Σύνδεση συνδρομητών

Τραυματισμένο τοπίο

Πέμπτη, 06 Μαϊος 2021 00:53
«Ελεύθερα βουνά (ή νησιά) χωρίς αιολικά», διεκδικούν συνεχώς διάφορες ομάδες ακτιβιστών, στο όνομα της ομορφιάς του τόπου τους. Αγνοούν ότι χωρίς ραγδαία ανάπτυξη αιολικής ενέργειας, η κλιματική αλλαγή θα υποβαθμίσει καίρια τα τοπία.
Αρχείο The Books’ Journal
«Ελεύθερα βουνά (ή νησιά) χωρίς αιολικά», διεκδικούν συνεχώς διάφορες ομάδες ακτιβιστών, στο όνομα της ομορφιάς του τόπου τους. Αγνοούν ότι χωρίς ραγδαία ανάπτυξη αιολικής ενέργειας, η κλιματική αλλαγή θα υποβαθμίσει καίρια τα τοπία.

Η πραγματικότητα του τοπίου στην Ελλάδα απογοητεύει. Η κοινωνία γενικά το αγνοεί, μόνο όταν χρησιμοποιείται ως πρόσχημα από ομάδες κατά των ανεμογεννητριών αναδύεται στην κοινωνική μνήμη. Δεν συνιστά αντικείμενο περιβαλλοντικής πολιτικής που διέπεται από συντεχνιακές λογικές. Για πλείστα τοπία που συνδυάζουν φυσική και πολιτιστική όψη απαιτείται σύνθετη διεπιστημονική προσέγγιση, η οποία παραμένει άγνωστη λέξη στην πλειονότητα των πολιτών, στις κυβερνήσεις και στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Παρά την αξία του, το εξαίρετο και το «καθημερινό» (everyday landscape) ελληνικό τοπίο είναι η διάσταση του περιβάλλοντος που κινδυνεύει περισσότερο και προστατεύεται λιγότερο.

Ευρωπαϊκές μορφές

Το τοπίο διαμορφώνεται από συνδυασμούς γεωγραφικών παραμέτρων, φυσικών και πολιτιστικών, που εξελίσσονται δυναμικά στην ροή του χρόνου. Στα αναρίθμητα ευρωπαϊκά τοπία υπερισχύουν είτε τεχνικές, κοινωνικές και πολιτιστικές συνιστώσες είτε τα φυσικά χαρακτηριστικά, δηλαδή γεωλογικοί σχηματισμοί, βιοποικιλότητα και οικοσυστήματα. Το πλούσιο μωσαϊκό τοπίων κάνει την Ευρώπη διαφορετική από άλλες ηπείρους. Πεδινές εκτάσεις χαμηλού υψομέτρου που είχαν κάποτε καλυφθεί από παγετώνες και πολλές κοιλάδες που ξεκινούν από οροσειρές καταλήγουν σε μια εκτεταμένη και κατακερματισμένη ακτογραμμή. Στα πολύμορφα δασωμένα φυσικά τοπία δημιουργήθηκαν ανθρώπινες δραστηριότητες, οικιστικές, αγροτικές, θαλασσινές, ποτάμιες, βιομηχανικές και γενικά τρόποι παραγωγής και αντίστοιχες κουλτούρες, που προσαρμόσθηκαν στις ειδικές συνθήκες κάθε τόπου. Το δυναμικό των πόρων έφερε ανάπτυξη, μετασχηματίζοντας παράλληλα τον χώρο. Όταν ο οικονομικός δυναμισμός απείλησε με εξαφάνιση φυσικά και πολιτιστικά τοπία, οι ευρωπαϊκές κοινωνίες ανησύχησαν και άρχισαν να μεριμνούν για το «καθημερινό» τοπίο, προγραμμάτισαν την διατήρηση ορισμένων παραδοσιακών τρόπων παραγωγής και προστάτευσαν τα πιο έξοχα χαρακτηριστικά.

Χιλιάδες τοπικές πρωτοβουλίες από ευρωπαϊκές κοινότητες με ανεπτυγμένη συνείδηση για το τοπίο δραστηριοποιούνται επί χρόνια. Εκατοντάδες από αυτές έχουν διαμορφωθεί σε οργανωμένες δράσεις που παρουσιάζονται σε συμπόσια, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης (ΣτΕ), της σπουδαιότερης σχετικής διεθνούς πρωτοβουλίας. Εύπορες χώρες, όπως η Ιταλία,  έχουν αναγάγει το τοπίο σε πρωταρχικό στοιχείο της ταυτότητάς τους, με χιλιάδες κυβερνητικά και αυτοδιοικητικά στελέχη να εμφανίζουν υψηλή κατάρτιση και ενεργή δράση. Αλλά και ευρωπαϊκές χώρες με ασθενέστερες οικονομίες, π.χ. Τσεχία, Σλοβακία, Ουγγαρία, Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία, Πολωνία, Ρουμανία παρουσιάζουν υποδειγματικές πρωτοβουλίες που αποδεικνύουν το ενδιαφέρον τοπικών κοινωνιών. Π.χ. γύρω από ένα εμβληματικό δένδρο ή κτήριο ή οικολογική εφαρμογή ή τοπικό τρόπο παραγωγής κτίζεται μια συγκινητική τοπική πρωτοβουλία, συχνά χωρίς σημαντική διοικητική ή οικονομική υποστήριξη, στην οποία στρατεύονται πολίτες της περιοχής, προσφέροντας εργασία και υποστήριξη, χωρίς να επιδιώκουν πολιτικά ή οικονομικά οφέλη.

Το 2000 υπογράφηκε στην Φλωρεντία η Σύμβαση του ΣτΕ. Αφορά «το τοπίο στην ολότητά του και το σύνολο του ευρωπαϊκού τοπίου». Συμμετέχουν όλα σχεδόν τα κράτη μέλη του ΣτΕ, και παρακολουθείται από σημαντικές μη ευρωπαϊκές χώρες, όπως οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία. Αναφέρεται στα εξαιρετικά, αλλά και στα «καθημερινά» τοπία, αυτά που, χωρίς να διαθέτουν  ξεχωριστά χαρακτηριστικά, συνιστούν τον χώρο όπου ζούμε.

Η Ελλάδα, αν και πιο ορεινή και νησιωτική, παρουσιάζει ανάλογα φυσικά χαρακτηριστικά, αποτελώντας μια Ευρώπη σε μικρογραφία. Βέβαια, αν εξαιρεθούν τα πολυάριθμα υπολείμματα του αρχαίου κόσμου και ορισμένα μεταγενέστερα ιστορικά στοιχεία, χαρακτηρίζεται από εκτεταμένη ακαλαίσθητη ομοιομορφία πόλεων, μικρών οικισμών και παραγωγικών δραστηριοτήτων. Πάντως, συνδυάζει μοναδικό φυσικό κάλλος και πολιτιστική αξία, με δάση, θαμνοτόπους, υγρoτόπους, ακτές, νησιά και βραχονησίδες, αλπικές περιοχές, γκρεμούς, λιβάδια, ποτάμια, λίμνες, φαράγγια, καταρράκτες, πηγές, σπήλαια, αρχαιότητες, κάστρα, πέτρινα γεφύρια, παλιά μοναστήρια, παραδοσιακούς οικισμούς, μονοπάτια, φυτοφράκτες μεταξύ χωραφιών κ.λπ. αλλά και παραδοσιακές μορφές παραγωγής.

Παρά την αξία του τοπίου της, η Ελλάδα επισήμως αδρανεί έναντι της Σύμβασης του ΣτΕ. Την υπέγραψε εξ αρχής, αλλά πέρασε μια δεκαετία χωρίς οποιαδήποτε ενέργεια. Μετά την καθυστερημένη κύρωσή της (2010), συνεχίζεται η αδιαφορία, χωρίς νομοθεσία, δράσεις ή εκδηλώσεις. Ενώ χώρες με τοπίο λιγότερο σημαντικό επανειλημμένα παρουσιάζουν αξιόλογες πρωτοβουλίες, με ενεργή συμμετοχή τοπικών κοινωνιών, η ελληνική αντιπροσώπευση στις αντίστοιχες δραστηριότητες του ΣτΕ είναι πολύ περιορισμένη, η πολιτεία αγνοεί διαχρονικά τα ξένα παραδείγματα. Η απουσία πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για θέματα τοπίου και αντίστοιχης χρηματοδότησης εξηγεί εν μέρει την μόνιμη αδιαφορία.

 

Συντεχνίες

Οι επιδιώξεις διαφόρων επιστημονικών κλάδων που κινούνται με συντεχνιακό φοβικό πνεύμα παρεμποδίζουν μια πολιτική για το τοπίο. Αρχαιολόγοι, αρχιτέκτονες, βιολόγοι ή δασολόγοι το βλέπουν αποσπασματικά. Η επίμονη διεκδίκηση αποκλειστικότητας για ένα εκ φύσεως σύνθετο διεπιστημονικό αντικείμενο καταλήγει σε ανυπαρξία μέριμνας, ιδίως για το «καθημερινό» τοπίο και σε ανεπαρκή εκπαίδευση των πολιτών.

Στα χρόνια του ’60 και του ’70, το Υπουργείο Πολιτισμού κατονόμασε πολλά Τοπία Ιδιαιτέρου Φυσικού Κάλλους (ΤΙΦΚ), περιλαμβάνοντας κυρίως αρχαιολογικούς χώρους, ιστορικούς τόπους και παραδοσιακούς οικισμούς. Αργότερα ανέλαβε το Υπουργείο Περιβάλλοντος, χωρίς να αναδείξει την θεμελιώδη σύνθεση φυσικού και πολιτιστικού χαρακτήρα. Οι αρχαιολόγοι νομοθέτησαν ταυτίζοντας το τοπίο με αρχαιολογικούς χώρους, οι αρχιτέκτονες κρατικού μηχανισμού και επαγγελματικών συλλόγων είδαν μόνο παραδοσιακούς οικισμούς και πολεοδομικά ζητήματα. Έρευνα του ΕΜΠ επέλεξε 449 (αργότερα προστέθηκαν 52) ΤΙΦΚ φυσικής και πολιτιστικής αξίας, με βάση γεωμορφολογία, οικολογικά χαρακτηριστικά, μνημεία, παράδοση, αισθητηριακή ποιότητα, τρόπους παραγωγής κ.λπ. που αντιστοιχούν περίπου στο 5% της χερσαίας επιφάνειας, αλλά ουδέποτε νομοθετήθηκαν.

Νεώτερη ισχυρή άποψη αναπτύχθηκε κυρίως από βιολόγους περιβαλλοντικών οργανώσεων και του Υπουργείου Περιβάλλοντος, που επέβαλαν μονοδιάστατη νομοθεσία προστασίας βιολογικών ειδών και βιοτόπων (NATURA). Η ταύτιση της φύσης με την βιοποικιλότητα παραμελεί το καίριο ζήτημα του τοπίου. Ένας νόμος-πλαίσιο (1986) πρόβλεπε ορθολογική και σαφή διαδικασία για την προστασία της φύσης και του τοπίου, αλλά αντικαταστάθηκε από αλλεπάλληλους άλλους νόμους τα τελευταία 30 χρόνια, αυξάνοντας την σύγχυση του κοινού και τις κοινωνικές αντιθέσεις. Ελάχιστα Εθνικά Πάρκα ιδρύθηκαν με κανονική διαδικασία, ενώ το τοπίο, εξαίρετο ή καθημερινό, αγνοήθηκε. Οι πολλές κατηγορίες φυσικών προστατευόμενων περιοχών, με δυσδιάκριτες διαφορές και ακατανόητα ονόματα, όπως Ειδικές Ζώνες Διατήρησης, Ζώνες Ειδικής Προστασίας, Περιοχές Προστασίας Οικοτόπων και Ειδών, Ζώνες Προστατευόμενων Φυσικών Σχηματισμών, δεν βοηθούν τους κατοίκους των περιοχών να καταλάβουν τους λόγους των απαγορεύσεων.

Η αρχιτεκτονική προσέγγιση στόχευσε στην εκτός σχεδίου δόμηση, ζητώντας την πλήρη κατάργησή της. Παραβλέπει ότι ακριβώς η μεγάλη ελκυστικότητα του τοπίου δημιουργεί τόσο σε ντόπιους όσο και σε ξένους την ακατανίκητη επιθυμία να απολαύσουν κατοικίες κοντά στην απέραντη ακτογραμμή ή γενικώς στην φύση. Αν εξαιρεθούν  τα ΤΙΦΚ, τα δάση, οι αιγιαλοί και κάποιες καλλιέργειες, καλαίσθητες κατοικίες αυστηρών προδιαγραφών μπορούν κάλλιστα να εντάσσονται αρμονικά στο αγροτικό τοπίο. Η προστασία ενός δυναμικά εξελισσόμενου συστήματος καταντά ουτοπία, αν αγνοηθούν υπαρκτές κοινωνικές τάσεις και δυνατότητες. Η κάθε κοινωνία έχει περιορισμένα όρια ανοχής στην επιβολή κανόνων, ιδίως εφόσον δεν προκύπτουν από την ίδια. Όταν λείπουν η κοινωνική ωριμότητα και η κατανόηση, οι απαγορεύσεις προσλαμβάνονται ως επιβολή ξενόφερτων απόψεων πάνω στις τοπικές κοινωνίες.  Η αντιμετώπιση γίνεται αρνητικότερη, όταν ακυρώνονται προσδοκίες άμεσων κερδών που αποτελούν συχνά καρπούς μιας άναρχης και "φτηνής" τοπικής ανάπτυξης.  

Τέτοιες στάσεις εμφανίζονται συχνά απέναντι σε προσπάθειες χωροταξικού σχεδιασμού ή περιορισμού της δόμησης. Μεγάλο μέρος του χώρου βρίσκεται έξω από την σφαίρα της οικονομίας και δημιουργεί προσδοκίες. Όταν μεγάλες εκτάσεις γης ανήκουν στο Δημόσιο, διευκολύνονται μεν οι τυπικές διαδικασίες επιβολής περιορισμών, αλλά στην πράξη ενθαρρύνονται οι ελπίδες μικροϊδιοκτητών για ανεξέλεγκτη εκμετάλλευση του εκτεταμένου δημόσιου χώρου. Αντίθετα με τις πολλές μικρές ιδιοκτησίες, η ύπαρξη μεγάλων ιδιωτικών κτημάτων θα διαμόρφωνε ένα ευνοϊκότερο πλαίσιο προστασίας του τοπίου.

Στο τοπίο παρατηρούνται βραδείες ανθρωπογενείς μεταβολές, όταν αλλάζουν τρόποι παραγωγής. Παραδείγματα, η δάσωση χωραφιών ή βοσκοτόπων που έχουν πάψει να χρησιμοποιούνται, η κατάρρευση αναβαθμίδων μετά από παύση της καλλιέργειας, η εξαφάνιση φυτοφρακτών μετά από αναδασμό, η δόμηση αγροτικής γης με σταδιακή ανάπτυξη νόμιμης ή αυθαίρετης παραθεριστικής κατοικίας. Η διατήρηση τοπίων με κανονιστικές διατάξεις, χωρίς ταυτόχρονη διατήρηση του απερχόμενου τρόπου παραγωγής, είναι δύσκολη και εφικτή μόνο σε μικρή κλίμακα. Έτσι, η εμμονή σε μια γενική κατάργηση της εκτός σχεδίου δόμησης αποδεικνύεται αναποτελεσματική.

 

Ανορθολογισμοί

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ανορθολογισμού η περίπτωση του Σχινιά Μαραθώνα. Παράκτιο τοπίο ιδιαίτερης οικολογικής, πολιτιστικής και αισθητικής αξίας το οποίο, μετά από χρόνια υποβάθμιση, αναβαθμίσθηκε με τεχνικό έργο. Στον Σχινιά συνυπάρχουν υγρότοπος γλυκού, υφάλμυρου και αλμυρού νερού, αμμοθίνες με δάσος κουκουναριάς και χαλεπίου πεύκης, απάτητη βραχώδης χερσόνησος με mεσογειακή βλάστηση, υποθαλάσσιος βυθός με Ποσειδωνία, εξαιρετική βιοποικιλότητα, κλασσικό παράκτιο Αττικό τοπίο και περίφημος αρχαιολογικός τόπος. Επί δεκαετίες ασκήθηκαν επίμονες ανθρωπογενείς πιέσεις, με αποστραγγίσεις, στρατιωτικές εγκαταστάσεις, τοξική ρύπανση, λειτουργία αεροδρομίου, μοτοκρός, διάνοιξη δρόμων, ανεξέλεγκτη κίνηση και στάθμευση αυτοκινήτων, απόρριψη μπάζων,  κυνήγι, αυθαίρετες κατασκευές. Η προστασία του φαινόταν αδύνατη μέχρι την δεκαετία του ’90, λόγω υψηλού κόστους και τοπικών αντιθέσεων. Χάρη όμως στους Ολυμπιακούς Αγώνες (2004), πραγματοποιήθηκε ένα σύνθετο επιστημονικό πρόγραμμα επιστροφής του νερού και αποκατάστασης του τοπίου μέσω Κωπηλατοδρομίου και Εθνικού Πάρκου, με αισθητική, οικολογική, πολιτιστική, κοινωνική, αθλητική, πολιτική, οικονομική και τεχνολογική διάσταση. Η κατάργηση χρόνιων επιβλαβών  δραστηριοτήτων δημιούργησε ελκυστικό χώρο περιβαλλοντικής εκπαίδευσης και γνωριμίας με την φύση, για 4 εκατομμύρια κατοίκους της Αττικής. Ωστόσο, από την αρχή υπήρξε αντίθεση της τοπικής κοινωνίας, με την Τοπική Αυτοδιοίκηση να τηρεί αρνητική έως ουδέτερη στάση, συμπλέοντας με παντοειδείς προσδοκίες διαφόρων αγροτών, βοσκών, κυνηγών, ακόμα και παράνομων επιχειρηματιών ή κερδοσκόπων γης. Το εντυπωσιακότερο όμως, οι περισσότερες μη κυβερνητικές οργανώσεις προστασίας περιβαλλοντικών και αρχαιολογικών αγαθών εξέφρασαν ανυποχώρητη αντίθεση στο όλο εγχείρημα, με το σκεπτικό ότι ένα τεχνικό έργο δεν μπορεί να ωφελήσει το τοπίο. Παραδόξως, αγνόησαν τις επιστημονικές εκτιμήσεις και απέρριψαν την δυνατότητα ανατροπής πραγματικών απειλών που θα κατέληγαν σε πλήρη καταστροφή του εξαίρετου τοπίου. Ακόμα και μετά την επιτυχή πραγματοποίηση του έργου, εξακολούθησαν να κρατούν επιφυλακτική στάση έναντι του Πάρκου. Τελικά, ενώ σήμερα το φυσικό τοπίο του Σχινιά είναι το καλλίτερο των τελευταίων 100 ετών, η τοπική κοινωνία δυσκολεύεται να προσαρμοσθεί στους περιορισμούς, η μέριμνα του τοπικού πληθυσμού για το περιβάλλον παραμένει μικρή και λείπει η ενεργή υποστήριξη από δυνητικούς χρήστες. Το τοπίο βρίσκεται σε καλή κατάσταση, μόνο επειδή οι μη αναστρέψιμες τεχνικές κατασκευές εξασφάλισαν την διατήρησή του και δίνουν χρονικό περιθώριο στην μακροπρόθεσμη προσπάθεια προστασίας.

Στην περίπτωση των αιολικών πάρκων, παρόμοιες αντιλήψεις συνεχώς ξεσηκώνουν κινήματα κατά των ανεμογεννητριών. Αγνοούν ότι χωρίς ραγδαία ανάπτυξη αιολικής ενέργειας, η κλιματική αλλαγή θα υποβαθμίσει καίρια τα τοπία. Όπως και στον Σχινιά, παραβλέπουν την απειλή να κυριαρχήσουν ανεξέλεγκτες λαϊκές δραστηριότητες, με νόμιμα ή αυθαίρετα εξαμβλώματα, αλόγιστη διάνοιξη δευτερευόντων δρόμων, σκουπίδια παντού. Αρνούνται μια οργανωμένη αναπτυξιακή πορεία που, εφόσον γίνει με επιστημονική παρακολούθηση, μπορεί να τακτοποιήσει τα περιβαλλοντικά ζητήματα και να προωθήσει μια θετική αισθητική εξέλιξη του τοπίου.

 

Απειλές και δυναμικές εξέλιξης

Το εξαίρετο και το ελκυστικό «καθημερινό» τοπίο συνιστούν σπουδαίο πόρο για ποιοτικό τουρισμό, καλλίτερη ποιότητα ζωής και προσέλκυση επιχειρήσεων. Αλλοιώσεις στο «καθημερινό» τοπίο δεν προκαλούνται τόσο από οργανωμένες δραστηριότητες, όσο από αυθαίρετη ή ακαλαίσθητη παραθεριστική και τουριστική δόμηση, διανοίξεις ορεινών ή παράκτιων δρόμων, καταλήψεις παραλιών, αποστράγγιση υγροτόπων, δασικές πυρκαγιές για βόσκηση ή οικοπεδοποίηση, αλόγιστη εκμετάλλευση φυσικών πόρων, όπως επιφανειακές εξορύξεις ή υπερβόσκηση. Εξάλλου, ταχείες αλλαγές στο τοπίο  προκαλούνται από απαραίτητα τεχνικά έργα, όπως αυτοκινητοδρόμοι, λιμάνια, αεροδρόμια, φράγματα, και απαιτούν επανορθωτικά ή αντισταθμιστικά μέτρα. Αντίθετα, οργανωμένες παραγωγικές δραστηριότητες, όπως αιολικά ή φωτοβολταϊκά πάρκα, ιχθυοκαλλιέργειες, τουριστικές εκμεταλλεύσεις, παρά τις θορυβώδεις αντιδράσεις, μπορούν κάλλιστα να εναρμονισθούν με το τοπίο.

Το τοπίο δεν είναι στατικό. Διαμορφώθηκε σε μεγάλο ποσοστό από παλιές πυρκαγιές, εκχερσώσεις, αποστραγγίσεις, διευθετήσεις, που συνδυάστηκαν με καλλιέργειες, βόσκηση ή κατασκευές.  Παραδοσιακοί αμπελώνες και ελαιώνες, αναβαθμίδες, ορθολογική υλοτομία αποτελούν υποδείγματα συνύπαρξης ανθρώπου-φύσης. Η εσωτερική δυναμική ενός τοπίου, μαζί με σύγχρονες επιμελημένες ανθρωπογενείς αλλαγές παράγουν μια φυσιολογική εξέλιξη.

 

Για να μάθετε περισσότερα:

European Landscape Convention (2000). Council of Europe

Μ. Μοδινός και Η. Ευθυμιόπουλος (1999). Η Φύση στην Οικολογία, Στοχαστής/ΔΙΠΕ, Αθήνα

Κ. Χατζημπίρος (2020). Το Τοπίο στην Ελλάδα: Αξίες και Ασυνέπειες. Πρακτικά συνεδρίου Γαλλία-Ελλάδα: ανταλλαγή εμπειριών στο χωροταξικό σχεδιασμό, Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών

https://rm.coe.int/landscape-dimensions-reflections-and-proposals-for-the-implementation-/1680714487

https://filotis.itia.ntua.gr/

 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.