Σύνδεση συνδρομητών

Η Ενδοχώρα του Μάνου Μοσχονά

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2022 13:18
Στην Ενδοχώρα. Αριστερά, ο βιβλιοπώλης Μάνος Μοσχονάς, δεξιά η σύζυγός του, Ελένη. Η φωτογραφία έχει τραβηχτεί από τον Mario Vitti.
Αρχείο Αριάδνης Μοσχονά
Στην Ενδοχώρα. Αριστερά, ο βιβλιοπώλης Μάνος Μοσχονάς, δεξιά η σύζυγός του, Ελένη. Η φωτογραφία έχει τραβηχτεί από τον Mario Vitti.

Τη δεκαετία του 1970, κάνοντας έναν περίπατο στην οδό Σόλωνος και φτάνοντας στην διασταύρωσή της με την οδό Σίνα, υπήρχε το βιβλιοπωλείο Ενδοχώρα του Μάνου Μοσχονά. Δεν είναι μόνο η ομορφιά του παλιού κτιρίου, ενός από τα λίγα που σώζονται πια στη Σόλωνος, ακόμη και σήμερα. Ήταν το στήσιμό του και η ζεστή του ατμόσφαιρα που δημιουργούσε μια έλξη.

Αυτό το όμορφο, ίσως το πιο όμορφο βιβλιοπωλείο εκείνης της εποχής, ήταν από τα πιο σημαντικά της Αθήνας. Σπουδαίο στέκι διαφόρων διανοουμένων κατά την περίοδο της δικτατορίας, αλλά και στέκι πλήθους φοιτητών που καθημερινώς αναζητούσαν τις νέες κυκλοφορίες βιβλίων. Η γειτνίασή του με τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το τροφοδοτούσε με φοιτητικό κοινό που διψούσε για γνώση και ελευθερία στα χρόνια της δικτατορίας.

Το βιβλιοπωλείο του Μάνου Μοσχονά ήταν από τα πιο όμορφα και τα πιο ενημερωμένα της πρωτεύουσας. Κι εκείνος ήταν ένας σπουδαίος βιβλιοπώλης. Από τους ελάχιστους σπουδασμένους εκείνη την εποχή. Ήταν κλασικός φιλόλογος πολύ δυνατός, όπως και η σύζυγός του, η Ελένη· άνθρωπος με πολύ υψηλή αισθητική,  ένας τύπος με εμφάνιση φιλοσόφου, με μια μακριά γενειάδα, έμοιαζε με βιβλιοπώλη του μεσοπολέμου σε κάποια κεντροευρωπαϊκή πρωτεύουσα.

Είχα αναπτύξει μια ζεστή, αδελφική σχέση και με τον Μάνο και με τη σύζυγο, η οποία διεκόπη μετά την αναχώρησή μου για σπουδές στη Ρουμανία. Όταν γύρισα στην Ελλάδα, το καλοκαίρι του 1979, έμαθα ότι η Ελένη είχε πεθάνει. Με γέμισε θλίψη αυτό το γεγονός.

Λίγο καιρό τώρα, συζητώντας για τα παλιά  βιβλιοπωλεία και τους βιβλιοπώλες της νιότης μας, με τον φίλο και παλιό συνάδελφό μου στον Κέδρο, τον Διονύση Καραβασίλη, η κουβέντα έφτασε στην Ενδοχώρα και στον Μάνο Μοσχονά. Τότε μου λέει: «ξέρεις, η κόρη του Μάνου, η Αριάδνη, εργάζεται στον Κέδρο»! Συγκινημένος άρχισα να τον ρωτώ διάφορα.  Το μικρό κοριτσάκι του Μάνου και της Ελένης, που είχα δει αρκετές φορές στην Ενδοχώρα, παρέμεινε στο περιβάλλον του βιβλίου. Μου λέει ο Διονύσης: «Κάλεσέ τη στο τηλέφωνο, στον εκδοτικό οίκο».

Την επομένη, κάλεσα στον Κέδρο και τη ζήτησα. Ήμουν πολύ συγκινημένος αναμένοντας να με συνδέσουν. Και κάποια στιγμή, άκουσα μια ευγενική φωνή να μου μιλά. Της είπα ποιος είμαι. Δεν με θυμόταν. Με άκουγε να της μιλώ συγκινημένος για τον πατέρα και τη μητέρα της. Συγκινήθηκε κι αυτή. Της ζήτησα να μου δώσει κάποια πραγματολογικά στοιχεία για τους γονείς της, για να μη με ξεγελάσει η μνήμη μου και γράψω ανακρίβειες για τον Μάνο και την Ελένη. Και η Αριάδνη ανταποκρίθηκε, στέλνοντάς μου το παρακάτω κείμενο μαζί με τις φωτογραφίες των αγαπημένων μου φίλων, των γονέων της. Παραθέτω το κείμενό της:

Ο πατέρας μου, Μάνος (Εμμανουήλ) Μοσχονάς, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1943. Ήταν το τρίτο και τελευταίο παιδί της οικογένειας. Ο πατέρας του, Γιάννης, καταγόταν από τη Λέρο μα είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στην Αίγυπτο. Ήταν δικηγόρος, νομικός σύμβουλος της Ιωνικής Τράπεζας. Η μητέρα του, Αδαμαντία, είχε προσβληθεί από φυματίωση και πάλευε πάντα με σοβαρά προβλήματα υγείας. Ζούσαν στην Κυψέλη. Ο Μάνος από μικρός κλεινόταν στη μεγάλη βιβλιοθήκη του πατέρα του και περνούσε ώρες ανάμεσα στα βιβλία. Διόλου παράδοξη η αγάπη του γι’ αυτά.

Η μητέρα μου, Ελένη, το γένος Ιωαννίδου, γεννήθηκε στην Κυπαρισσία το 1943. Ο πατέρας της, Μενέλαος, ήταν απ’ την Κυπαρισσία και η μητέρα της από την Καβάλα. Και οι δύο ήταν υπάλληλοι της Αγροτικής Τράπεζας. Η μητέρα μου ήταν το πρώτο από τα τέσσερα αδέλφια της οικογένειας. Ακολουθούσε ο κατά δύο χρόνια μικρότερος αδελφός της Γιάννης, με τον οποίο ήταν πολύ δεμένη, και άλλες δύο αρκετά μικρότερες αδελφές. Η μητέρα της, Βασιλική, το γένος Λαζαρίδη, ήταν αδελφή του αρχαιολόγου Δημήτρη Λαζαρίδη. Ήταν μια γλυκύτατη μα τολμηρή και δυναμική γυναίκα, που επέβαλε πως δεν θα σπούδαζε μόνο ο γιος, αλλά και οι τρεις κόρες της. Η οικογένεια μετά την Κυπαρισσία έζησε στη Θεσσαλονίκη κι έπειτα στην Αθήνα.

Οι γονείς μου γνωρίστηκαν όντας και οι δύο φοιτητές στο Ιστορικό-Αρχαιολογικό τμήμα της Φιλοσοφικής Αθηνών. Εξ όσων γνωρίζω, ήταν και για τους δύο ο πρώτος τους έρωτας. Ο πατέρας μου ήδη από φοιτητής είχε δουλέψει σε βιβλιοπωλεία, στου Καραβία και στη Δωδώνη, ενώ παράλληλα έκανε φιλολογική επιμέλεια βιβλίων [με κορυφαίο, κατά την κρίση μου, τον Μπρουσό του Αλ. Πάλλη (Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Ερμής, 1975), με επιμέλεια, προλεγόμενα και σχόλια δικά του]. Η μητέρα μου δίδασκε σε φροντιστήριο και μετέφραζε θεωρητικά βιβλία [με κορυφαίο τα Μανιφέστα του Σουρρεαλισμού του Αντρέ Μπρετόν (Δωδώνη, 1973)].

Η Ενδοχώρα ήταν μια συνειδητή επιλογή για έναν χώρο διακίνησης ιδεών σε μια εποχή πραγματικά δύσκολη. Δεν είχα αναρωτηθεί ποτέ ώς τώρα αν τους απομάκρυνε από την καθαρόαιμη φιλολογική τους δουλειά, μα καθώς το σκέφτομαι πιστεύω πως τους έδινε μια διέξοδο επικοινωνίας, αντί της απομόνωσης και της μοναχικότητας που επιβάλλει η αποκλειστική ενασχόληση με τα φιλολογικά. Κυριότερα, όμως, έχω την αίσθηση πως ήταν σε ένα βαθμό το «δώρο» του πατέρα μου προς τη μητέρα μου, ώστε να έχει απασχόληση και έσοδα ανεξάρτητα από εργοδότες που δεν θα έδειχναν κατανόηση στις περιόδους έντασης της αρρώστειας της. Καθώς οι γονείς μου δεν διέθεταν επαρκές κεφάλαιο, το εγχείρημα κατέστη εφικτό χάρη στη γενναιόδωρη βοήθεια τριών αγαπημένων προσώπων, που έγιναν και συνεταίροι στο βιβλιοπωλείο (η ιδιοκτησία του ανήκε σε τέσσερα ίσα μερίδια). Ήταν ο αδελφός του πατέρα μου, Ευτύχιος, με τη σύζυγό του Μαίρη [που ανέλαβαν αργότερα το βιβλιοπωλείο και το κρατούν ζωντανό μέχρι σήμερα, σ’ ένα μικρότερο κατάστημα επί της οδού Σίνα], ο καλός φίλος τους Βασίλης Κρεμμυδάς με την τότε σύζυγό του Έφη και ο παιδικός φίλος του θείου μου Γιάννης Γεωργιάδης. Το βιβλιοπωλείο άνοιξε τις πόρτες του το 1972, στη γωνία των οδών Σόλωνος και Σίνα, και έχω την εντύπωση πως η επιτυχία του ήταν απρόσμενη ακόμα και για τους ίδιους.

Η μητέρα μου αποχώρησε από τη ζωή στο τέλος του 1978. Ο πατέρας μου αποχώρησε από το βιβλιοπωλείο το 1982, από το χώρο του βιβλίου το 1985, και πέθανε στις Βρυξέλλες την άνοιξη του 1992.

Πρέπει να επισημάνω, ότι και ο Μάνος Μοσχονάς, επί χούντας, είχε μια έμμεση σχέση με τον Κέδρο. Ήταν υπεύθυνος για τον «Βιβλιογραφικό Οδηγό» στο περιοδικό Συνέχεια (το οποίο εξέδιδε η «Εταιρεία Εκδόσεως Περιοδικών, Ανατύπων και Συλλογών Κειμένων ΕΠΕ»), υπό τη διεύθυνση του Αλέκου Αργυρίου, του Αλεξάνδρου Κοτζιά και του Δημήτρη Μαρωνίτη. Το περιοδικό βεβαίως ανήκε στον Κέδρο και εμφάνιζε ως έδρα του τα γραφεία του, στην οδό Πανεπιστημίου 44. Αξίζει να αναφερθεί ότι τυπωνόταν στο τυπογραφείο του Βίκτωρα Παπαζήση, στην οδό Καββαθά 62 και Αγίας Λαύρας στο Γουδί, όπου εκείνη την περίοδο αναφερόταν ως υπεύθυνος του τυπογραφείου ο αγωνιστής της γενιάς του 114, Δήμος Μαυρομμάτης.

Σήμερα, δεν υπάρχουν βιβλιοπωλεία όπως η Ενδοχώρα. Η εξέλιξη των ηλεκτρονικών μέσων, η αποδυνάμωση της παιδείας και η αλλαγή των ρυθμών της ζωής έχουν αλλάξει τα δεδομένα. Σπάνια κάποιο βιβλιοπωλείο τώρα πια κερδίζει την ύπαρξή του, διαθέτοντας στο κοινό μόνο βιβλία. Κυριαρχούν τα βιβλιοχαρτοπωλεία με τα διακοσμητικά ήδη, τα παιχνίδια και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς.

Ένας άλλος κόσμος…

 

 

Δημήτρης Κανελλόπουλος

Ποιητής, συγγραφέας, εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού Οροπέδιο. Έχει δημοσιεύσει τις ποιητικές συλλογές Ομίχλη πέτρινη (1986), Σκυθικές ερημίες (1996), Σιγή ασυρμάτου (2005), Κλίνη σπόρου, καλή (2010), Το φράγμα της μνήμης (Οροπέδιο 2017) και τη συλλογή διηγημάτων Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες (2018). Ετοιμάζεται το βιβλίο του, Στα χρόνια του Κόκκινου Κόμη.

Τελευταία άρθρα από τον/την Δημήτρης Κανελλόπουλος

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.