Σύνδεση συνδρομητών

Ο Σωκράτης από το Αϊβαλί (6)

Τετάρτη, 19 Μαϊος 2021 23:33
Η Ελληνική Εμπορική Σχολή Χάλκης στις αρχές του 20ου αιώνα.
Ιδιωτικό αρχείο
Η Ελληνική Εμπορική Σχολή Χάλκης στις αρχές του 20ου αιώνα.

Προχωρώντας στην δημοσίευση των επιστολών του «Σωκράτη από το Αϊβαλί» στην στήλη «Πήρα το Γράμμα σου», βρέθηκα ξαφνικά σ’ ένα μυστήριο... Ας προσπαθήσουμε να το εξιχνιάσουμε.

Βρέθηκαν δύο χαρτιά που το καθένα περιείχε δύο επιστολές (συνολικά τέσσερις), της Δέσποινας προς τον Σωκράτη  και του Σωκράτη προς τον Δημητρό, ενώ στις συγκεκριμένες ημερομηνίες η πρώτη επιστολογράφος ήταν στο Αϊβαλί και ο δεύτερος στην Χάλκη. Πως λοιπόν μπορούσαν να έχουν γράψει στο ίδιο χαρτί τις επιστολές τους; Η πρώτη σκέψη είναι ότι ο ένας από τους δυο αντέγραψε την επιστολή του άλλου για κάποιο λόγο. Αλλά τα σβησίματα και οι διορθώσεις στα κέμενα δεν συνηγορούν γι’ αυτή την ερμηνεία.

Τότε;

Το μυστήριο έπρεπε να λυθεί.

Εδώ, πρέπει να πω ότι μια αλληλογραφία δίνει πολλές εξωκειμενικές πληροφορίες. Πού βρέθηκε, ποιος την κράτησε, πού την κράτησε, πώς στάλθηκε; Επίσης ταξινόμηση, γραφικός χαρακτήρας, χαρτί, φάκελος, σφραγίδες, μελάνι  κ.ά. είναι σημαντικά στοιχεία. Η μη απώλεια αλλά και η ανάδειξη των πληροφοριών απ’ αυτά τα στοιχεία απαιτεί χειρισμούς παρόμοιους με αρχαιολογική ή αστυνομική έρευνα. 

Ας δούμε λοιπόν αυτά τα στοιχεία που ίσως μας λύσουν το μυστήριο.

Το 1989, ο Γιώργος Ζεβελάκης, ερευνητής λογοτεχνίας και συλλέκτης κάθε έντυπου και χειρόγραφου κειμένου, δέχτηκε τηλεφώνημα από φίλο του βιβλιοδέτη που γνώριζε αυτές τις ιδιότητές του. Είχε μόλις νοικιάσει ένα παλιό κτίριο στα Εξάρχεια για να το χρησιμοποιήσει ως εργαστήριό του. Το κτίριο ήταν πλήρες διαφόρων αρχείων, έτσι ο βιβλιοδέτης κάλεσε τον Ζεβελάκη, ο οποίος φυσικά έσπευσε. Βρέθηκε μπροστά σ’ έναν πολυδιάστατο θησαυρό, ο οποίος είχε παραμείνει αδιάθετος από το 1973 που είχε πεθάνει ο ιδιοκτήτης του και τον οποίον, τώρα, ο βιβλιοδέτης παραχωρούσε προκειμένου να αδειάσει ο εργασιακός του χώρος.

Δίπλα στο τζάκι, εκεί όπου άλλοι βάζουν τα εικονίσματα της πίστης τους, υπήρχε ταξινομημένη και άριστα διατηρημένη μια αλληλογραφία. Πολύτιμη για τους ανθρώπους της, που πολλές φορές καταλήγει στα σκουπίδια όταν εκείνοι χάνονται. Ο Γιώργος, γνωρίζοντας ότι τα αρχεία αυτά αποτελούν τεκμήρια για να αποκαλυφθούν οι ψηφίδες της καθημερινής ιστορίας, δεν τολμούσε να πιστέψει ότι κι αυτά ήταν προς διάθεση, όταν ο βιβλιοδέτης του είπε «δεν παίρνεις κι αυτά».

Μέρος αυτού του καλά ταξινομημένου αλληλογραφικού αρχείου ήταν αυτό που κράτησε η Μαριάνθη, αδελφή του ιδιοκτήτη του κτιρίου.

Ο Γιώργος, έμπειρος ερευνητής, έσωσε το αρχείο, κράτησε την ταξινόμηση και πήρε κατάλληλα μέτρα για την διατήρησή του.

Όταν εγώ άρχισα να συλλέγω αλληλογραφίες, μου διέθεσε αυτή την πολύτιμη αλληλογραφία (450 τεκμήρια, 1897-1955), μικρό μέρος της οποίας δημοσιεύεται κάθε Πέμπτη εδώ.

Αλλ’ ας επανέλθουμε στο μυστήριο. Πρώτο πράγμα που έψαξα ήταν ο γραφικός χαρακτήρας των δίδυμων επιστολών. Στη μία περίπτωση ήταν ο ίδιος και για τις δύο περιεχόμενες επιστολές, ενώ στην άλλη η μισή επιστολή είχε διαφορετικό, ενώ στο υπόλοιπο τμήμα και η δεύτερη τον ίδιο. Ήταν γραμμένες όλες σε παιδικό τετράδιο από εκείνα που έχουν μια διπλή γραμμή για να ορίσουν το ύψος των γραμμάτων. Όλες με μολύβι και γι’ αυτό αχνές μετά από εκατόν είκοσι χρόνια, ενώ είχαν συμπληρώσεις με άλλο χέρι που χρησιμοποίησε μωβ μελάνι.  

Τελικά, διαβάζοντας με δυσκολία το περιεχόμενο, απέκτησα την λύση του μυστηρίου. Ήταν γραμμένες από τη Δέσποινα και οι επιστολές του Σωκράτη προς τον Δημητρό ήταν υπαγορεύσεις από τη Δέσποινα, που γράφει στον αδελφό της: «σε παρακαλώ να αντιγράψεις την επιστολήν κατά λέξιν χωρίς να παραλείψης τι».

Αλλά το μυστήριο είχε και ουρές. Αφού συνειδητοποίησα ότι η Δέσποινα έγραφε αυτολεξεί απαντήσεις του Σωκράτη προς τον Δημητρό, έψαξα και παλιότερες επιστολές του. Διεπίστωσα δύο στοιχεία: πρώτον, ήταν ταξινομημένες όλες μαζί· και δεύτερον, είχαν τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα με εκείνες που ήταν διαπιστωμένα της Δέσποινας.

Από τη στιγμή λοιπόν που ο Δημητρός εκδήλωσε στη Δέσποινα τον έρωτά του (1894), καμία δεν ήταν του Σωκράτη, αλλά απαντούσε η Δέσποινα ως Σωκράτης, ο τελευταίος ήταν απλός αντιγραφέας. Έτσι η 9η και η 12η επιστολή που έχουν ήδη δημοσιευτεί σε προηγούμενα σημειώματα ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία.

Όμως και κάποιοι άλλοι έβαλαν το χέρι τους. Εικάζω, λόγω γραφικού χαρακτήρα, ότι οι διορθώσεις με το μωβ μελάνι κι ένα εξαιρετικά δυσανάγνωστο σημείωμα προς αντιγραφή από τον Σωκράτη είναι της Μαριάνθης, ενώ άγνωστο μου παραμένει το χέρι του μισού δυσανάγνωστου τμήματος της επιστολής που δημοσιεύεται σήμερα.

Αυτές οι διαπιστώσεις μ’ έκαναν να σκεφτώ ότι οι δημοσίως βουβές γυναίκες εκείνης της εποχής ήταν κυρίαρχες στα σπίτια επί των θεμάτων που τις ενδιέφεραν.

Ας σημειωθεί επίσης ότι, μετά το 1902, δεν σώζεται επιστολή ούτε προς ούτε από τον Δημητρό. Εν μέρει την ιστορία του συμπλήρωσα από το διαδίκτυο, καθώς αυτός, αρκετά αργότερα, εξελέγη τρις βουλευτής Μυτιλήνης με το κόμμα των Φιλελευθέρων.

Παρακάτω δημοσιεύονται τρεις επιστολές από τις οκτώ της περιόδου (9ος 1901,1902). Η επιστολή 16 είναι του Δημητρού. Αυτή την κοινοποίησε ο Σωκράτης στην Δέσποινα. Η επιστολή 17 είναι η απαντητική της Δέσποινας και κάποιου άλλου στον Δημητρό μέσω Σωκράτη, ενώ στη 18 η Δέσποινα απευθύνεται με οδηγίες στον Σωκράτη.

 

Επιστολή 16

Πάμφυλα, 29 10[i]βρίου 1901

Αγαπητέ μοι Σωκράτη

Εις Κων/πολιν

Ιδού εγώ ακριβώς μετά ένα μήνα απαντώ εις την φιλικήν σας, ημερομηνίας 29 9βρίου, και έπραξα τούτο και εκουσίως και ακουσίως. Εις το δεύτερον ηναγκάσθην να υποκύψω ένεκεν πολλαπλών μου ασχολιών και φροντίδων, πρόσθες δε και απουσίας μου εν Κυδωνίαις, Αδραμυτίω, και άλλων χωρίων της Ανατολής, ένθα μετέβην  προς αγοράν ελαίων και ελαιών και οπόθεν επανήλθον δυστυχώς άπρακτος, ένεκεν των υπερόγκων τιμών [ων] απαιτούσιν οι κάτοχοι αυτών, εις δε το πρώτον διότι επεθύμουν, εγώ πλέον εφέτος πρώτος να σπεύσω να σε ευχηθώ διά τας εορτάς των Χριστουγέννων και δια τας επί θύραις του νέου έτους, παν ότι δύναται να ευχηθή φίλος προς καρδίαν πολύτιμον οίαν η ιδική σου και να φωνήσω μακρόθεν εκπλήρωσιν πάντων των πόθων σου, των ελπίδων σου, των ονείρων σου, αρκούμενος εις τας τυπικάς ταύτας ευχάς, καθότι αδυνατεί δυστυχώς η χειρ μου να χαράξη εκείνα τα οποία η καρδία μου υπαγορεύει. Βεβαίως δε ευχόμενος εγώ σε, δεν θα βραδύνης, θα σπεύσης αναντιρρήτως να συγχαρής και συ εμέ, όμως δεν μαντεύω τας ευχάς σου. Σε παρακαλώ να με ευχηθής να ζω μόνον όπως ζω και αρνούμαι εις αυτήν την παντέρημην και ελεεινήν ζωήν, αφού δεν είμαι Ικανός να ζήσω άλλως. Ναι αγαπητέ μοι φίλε, δεν είμαι δια τίποτε πλέον. Ας παύσω τας ιερεμιάδας μου ταύτας, όταν συν θεώ συναντηθώμεν τότε θα εξηγηθώμεν καλλίτερον· μην ζητής προώρως να μάθης εκείνο το οποίον κατόπιν θα γνωρίσης.

Αι εργασίαι μου και δη η λειτουργία του ελαιοτριβείου μου εξακολουθεί και ίσως εξακολουθήση επί ένα μήνα – ο θεός το γνωρίζει διά περισσότερα – αλλά αι δουλειαίς μικραί. Τέλος μη χειρότερα.

Αρκέσου εις ταύτα αγαπητέ Σώκρατες· άλλοτε όταν το κεφάλι μου είνε ησυχώτερον, τότε σε γράφω περισσότερα· προς το παρόν είμαι ζαλισμένος από χίλιους διαβόλους και φοβούμαι μήπως και το τι σε γράφω δεν το εννοείς.

Υγίαινε και ευδαιμόνει, μα τον φίλο σου Δημητρόν μη λησμόνει.

            Πρόθυμος

                        Δημ.Σ

 

 

Επιστολή 17

Αγαπητέ μοι Δημητράκη

Η επί τη πρώτη του έτους συγχαρητήριος επιστολή σου, ληφθείσα ολίγον αργά με εχαροποίησε τα μέγιστα διότι άπαξ έτι μοι αποδεικνύει την ακμάζουσαν και σταθεράν προς με φιλίαν σου και αγάπην, με συνεκίνησεν όμως διά τα περιβάλλοντα αυτήν ανεπαισθήτως θλιβερά  νέφη. Τι έχεις τέλος πάντων φίλε μου και αι προς με επιστολαί σου  πάντοτε είνε πλήρεις μελαγχολίας και πάθους; (Ή μήπως και αι προς τους ανταποκριτές σου εμπορικαί, έχουσι  δόσιν ρομαντικοτητος;) Μοι γράφεις ότι όταν συναντηθώμεν θα εξηγηθώμεν καλλίτερον. Το τοιούτον εύχομαι πλέον σου, καθόσον γνωρίσας καλώς την καρδιάν μου ότι ήταν γεννημένη να πάσχη πολύ βλέπουσα πάσχοντας τους πέριξ της μη δυνάμενη να φέρει την ποθητήν θεραπείαν. Διατί έως τέλους δεν δυνάμεθα να εξηγηθώμεν και γραπτώς αφού μας χωρίζει απόστασις; Μοι γράφεις να σοι ευχηθώ να ζης αυτήν την υστερημένην και στεγνήν ζωήν, αφού δεν είσαι ικανός να ζήσης άλλως. Τι πράγματα είνε αυτά φίλε μου, αδελφέ μου; Είνε κατάστασεις αύται… … [ii] να εισέλθουν εις το κρανίον εικοσιπενταετούς, σφριγώντος, ζώντος αισίως μετ’ εργασίας ικανοποιούσης, μη βλέποντος πέριξ αυτού ει μη μέλλουσαν ευτυχίαν και ρόδα.[iii]

(Α! φίλτατε πολύ απείχον να φανταστώ τοιαύτην ευχήν ήν επεθύμεις. Εγώ ποθών πάντοτε την ευτυχίαν διά σε σοι απέστελλον εφέτος ένα μικρόν άγγελον να σου ψάλλη με την λύραν του τας ολοθέρμους ευχάς μου διά το νέον έτος 1902 κι την εκπλήρωσιν των πόθων σου, αλλά αφού ποθείς τοιούτον , όχι εγώ δεν ευχομαι ότι επιθυμείς να σ’ ευχηθώ. Ιδού τι εύχομαι και σήμερον αυτήν την ευχήν ην έκρινε και μοι έδωκε ως μόνον κατάλληλον διά την ευτυχίαν παντός νέου ο φίλος μου Χρήστος Μπαχώμης «την ένωσιν με κόρην ην αγαπάς»).

Η ζωή μου εξακολουθή να περνά ήσυχος και μονότονος ακολουθούσα την τακτικήν της πορείαν ποικίλουσα ενίοτε με μικράς συναναστροφάς μεταξύ των συναδέλφων μου. Τας εορτάς δεν σοι γράφω πως τας επέρασα διότι τώρα μόλις αφού παρήλθον πλέον μου επέρασε και η μελαγχολία ήτις με είχε καταλάβη εφ’ όσον αύται διέρρεον. Είχον γράψει επιστολήν εις Κυδωνίας εν η έκλαιον ως παιδίον. Τι τα θέλεις αγαπώ την οικογενειακήν μας ζωήν και όταν εσκεπτόμην ότι έχων εικοσαήμερον ανάπαυσιν δεν ηδυνάμην να πετάξω πλησίον των να του ιδώ να τους εναγκαλισθώ, να περάσω τέλος μαζί των αυτάς τα επισήμους ημέρας μου ήρχοντο δάκρυα εις τα μάτια και αποφεύγων ντρεπόμενος μη με ίδη τις των καθηγητών ή άλλων απεσυρόμην εις το δωμάτιόν μου έθετον προ εμού την φωτογραφίαν των σεβαστών μοι γονέων, των φιλτάτων μοι αδελφών και άλλοτε κλαίων άλλοτε ρεμβάζων διερχόμην ώρας μακράς μαζύ των. Και τώρα ίσως δεν θα το πιστεύσεις εάν σοι είπω ότι ησθανόμην ότι μοι έλλειπε και η άλλη αγάπη του προσώπου από την οικογενειακήν μου εκείνην ευτυχίαν, η προσφιλής μορφή σου ην τοσάκις μοι υπεσχέθης και όμως μέχρι σήμερον μοι αρνείσαι αυτήν την χαράν, ίσως δεν με κρίνης άξιον να έχω την εικόνας σου! Να το ικετεύσω; Λοιπόν μάθε ότι επιθυμώ να έχω αυτήν το ταχύτερον ως σύντροφον τώρα εις την μοναξιάν μου και ως παρήγορον κατά τας μακράς ώρας της ανίας μου. Σε  ευχαριστώ.

Την εσπέραν παραμονήν της πρωτοχρονιάς την διήλθον εις του διευθυντού, προσκληθείς με όλους τους καθηγητάς της Σχολής. Η εσπέρα διήλθεν ευχάριστος, εφάγαμεν, επαίξαμεν, διασκεδάσαμεν και ότε κατά τα μεσάνυκτα εκόπτετο η βασιλόπιτα υπό του διευθυντού έμένα ο νους μου έτρεχε εις το σπίτι μας εις την δική μας βασιλόπιτα και μόνον όταν με προσφώνησαν συνήλθον. Εμείναμε αρκετά μετά το μεσονύκτιον και μόλις κατά τας 4 της πρωΐας απεσύρθη έκαστος εις το δωμάτιόν του ευχηθέντες καλή χρονιά. Εκεί μας είχον φέρη τον καθένα ιδιαιτέρως από μίαν βασιλόπιταν ολόκληρον ένα πιάτο φουντούκια, αμύγδαλα, μανδαρίνια, πορτοκάλια και κονιάκέστρωσα λοιπόν το τραπέζι του Αγίου Βασιλειουίνα ευχηθώ , ως συνηθίζαμε εις το σπίτι μας και κατεκλίθην ευχόμενος εκ ψυχής την καλήν χρονιά εις πάντας τους προσφιλείς μοι απόντας. Την επομένην μετά την εκκλησίαν αντηλάγησαν οι επισκέψεις εδέχθηκα και αντα πώδωσα κατόπιν συνηθροίσθημεν εις το δωμάτιόν μου και άλλοτε συνομιλούντες άλλοτε παίζοντες διήλθαμε την τόσω επίσημον και σπουδαίαν αυτήν ημέραν του νέου έτους ήν αναμέναμεν μετά τόσης ανυπομονησίας.

Ήδη τα μαθήματα επανήλθαν. Η ζωή μας επανήρχισε την συνήθη της πορείαν και ο βίος μου εξακολουθή να περνά σαν πρώτα ήρεμα και μονότονα.

Και τώρα αφού αρκετά συνομίλησα μαζύ σου, σε αφήνω, ίνα επανέλθω πάλιν λίαν συντόμως ως ελπίζω, οδηγούμενος από την ταχείαν απάντησίν σου.

Έχω να σοι κάμω μίαν σύστασιν αγαπητέ μοι, ην σε παρακαλώ μη αμελήσης. Την επιστολήν σου έλαβον παραβιασμένην, το γραμματόσημον εσχισμένον. Τέλος εις ελεεινήν κατάστασιν, καθώς και μίαν επιστολήν εκ μέρους της οικογενείας μου μοι ενεχειρίσθη ανοικτή καθ’ όλην την σημασίαν της λέξεως. Που έγινε η πράξις αγνοώ. Προς αποφυγήν λοιπόν δυσαρέστου και χάριν περισσοτέρας ασφαλείας σε παρακαλώ ως θα λάβης την παρούσαν μου συστημένην να μοι αποστείλλης και την ιδικήν σου επί συστάσει. Αυτό παρήγγειλα και εις τους οικείους μου.

Σε φιλώ αδελφικώτατα

Πάντοτε ιδικός σου

                                   Σωκράτης

 

 

 

Επιστολή 18

[Ιανουάριος 1902}

Αγαπητέ μοι Σωκράτη

Απαντώσα σήμερον εγώ εις την ποθητήν μας επιστολήν σου σοι εσωκλείω και την απάντησιν ην μοι εζήτησες διά τον Δ.

Η παραβίασις των επιστολών πολύ μας ελύπησε και ιδία την Άρταν ήτις σοι έγραφε τόσα πράγματα ενδιαφέροντα και όλως ιδιαίτερα. Είχε και εν ποίημα εντός της παραβιασθείσης αυτής επιστολής. Υπήρχε άραγε ή το αφήρεσαν; Σοι έχει αποστείλλη και ετέραν επιστολήν μετ’ αυτήν, την  έλαβες; Και διατί δεν απαντάς εις όσα ερωτά; Είνε λίαν ανήσυχος και επιθυμεί να την διαφωτίσης το ταχύτερον. Του λοιπού θα αποστέλλομεν επί συστάσει τας επιστολάς μας και σύ ομοίως προς αποφυγήν δυσαρέστων.

Εχάρημεν πολύ διά την ωραίαν βραδυάν της παραμονής της πρωτοχρονιάς που επέρασες, και η Άρτα σοι περιγράφει πως διήλθομεν και ημείς. Λέγεις ότι αντηλάγησαν δώρα αλλά δεν μας αναφέρεις ούτε τι προσέφερες ούτε τι σε προσέφεραν είμεθα πολύ περίεργοι να μάθωμεν και σε παρακαλώ ικανοποίησον την περιέργειάν μας αυτή.

Ημείς σε ευχαριστούμεν πολύ διά την αποστολήν των δώρων σου. Μας ήρεσαν πολύ. Τα ελάβαμεν προχθές συγχρόνως με την επιστολήν σου.

Και τώρα Σωκράτη μου έρχομαι αμέσως εις την ενδιαφέρουσαν πάντα επιστολήν! Αληθώς ούτε εγώ ηδυνήθην καλώς να εννοήσω διατί γράφει ούτω πως.

Υπήκουσα εις την παράκλησίν σου, σοι αποστέλλω την απάντησιν αυτής την οποίαν σε παρακαλώ θερμώς ίνα αντιγράψης πιστώς μη παραλείπων ουδέν εξ’ όσων αναφέρω.

Δεν γνωρίζω εάν του απέστειλες συγχαρητήριον κάρταν επί τη πρώτη του έτους. Εάν όχι απόστειλον,  ιδιαιτέρως, την εσώκλειστον αφού γράψης τους στίχους ους σοι παραθέτω και δι’ ων ηυχήθην και σε, και θεσε ημερομηνίαν 1ην Ιανουαρίου. Εσώκλεισον αυτήν εις φάκελλον ίνα μη παραπέση εις το ταχυδρομείον και δεν πειράζει αν φθάση και αργά. Εάν πάλιν τον συνεχάρης και είνε περιττή η  κάρτα σε παρακαλώ να μου την επιστρέψης διότι την αρέσω πολύ και βλέπεις ότι την εφύλαξον. Το μέρος εκείνο της επιστολής που αναφέρω δια τον μικρόν αυτόν άγγελον παράλειψον το μέρος αυτό, που έχω εντός παρενθέσεως, και εκφράσθητι καταλλήλως και συμφώνως με την αποσταλείσαν κάρταν σου.

Την επιστολήν σου βεβαίως  θα συστήσης διά να μη παραπέση και δεν πρέπει να παραπέση. Μόλις λάβης απάντησίν του να μοι την αποστείλλης αμέσως επί συστάσει και αυτήν, και εγώ αναλαμβάνω και πάλιν να σου ετοιμάσω την απάντησιν και εις εκείνην. Για να δούμε τι θα γράψη εις απάντησιν όλων αυτών. Η επιστολή σου όμως δεν έφερεν ημερομηνίαν και δεν γνωρίζω πότε την έστειλε· ημείς την παραλάβαμεν εις τας 12 τρέχοντος.

Μη έχουσα άλλον τι να προσθέσω α μη περί της καλής ημών υγείας σοι διαβιβάζω τας ευχάς και τα φιλιά του μπαμπά και της μαμάς και τα φιλιά της Άρτας  και του Χριστόφορου. Αναμένουσα επιστολήν σου λεπτομερή σε φιλώ

Δ.

 

1 Ίσως σοι φανή μακροσκελής και σε κουράση  εις την αντιγραφήν αλλά δεν γράφω τι περισσότερον εκείνων τα οποία έπρεπε να γράψω ούτε πρέπει να παραλείψης τι των όσων αναφέρω. Να προσέξης μόνον να μη στείλης το πρωτότυπον ούτε της ιδικής σου και ξεύρεις θα είναι πολύ νόστιμον.

 

Προηγούμενες επιστολές: https://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3211-o-sokratis-apo-to-aivalihttps://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3223-o-sokratis-apo-to-aivali-2https://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3234-o-sokratis-apo-to-aivali-3https://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3240-o-sokratis-apo-to-aivali-4 και https://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3251-o-sokratis-apo-to-aivali-5

 

 

 

[i] Την εποχή εκείνη υπήρχε συνήθεια κάποιοι μήνες να αναγράφονται κατά το πρώτο ήμισυ με αριθμό:  10βριος αντί Δεκέμβριος

[ii] Δύο δυσανάγνωστες λέξεις

[iii] Η επιστολή συνεχίζει για άλλες τέσσερις σελίδες Α5 στο ίδιο περίπου μοτίβο των υποδείξεων του περιεχομένου του γράμματος από τον Σωκράτη προς τον Δημήτρη. Ο γραφικός χαρακτήρας αυτού του τμήματος είναι άλλος και εξαιρετικά δυσανάγνωστος τόσο που μπορεί να προκύψουν άλλα αποτελέσματα. Γι’ αυτό παραλείπεται

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.