Σύνδεση συνδρομητών

Ο πρώτος άνθρωπος

Κυριακή, 02 Μαϊος 2021 07:27
Όλη την επόμενη μέρα περιπλανιόταν...
Πέννυ Νουτσοπούλου
Όλη την επόμενη μέρα περιπλανιόταν...

Διήγημα. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 117, Μάρτιος 221.

Παραμέριζε ξύλα, στριμωχνόταν ανάμεσα σε κομμάτια μπετόν απ’ όπου εξείχαν στρεβλά σίδερα, κι ανέβαινε προς το φως της μέρας. Προτού αναδυθεί, είδε ένα χέρι, λευκό στο μισοσκόταδο των ερειπίων. Το σώμα της γυναίκας ήταν καταπλακωμένο, φαινόταν μόνο το χέρι της και η άκρη ενός σκονισμένου μανικιού. Το κράτησε για λίγο. Μπορεί να ’ταν νεκρή, όμως η απαλή της χούφτα του φάνηκε να είναι ζωντανή ακόμα· την ένιωσε να του ψιθυρίζει θλιμμένα λόγια στη γλώσσα της αφής, ώσπου δεν άντεχε πια άλλο να την ακούει και συνέχισε ν’ ανεβαίνει.

Τελικά βγήκε στην κορυφή των χαλασμάτων, προσπάθησε να σταθεί και σωριάστηκε.

Δεν θυμόταν τίποτα: ούτε ποιος ήταν, ούτε γιατί βρισκόταν εκεί,  σ’ αυτόν τον τόπο της απόλυτης ερήμωσης, ούτε τι ’ταν εκεί που βρισκόταν. Και έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον, ψιθύρισε· χουν από της γης, και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής. Όμως, τι σήμαινε αυτή η φράση; Ήταν σαν κομμάτι που αποκολλήθηκε από έναν σκοτεινό βυθό κι ανέβηκε ως τη μονότονη, άδεια επιφάνεια της μνήμης του.

Ποιος ήταν ο Θεός και ποιον άνθρωπο έπλασε;

Εμένα; αναρωτήθηκε.

Εμένα;

Καθιστός στα χαλάσματα, περιεργάστηκε τον εαυτό του: τα σκονισμένα του παπούτσια, τα σχισμένα του μπατζάκια πάνω από τα πληγιασμένα του πόδια, το πουκάμισό του που είχε κι αυτό σχισίματα στην κοιλιά και στα μανίκια, κι από μέσα πληγές έλαμπαν κόκκινες στο κορμί του και στα χέρια του· κι έπειτα ψηλάφισε το πρόσωπό του: τα σκασμένα χείλη που είχαν τη γεύση του σοβά, τη μύτη, τα ζυγωματικά, το κούτελο – όμως η αφή του, που πρωτύτερα είχε συνομιλήσει με το χέρι της νεκρής γυναίκας, δεν του είπε τώρα τίποτα για τον εαυτό του. Η όψη του ήταν βουβή και τ’ ακροδάχτυλά του και οι χούφτες του, αγγίζοντάς την, δεν άκουσαν λέξεις αλλά μονάχα μια νεκρική σιωπή.

Αν είχα έναν καθρέφτη, σκέφτηκε, όμως γύρω υπήρχε μόνο κομματιασμένο μπετόν.

Με τα πόδια του να τρέμουν κατέβηκε από το σωρό των ερειπίων, πατώντας προσεχτικά για να μην πληγωθεί κι άλλο.

Παραδίπλα ήταν ένας νεκρός. Μύγες βούιζαν αποπάνω του. Αίμα είχε τρέξει από το κεφάλι του και το ’χε πιει το χώμα. Υπήρχε στην εικόνα αυτού του άψυχου κορμιού ανείπωτη θλίψη, που η φωνή της ήταν το βούισμα των μυγών, ένας μονότονος παλμός σε συγχρονισμό με το παλλόμενο ανελέητο φως. Του φάνηκε αφύσικα λαμπερό αυτό το φως, αλλά μπορεί να ’φταιγε ότι πρωτύτερα ήταν στο μισοσκόταδο, στην καρδιά των ερειπίων. Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια και μικροί ήλιοι χόρεψαν μέσ’ από τα βλέφαρά του. Τ’ άνοιξε και για λίγο ήταν τυφλός. Τόσο φως, είχε ένα βάρος. Το ’νιωθε να τον πιέζει στους ώμους, στη ράχη. Το φως έχει βάρος άμα είσαι ζωντανός, σκέφτηκε. Ο νεκρός με την πληγή στο κεφάλι έδειχνε αβαρής, σαν να επέπλεε στη λιακάδα, αέρινος όπως το βουερό σύννεφο γύρω του. Έσκυψε, άπλωσε δισταχτικά το χέρι και του άγγιξε το αφτί. Η ύλη του ήταν πιο απόλυτη κι απ’ αυτήν μιας πέτρας ακόμα. Ένιωσε την τρομερή ύλη του πεθαμένου να περνά από τ’ ακροδάχτυλά του στο χέρι του, και το τράβηξε απότομα.

Ίσως όλα τα γκρεμισμένα χτίσματα γύρω του να ’χαν καταρρεύσει κάτω από το φως. Τόσον ήλιο δεν μπορούσε να τον αντέξει ούτε το οπλισμένο σκυρόδεμα.

Προχώρησε, όχι με τον ασυναίσθητο τρόπο του ανθρώπου που βαδίζει μηχανικά, αλλά προστάζοντας σε κάθε βήμα το κορμί του να το κάνει. Του φαινόταν πως το έδαφος αποκάτω του αναδευόταν ελαφρά στο ρυθμό που ’χε το βούισμα των μυγών πίσω του κι ο παλμός του φωτός.

Παρακάτω ένας σωλήνας είχε τρυπήσει και νερό ανάβρυζε.  Έπεσε στα γόνατα κι έπλυνε το πρόσωπό του. Ήπιε με τις χούφτες. Το νερό ήταν χλιαρό και βρόμικο, είχε χωμάτινη γεύση, που αντικατέστησε στο στόμα του αυτήν του σοβά. Προσπάθησε να σηκώσει το ένα μπατζάκι για να πλύνει τις πληγές στο πόδι του, μα δεν ανέβαινε πάνω από τη γάμπα· έτσι έβγαλε με προσοχή το πανταλόνι. Δεν τον πείραζε· η ερείπωση είχε κάνει τον δημόσιο χώρο ιδιωτικό. Καθώς έβγαζε το πανταλόνι, μια ακόμα εικόνα αποκολλήθηκε απ’ τον σκοτεινό βυθό της κενής του μνήμης. Αυτός ο ίδιος, ο ξένος εαυτός του, βρισκόταν σε μια μικρή αμμουδιά με λόφους από φύκια εδώ κι εκεί και ψηλούς βράχους γύρω, όπου φύτρωναν κρίταμα, γαϊδουράγκαθα και κίτρινα κι άσπρα λουλουδάκια, στο μυχό ενός όρμου. Έβγαζε όπως τώρα το πανταλόνι του, για να βουτήξει. Αυτή ήταν όλη η εικόνα, όμως εκείνη τη στιγμή αγάπησε κείνον τον ξένο γιατί από τον εαυτό του ήταν όλο κι όλο ό,τι ήξερε· γραπώθηκε αποπάνω του και τον αγκάλιασε στοργικά για να τον φυλάξει, γιατί του φάνηκε πως αυτός ο μοναχικός άνθρωπος στο μυχό του όρμου ήταν πιο ευαίσθητος κι από τα κίτρινα και τ’ άσπρα αγριολούλουδα, πως μπορούσε να χαθεί πιο εύκολα κι από κείνα ακόμα, κι άμα τον έχανε δεν θα ’ταν ξανά τίποτα ο ίδιος, ενώ τώρα ήταν κάποιος που κάποτε ξεντύθηκε σε μια έρημη αμμουδιά για να βουτήξει στη θάλασσα. Είχε ήδη μια ταυτότητα χάρη σ’ εκείνη τη μία μοναδική ανάμνηση. Αν όμως δεν είναι ανάμνηση; αναρωτήθηκε με αγωνία. Αν είναι μια φωτογραφία ή μια σκηνή από ταινία, που είδα κάποτε; Όμως η κίνησή του τώρα, μπροστά στο νερό που ανάβρυζε απ’ το σωλήνα, ήταν ολόιδια η κίνηση του ανθρώπου που ’βγαζε το πανταλόνι του μπροστά στη θάλασσα. Εγώ είμαι αυτός, μονολόγησε. Εγώ είμαι αυτός

Έπλυνε τα πόδια του και ξανάβαλε το κουρελιασμένο ρούχο. Έπειτα έβγαλε το πουκάμισό του, καθάρισε τις πληγές στο κορμί του, και το ξαναφόρεσε. Για λίγο στάθηκε, γιατί δεν ήξερε τι να κάνει και πού να πάει, κι ύστερα προχώρησε στην τύχη. Ο ήλιος τον ζάλιζε, και σκέφτηκε ότι θα ’πρεπε κάπως να καλύψει το κεφάλι του ειδάλλως θα πάθαινε ηλίαση. Στο δρόμο συνάντησε πολλούς πεθαμένους, ανάμεσά τους κι έναν με πάνινο καπέλο. Δίστασε· έπειτα το πήρε και το φόρεσε. Επειδή ο ίδιος δεν ήταν κάποιος, του φάνηκε ότι παίρνοντας το καπέλο του νεκρού του ’κλεβε κάτι από την ταυτότητά του, γι’ αυτό είχε διστάσει. Όμως προείχε να μην αρρωστήσει. Ακόμα κι αν δεν είμαι κανένας, σκέφτηκε, τουλάχιστον είμαι ζωντανός, κι αυτό είναι κάτι.

Ο νεκρός είχε φαρδύτερο κεφάλι· το καπέλο ήταν χαλαρό στο δικό του και του ’πεφτε χαμηλά πάνω από τα μάτια.

Πιο κάτω, ανάμεσα στα ερείπια ψηλότερων ή χαμηλότερων χτισμάτων, ήταν ένα μισοκατεστραμμένο κουρείο. Μπήκε μέσα. Ήταν έρημο – θα ’ταν κλειστό, χωρίς τον κουρέα και χωρίς πελάτες, όταν έγινε… Τι πράγμα; αναρωτήθηκε. Τι πράγμα έγινε; Όπως έπρεπε να δεχτεί τον εαυτό του χωρίς εαυτό, έτσι έπρεπε να δεχτεί κι ό,τι είχε γίνει, κι ας μην ήξερε τι μπορεί να ’ταν αυτό κι ας μην το μάθαινε ίσως ποτέ. Τουλάχιστον είμαι ζωντανός, κι αυτό είναι κάτι, επανέλαβε την επωδό του.

Ήταν κάτι, μα δεν έφτανε, γι’ αυτό μπήκε στο ερειπωμένο κουρείο παραμερίζοντας ξύλα κι άλλα μπάζα. Οι καρέκλες των πελατών ήταν άσπρες απ’ τους σοβάδες κι ο καθρέφτης είχε σπάσει, όμως ένα κομμάτι του, χαμηλά, είχε μείνει στη θέση του. Έπρεπε να σκύψει για να κοιταχτεί. Έσκυψε.

Περιεργάστηκε κείνη τη λεπτή ίσια μύτη, τα ρουφηγμένα μάγουλα, τα ξεραμένα άχρωμα χείλια. Ήταν το πρόσωπο ενός ξένου. Έπειτα το ψηλάφισε όλο, αργά, μήπως ο συνδυασμός εικόνας και αφής ξυπνούσε κάποια μνήμη. Βλέποντας στον σπασμένο καθρέφτη το χέρι του να ψηλαφεί το πρόσωπό του, του φάνηκε ακόμα πιο ξένο, γιατί τώρα δεν ήταν μονάχα ένας άγνωστός του αυτός που τον κοιτούσε στο σκονισμένο γυαλί, αλλά τον έψαυε κιόλας το χέρι ενός αγνώστου.

Το μόνο πράγμα που του φάνηκε οικείο στην εικόνα του ήταν το καπέλο του πεθαμένου.

Τουλάχιστον τώρα θα ξέρω πώς δείχνει το πρόσωπό μου, σκεφτόταν καθώς έβγαινε απ’ το κουρείο· μα έπειτα σκέφτηκε απελπισμένος ότι αυτή ήταν μια άχρηστη γνώση εντέλει, γιατί χρειάζεται να αναγνωρίζεις την όψη όλων των άλλων, ενώ εσύ ο ίδιος, κι ας μη δεις ποτέ την όψη σου, πρέπει να ξέρεις ποιος είσαι.

Ποιων άλλων; αναρωτήθηκε. Ποιοι είναι οι άλλοι; Είχα ποτέ οικογένεια – μια γυναίκα, παιδιά; Ζουν; Είναι νεκροί;

Παραπαίοντας, προχώρησε στον ήλιο, με το πρόσωπό του κρυμμένο το μισό στη σκιά του καπέλου.

Στο δρόμο συνάντησε κι άλλους πεθαμένους, και μια δυο φορές του φάνηκε ότι είδε από μακριά κάποιον ζωντανό να στέκεται ασάλευτος ή ίσως να βαδίζει, δεν ήταν βέβαιος. Ήταν απλώς φευγαλέες αχνές φιγούρες, άυλες σχεδόν, που τρεμούλιαζαν μες στο φως, πλάι στους σωρούς των ερειπίων.

Βρήκε ένα μπακάλικο που ήταν μονάχα μισοκατεστραμμένο, σαν το κουρείο, και μπήκε μέσα. Κι αυτό ήταν έρημο. Ό,τι συνέβη, θα έγινε αργά τη νύχτα, όταν τα πάντα ήταν κλειστά, σκέφτηκε· την ώρα που όλοι βρίσκονταν στα σπίτια τους και οι πιο πολλοί κοιμόνταν.

Από τα γκρεμισμένα ράφια πήρε μια σκονισμένη κονσέρβα, την άνοιξε κι έφαγε με τα δάχτυλα. Άνοιξε ακόμη μια κι έφαγε τη μισή. Ύστερα πήρε άλλες δυο κονσέρβες και τις έβαλε στις τσέπες του. Χρειαζόταν πολύ λίγα –φαΐ και νερό–, τώρα που δεν ήξερε πλέον ποιος ήταν. Για να ’χει άλλες ανάγκες έπρεπε να είναι κάποιος. Χορτάτος, βγήκε στον ήλιο ξανά και στάθηκε. Βρέθηκε πάλι αντιμέτωπος με το ίδιο δίλημμα. Πού θα πήγαινε τώρα; Παρακεί, μια κοπέλα ήταν πεσμένη, βαστώντας το πεθαμένο της λευκό σκυλάκι, ένα βρόμικο κουρέλι τώρα, μες στη νεκρή της αγκαλιά. Κάθισε στο κατώφλι του ερειπωμένου μπακάλικου και δεν δοκίμασε να σηκωθεί ξανά. Δεν ήθελε να πάει κάπου, κι ούτε είχε κάπου να πάει. Κάποια στιγμή πείνασε· έβγαλε τη μια κονσέρβα από την τσέπη του κι έφαγε. Ύστερα δίψασε, αλλ’ είχε φροντίσει να ’χει δίπλα του μπουκάλια νερό από το ερειπωμένο μπακάλικο, έτσι δεν χρειαζόταν να σηκωθεί. Άνοιξε ένα μπουκάλι και ξεδίψασε.  Όταν βράδιασε, τον πήρε ο ύπνος με το κεφάλι γερμένο στην παραστάδα της πόρτας. Ξύπνησε αργά τη νύχτα. Κρύωνε. Δεν σηκώθηκε, απλώς μαζεύτηκε και περίμενε, ώσπου τον ξαναπήρε ο ύπνος.

***

Τα παπούτσια του ήταν σχισμένα και τσακισμένα, και με το περπάτημα πλήγιασαν τα πόδια του. Τώρα κούτσαινε και σε λίγο δεν θα μπορούσε πια να βαδίσει καθόλου· έτσι στάθηκε μπροστά στο ερείπιο ενός καταστήματος υποδημάτων. Από τη μια μεριά, της πόρτας, η σκεπή είχε πέσει, αλλά το μισό μαγαζί υπήρχε ακόμα, και μπορούσε να μπει απ’ τη βιτρίνα προσέχοντας να μην κοπεί. Πήρε μια πέτρα κι έσπασε σ’ ένα σημείο ό,τι γυαλιά εξείχαν σαν κοφτερά δόντια από το πλαίσιο της βιτρίνας. Δεν θυμόταν το νούμερό του, έτσι πήρε απ’ τα γκρεμισμένα ράφια τέσσερα κουτιά με άλλο νούμερο παπούτσια το καθένα· κάθισε στο κράσπεδο του κομματιασμένου πεζοδρομίου και τα δοκίμασε ένα ένα. Ήταν δετά και τα τέσσερα. Η κίνηση των δαχτύλων του, καθώς έδεναν τα κορδόνια, ήταν η επανάληψη χιλιάδων λησμονημένων φορών που αυτός ο ίδιος είχε δέσει με τούτον τον τρόπο κάποια κορδόνια – και δένοντάς τα ένιωσε κοντά στον άγνωστο εαυτό του. Αν δεν με θυμάμαι εγώ, σκέφτηκε, τουλάχιστον με θυμούνται τα δάχτυλά μου.

Διάλεξε ένα ζευγάρι μαύρα παπούτσια, το δεύτερο που ’χε δοκιμάσει από τα τέσσερα, τα φόρεσε, σηκώθηκε κι άρχισε να περπατά νιώθοντας περίεργα, όπως νιώθει πάντοτε περίεργα κάποιος, όταν πρωτοφοράει ένα ζευγάρι καινούρια παπούτσια. Όποτε κοιτούσε χαμηλά όμως τώρα, του φαινόταν πως ήταν δύο αταίριαχτοι άνθρωποι: ένας ρακένδυτος από τους αστραγάλους και πάνω, κι ένας άλλος που τα ολοκαίνουρια παπούτσια του λαμποκοπούσαν στο φως.

Είχε κάποια ώρα που προχωρούσε, και πια είχε αρχίσει να συνηθίζει τα παπούτσια του –την αίσθησή τους καθώς και την όψη τους–, όταν ένας άντρας πετάχτηκε μπροστά του και τον άρπαξε απ’ το χέρι.

«Έλα να με βοηθήσεις! Έλα!» είπε.

Ο άντρας είχε ένα κόψιμο στο κεφάλι. Τον ακολούθησε.

«Είναι θαμμένοι όλοι αποκάτω. Βοήθα με!»

Για πολλές ώρες πάλευαν μάταια μες στο λιοπύρι να μετακινήσουν μεγάλα κομμάτια μπετόν από ένα σωρό. Ο ιδρώτας ήταν τσουχτερός στα μάτια και στα χείλια τους. Πού και πού σταματούσαν, αλλά έπειτα ο πληγωμένος αντλούσε δύναμη απ’ την απελπισία του και ξανάρχιζε να τραβά και να σπρώχνει, κι ύστερα πολεμούσαν μαζί και οι δύο, όμως ήταν ανώφελο. Το κόψιμο του ανθρώπου ήταν βαθύ. Κάποια στιγμή σωριάστηκε παραζαλισμένος· έκανε να σηκωθεί, παραπάτησε κι έπεσε ξανά.

Πλέον, δεν είχε τι άλλο να κάνει εκεί, έτσι άφησε μισολιπόθυμο τον άντρα και προχώρησε. Όταν κοιτούσε χαμηλά τώρα, δεν είχε τίποτε αταίριαχτο πάνω του. Τα καινούρια του παπούτσια ήταν σκονισμένα και τσακισμένα σαν τα παλιά.

***

Θα έμενε κι άλλη νύχτα έξω, εκτεθειμένος στο κρύο, αλλά στάθηκε τυχερός. Βρήκε ένα γραφείο τελετών που είχε πάθει λιγοστές ζημιές μόνο, και μπήκε. Στο πίσω δωμάτιο υπήρχε ένα κρεβάτι, όπου κάποιες φορές λαγοκοιμόταν ο ιδιοκτήτης τις ατελείωτες ώρες της αναμονής, κι ένα φέρετρο μ’ έναν ταριχευμένο νεκρό. Η κηδεία του θα ’χε προγραμματιστεί για το προηγούμενο πρωί, αλλά στο μεταξύ η πόλη είχε μετατραπεί όλη σ’ ένα απέραντο νεκροταφείο, και τώρα αυτός ήταν ίσως ο μόνος νεκρός που δεν περίμενε αφρόντιστος να ταφεί, σωριασμένος στους δρόμους και στα ερείπια μέσα σε σύννεφα από μύγες, αλλά κοιμόταν χωρίς ανάσα, καλοντυμένος, χτενισμένος, με περιποιημένη όψη. Ακουμπισμένη σ’ ένα τραπεζάκι παραδίπλα ήταν η κορνιζαρισμένη φωτογραφία του νεκρού, ενός πιο νεανικού εαυτού του, κι εκείνου του φάνηκε πικρή ειρωνεία, ότι ο άνθρωπος μέσα στο φέρετρο είχε μια ανάμνηση να τον συντροφεύει, ενώ αυτός κι ας ήταν ζωντανός δεν είχε καμία.

Έβγαλε τα παπούτσια του και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Στην αρχή νόμιζε πως δεν θα τον έπαιρνε ο ύπνος, κι είχε μάλιστα την παράλογη αίσθηση πως, αν αφουγκραζόταν, ίσως άκουγε τον πεθαμένο να του ψιθυρίζει· αλλά εκεί που ήταν ξύπνιος βρέθηκε ξάφνου να κοιμάται βαθιά.

***

Όλη την επόμενη μέρα περιπλανιόταν ανάμεσα στα ερείπια. Δεν είχε τι άλλο να κάνει. Όποτε ένιωθε κούραση καθόταν, όποτε πεινούσε έβρισκε κάτι να φάει κι έτρωγε, όποτε διψούσε έβρισκε νερό να πιει, άλλοτε βρόμικο κι άλλοτε πιο καθαρό. Ο αέρας ήταν βαρύς, ασάλευτος, βάραινε κι άλλο με το αμείλιχτο φως και μύριζε θάνατο. Το λιοπύρι, η θανατίλα και η άπνοια ανακατώνονταν σε μια θολή ύλη που τύλιγε τον άνθρωπο και τον έπνιγε. Έσερνε σαν κατάδικος τη σκιά του από τον έναν σκονισμένο δρόμο στον άλλον, ώσπου βρέθηκε μπροστά σε μια εκκλησία που ήταν μισογκρεμισμένη μονάχα· είχαν πέσει το καμπαναριό κι ο ένας τρούλος, αλλά η υπόλοιπη έστεκε ακόμα, με ρωγμές στους τοίχους. Μπήκε μέσα. Με τη χούφτα καθάρισε όσο καλύτερα μπορούσε από τη σκόνη ένα σημείο σ’ έναν πάγκο και κάθισε. Τώρα φορούσε καινούριο πανταλόνι και δεν ήθελε να το λερώσει. Και το πουκάμισό του, με τις σκούρες κηλίδες από ιδρώτα στην πλάτη και τις μασχάλες, ήταν καινούριο· μόνο τα παπούτσια του ήταν παλιά και σκονισμένα. Κοίταξε στους ραγισμένους τοίχους γύρω τις ζωγραφιστές μορφές. Είχαν λεπτή ίσια μύτη και ρουφηγμένα μάγουλα. Θυμήθηκε την όψη του στον σπασμένο καθρέφτη στο κουρείο. Θα μπορούσα να ’μαι κι εγώ ένας απ’ αυτούς, σκέφτηκε. Έχω ίδια μύτη, ίδια μάγουλα, ίδια λεπτά χείλια, ίδιο πλατύ μέτωπο. Δεν είχε παρά να διαλέξει ένα από τα ονόματα που ήταν γραμμένα δίπλα στις μορφές και, πια, θα ήταν αυτός. Αλλά ποιο; Σηκώθηκε, πλησίασε στον τοίχο κι άρχισε να ψιθυρίζει ένα ένα τα ονόματα, περιμένοντας μήπως κάποιο ηχούσε οικείο. Όλα όμως του φαίνονταν γνώριμα και ξένα, και δεν μπορούσε ν’ αποφασίσει ποιο θα ’ταν το πιο κατάλληλο για τον εαυτό του, έτσι κάθισε ξανά στον πάγκο, μες στη σιωπή της ερειπωμένης εκκλησίας.

Αργότερα, όταν είχε πια βγει έξω και περιπλανιόταν ξανά, στάθηκε τυχερός. Βρήκε μια οικογένεια που το σπίτι της είχε υποστεί σοβαρές ζημιές αλλά δεν είχε πέσει, κι ούτε είχε πάθει κανείς τους κάτι, εκτός από μικροτραυματισμούς. Ο ένας τοίχος είχε γκρεμιστεί, κι όταν περνούσε απέξω τους είδε να ’χουν καθίσει στο τραπέζι για να φάνε βραδινό. Κι ας ήταν η τραπεζαρία εκτεθειμένη σε κοινή θέα, ήταν περιποιημένη: σκουπισμένη, με τα μπάζα μαζεμένα στη μια γωνία. Τον είδαν να περνάει και τον κάλεσαν. Μπορούσε να μπει κατευθείαν από την τρύπα στον τοίχο, αλλά προτίμησε να σταθεί στο κατώφλι για να του ανοίξουν, σαν κανονικός επισκέπτης. Είδε πως ήταν πλυμένοι όλοι και φορούσαν καθαρά ρούχα. Ντράπηκε, που ήταν αξύριστος, βρόμικος κι αναμαλλιασμένος, και τα σκονισμένα του παπούτσια τον έκαναν να αισθάνεται αμήχανα – αλλά δεν φαίνονταν ευτυχώς κάτω απ’ το τραπέζι, όταν κάθισε, και τουλάχιστον το πανταλόνι του και το πουκάμισό του, κι ας είχαν πάνω μεγάλες κηλίδες ιδρώτα, ήταν σχετικά καθαρά.

Δεν ήξεραν τι είχε συμβεί. Ήταν τρομερή συμφορά, αλλά αν μη τι άλλο είχαν ο ένας τον άλλον. Το όνομα του καθενός και η όψη του ήταν μια παρηγοριά για τους υπόλοιπους. Τον ρώτησαν ό,τι θα ρωτούσε κανείς έναν ξένο άμα τον καλούσε στο τραπέζι του, όμως δεν ήξερε τι να τους πει. Ύστερα του πρότειναν να τον φιλοξενήσουν, να μείνει εκεί το βράδυ· αλλά αρνήθηκε. Περιπλανήθηκε λίγο ακόμα, και τη νύχτα κοιμήθηκε σ’ ένα ερειπωμένο στεγνοκαθαριστήριο, μες στη μυρωδιά χημικού καθαριστικού, συντροφιά με σακάκια και πανταλόνια μέσα σε σελοφάν.

***

Τη βρήκε μπροστά σ’ ένα σωρό από ερείπια, καθισμένη σε μια ξύλινη παιδική καρέκλα. Δεν θα ’ταν μεγαλύτερη από έξι χρονών. Φορούσε ένα κουρελιασμένο φουστάνι, είχε σχισίματα στα χέρια και στα πόδια, και τα μαλλιά της ήταν σκονισμένα. Τα δάκρυα είχαν χαράξει αυλάκια στα βρόμικα μάγουλά της. Έδειχνε πεινασμένη κι αφυδατωμένη.

Είχε δυο κονσέρβες στις τσέπες του και κρατούσε ένα μπουκάλι μισογεμάτο με ζεστό νερό. Της έδωσε να πιει, έπειτα της καθάρισε το πρόσωπο κι άνοιξε τη μια κονσέρβα. Το κορίτσι έφαγε με τα δάχτυλα. Όταν άπλωσε ύστερα το χέρι του να πιάσει το δικό της, εκείνη δίστασε στην αρχή, αλλά μετά έβαλε τα μικρά της δάχτυλα μέσα στη χούφτα του. Η αίσθηση, με το που την πήρε από το χέρι, τον συντάραξε, γιατί ένιωσε μεμιάς, τότε, ότι ήταν αναρίθμητες οι φορές που ’χε πιάσει έτσι ένα παιδικό χέρι. Αυτό ήταν το πιο τρομερό απ’ όσα είχε νιώσει αφότου είχε αναδυθεί στο φως της μέρας μέσ’ από το σωρό των ερειπίων – αυτό, το να ξέρει πως είχε σφίξει ξανά και ξανά, έτσι, το χέρι ενός παιδιού, και να μην ξέρει ποιανού παιδιού το χέρι ήταν. Ήμουν πατέρας; σκέφτηκε. Είχα παιδί; – παιδιά; Ήθελε να τραβήξει το χέρι του, να απαλλαγεί από τούτη την αίσθηση που έκανε την απουσία μνήμης να μοιάζει αδιανόητη· αλλά δεν τόλμησε να το κάνει, γιατί τώρα αυτό το παιδικό χέρι ήταν όλο κι όλο ό,τι τον έδενε με το ανύπαρκτο παρελθόν του, και το να τ’ αφήσει θα ’ταν σαν θάνατος. Έτσι, συνέχισε να κρατάει το κορίτσι και μαζί προχώρησαν μες στο λιοπύρι, ανάμεσα στα ερείπια.

Στην αρχή δεν του μιλούσε, και νόμισε πως ήταν μουγγή. Όμως του έσφιγγε το χέρι και δεν τ’ άφηνε. Τριγύρισαν στους δρόμους. Αυτός αναζητούσε ένα μαγαζί με παιδικά ρούχα που να μην ήταν ολότελα ρημαγμένο κι εκείνη απλώς τον ακολουθούσε αμίλητη. Τελικά βρήκαν ένα, αλλά χρειάστηκε να τη μαλώσει για να πειστεί η μικρή να του αφήσει για λίγο το χέρι και να τον περιμένει έξω όσο αυτός θα έψαχνε για κάποιο φουστάνι. Βγήκε με τρία φουστάνια κρεμασμένα στον πήχη του, τα έριξε στον ώμο του και της έβγαλε προσεχτικά το κουρέλι που φορούσε. Το κορμί της ήταν υποσιτισμένο από τις τρεις μέρες που είχε μείνει άφαγη. Καθάρισε όσο καλύτερα μπορούσε τις πληγές της πρώτα με νερό κι έπειτα μ’ οξυζενέ, που το ’χε βρει σ’ ένα ερειπωμένο φαρμακείο και το ’χε στην τσέπη του. Την έτσουξε, αλλά η μικρή δεν είπε τίποτα, και στα μάτια της ίσα που φάνηκε η λάμψη από δάκρυα που δεν κύλησαν. Τελικά αποφάσισε ότι της πήγαινε περισσότερο ένα κόκκινο με λευκά λουλούδια. «Σ’ αρέσει;» τη ρώτησε.

Αργότερα βρήκαν ένα κατάστημα υποδημάτων – αντρικών, γυναικείων, παιδικών. Μπορεί να ήταν το ίδιο μ’ εκείνο όπου είχε πάρει τα παπούτσια του, και μπορεί όχι. Δεν ήταν σίγουρος. Τώρα ήξερε πλέον ποιο ήταν το νούμερό του, αλλά βγήκε πάλι με τέσσερα κουτιά. Τα παπούτσια στα τρία ήταν παιδικά. Κάθισαν στο κράσπεδο, έβαλε τα δικά του κι έπειτα δοκίμασε στη μικρή ένα ένα τα τρία ζευγάρια. Το καλύτερο ήταν ένα ζευγάρι κόκκινα με αγκράφα. Όταν είχαν φορέσει πια τα καινούρια τους παπούτσια, συνέχισαν να κάθονται, με τα πόδια τους πλάι πλάι να λαμποκοπούν στον ήλιο.

***

Είχαν κοιμηθεί αγκαλιασμένοι και τώρα, προχωρώντας ξανά, πέρασαν μπροστά από τη θρυμματισμένη βιτρίνα ενός μισογκρεμισμένου παιχνιδάδικου, όπου μπάζα ήταν ανάκατα με παιχνίδια, σπασμένα τα πιο πολλά· όμως η μικρή στάθηκε ξαφνικά κι απέμεινε να κοιτάζει μαγνητισμένη. Τότε αυτός είδε την κούκλα που ’χε τραβήξει την προσοχή της. Ήταν αναμαλλιασμένη μονάχα, αλλά ανέπαφη κατά τ’ άλλα. Την πήρε μέσ’ από τη βιτρίνα, την ξεσκόνισε απ’ τους σοβάδες και της την έδωσε. Μέχρι τώρα το κορίτσι δεν είχε μιλήσει, όμως τώρα είπε:

«Τη λένε Φωτεινή σαν εμένα».

Σε τούτον τον τόπο της ερήμωσης, η φωνή του παιδιού έμεινε ύστερα να πλανιέται στον αέρα που μύριζε θάνατο, κι αυτός κράτησε την ανάσα του και περίμενε.

«Η Φωτεινή είδε ένα μεγάλο φως μες στη νύχτα», είπε το κορίτσι, «και μετά όλα έπεσαν κι όλοι πέθαναν».

Απ’ όταν πήρε η μικρή στα χέρια της την κούκλα, βρήκε τη μιλιά της. Όποτε κάθονταν κάπου, τη χτένιζε, την περιποιούνταν και μιλούσε. Όμως ήταν ολοένα πιο φανερό ότι δεν μπορούσαν να μείνουν άλλο στην πόλη. Ο θάνατος στον ασάλευτο αέρα γινόταν κάθε μέρα πιο βαρύς και πυκνός, το λιοπύρι δεν τους άφηνε να πάρουν ανάσα· έκαναν μερικά βήματα και λαχάνιαζαν, ο ιδρώτας κολλούσε πάνω τους τα ρούχα τους, κυλούσε τσουχτερός στο δέρμα τους, στα μάτια τους που τα δικά του τα σκίαζε το πάνινο καπέλο και τα δικά της ένα ψάθινο, στα σκασμένα τους χείλια.

«Πρέπει να φύγουμε απ’ την πόλη», της είπε.

Θα τον ακολουθούσε όπου κι αν πήγαινε – τα μικρά της δάχτυλα αποζητούσαν πια διαρκώς τη χούφτα του. Και το δικό του χέρι του φαινόταν γυμνό κι απροφύλαχτο χωρίς το δικό της μέσα του.

***

Όλα τους τα υπάρχοντα τώρα βρίσκονταν μέσα σ’ ένα καροτσάκι που το ’σερνε αυτός με το ένα χέρι: δυο κουβέρτες, κονσέρβες, νερό. Με το άλλο του χέρι κρατούσε το δικό της, και στ’ άλλο της χέρι εκείνη είχε την κούκλα της. Είχαν αφήσει πίσω την πόλη· πού και πού συναντούσαν κάποιο ερείπιο, αλλά γύρω τους υπήρχαν δέντρα και λιβάδια. Όλο και λιγότερο τον απασχολούσε ότι δεν ήξερε ποιος ήταν, κι από τον σκοτεινό βυθό δεν αποκολλούνταν πια μικρά κομμάτια για ν’ ανέβουν ως την άδεια επιφάνεια της μνήμης του. Όπως τα προηγούμενα καινούρια του παπούτσια, έτσι κι αυτά είχαν σκονιστεί τώρα κι είχαν τσακίσει· ήταν γεμάτα ζάρες και γδαρσίματα· ο γιακάς του πουκάμισού του ήταν λερός απ’ τον ιδρώτα και το πανταλόνι του είχε αρχίσει να τρίβεται στα ρεβέρ, τα γόνατα και τον καβάλο. Κοιμόνταν στο ύπαιθρο ή σ’ έρημα χτίσματα. Τις νύχτες έδινε ό,τι ονομασία ήθελε αυτός στους αστερισμούς, στη θέση των ξεχασμένων τους ονομάτων. Χωρίς ωστόσο να ξέρει πού πήγαιναν, είχε συνεχώς την αίσθηση ενός προορισμού· ώσπου ένα μεσημέρι έφτασαν σ’ έναν όρμο με μια αμμουδιά στο μυχό του. Γύρω υπήρχαν ψηλοί βράχοι με γαϊδουράγκαθα και κρίταμα, και με κίτρινα κι άσπρα λουλουδάκια. Η θάλασσα λαμπύριζε στον ήλιο. Είχε ανάψει απ’ το περπάτημα κι έκανε να βγάλει το πανταλόνι  για να βουτήξει, αλλά έπειτα στάθηκε ξαφνικά σαστισμένος, στο μέσο της κίνησης.

«Τι έχεις, μπαμπά;» τον ρώτησε ανήσυχη η μικρή.

«Τίποτα», είπε αυτός, έβγαλε το πανταλόνι και βούτηξε.

Μιχάλης Μακρόπουλος

Συγγραφέας και μεταφραστής. Πρόσφατα βιβλία του: Το παιδί μες στη βαλίτσα (2013), Το δέντρο του Ιούδα (2014), Τσότσηγια & Ω'μ (2017), Μαύρο νερό (2019), Η θάλασσα (2020). Μόλις κυκλοφόρησε το αφήγημα Άρης (σε συνεργασία με την Ελένη Κοφτερού).

Τελευταία άρθρα από τον/την Μιχάλης Μακρόπουλος

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.