαπητήν Δέσποιναν διά τον κόπον εις όν υπεβλήθη πάλιν προς χάριν μου… θα προσπαθήσω όμως ν’ ανταποκριθώ και εγώ καταλλήλως ευθύς ως δυνηθώ[…]Προς το παρόν ευχαρίστησον αυτήν θερμώς εκ μέρους μου, αγαπητή μου Άρτα, και ειπέ της, ότι με συνεκίνησε πολύ η καλή και αυθόρμητος προαίρεσίς της.

Το μανδηλάκι ήρεσε πολύ και εις τον Σωκράτην και θα το στείλωμεν αμέσως ως κεντήσω επ’ αυτού την μάρκαν. Άλλο τι καλύτερον δεν εύρε να αγοράση και τη το στείλω, ώστε θα στείλωμεν αυτό. Όσον διά την φωτογραφίαν μου ας την περιμένη…. Τώρα ούτε χρήματα έχω, ούτε θα περισσεύσουν και αν περισσεύσουν μας χρειάζονται δι’ άλλα αναγκαιότερα … 

Μαριάνθη 

Διά το δέμα των βιβλίων μη στενοχωρείσαι ‧ δεν βιάζομαι ‧ ας έλθη οπόταν είνε ‧ μόνον να μην χαθή. Μ.

 

Επιστολή 4

Χάλκη, 24 Μαρτίου 1904

Αγαπητή μου Άρτα

Ιδού και η μεγάλη εβδομάς και μετ’ ολίγον το Πάσχα … Ο νους μου φεύγει και πετά και τρέχει σιμά σας και σκέπτεται, σκέπτεται … και σταματά. Πως περνάνε τας μέρας ταύτας … πως θα περάσετε το Πάσχα … και χωρίς χρήματα!!!... Δεν είνε δυνατόν άρα γε, αυτός ο πάππος μας να μας βοηθήση ακόμη μίαν φοράν;! […]

Δι’ εμέ η ζωή εξακολουθεί να είνε η αυτή, το δε αβέβαιον μέλλον με ανησυχεί και με φοβίζει εις άκρον …. Δι’ αυτό εσκέφθην να προβώ από τούδε εις διαβήματά τινα προς επιτυχίαν θέσεως τινός μάλλον υποφερτής, και προχθές την Μεγάλην Δευτέραν  μετέβην εις Κωνσταντινούπολιν μετά του Σωκράτους, όστις τώρα έχη διακοπάς. Ήτο η πρώτη κάπως ευχάριστος ημέρα, την οποίαν διήλθον, διότι μου ανεπτερώθησαν αι ελπίδες. Μετά ευχάριστον ταξείδιον μετέβημεν κατ’ ευθείαν εις Φανάριον παρά τω Αγ. Εφέσου, όστις μας υπεδέχθη φιλικώτατα, μας εκάλεσεν εις πλούσιον σαρακοστινόν γεύμα και μοι υπεσχέθη ότι θα ενεργήση δια μυστικής αλληλογραφίας να μου δοθή εξάπαντος η θέσις της Διευθυντρίας εν τω αυτόθι Μητρ. Παρθεναγ., αν αποχωρήση η Δις Σιγάλα, ή η θέσις του Γαβριήλ Ανδρεάδου, εις ον πρόκειται ν’ αποκόψουν σύνταξιν, ή, αν είνε δυνατόν, να μου δοθή η υποστήριξις προς ίδρυσιν ιδιωτικού εκπαιδευτηρίου (ηξεύρεις την ιδέαν μου εκείνην την οποίαν είχον κατά νουν τελευταίως και δεν με αφήκε η μαμά να θέσω εις ενέργειαν).

(Μη κάμετε λόγον εις κανέναν περί όλων αυτών). Παρά τω Αγ. Εφέσου έτυχε σχετισθώμεν μετά του Κου Σεϊζάνη, δημοσιογράφου και διευθυντού της εν Σμύρνη εφημερίδος ‘Αρμονίας’, νομίζω, όστις έχει έλθη δι’ ολίγας ημέρας εις Κων/πολιν και είνε άριστος φίλος του Εφέσου. Είνε εξαίρετος Κος και μαθών τα κατ’ εμέ, μοι υπεσχέθη και εκείνος ότι θα ενεργήση πολύ μετά των εν Σμύρνη φίλων του υπέρ της επιτυχίας μου.

Ας είνε καλά οι άνθρωποι αυτοί, οι οποίοι ενεφύσησαν ολίγην ζωήν εις το αδρανές της θλιβεράς καταστάσεώς μου και προ πάντων ας έχη Δόξαν ο Θεός, όστις τα έφερεν όλα ευνοϊκά την ημέραν εκείνην.

Εσκέφθην και την Καν Dutilleul εν τη Σχολή της των Sœurs de Charité εν Γαλατά είνε η κυρία εκείνη (comtesse), ήτις είχεν υπάγη εις Μυτιλήνην προς ίδρυσιν της εκεί Σχολής και εις την οποίαν με είχε συστήση ο Κος Σημαντήρης. Την παρεκάλεσα, εννοείς, υπέρ της εν Μυτιλήνη θέσεως, και μοι υποσχέθηκε και αυτή ότι θα ζητήση εκείθεν ακριβείς πληροφορίας και θα με ειδοποιήση εγκαίρως αν είνε δυνατόν να έχω την θέσιν εκείνη κατά τον Σεπτέμβριον.

[…]

Και πάλιν σε γλυκοφιλώ 

Μαριάνθη

 

Επιστολή 5

Χάλκη 31 Μαρτίου 1904

Αγαπητή μου Άρτα, ‘Χριστός Ανέστη!’

[…]

 Μετέβην εις τον ναόν της Εμπορικής Σχολής την Μεγ. Πέμπτην, Μ. Παρασκευήν, Μ. Σάββατον, ότε και μετέλαβον, ακόμη και την νύκτα της Αναστάσεως αν και η βροχή ήτο δυνατή κι επίμονος  και η απόστασις αρκετά μακράν. Μετά την Ανάστασιν μας προσκάλεσε η Κα Λιανοπούλου επάνω εις το σπίτι των, και μας προσέφερε το πρόγευμα και αφού εμείνομεν εκεί μέχρι της 10ης π.μ. επεστρέψαμεν, πάλιν, με την βροχήν  εις το σπίτι. Ο τρελλός Μάρτιος και εδώ, αφ’ ου μας επάγωσε καθ’ όλον το διάστημά του, μας έκαμε την ημέραν του Πάσχα πολύ μελαγχολικήν. Την επομένην ο καιρός εβελτιώθη και χθες και σήμερον ήσαν τόσον ωραίαι αι ημέραι, ώστε ήρχισα πάλιν να εξέρχωμαι εις περίπατον με τα παιδιά. 

Χθες μετέβημεν μετά του Σωκράτους εις επίσκεψιν του [πρώην]Πατριάρχου Κωνσταντίνου και κατόπιν εις περίπατον, όπου συνηντήθημεν με τά του Κου Leon Gabriel. Ο Σωκράτης τον προσκάλεσε να συμπερπατήσωμεν και έτσι έσχον την ευκαιρίαν να τον γνωρίσω εκ του πλησίον. Πολύ επιφυλακτικός. Αι συνομιλίαι περιεστράφησαν περί γενικά τινά της Σχολής, της νήσου Χάλκης κ.λ.π. Περί σου μόνον απλή υπόμνησις. […]

Σοι ευχαριστώ θερμώς, αγαπητή μου Άρτα, δια τας περί του φίλου μου πληροφορίας. Έμαθον και εγώ παρά του Κου Σεϊζάνη (χωρίς να ερωτήσω εννοείται), ότι η Esther ωμίλησεν εις Σμύρνην και εις αυτόν περί του αδελφού της, αλλ’ ότι τώρα δεν είνε δυνατόν να γίνη τίποτε. Το προσεχές όμως θα τον υποστηρίξωσιν όσον δύνανται. Επίσης ανέγνωμεν εις τινα Γαλλικήν εφημερίδα ότι η Alliance Francaise τω αποστέλλει παράσημον διά την δωδεκαετή επιτυχή υπηρεσίαν του ως καθηγητού αυτόθι. Τιμή και δόξα αγαπητή μου εις αυτόν!... εις ημάς;;;… Πιστεύω κατά την παρέλασιν της Β΄Αναστάσεως να έσχες πάλιν την ευκαιρίαν να τον επανίδης. Αναμένω εντυπώσεις σου. […]Διαβίβασον προς όλους και πάλιν τα φιλόστοργα φιλιά μου, ιδιαιτέρως προς την προσφιλή μαμά και την Δέσποιναν και δέχθητι διά σετα καλύτερά μου της καρδιάς.

Μαριάνθη

 

Προηγούμενες επιστολές: https://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3211-o-sokratis-apo-to-aivalihttps://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3223-o-sokratis-apo-to-aivali-2https://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3234-o-sokratis-apo-to-aivali-3https://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3240-o-sokratis-apo-to-aivali-4https://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3251-o-sokratis-apo-to-aivali-5https://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3266-o-sokratis-apo-to-aivali-6https://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3282-o-sokratis-apo-to-aivali-7https://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3291-o-sokratis-apo-to-aivali-8https://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3303-o-sokratis-apo-to-aivali-9 και https://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3310-o-sokratis-apo-to-aivali-10

Λάκης Δόλγερας

Συγγραφέας. Βιβλία του: τα διηγήματα Ξεχασμένες Ιστορίες (2006) και τα μυθιστορήματα Μια σκοτεινή υπόθεση (2010), Η δεύτερη συνάντηση της Ελεωνόρας και του Νίκου (2012), Νικητές και νικημένοι (2013), Νεκρός στον ήλιο του Ιουλίου (2015)

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.