Σύνδεση συνδρομητών

Ο Σωκράτης από το Αϊβαλί (9)

Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2021 01:05
Αριστερά, ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ', ο οποίος παύτηκε το 1884. Τον διαδέχτηκε ο εικονιζόμενος δεξιά Κωνσταντίνος Ε', που το 1901 παύτηκε κι αυτός, για να επανέλθει στον αρχιεπισκοπικό θώκο ο Ιωακείμ Γ'.
Αρχείο Λάκη Δόλγερα
Αριστερά, ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ', ο οποίος παύτηκε το 1884. Τον διαδέχτηκε ο εικονιζόμενος δεξιά Κωνσταντίνος Ε', που το 1901 παύτηκε κι αυτός, για να επανέλθει στον αρχιεπισκοπικό θώκο ο Ιωακείμ Γ'.

Το πρόβλημα της Δέσποινας κράτησε έξι χρόνια δίχως το επιθυμητό τέλος του. Παράλληλα, ένα άλλο σοβαρότερο ζήτημα εξελισσόταν,  που μια πρώτη ένδειξή του εμφανίζεται σε γράμμα του Δημητρού προς τον Σωκράτη στις 4 Μαΐου 1901: «Είδον τα περί του πατρός σου· μη με λέγεις τοιαύτα διότι πολύ με λυπούν».

 

Ποιο ήταν το πρόβλημα του πατέρα;

Είναι γνωστό ότι η ακμάζουσα ελληνική κοινότητα του Αϊβαλιού είχε διαχρονικά υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης· προϊόν πολλών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της πόλης που ανήκαν στην Εκκλησία και εποπτεύονταν από τη Μητρόπολη Εφέσου και την Δημογεροντία του Αϊβαλιού.

Προς το σκοπό αυτό είχε δημιουργηθεί μια ενιαία Εφορεία Σχολείων, εκτελεστικό όργανο της οποίας ήταν η Γραμματεία. Ο πατέρας του Σωκράτη ήταν ο επικεφαλής της, ο «Γραμματεύς», άγνωστο από πότε, ίσως από το 1871.

Το 1897, ο Μητροπολίτης Εφέσου Κωνσταντίνος εκλέγεται πατριάρχης[i],  ενώ στη Μητρόπολη Εφέσου τον διαδέχεται ο Ιωακείμ[ii]. Σε έλεγχο της διαχείρισης του ταμείου της Εφορείας την εποχή εκείνη διαπιστώνεται μεγάλο έλλειμμα (περί τις χίλιες χρυσές οθωμανικές λίρες).

Παρ’ όλο που δεν θεωρήθηκε υπεξαίρεση αλλά κακή και άστοχη διαχείριση, η ευθύνη αποδόθηκε σχεδόν αποκλειστικά στον γραμματέα, ο οποίος παύεται, ατιμασμένος. Παραχωρεί σημαντικό περιουσιακό του στοιχείο, την οικία της οικογένειας, ως εγγύηση επί του ελλείμματος.

Δεν διώκεται και δεν έχει ένδικα μέσα για ν’ αποδείξει τα λεγόμενά του, δεχόμενος αορίστως το «σφάλμα» του, και φυσικά δεν καταδικάζεται.  Όμως υφίσταται κάτι πολύ χειρότερο. Στιγματίζεται, γίνεται άεργος και αποσυνάγωγος. 

Αργότερα, το 1909, φεύγει απ’ το Αϊβαλί για το παρακείμενο Κιουτσούκ Κουγιού. Τελικά, κατά την διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, κατά τον λεγόμενο «Διωγμό», ακολουθεί την τύχη όλων των κάτοικων του Αϊβαλιού που εξορίζονται σε τουρκικά χωριά της ενδοχώρας. Εκεί πεθαίνει δίχως ποτέ ν’ αποστιγματιστεί.

Η οικογένεια επίσης στιγματίζεται, φτωχαίνει και υφίσταται δεινά. Η Μαριάνθη χάνει την θέση διευθύντριας στο Παρθεναγωγείο του Αϊβαλιού και γίνεται γκουβερνάντα σε διάφορα σπίτια της Μυτιλήνης, της Χάλκης, του Αλεξαντρόφσκ και του Αϊβαλιού, για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένεια. Ο Σωκράτης από τη Χάλκη στέλνει σημαντικό μέρος του μισθού του στο σπίτι και στην Αθήνα όπου σπουδάζει ο Αλέκος, ενώ χρήματα για την εκπαίδευση του μικρότερου γιου, Χριστόφορου, δεν υπάρχουν, Την οικονομία του σπιτιού αναλαμβάνει με περίσκεψη και αυστηρότητα η μητέρα Αναστασία.

 

Η εξουσία της Εκκλησίας

Πρέπει να σημειωθεί ότι στην εικόνα που δημιουργείται από τα κείμενα της αλληλογραφίας οι Οθωμανοί δεν υπάρχουν πουθενά, ούτε το κράτος τους. Αν κάποιος δεν ήξερε την ιστορία και διάβαζε τα γράμματα θα πίστευε ότι οι άνθρωποι αυτοί ζουν σε ελληνική επικράτεια – ή σε ελληνική «φούσκα», για να χρησιμοποιήσω μια τρέχουσα έκφραση.

Σ’ αυτήν η εξουσία ασκείται από την Εκκλησία, δίχως κατασταλτικούς θεσμούς, βασισμένη στην απόλυτη ηγεμονία της, πανίσχυρη και καθοριστική για τη ζωή και την εν κοινωνία ύπαρξη των ανθρώπων. Αλίμονο σε κάποιον αν καταδειχτεί αρνητικά απ’ αυτήν ή γίνει αποσυνάγωγος.

Πιθανόν η συγκεκριμένη υπόθεση να έμπλεξε και στις θρησκευτικές έριδες της εποχής. Ο Σωκράτης στα γράμματά του από τη Χάλκη αναφέρει ότι επισκέπτεται τον πατριάρχη, εννοώντας τον παυθέντα πατριάρχη, Κωνσταντίνο Ε΄, στην αντιπολιτευόμενη παράταξη του οποίου φαίνεται ότι ανήκει και ο Άγιος Ελαίας[iii] που σ’ αυτόν απευθύνεται ο πατέρας για ευμένεια και έλεος, ενώ αναφέρεται θετικά και σε πολλές επιστολές.

Η προσβλητική τους περιθωριοποίηση παραμένει μέχρι τέλους, δηλαδή μέχρι οι ίδιοι ν’ αποστασιοποιηθούν απ’ αυτήν.

Παρακάτω δημοσιεύονται αποσπάσματα από τέσσερις επιστολές επί  του θέματος:

 

Επιστολή πρώτη

M 342

 

Σεβαστέ μοι πάτερ

Σήμερον μόλις απαντώ εις την επιστολήν σας της 23ης εκπεσόντος. Αύτη με έκαμεν ακόμη περισσότερον να πονέσω, μη νομίσητε όμως ότι σας μέμφομαι δια τούτο, απεναντίας σας ευχαριστώ διότι ειλικρινώς μοι εκθέσατε τα καθ’ ημάς.

Εν πρώτοις δια τα περί της υποθέσεως σας, αληθούς υποθέσεως Δράϋφους, τι να γίνη πρέπει να υπομείνη τις. Έρχομαι λοιπόν εις το σπουδαιότερον ζήτημα  το του Χριστόφορου. Όπως κι αν εσκέφθην το ζήτημα τούτο ουδέν εύρον από τα ακόλουθα.

Το καλλίτερον είνε να τον παραλάβη ο Αλέκος μαζύ του. Πρέπει και αυτό το παιδί, ο Αλέκος ν’ αναλάβη αυτήν την υποχρέωσιν, να φροντίση περί του αδελφού του ως πατήρ, διότι δι’ εμέ  μου είνε αδύνατον να τον παραλάβω εδώ διά τον μόνον λόγον ότι θα χάσω περί τας 30 λίρας. Λοιπόν αφού θα συγκατοικήση με τον Ορέστην κι αν ακόμη δεν το πράξει αυτό μία γωνία εις το δωμάτιον του δεν θα τον στενοχωρήση δια να κοιμηθή. Τώρα δια τα έξοδά του η εις τα ελληνικά αθηναϊκά γυμνάσια εγγραφή του είνε από 10- 25 δραχμών δι’ όλον το έτος. Τα βιβλία του είνε ευθηνά εις Αθήνας. Έπειτα δύναται και ο ίδιος να τον βοηθήση. Διά οικονομίαν, πρέπει να το κάμη. Εις τας Αθήνας ημπορεί να ζήση τις όχι με 150 δρ. το μήνα αλλά με μόνον 100 λαμπρότατα. Πρώτον και κύριον δεν πρέπει να έχη δωμάτιον ο κύριος Αλέκος με 35 δραχμάς. Είνε πολύ. Δεύτερον θα περιορίση τα έξοδά του. Περί αυτού θα του γράψω εν καιρώ τω δέοντι, μάλιστα μετά εβδομάδα, ατομικώς χωρίς δηλαδή να το γνωρίζητε και θα τον συμβουλεύσω. Όσον αφορά δια πλεονάζοντα έξοδα, τι να γίνη θα σφιχθώ εγώ εδώ πολύ περισσότερον, δηλαδή εγώ θα ζήσω εν τη δυστυχία αφ’ ου δυστυχώς είμεθα δυστυχείς , ώστε να κατορθώνω να σας διαμοιράζω τας 6 λίρας μου τον μήνα να στέλλω τουλάχιστον 3 εις ημάς 3 εις εκείνον.

Δεν ειμπορώ περισσότερον καλέ μου πάτερ, δεν ειμπορώ, διότι έχω υποχρεώσεις ας θα μάθητε κατωτέρω και αι υποχρεώσεις τας οποίας έχω απέναντι της οικογενείας μας με στενοχωρούν όσω ευχαρίστως κι αν τας αναλαμβάνω! Υποχρεώσεις ιδικάς μου εννοώ τας εξής: Βεβαίως γνωρίζετε ότι όταν προ 2 σχεδόν μηνών σας έστειλα 7 λίρας είχα δανεισθή και από ένα συνάδελφον άλλας 7, συνεπλήρωσα το ποσόν των 200 φρ. και επλήρωσα τα χρέη μου εις Γαλλιαν. Λοιπόν τα χρήματα ταύτα τα οφείλω κατά Δεκέμβριον. Δεύτερον ως είδατε εκ της προηγουμένης μου εκ της απαντήσεως προς τον θείον Φλ. απαντήσεώς μου ήτις του ήξιζε του οφείλω, επίσης κατά Δεκέμβριον, 12 λίρας. Μη λησμονείτε ότι θα χρειασθώ και φορέματα.

[….]

Λοιπόν ο Χριστόφορος θα υπάγη εις Αθήνας. Αυτή είνε η απόφασίς μου οριστική.

Σήμερον περιμένω τον Κωστάκην.

Το βιβλιον «διά την τιμήν» δεν σας το έστειλα ακόμη, εξ αμελείας, θα το στείλω. Δια τον Καραπέτ θα φροντίσω όταν κατέλθω εις Κων/πολιν, ως και δια την Μαριάνθην.

Φιλώ την δεξιάν σας

Ο υιός σας

Σωκράτης

Χάλκη 30 /VIΙΙ/ 902

 

Επιστολή δεύτερη

Μ 180

Κυδωνίαι 12 8βρίου 1902

Αξιότιμη Κυρία

Αναστ. Γ. Σαρηβαξεβάνη

Ενταύθα

Και εις τον κ. Γεώργιον και εις τον Σωκράτην προ μηνών αρκετών ανήγγειλα ότι δέον να πληρωθή το εις χείρας μου γραμμάτιον της αλληλεγγύου υπογραφής υμών και του συζύγου σας Γεωργίου εις λίρας οθωμ. 64,65, το από 29 7βρίου 1892 της διαταγής Αλεξ. Γ. Βαλσαμάκη, ο δε υιός σας κ Σωκράτης μοι υπεσχέθη να το τακτοποιήση τότε όπως πληρωθή εις δύο δόσεις, κατ’ Αύγουστον παρελθόντα και ήδη εις την εσοδεία των ελαιών.

Ατυχώς όμως ανεχώρησεν, χωρίς καν να συνεννοηθή, ο δε σύζυγός σας κ Γεώργιος πάντοτε, αποφεύγων την τακτοποίησίν του.

[…]

Επομένως κηδόμενος της υπολήψεως και των συμφερόντων σας καθήκον θεωρώ να σας προειδοποιήσω ίνα μη αργότερα παραπονεθείτε

Μεθ’ υπολήψεως

(υπογραφή δυσανάγνωστος)

 

Επιστολή τρίτη

Μ178

Προς τον Σεβασμιώτατον Άγιον Εφέσου

κ. κ. Ιωακείμ

πρόεδρον της

Εφορείας των Σχολείων[iv]

 

Σεβασμιώτατε

Ως είνε γνωστόν, ευθύς εξ’ αρχής επεδηλώθη εκ μέρους της οικογενείας ημών διάθεσις προς επανόρθωσιν του προς τα Σχολεία κακού, ούτινος εγένετο ακουσίως αίτιος ο πατήρ ημών ένεκα της υπερβολικής προς τους υπαλλήλους εμπιστοσύνης του και της αγαθότητός του. η προθυμία αύτη, Σεβασμιώτατε, κατεδείχθη διά της αμέσου εις τα Σχολεία παραχωρήσεως της επ’ ονόματι της αδελφής ημών οικίας.

Επειδή δε η αναθεώρησις ετέρου λ/μού υπό των ιδίων εκλεγκτών θεωρηθέντος τότε, υπεβίβασε το υπ’ εκείνων ορισθέν ποσόν εις το δέκατο περίπου, αποδείξασα ότι υπερβάλλων υπήρξε ο ζήλος αυτών, επειδή κατόπιν, παρά την άγρυπνον επιτήρησιν, δις απετολμήθησαν και διεπράχθησαν κλοπαί υπό υπαλλήλων, οίτινες και πριν ήσαν εν τη υπηρεσία, πράγμα το οποίον, νομίζομεν, παρέχει το μέτρον των επί της γραμματείας του πατρός ημών γενομένων, διά ταύτα παρακαλούμεν την Σ. Εφορείαν, ίνα ευαρεστούμενη επιτρέψη την αναθεώρησιν της εξελέγξεως εκείνης, με την πεποίθησιν ότι αύτη θέλει υποβιβάση το ποσόν εις το δίκαιον μέτρον, ότε θα είμεθα εις θέσιν να επανορθώσωμεν τελείως την προς τα Σχολεία γενομένην βλάβην.

Ευελπιστούντες, Σεβασμιώτατε, ότι η Σ. Εφορεία[v] θέλει δεχθή την αίτησιν ημών ταύτην, δικαίαν άλλως τε, υποσημειούμεθα μετά σεβασμού

Σωκράτης Γ. Σ…..

Αλέξανδρος Γ. Σ…..

 

Επιστολή τέταρτη

Μ 340

Θεοφιλέστατε

Μετά συγκινήσεως εκομισάμην την ευχετικήν της υμετέρας θεοφιλίας και απλήστως απήλαυσα των πατρικών Αυτών ευχών και ευλογιών, ουδέποτε αμφιβάλων περί των προς εμέ και προς την οικογένειάν μου συμπαθών Αυτής αισθημάτων, αφού όμως η υπ’ εμού δημιουργηθείσα αφρόνως τύχη μου δεν θέλει εισέτι και μετά πενταετή δοκιμασίαν να εξιλεωθή ας ελπίσωμε, ότι το μέλλοντι, χάριν αυτής της πολυπαθούς οικογενείας μου, θέλει μετατραπή εις ευμένειαν. […]

Θεοφιλέστατε,

Η ενταύθα διαβίωσίς μου κατέστη αφόρητος, μόνον αι βαθέως ερριζωμέναι θρησκευτικαί πεποιθήσεις μου μοι χορηγούσι την ελπιδα αισιωτέρου μέλλοντος και με συνδεουσιν εισέτι με τον βίον. Διότι εις τι ωφελεί να ζη  τις και ουχί μόνον να μην δύναται να ωφελήση και εαυτόν και την οικογένειάν του, και την κοινωνίαν αλλά να καθίσταται φορτίον εις πάντας; Περιφέρομαι δεξιά και αριστερά, επαιτών σχεδόν την ατομικήν συντήρησίν μου, καθιστάμενος φορτίον και κυριολεκτικώς άχθος αρούρης[vi]. Εργασίας δεν δύναμαι ενταύθα να εύρω καταλλήλους δι’ εμέ. Μολονότι πάντες σχεδόν οι πατριώται μου φαίνονται προς εμέ συμπαθούντες και με προσαγορεύουσι μειδιώντες, όταν έλθομεν εις το σημείον της εξευρέσεως εργασίας, πάντες με πληρώνουσι με την ελπίδα. Άλλως τε έχουσι και δίκαιον, ανεξαρτήτως της κηλίδος την οποίαν περιήψα εις εμαυτόν, πως δύναμαι εγώ γέρων σήμερον και παρ’ ηλικίαν καταβληθείς με όλην την πολυετή πείραν την οποίαν κέκτημαι εις όλους τους κλάδους της βιωτικής διαπάλης, να παραβληθώ προς τους καθ’ έκαστον έτος εκ του Γυμνασίου ημών εξερχομένους νέους, τους στοιχειωμένους ως δη, και μόνον κατά την πείραν υπολειπομένους; Έκαστος προτιμά εις την υπηρεσίαν του να παραλαμβάνη άνδρας νέους, σφριγώντας, κινουμένους  και προπάντων απλήστους προς εργασίαν και μη εθισθέντας εισέτι την κοινωνικήν ημών λύμη. Εκτός τούτου, ποία είνε η ενταύθα εμπορική ή γεωργική κίνησις; Αν εξαιρέσητε πέντε-εξ καταστήματα τα οποία απασχολούσιν ένα-δυο υπαλλήλους, οι λοιποί εργάζονται μόνοι των. Δημόσιαν θέσιν δεν είνε δυνατόν ενταυθα να καταλάβω. Εξήτασα να κάμω τον διδάσκαλον της διπλογραφίας, τον διδάσκαλον των Γαλλικών, τον αναφορογράφον, δεν επέτυχον. Είνε αληθες ότι ενίοτε κατορθώνω να εργασθώ μία ή δύο ημέρας την εβδομάδα και να φέρω και εγώ εις το σπίτι μου για χαρά δέκα γρόσια. Τι ωφελεί όμως τούτο; Άνευ τακτικής εργασίας το παν είνε μάταιον, απελπιστικόν. Θέσις οικτρά δημιουργηθείσα υπ’ εμού του ιδιου. Της οποιας όμως δεν ειμαι άξιος. Η αναξιοπαθούσα οικογένειά μου υποφέρει φρικτά υπό τα όμματα μου και εγώ αδυνατώ να την βοηθήσω. Ο μόνος εργαζόμενος υιός μου ο Σωκράτης, το καϋμένο το παιδί, συντηρεί διά του υστερηματός του τον Αλέκον, όστις και εφέτος ακόμη σκέπτεται να μεταβή εις Αθήνας όπως δώση εξετάσεις και καταλάβη αν θέλη ο θεός, το πτυχίον του. Η  Μαριάνθη δεν κατέστη δυνατόν να εύρη εργασίαν εγώ κάθημαι ονειροπωλών. Επτά λοιπόν στόματα από είκοσι ετών και άνω πόθεν ν’ αναμένει τις την συντήρησίν των; Διά δανείων; Αλλ’ αρκεί όσα μέχρι τούδε εκάμαμεν, άλλως τε δεν μας δίδουν πλέον. Τα Μαξούλια, τα γνωρίζετε· πέρυσι δεν είχομεν τίποτε· εφέτος λέγαμε να έχωμε κάτι τι, αλλά τι περιμένετε από κτήμα απεριποίητο, ένεκα ελλείψεως χρημάτων;

Εννοεί όθεν η υμετέρα θεοφιλία, ότι η θέσις μου είνε απελπιστική, διότι ανεπαισθήτως, απερισκέπτως έρριψα την οικογένειαν μου  εις την δεινοτάτην κατάσταση· ανέδειξα τέκνα επίζηλα και προσήψα αυτών κατόπιν εν κοσμιτικόν μετάλλιον, δια την θέσιν των.

Έπαθα τα του μύθου: έκτισα ένα πύργον ωραίον και καλόν αλλ’ άνευ εδραίων θεμελίων. Τον οποίον ο πρώτος άνεμος παρέσυρε.

Θεοφιλέστατε.

Εξομολογούμαι προς υμάς ως προς πνευματικόν μου πατέρα, και εξαιτούμαι ταπεινώς παρ’ υμών, αν όχι άλλο τι παρηγορίαν και ηθικήν υποστήρηξιν. Δεν με τίπτει η συνείδησις τοσούτον διά τας ενόχους πράξεις μου, όσον διότι συνεκύλισα εν τω εμώ βορβόρω και την ελεήμονα οικογένειάν μου. Δεν προτίθεμαι σήμερον να δικαιολογηθώ απέναντι της υμετέρας θεοφιλίας. Αν ποτέ αξιωθώ της τιμής να ασπασθώ την δεξιάν Αυτής και μοι επιτρέψη να ανοίξω προς Αυτήν τα πλημμυρούντα με αισθήματα, τότε θα εννοήση ότι είμαι θύμα, ότι το παν περί εμέ συνώμοσεν, όπως με ρίψη εις το βάραθρον της απωλείας. Αδύνατος χαρακτήρ, ημιτελής ανατροφή, κοινωνική και οικογενειακή επιβολή, ένοχος, ενοχωτάτη αμεριμνησία των διεπόντων περί την διαχείρισιν, οπλιζομένη όπισθεν τυφλής προς εμέ εμπιστοσύνης. Εκμετάλλευσις των περί εμέ υπαλλήλων και ενίοτε διδασκάλων, επιβολή πολυπλόκου και κοπιώδους εργασίας άνευ εξελέγξεως, ταύτα πάντα με ώθησαν εις την αταξίαν και με ητίμασαν και με κατήντησαν να γίνω αίτιος και πρόξενος ζημίας εις τα σχολεία της πατρίδος μου, εμέ όστις, ως γνωρίζητε κατανάλωσα εικοσαετή βίον, από του 1871 υπηρετών αμισθί αυτή, και μοχθώ υπέρ αυτών και καυχώμενος ότι είμαι εις εκ των ιδρυτών του Γυμνασίου μας και καταναλώσας υπέρ αυτών παντοειδή συμφέροντα μου και το πλείστον της περιουσίας μου.

Αλλά και πάλιν εάν η εξέλεγξις δεν εκμεταλλεύετο  την περίστασιν […] Εάν λέγω φρονίμως και επιεικώς φερόμενοι, δεν εσκέπτοντο να μεταχειρισθώσιν εμέ βαθμίδα,  όπως εμέ καταρρίπτοντες, αυτοί ανέλθωσι και δοξασθώσι, πάλιν η θέσις μου θα ήτο υποφερτή, καθόσον μάλιστα, το υπάρχον πραγματικόν έλλειμμα, ουχί των υπ’ αυτών χιλιόλιρον διαθρυλληθέν, επλήρωσα προς τα σχολεία, δια της παραχωρήσεως της οικίας των θυγατέρων μου, επειδή άλλο τίποτε δεν έσχομεν αλλ’ ούτως έδοξε, αφίωνται αυτών αι αμαρτίαι.

Ήδη, θεοφιλέστατε τι δέον γενέσθαι. Ν’ αυτοκτονήσω δεν δύναμαι, ως σας ανέφερον εν τη αρχή της παρούσης μου, αλλά και να ζήσω ως ζω κυλιόμενος και περιπλανώμενος δεξιά και αριστερά ως αλήτης και τούτο είνε ανυπόφορον. Γνωρίζω συνάμα ότι υμείς απ’ ευθείας δεν δύνασθε να μοι προμηθεύσητε εργασίαν αυτόθι. Δεν είνε όμως δυνατόν να με συστήσητε εις κανένα γνωστό σας μετά του οποίου να έλθω εις συνεννόησιν και συστηθώ μόνος μου, ή με υποδείξητε έτερόν τι μέσον επανορθώσεως; Την ικανότητά μου γνωρίζετε. Τα γράμματά μου, τας γνώσεις μου, την πολυετή πείραν μου εις όλους τους κλάδους, περί τα εμπορικά, κοινοτικά, δημοτικά, εκκλησιαστικά. Χωρίς να το καυχηθώ είμαι μουσείον και είνε κρίμα να υποφέρω. Αρκεί πλέον η οκταετής δοκιμασία μου.

Εν τη καταναγκαστική αργία μου ησχολήθην εις την μετάφρασιν μυθιστορημάτων τινών εκ του Γαλλικού, λέγω μυθιστορημάτων αλλά δεν είνε ως των συνήθως δημοσιευόμενων τοιούτων, είνε τερπνά και ηθικώτατα και απολαυστικά διηγήματα, εκ τριακοσίων ως έγγιστα σελίδων έκαστον. Το εν επιγράφεται «Δια την Τιμήν», εν έτερον «Προικοθηρία». Εκ των τίτλων δύναται να εννοήση η υμετέρα θεοφιλία το ποιόν των συγγραμμάτων. Δεν δύναμαι να τα εκδώσω δι’ έλλειψιν χρημάτων, αλλά δεν ευρίσκεται τις δημοσιογράφος ή βιβλιοπώλης να τα υιοθετήση ή να τα αγοράση όπως δυνηθώ δια μικρών παροχών χρημάτων να φανώ και εγώ χρήσιμος εις την οικογένειαν μου; Περιττόν κρίνω να σας είπω πόσον θέλω σας ευγνωμονεί αν γίνη δυνατόν να κατορθωθή τούτον, και μόνον η ανοχή σας, αν συγκαταβήτε ν’ αναγνώσητε μέχρι τέλους την παρούσαν μου αποσπά τα ευγνώμονα αισθήματά μου και θέλει μοι χορηγήση βάλσαμον εις την καταπληγωμένην ψυχήν μου, αισθανομένου ότι έχω ένα πατέρα, ένα φίλον, όστις συγκαταβαίνει ν’ ακούη τας φλυαρίας μου.

Εμακρυγόρησα θεοφιλέστατε και υπερέβην τα όρια [..]

Εν περιπτώσει παροχής μοι ελπίδος τινός μη λάβητε τον κόπον να μοι γράψητε, μόνον δια της προς τον αδελφόν σας Απόστολον επιστολής διακοινωνήσετέ μοι ό,τι με συμβουλεύετε να πράξω. Ή αν κρίνετε καλόν να έλθω αυτόθι, είμαι πρόθυμος, να μην υποβληθώ μόνον εις μάταια έξοδα. Αν όμως είνε ανάγκη θα γίνη και αυτή η θυσία. Οίκημα να διαμείνω αυτόθι τινάς ημέρας έχω. Εάν πάλιν συγκατατεθήτε να μοι γράψητε θέλω θεωρήση τούτο άκρον άωτον της προς εμέ ανοχής και αγάπης σας.

Επικαλούμενος τας θεοδότους υμών ευχάς και ευλογίας και ασπαζόμενος την πανίερον υμών δεξιάν διατελώ μετά σεβασμού

Εν Κυδωνίαις τη 11 Αυγούστου 1904                                

Της υμετέρας θεοφιλίας πνευματικόν τέκνον                                                         Γεώργιος Σ ………

 

Τω θεοφιλεστάτω  Επισκόπω

Αγίω Ελαίας

Κύριω  Κω Αγαθαγγέλω

Εις Σμύρνην

 

Προηγούμενες επιστολές: https://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3211-o-sokratis-apo-to-aivalihttps://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3223-o-sokratis-apo-to-aivali-2https://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3234-o-sokratis-apo-to-aivali-3https://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3240-o-sokratis-apo-to-aivali-4https://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3251-o-sokratis-apo-to-aivali-5https://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3266-o-sokratis-apo-to-aivali-6https://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3282-o-sokratis-apo-to-aivali-7 και https://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3291-o-sokratis-apo-to-aivali-8 

 

 

 

[i]Πατριάρχης Κωνσταντίνος Ε΄, κατά κόσμον Κωνσταντίνος Βαλιάδης. Το 1893 εξελέγη Μητροπολίτης Εφέσου και το 1897 Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Στις 30 Μαρτίου 1901 παύθηκε κατόπιν ραδιουργιών οπαδών του πρώην επίσης παυθέντος Πατριάρχη Ιωακείμ Γ’. Έκτοτε αποσύρθηκε στη Χάλκη.

[ii] Μητροπολίτης Εφέσου Ιωακείμ, ο κατά κόσμον Αλέξανδρος Ευθυβούλης εξελέγη το 1897.

[iii] Ο Άγιος Ελαίας Αγαθάγγελος Παπαναστασιάδης καταγόταν από το Αϊβαλί. Υπηρέτησε ως αρχιερατικός Επίτροπος στην Μητρόπολη Εφέσου από το 1894 ώς το 1900. Το 1903 χειροτονήθηκε Επίσκοπος Ελαίας, βοηθός Μητροπολίτη Σμύρνης.

[iv] Το σχέδιο αυτό του αποσταλέντος εγγράφου είναι αχρονολόγητο, συνοδευόταν όμως από «απόδειξιν» σχετικά με χρέος προς τον Αλέξ. Βαλσαμάκην με ημερομηνία 2 Δεκεμβρίου 1902, οπότε είναι της ίδιας ή μεταγενέστερης εποχής.

[v] Το σχέδιο του αποσταλέντος εγγράφου βρέθηκε σε δύο εκδοχές οι οποίες τη μόνη διαφορά που έχουν βρίσκεται στην λέξη Εφορεία που αντικαταστάθηκε με Δημογεροντία.

[vi] Αχθος αρούρης είναι έκφραση ομηρική και θα πει «βάρος της γης», άχρηστος.

Λάκης Δόλγερας

Συγγραφέας. Βιβλία του: τα διηγήματα Ξεχασμένες Ιστορίες (2006) και τα μυθιστορήματα Μια σκοτεινή υπόθεση (2010), Η δεύτερη συνάντηση της Ελεωνόρας και του Νίκου (2012), Νικητές και νικημένοι (2013), Νεκρός στον ήλιο του Ιουλίου (2015)

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.