Σύνδεση συνδρομητών

Ο Σωκράτης από το Αϊβαλί (7)

Πέμπτη, 27 Μαϊος 2021 10:56
H πρώτη σελίδα του γράμματος του Σωκράτη στη Δέσποινα.
Αρχείο Λάκη Δόλγερα
H πρώτη σελίδα του γράμματος του Σωκράτη στη Δέσποινα.

Έξι χρόνια μετά την θορυβώδη εκδήλωσή του, ο έρωτας αλλά και η επιθυμία του Δημητρού να παντρευτεί τη Δέσποινα, αδελφή του Σωκράτη, έχει εξατμιστεί. Ο πανδαμάτωρ; Η πτώχευση και ο ξεπεσμός της οικογένειας; Άγνωστο. Ο Δημητρός ουδέποτε εξηγήθηκε, αν και τα τελευταία του γράμματα ήταν ψυχρά, ακόμη και αγενή. Ο Σωκράτης ευγενικά του ζητά εξηγήσεις, αυτός απαντά γενικά και αόριστα.

Ο Σωκράτης θεωρεί την απάντησή του διφορούμενη και τη στέλνει στην Δέσποινα, συνοδεύοντάς την με δικό του γράμμα, στο οποίο περιγράφει ένα όνειρό του. Ζητά εξήγηση από τις ονειροκριτικές ικανότητές της, καθώς και απάντηση στην επιστολή του Δημητρού. 

 

Επιστολή 19

(τελευταία σωζόμενη με αποστολέα τον Δημητρό)

Φίλτατε και ποθητέ Σωκράτη

Εις Κωνσταντινούπολιν

Ευχαριστώ θερμώς δια τας επί τη επετείω του ονόματος μου καλλιτέρας σου και απείρους ευχάς σου και παρακαλώ να θελήσης να διαβιβάσης τας ευχαριστήσεις μου και προς τον εν Κυδωνίας ευγενέστατον πατέρα σας, όστις είχε την καλωσύνην να μην με λησμονήση, αλλ’ ουδόλως λαμβάνων υπ’ όψιν την ιδικήν μου Γαϊδουριάν, να σπεύση εκ των πρώτων να με συγχαρή. Το βέβαιον όμως είνε ότι εκ της ιδικής σου συγχαρητηρίου κάρτας και εκ του τόσον μοι αγαπητού πατρός σου ελυπήθην σφόδρα…

Ανεμνήσθην την προς σε αδικαιολόγητον διαγωγήν μου… την επί τοσούτον καιρόν αξιοκατάκριτον σιωπή μου εις τόσας σου φιλικάς και ποθητάς μοι επιστολάς σου, ανεμνήσθην την τοσαύτην αδιαφορίαν έδειξα εις την σύναξιν, του τόσον λαμπρού έργου σου της μεταφράσεως ελαιοκομίας, συνδρομητών, και τέλος ανεμνήσθην τον κατ’ ουδένα τρόπον συγχωρημένον τρόπον μου τον οποίον πως να σε ονοματίσω και εγώ δεν γνωρίζω. Ανεμνήσθην ημερών αρχαίων! Ανεμνήσθην επιστολάς σου πλείστας εγκαρδίους και εμελέτησα αυτάς κι εσκέφθην αν πρέπει υποχωρών εις τα πλημμυρούντα τον νουν και την καρδίαν μου  προς σε αισθήματα να αρχίσω και να γράφω καθαρά την ιδέαν μου, ή να σιωπήσω τα καθ’ ημάς και σε ευχαριστήσω διά τα συγχαρητήρια. Το πρώτον με ενέβαλε σε απείρους σκέψεις και το εγκατέλειψα.

Τέλος φίλτατε· το προοίμιον το ανωτέρω θα μείνει ούτω διά να εννοήσεις εις ποίαν σύγχυσιν και στενοχωρίαν ευρίσκομαι· ίσως μάλιστα τίποτε δεν εννοήσης εκ της ασυναρτήτου ταύτης επιστολής μου, το λυπηρόν είναι ότι επεθύμουν να δώσω  καλήν εξήγησιν των κατ’ εμέ αλλά δεν δύναμαι, αν και το υπεσχέθην εις κάποιον εκ των ιδικών σας. Ούτε ο νους μου επιχειρεί, ούτε η χειρ μου δύναται να χαράξη. Τίποτε κατ’ αυτήν την στιγμήν δεν σκέπτομαι παρά μόνον σε και δη σε μόμον και επεθύμουν να σε είχον πλησίον μου να σε ασπασθώ και να λαλήσωμεν στόμα προς στόμα, ως αδελφικοί φίλοι, ειλικρινείς και αφοσιωμένοι.

Υγίαινε αγαπητέ και περιπόθητε Σωκράτη. Γνώριζε ότι ουδέποτε σε λησμονώ· είνε όμως και δυνατόν να λησμονηθή τοιαύτη αδαμάντινος ψυχή, οία η ιδική σου; Σε εντρέπομαι μόνον διά την διαγωγήν μου και επιθυμώ να με συγχωρήσης διά τούτο.

Γράψε με αν εννοείς ότι εν τη καρδία του φίλου σου Δημητρού υπάρχουν τα καλλίτερα αισθήματα διά σε και διά την οικογένειάν σου· εκείνος δε ο οποίος ημάρτησε ας δώση λόγον ημέραν τινά των πράξεών του.

Σε ασπάζομαι και θέλω γραφήν σου.

Δημ. Σ.

 

Ελήφθη 16ην Νοεμβρίου 1902[i] (γραμμένο με μολύβι από τον Σωκράτη)

 

Επιστολή 20

Αγαπητή μου Δέσποινα. Να που έχω αφορμήν να σε γράψω σήμερον δύο λόγια και σου στείλω την ακατανόητον εσώκλειστον όπερ ίσως σε ευχαριστήση και δια το οποίον βλέπεις ότι περιμένω απάντησιν. Θα μείνης άραγε αδελφούλα τόσον ευχαριστημένη όσον έμεινα εγώ; Δεύτερον, αν και δεν είμαι δυσειδαίμων, μόλα ταύτα σήμερον 13-14ην Νοεμβρίου έκαμα ένα παράξενον όνειρον δι’ ο θα ήθελον εξήγησιν. Θα μου ειπής,  να η ώρα να μου λέγη όνειρον. Κι όμως έχω τόσην περιέργειαν σε τούτο. Άκουσε λοιπόν. Θυμάσαι τη Φρόσω και τα Σμυρναίικά μου παιχνίδια (;) θυμάσαι τον Δημητράκη. Ίσως θυμάσαι πως τον Αύγουστον ή 7/βριον του 1900 μου είχεν αναγγείλη τον θάνατον της μητρός του την οποίαν δεν επρόφθασε να ιδή εις Σμύρνην επιστρέφων εξ Αυστρίας. Ξεύρεις την φιλίαν ήτις μας συνέδεε – και μας συνδέει τουλάχιστον εκ μέρους μου. Λοιπόν ο Δημητράκης εκτός ενός δώρου το οποίον μοι έκανε την πρωτοχρονιά δεν μοι έγραψε πια τίποτα παρά τας δύο τρεις επιστολάς μου και το δώρον μου όπερ ανταπέδωσα. Προ 20 ημερών ήτο το όνομα του. Θέλων να τον συγχαρώ και μη γνωρίζων που, φοβούμενος μην η σιωπή του προέρχεται εκ ψυχρότητος, δεν ξεύρω κι εγώ, έγραψα εις τον πατέρα του ή μάλλον εις την οικογένειάν του εν Σμύρνη εσωκλείων επιστολήν δι’ αυτόν, ην παρεκάλου να την μεταβιβάσωσιν και να με πληροφωρήσωσι περία αυτού. Εξεφραζόμην λίαν παραπονητικά. Τέλος, μέχρι σήμερον δεν είχον ουδεμίαν απάντησιν.

Λοιπόν ιδού τι ήτο το όνειρό μου:

Κατοικούσα εις ένα μεγάλο σπίτι πλουσιώτατον,, μα σαν ξενοδοχείο με αυλήν, διαδρόμους μαρμαροστρωμένους. Το δωμάτιό μου μικρό μεν αλλά μπιζουδάκι, χίλια δύο έπιπλα καρυδένια, εβένινα, τραπέζια, καθρέπτες, καναπέδες, σοφάδες, πράγματα εδώ εις τους τοίχους, φωτογραφίες εκεί, νιπτήρα, κρεβάτι, τέλος όλα βασιλικά. Εις εν άλλο δωμάτιον υπήρχε κόσμος, όχι πολύς και επρόκειτο περί μιας εορτής, γάμου, αρραβώνος, κηδείας, συλλυπητηρίων δεν ενθυμούμαι και εγώ καλά καλά. Ο περισσότερος κόσμος ήσαν γυναίκες. Παρά την θύραν υπήρχεν εις το εσωτερικόν του δωματίου κλίνη λευκοστρωμένη. Εγώ εστεκόμην από ένδοθεν της θύρας μεταξύ της κλίνης και αυτής ως να εδεχόμην και είχον δίπλα μου τον ιατρόν της σχολής μας ονόματι Παναγιώτην. Κόσμος εισήρχετο ένας ένας, ότε ως να ανήγγειλαν την οικογένειαν Μαρσέλλου. Εγώ εσκίρτησα και βλέπω εισερχομένην την κυρίαν Μαρσέλλου (πεθαμένην ήδη) με την μαύρην συνήθη μακράν της πελερίναν, ολίγον αδυνατωτέραν αφ’ ότι την εγνώρισα, πενθοφορούσν αν κρίνη τις από το μαύρον σκέπασμα με το οποίον είχε καλυμμένην την κεφαλήν της. Αύτη ηκολουθείτο υπό της Φρόσως (θυγατρός της) πενθοφορούσης. Και τούτης, και υπό μιάς άλλης, ην δεν ενθυμούμαι επίσης πενθοφορούσης. Η καρδιά μου εκτύπησε όταν την είδον. Παραξενεύθην διότι την είδον ζωντανήν, και αύτη μοι έτεινε την χείραν διά να με χαιρετίση. Την εχαιρέτισα, έπειτα δε έδωκε το χέρι της και εις τον παριστάμενόν μου ιατρόν. Η δεσποινίς Φρόσω μου τείνει επίσης την χείρα προς χαιρετισμόν, ότε αισθάνομαι να με βάζη κάτι στο χέρι μου. Παρατηρώ… ήτο ένα μαύρο καρούλι. Δεν ενθυμούμαι αν με εχαιρέτησε και η συνοδεύουσα τρίτη μελανήμων κυρία. Το κατ’ εμέ βλέπω τον ιατρόν δακρύοντα και στρεφόμενος βάζω την κεφαλήν μου ανάμεσα εις το προσκέφαλον της κλίνης και αρχίζω να κλαίω, ότε πάλιν ευρέθην εις το πλούσιον δωμάτιον μου όπου υπήρχον τρεις τέσσερις άνδρες και ιδίως πατριώται μου… εξύπνησα.

Τι σου λέγει το όνειρό μου; Επιθυμώ να έχω έστω και την ελαχίστην ερμηνείαν αυτού, εάν τοιαύτη είναι δυνατή. Σου είπον ότι δεν είμαι δυσειδαίμων, εν τούτοις όμως το κατέχω τόσον πολύ. Jen suis encore de impressionne!

Ιδού αδελφούλα μου, ως προς την υγείαν μου είμαι λαμπρά – βρέχει από πολλών ημερών, η θερμάστρα καίει. Το μόνον που λυπούμαι είνε ότι έθαλπον την ελπίδα να σας επισκεφθώ τα Χριστούγεννα εκ του πλησίον. Μοι είνε πολύ δύσκολον να το πράξω και μένω μόνον με την γλυκείαν ανάμνησίν σας παρηγορούμενος όπως ημπορώ.

Η καλή μου μαμά να μένη ήσυχος δια τον Αλέκον, δεν θα σας ενοχλήση καθόλου. Περισσοτέρας πληροφορίας μου εν τη επιστολή προς τον σεβαστόν μου πατέρα αποστελλομένης μετ’ αυτής.

Σε γλυκοφιλώ αδελφούλα μου και φίλησέ μου γλυκά την μαμάκα μου, την Μαριάνθη, την Άρτεμιν και τον Χριστόφορον

Το αδελφάκι σου

Σωκράτης

Χάλκη 15/ΧΙ/1902

Προηγούμενες επιστολές: https://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3211-o-sokratis-apo-to-aivalihttps://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3223-o-sokratis-apo-to-aivali-2https://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3234-o-sokratis-apo-to-aivali-3https://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3240-o-sokratis-apo-to-aivali-4https://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3251-o-sokratis-apo-to-aivali-5 και https://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3266-o-sokratis-apo-to-aivali-6

 

 

[i] Γραμμένο στην κενή τέταρτη σελίδα από τον Σωκράτη με μολύβι.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.