Σύνδεση συνδρομητών

Ο ήλιος και η Ιστορία για τον Καμύ

Τρίτη, 08 Ιουνίου 2021 11:24
O Αλμπέρ Καμύ το 1945, διαβάζοντας την εφημερίδα El Avant!
Bridgeman Images
O Αλμπέρ Καμύ το 1945, διαβάζοντας την εφημερίδα El Avant!

Μια αναμέτρηση με την ευτυχία ή με το παράλογο; Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. #111, Σεπτέμβριος 2020, ενός κειμένου για έναν συγγραφέα πάντα επίκαιρο*

Υπάρχουν συγγραφείς του 19ου αιώνα που αποδείχτηκαν οι καλύτεροι σύντροφοι κι οι πιστότεροι φίλοι στα νεανικά χρόνια φανατικών αναγνωστών, όπως, λόγου χάρη, ο Ντοστογιέφσκι, ο Νίτσε ή ο Ζιντ για τον εικοσάχρονο Αλμπέρ Καμύ τη δεκαετία του 1930. Ο Καμύ, αργότερα, ωρίμασε στην αιμοσταγή καρδιά του εικοστού αιώνα,  γράφοντας πυρετωδώς και ρουφώντας τη ζωή, τη λογοτεχνία και το θέατρο ώς το μεδούλι, ωστόσο με βαθιά κριτική ματιά και ρηξικέλευθη οξυδέρκεια. Για κάποιους εικοσάχρονους της δεκαετίας του 1980, που οραματιζόμασταν και επίσης διαβάζαμε απαραιτήτως και Νίτσε και Ντοστογιέφσκι, ο Καμύ –20 χρόνια μετά το θάνατό του, το 1960– ήταν ο οικείος, ο μύχιος συνομιλητής μας, ο άνθρωπός μας, ο μεγάλος μας αδελφός. Ήταν ο συγγραφέας που μας παρηγορούσε φιλικά με ποιητική πνοή, και μας καλούσε σε μιαν άλλη εξέγερση, πιο εσωτερική, πιο πραγματική κι από την τότε πραγματικότητα, μια εξέγερση που δεν σε έβαζε εκβιαστικά απέναντι στα μανιχαϊστικά διλλήματα της Ιστορίας του τρομερού εικοστού αιώνα. Μιλούσε για τη διαφθορά και την παραφροσύνη εκείνων που φτιάχνουν την Ιστορία –με πολέμους, διώξεις, εκτελέσεις, παράλογη βία, όλα στο όνομα του καλού–, και σε ωθούσε να στρέφεσαι σε εκείνους που την υφίστανται, δίχως ωστόσο να τους ονομάζει θύματα, στον άνθρωπο που υφίσταται και αντέχει. Διφορούμενο πολιτικό όραμα τότε, πρωτόγνωρη στρατηγική για τα χρόνια εκείνα (όπου στην Ελλάδα μεσουρανούσε ο αριστερός ρεβανσισμός της μεταπολίτευσης), στρατηγική χωρίς τίποτα το απολύτως ριζοσπαστικό, το εμφανώς ανανεωτικό. Η εξέγερση του Καμύ δεν είχε εχθρό. Εχθρός ήταν η ψευδολόγος Ιστορία, η σωτηριολογική χεγκελιανή νομοτέλεια της Ιστορίας.

Έλεγε ο Καμύ το 1957, στην ομιλία του κατά την απονομή του βραβείου Νόμπελ λογοτεχνίας που του απένειμε η σουηδική Ακαδημία:

Βεβαίως, κάθε γενιά νομίζει ότι είναι προορισμένη να ξαναφτιάξει τον κόσμο. Η δική μου γενιά ξέρει ότι δεν θα τον ξαναφτιάξει. Αλλά η αποστολή της είναι ίσως πιο σπουδαία. Πρέπει να εμποδίσει τον κόσμο να χαλάσει.1

Είναι η εποχή του Ψυχρού Πολέμου, των δύο υπερδυνάμεων, της ισορροπίας τρόμου, των πυρηνικών όπλων. Μπροστά στην απειλή του κόσμου με ολοσχερή καταστροφή, ο Καμύ περνάει από τη χίμαιρα της ελπίδας για το αύριο στο πρωταρχικό καθήκον της ευθύνης. Στη σκέψη του εδώ ξεχωρίζει το αίσθημα της άρνησης του μίσους. Όσοι μιλούσαν τότε για την ελπίδα, επικαλούμενοι μια μαρξιστικά προγραμματισμένη αλλαγή της κοινωνίας, υποχρεωτικά μισούσαν ό,τι ήθελαν να μετασχηματίσουν, ένιωθαν το ταξικό μίσος, ανάλογο του εθνικού μίσους που κυριαρχούσε στην όχι και τόσο μακρινή τότε Αντίσταση κατά της ναζιστικής Γερμανίας. Πρώην αντιστασιακός, ο Καμύ το 1955 έγραφε σε άρθρο του με τίτλο ακριβώς  «Η άρνηση του μίσους»:2 «Είμαι ευχαριστημένος που συνέβαλα κι εγώ, με τις πενιχρές μου δυνάμεις, σε τούτη την περιπέτεια [εννοούσε τη γαλλική Αντίσταση], προσπαθώντας να μη νιώσω το παραμικρό μίσος για το λαό που πολεμούσαμε». Δεν αρνιόταν το ρόλο των δημίων, μιλούσε όμως πολιτικά με όρους ηθικής, μιας δικής του προσωπικής ηθικής: «Στην αρένα της Ιστορίας», έλεγε στην ομιλία της Στοκχόλμης, «υπήρξαν πάντα ο μάρτυρας και το λιοντάρι. Ο πρώτος έπαιρνε δύναμη από την παρηγοριά της αιωνιότητας, ο δεύτερος από μια ιστορική και αιμάσσουσα τροφή». Ο Καμύ απαιτούσε ο καλλιτέχνης της εποχής του, που μέχρι τότε καθόταν ως θεατής στις κερκίδες απολαμβάνοντας το θέαμα του σπαραγμού των ανθρώπων από τα θηρία, να βρίσκεται μέσα στην αρένα. Σίγουρα πιο ανασφαλής, πιο εκτεθειμένος στον κίνδυνο, μοναχικός όσο ποτέ κι άλλο τόσο αλληλέγγυος με τον μάρτυρα που κατασπαράσσεται, όμως υπεύθυνος για τη ζωή του και για τη ζωή των άλλων. Περισσότερο δημιουργός αξιών παρά κριτής των σχέσεων δύναμης. 

Μου είναι δύσκολο να μιλήσω για τον Καμύ. Η ζωή του είναι αδιαχώριστη από το έργο του. Το έργο του πολύπλευρο, ήδη γόνιμο κι ολοκληρωμένο μέσα σε 22 χρόνια: από είκοσι τεσσάρων χρόνων που πρωτοδημοσιεύει, έως το αυτοκινητικό δυστύχημα όπου σκοτώνεται στα σαράντα έξι του. Έργο νεανικό, επομένως. Όμως εκείνα τα χρόνια, ιδίως προπολεμικά, ωρίμαζαν γρήγορα οι άνθρωποι, στα είκοσί του ο άντρας ήταν ένας σοβαρός κύριος. Θέτω εδώ ένα ερώτημα: ο ήλιος και η Ιστορία για τον Καμύ είναι μια αναμέτρηση με την ευτυχία ή με το παράλογο; Δεν το απαντώ. Μου αρκεί η διατύπωσή του. Ακούγεται πάντως μάλλον απλοϊκός ο συλλογισμός: ήλιος εδώ είναι η ευτυχία, παράλογο η Ιστορία. Αλλά μπορεί να γίνει λίγο πιο σύνθετο: ο Ήλιος, ο παντοδύναμος αφρικανός θεός που, ως θετός πατέρας, γέννησε τον Καμύ και του έδωσε ζωή στα παιδικά του χρόνια στο Αλγέρι, πάει αδιαχώριστα αντάμα με την Ιστορία, που, αφήνοντάς τον βρέφος στην κούνια, έστειλε στο θάνατο τον βιολογικό του πατέρα, στη μοιραία μάχη του Μάρνη στον Μεγάλο Πόλεμο του 1914. Το παιδί αυτό μοιάζει να ήταν εξ ορισμού προορισμένο να κάνει πάθος του, με την ίδια κατακτητική ορμή, τη θέληση για μια ευτυχισμένη ζωή και, συγχρόνως, για έναν ευτυχισμένο θάνατο. Πάθος παράλογο, επικίνδυνο όσο και σαγηνευτικό!

Μια φράση του Καμύ με στοιχειώνει από καιρό. Είναι από τον Πρόλογό του, το 1958, στην επανέκδοση του πρώτου του βιβλίου, των δοκιμίων Η καλή και η ανάποδη,3 που είχαν τυπωθεί στην Αλγερία το 1937. Τούτος ο Πρόλογος είναι ένα ώριμο καταστάλαγμα για κείμενα που ο συγγραφέας τους τα θεωρεί «τη μοναδική πηγή που τροφοδοτεί σε όλη τη διάρκεια της ζωής του αυτό που είναι κι αυτά που λέει»· κείμενα «για τον κόσμο της φτώχειας και του φωτός», όπου ο ίδιος έζησε πολλά χρόνια και που η ανάμνησή του τον προφυλάσσει «από τους δυο εντελώς διαφορετικούς κινδύνους που απειλούν κάθε καλλιτέχνη: τη μνησικακία και την ικανοποίηση». Στη φράση που ξεχωρίζω ο Καμύ συμπυκνώνει το νόημα της ίσης απόστασης από τον ήλιο και απ’ τη μιζέρια, από μια φτώχεια που, παρ’ όλα αυτά, ποτέ δεν τον έκανε να νιώσει δυστυχισμένος. Γράφει:

Η αθλιότητα (la misère) δεν μ’ άφησε να πιστέψω ότι όλα πάνε καλά κάτω απ’ ήλιο και μέσα στην ιστορία. Ο ήλιος μου έμαθε πως η ιστορία δεν είναι το παν.

Τρεις είναι οι μοιραίες ζωντανές πηγές του συγγραφέα: η πρώτη, ο αδυσώπητος αλγερινός ήλιος, δολοφόνος στον Ξένο (πρώτο μυθιστόρημα, 1940) και ζωοδότης στον Πρώτο άνθρωπο (τελευταίο μυθιστόρημα, 1958)· η δεύτερη, η Ιστορία, παγίδα που στήνει το έγκλημα στην ανθρωπότητα, φέρνοντας στο προσκήνιο δίκαιο και άδικο, τιμωρία και εκδίκηση· η τρίτη, η Μητέρα, καθαγιασμένη σιωπή και οδυνηρή απουσία του Πατέρα, ή, όπως λέει ο ίδιος ο Καμύ, «στο κέντρο και πάνω από όλα βάζω τη θαυμαστή σιωπή της μάνας και την προσπάθεια ενός άντρα [του γιου] να ξαναβρεί μια δικαιοσύνη ή μια αγάπη που να εξισορροπεί αυτή τη σιωπή».4 Διαβάζω από τον αυτοβιογραφικό Πρώτο άνθρωπο:5 «Ο Ζακ [ο Καμύ παιδί] περπατούσε τρεκλίζοντας κάτω απ’ τον ήλιο, τον αφέντη του, κι αυτό για ώρες, δίχως τελειωμό, σ’ έναν τόπο δίχως όρια· με το μυαλό χαμένο μες στο αέναο φως και στις αχανείς εκτάσεις τ’ ουρανού». Και αλλού: «Συγχρόνιζε το σφυγμό του με τους σφοδρούς παλμούς του ήλιου το μεσημέρι». Ο ηλιοκεντρισμός του λυρικού Καμύ, που, όταν ήταν παιδί, έβλεπε, την ώρα της μεσημεριανής σιέστας, το ακτινοβόλο φως να πέφτει «πάνω στα [κλειστά] παντζούρια της γιαγιάς και να βυθίζει ένα πολύ λεπτό ξίφος στο σκοτάδι», μου φέρνει στο νου τον πολιτικό ηλιοκεντρισμό του βασιλιά-Ήλιου και της απολυταρχίας του 17ου αιώνα. Ο ήλιος, το ξέρουμε, είναι το κέντρο του πλανητικού μακρόκοσμου, όπως η καρδιά του ανθρώπου –ήλιος κι αυτή του ζωικού μικρόκοσμου– είναι το κέντρο του ανθρώπινου οργανισμού. Όλα περιστρέφονται γύρω από τον βασιλιά-ήλιο-καρδιά του κόσμου. Ο εκκλησιαστικός λόγιος που κάποτε αρνούνταν την κοπερνίκεια επανάσταση και που στη θέση του βασιλιά έβαζε τον Θεό, συμβούλευε τους πιστούς να θαυμάζουν και να δοξάζουν ό,τι βρίσκεται ψηλά, ώστε, διαρκώς αναζωογονημένοι από κύματα αγάπης και ευμένειας, να ζουν ήσυχο και άκοπο βίο. Όσοι όμως πασχίζουν να κοιτάξουν τον ήλιο κατάματα, τους υποσχόταν ότι θα περνούν τη ζωή τους στο σκοτάδι. Αλλά τα ηλιοκαμένα φτωχόπαιδα στο Αλγέρι, ανάμεσά τους κι ο Καμύ, «παιδιά αγνοημένα από τον Θεό», όπως γράφει ο ίδιος, «για τον οποίο επίσης αγνοούσαν τα πάντα», αγνοώντας μαζί και το φόβο, έπαιζαν ανέμελα δοκιμάζοντας τις δωρεάν απολαύσεις της γενναιόδωρης φύσης, «ανίκανα να φανταστούν μια μέλλουσα ζωή, καθώς η παρούσα τούς φαινόταν τόσο ανεξάντλητη κάθε μέρα υπό την προστασία αδιάφορων θεοτήτων, όπως ο ήλιος, η θάλασσα, η μιζέρια»! Και η μιζέρια λοιπόν θεότητα!

Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη φτώχεια (la pauvreté) και την αθλιότητα (la misère, τη μιζέρια), αλλά και δισημία στη λέξη μιζέρια. Misérable, στα γαλλικά, σημαίνει malheureux (δυστυχής) αλλά και méchant (κακός, άθλιος). Και στα ελληνικά «άθλιος» (Οι Άθλιοι του Ουγκώ, Les Misérables) σημαίνει δυστυχής, καταπονεμένος, αλλά και πλήρης άθλων, μόχθων, όπως και η λέξη «μοχθηρός» σημαίνει κακός, αυτός που προξενεί κακό και φέρνει δυστυχία. Εξού και η οικονομική αθλιότητα φέρνει την ηθική αθλιότητα, ο δυστυχής γίνεται ελεεινός. Για τον Καμύ, η φτώχεια δεν είναι μόνο στέρηση και δυστυχία, είναι περισσότερο μια αντίληψη της ύπαρξης, απότοκη της ζωής των παιδικών του χρόνων στη φτωχογειτονιά της Μπελκούρ στο Αλγέρι. Μάιος του 1935, είναι 22 χρόνων και ζει τον πρώτο, άτυχο όμως, σύντομο γάμο του με μια πλούσια κοπέλα, ναρκομανή. Ξεκινάει να γράφει στα Σημειωματάριά του.6 Διαβάζω την πρώτη φράση: «Μπορούμε να νιώσουμε —χωρίς ρομαντισμό— τη νοσταλγία μιας χαμένης φτώχειας. Κάποια χρόνια που βιώθηκαν μέσα στην εξαθλίωση αρκούν για να δημιουργήσουν μιαν ευαισθησία […] το περίεργο συναίσθημα που νιώθει ο γιος για τη μητέρα του αποτελεί όλη την ευαισθησία του». Αργότερα, στον ώριμο Πρόλογο του 1958 θα πει: «Η φτώχεια δεν υπήρξε ποτέ δυστυχία για μένα: το φως σκόρπιζε πάνω της τα πλούτη του. Φώτιζε ακόμα και τις επαναστάσεις μου […] επαναστάσεις για όλους και για να ανυψωθεί η ζωή όλων μέσα στο φως» (σ. 13). Ενωτικός εδώ ο Καμύ, ονειρικός, σχεδόν ουτοπικός, σε εποχές σκληρών ταξικών αγώνων  και αντιαποικιακού κινήματος: μιλάει στο όνομα όλων, για όλες τις κοινωνικές τάξεις (του δυτικού κόσμου), για τους Άραβες, τους γάλλους αποίκους και εν γένει τους ευρωπαίους μαυροπόδαρους (pied noir) της Αλγερίας, που τους σκεφτόταν να συγκροτούν ενιαίο ομοσπονδιακό κράτος. Μια πολιτική συμβιβασμών και συναίνεσης, και κυρίως άρνηση της τρομοκρατίας που μαινόταν τη δεκαετία του 1950 και από την πλευρά των Αράβων Αλγερινών ανταρτών και από την πλευρά της μητροπολιτικής Γαλλίας. Για τον Καμύ, η μιζέρια, η «αληθινή δυστυχία», είναι η ακραία φτώχεια: αυτό που γνώρισε στα ψυχρά βιομηχανικά προάστια του Παρισιού, όπου ακόμη και η ακραία αθλιότητα των Αράβων της Αλγερίας δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί της. Δεν θα κουραστεί ποτέ να επαναλαμβάνει ότι, κοντά στους ταπεινούς της οικογένειάς του –μητέρα, γιαγιά, θείο–, ένιωσε και έμαθε το «αληθινό νόημα της ζωής»: τον τρόπο δηλαδή να υπομένεις και να αντέχεις αυτό που δεν μπορεί να αλλάξει, την καρτερική δυσπιστία απέναντι στη ζωή, που την αγαπάς με τη βαθιά αίσθηση του ενστίκτου ώστε η δυστυχία που γεννά να μη σε λυγίζει αλλά να σε δυναμώνει· τέλος τη στέρηση αναμνήσεων, γιατί η μνήμη των φτωχών είναι κακοσυντηρημένη, με λιγοστά σημεία αναφοράς στο χώρο και στο χρόνο, είναι  μια μνήμη γκρίζα και μονότονη. Η φτώχεια στο Αλγέρι ήταν γυμνή σαν το θάνατο. Ο θάνατος, οικείος με τη δουλειά εκείνων που έφερναν το καθημερινό μεροκάματο στο σπίτι. Χώρος για τη θρησκεία δεν υπήρχε, καθώς η επιβίωση απαιτούσε μεγαλύτερη πίστη στη ζωή παρά στον Θεό. Το θάρρος μετρούσε τότε ως η κυριότερη αρετή του ανθρώπου. Τούτη η γυμνή ζωή, γράφει ο Καμύ στον Πρώτο άνθρωπο για το παιδί της Μπελκούρ, «ήταν μυστηριώδης και λαμπερή, έφτανε να τον γεμίζει ολοκληρωτικά» (σ. 163). Έτσι, ο ώριμος άντρας του Προλόγου του ’58 θα γράψει: «Για μένα, η πιο μεγάλη πολυτέλεια συνυπάρχει πάντα με μια κάποια στέρηση» (σ. 17).

 

ΕΥΤΥΧΙΑ ΚΑΙ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ

Και η ευτυχία μέσα σε όλα αυτά; Ήδη το 1936, είκοσι τριών χρόνων, σε ένα από τα πρώτα του δοκίμια («Μεταξύ ναι και όχι»), ο Καμύ έγραφε: «Ναι, ίσως αυτό να είναι η ευτυχία, η συμπόνια για τη δυστυχία μας».7 Μια σκέψη που ανακαλεί τον ρηξικέλευθο μελλοντικό της απόηχο στην τελευταία φράση του Μύθου του Σισύφου: «Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο».8 Ακούω εδώ, χωρίς να εκπλήσσομαι, το amor fati (την «αγάπη για το πεπρωμένο») του Νίτσε, σκέψεις όχι μόνο δίχως κανέναν μελοδραματισμό αλλά και με νεανική διαύγεια και ορμή. Και στο πρωτόλειο του συγγραφέα Ο ευτυχισμένος θάνατος (γραμμένο κι αυτό μεταξύ είκοσι τριών και είκοσι πέντε χρόνων), μυθιστόρημα με στοιχεία αυτοβιογραφίας που εγκαταλείφθηκε στα χειρόγραφα για να γραφτεί αμέσως μετά ο θρυλικός Ξένος, διαβάζω: «Το πεπρωμένο του ανθρώπου είναι πάντα συναρπαστικό, αν το αγκαλιάσει με πάθος».9 Με άλλα λόγια, αγάπησε λοιπόν, άνθρωπε, το πεπρωμένο σου! Είναι ο μόνος τρόπος να το υπερβείς, αν σε βαραίνει με δυστυχία! Ο ανολοκλήρωτος Ευτυχισμένος θάνατος (δημ. Μεταθανάτια, το 1971), αν και πρώτο πεζογράφημα του συγγραφέα, μιλάει για το «τέλος». Για το πώς να πεθάνεις, ειρηνικά και συμφιλιωμένος με τον εαυτό σου, στοιχειωμένος από νιτσεϊκή «θέληση για δύναμη», μέσα από έναν ήρωα «ακραίο στη δυστυχία, υπερβολικό στην ευτυχία», τον Μερσώ (το ίδιο όνομα θα κρατηθεί λίγο παραλλαγμένο για τον ήρωα του Ξένου). Αυτός ο εκστατικός νεαρός άντρας, άρρωστος, φεύγει από τη στενεμένη οικογένειά του και το υπαλληλικό του ωράριο, για να ζήσει «ευτυχισμένος στα ανθρώπινα μέτρα», να ζήσει την αλήθεια του στη μοναχική γη, να γράψει, να γίνει «απρόσωπος». Διαβάζω: «Ό,τι θα μου συνέβαινε επιπλέον, θα ήταν σαν τη βροχή πάνω στο χαλίκι. Το δροσίζει και ήδη αυτό είναι καλό. Μιαν άλλη μέρα θα καίει από τον ήλιο. Πάντοτε πίστευα πως αυτό ακριβώς είναι η ευτυχία».

Εδώ η αρχή μιλάει για το «τέλος». Αντίθετα, στον επίσης ανολοκλήρωτο Πρώτο άνθρωπο (δημ. Μεταθανάτια, το 1994), το αιφνίδιο πρόωρο τέλος του συγγραφέα θα μιλήσει για την «αρχή» του. Για την παιδική ηλικία, εκείνη την κολλητική ουσία, «μια κόλλα που δε λέει να φύγει απ’ την ψυχή».10 Και τούτο το στερνό αφήγημα είναι στοιχειωμένο από την ευτυχία, όχι όμως κάποιου που δεν τη γνώρισε και την αναζητά, αλλά εκείνου που την έχει ζήσει ως παιδί και έφηβος στα πατρογονικά μέρη και επιστρέφει νοερά σε αυτήν. Ο νεανικός οίστρος του Ευτυχισμένου θανάτου οδήγησε τον Καμύ στην παράξενα αποστασιοποιημένη «τρυφερή αδιαφορία» του αποξενωμένου Μερσώ στον Ξένο, ενός ανθρώπου δηλαδή διόλου αντικοινωνικού μήτε αντισυμβατικού, αλλά με δικές του διαφορετικές των άλλων αξίες, ο οποίος πεθαίνει εντέλει για την αλήθεια (μια άλλη λέξη για την ευτυχία, θα έλεγα), ενώ παράλληλα οι αναγνώστες του ανακαλύπτουν εδώ μια παντοδύναμη αποστομωτική παραβολή του παραλόγου, την κατεξοχήν υπαρξιακή κάθαρση.

Τι είναι το παράλογο κι από πού ξεφύτρωσε; Είναι αλήθεια ότι χωρίς το ντοστογιεφσκικό στοιχείο ενός εγκλήματος στην πλοκή δεν υπάρχει μυθιστορηματική ερμηνεία για το παράλογο.  Ο νεαρός ήρωας του Ευτυχισμένου θανάτου σκοτώνει έναν ανάπηρο –που έτσι κι αλλιώς ήθελε να πεθάνει, άρα έδινε στον δολοφόνο του κάτι σαν ηθικό άλλοθι– προκειμένου να αποκτήσει τα χρήματα που χρειαζόταν για να ζήσει μια ελεύθερη από καταναγκασμούς ευτυχισμένη ζωή κάτω από τον πληθωρικό αλγερινό ήλιο. Στον Ξένο, ο Μερσώ σκοτώνει ακριβώς εξαιτίας αυτού του πυρακτωμένου ήλιου στην καυτή αμμουδιά του Αλγερίου, ο ίδιος πάντως δεν μπορεί να δώσει άλλη εξήγηση για το έγκλημά του, κι ας ήταν αμυνόμενος αφού ο Άραβας είχε βγάλει μαχαίρι. Κι ωστόσο ξέρει ότι καταδικάζεται με την εσχάτη των ποινών, επειδή έβαλε τη μητέρα του στο γηροκομείο και δεν έκλαψε πάνω απ’ το φέρετρό της, όπως κατέθεσε στη δίκη του σοκάροντας το ακροατήριο (για κείνη την αλήθεια που λέγαμε). Ο Καμύ, προτού αφοσιωθεί στον ώριμο Πρώτο άνθρωπο, είχε ήδη καταφέρει, με το πνεύμα του μοραλιστή και χάρη στα φιλοσοφικά του δοκίμια Ο επαναστατημένος άνθρωπος και το άλλο για τον Σίσυφο –το τραγικό σύμβολο της αιώνιας ματαιοπονίας–, να μιλήσει για την κάθαρση του παραλόγου, αντικρίζοντας το παράλογο ως αφετηρία κι όχι ως συμπέρασμα. Παράλογο είναι το αίσθημα που πηγάζει από τη σύγκρουση ανάμεσα στην υποκειμενική μας βούληση για μια ζωή καταξιωμένη και στην πραγματικότητα ενός κόσμου αλλότριου, αναίσθητου σ’ αυτήν την ανάγκη μας.  Πώς το παράλογο γίνεται ευτυχία; «Ο αγώνας και μόνο προς την κορυφή αρκεί για να γεμίσει μιαν ανθρώπινη καρδιά», γράφει ο Καμύ για τον Σίσυφο, επικεντρώνοντας όλο το νόημα στην ένταση της προσωπικής ηθικής κλίμακας αξιών. Αλλά η κάθαρση του παραλόγου θα βρει την κατεξοχήν δραματουργική της εκδοχή στα θεατρικά του έργα της ίδιας περιόδου — Η παρεξήγηση, Οι Δίκαιοι, Καλιγούλας. Διασκεύασε για τη θεατρική σκηνή και τους Δαιμονισμένους: «Όλοι μας γράφουμε σήμερα τους Δαιμονισμένους του Ντοστογιέφσκι», έλεγε, «γιατί δεν μπορούμε να γράψουμε τον Πόλεμο και ειρήνη του Τολστόι».  Αφοπλιστικά ειλικρινής διατύπωση, κι όχι λιγότερο αινιγματική, νομίζω.

 

ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ

Ίσως ο Πρώτος άνθρωπος ήρθε ως το ποθούμενο τολστοϊκό εγχείρημα. Ένα βιβλίο αγάπης. Το μάθημα του ήλιου, το μάθημα της φτώχειας και της Ιστορίας, η αναζήτηση της ευτυχίας και η σύγκρουση με το παράλογο μετουσιώνονται εδώ σε κατακτημένους πλανήτες που περιστρέφονται τώρα γύρω από το πιο μύχιο και ιερό θέμα του συγγραφέα, αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «οι δικοί μου άνθρωποι». Όχι πια για να φωτίσουν την αυτογνωσία του, αλλά ως προσφορά αγάπης στα πρόσωπα που συνέθεσαν την καταγωγή του. Το κέντρο της αφήγησης παραδόξως δεν είναι ο πρωταγωνιστής, ο Ζακ Κορμερί (ένα άλλο όνομα για τον Καμύ), ο σαραντάχρονος πλέον γιος που γυρίζει στην πατρίδα του αναζητώντας τις ρίζες του — στην πραγματικότητα αναζητώντας και πλάθοντας συγχρόνως τη γλώσσα με την οποία θα τις επινοήσει, για να τις ξαναζωντανέψει βαθαίνοντας την αλήθεια τους.  Ο λυρισμός του συγγραφέα, τόσο γνώριμος ώς τώρα στα διηγήματά του, μέσα από περιγραφές της δύναμης και της ομορφιάς της φύσης που τύλιγαν αισθησιακά το λογοτεχνικό εγώ (π.χ. οι Γάμοι δεν είναι άλλο από μια γαμήλια γόνιμη ένωση του ανθρώπου με τη φύση), εδώ μεταμορφώνεται σε έναν λυρισμό αλτρουιστικό, θα έλεγα, έναν γαμήλιο αφιερωματικό λόγο ενός ανθρώπου σε έναν άλλο άνθρωπο. Τίποτα δεν γνωρίζουμε για τον ώριμο Ζακ, τον ερευνητή του παρελθόντος του, που φτάνει από το Παρίσι στο σπίτι της μητέρας του στην αποικιακή Αλγερία. Σε όλο το βιβλίο πρωταγωνιστεί ο Ζακ παιδί και έφηβος, κυρίως το θαύμα της χειραφετητικής μόρφωσής του, που του άλλαξε το προκαθορισμένο από τη φτώχεια πεπρωμένο του.

Ποιος είναι ο «πρώτος άνθρωπος»; Ο πρώτος κάτοικος σε μια νέα χώρα; Ο πρώτος κατακτητής σε ξένη γη; Ο εκάστοτε πρώτος άποικος που καταφθάνει χωρίς μνήμη και βιος; Είναι άραγε ο μικρός Ζακ, που έπρεπε να μεγαλώσει μόνος, χωρίς πατέρα, χωρίς κάποιος γεννήτορας να τον καλέσει για να του αποκαλύψει το οικογενειακό μυστικό, δέντρο χωρίς ρίζες, χωρίς καρπούς, χωρίς όνομα; Που μεγάλωσε πλάι σε μια σιωπηλή μητέρα, κόρη της σκληρής σπανιόλας γιαγιάς του που διαφέντευε το παράξενο σπιτικό τους; Να είναι άραγε κείνος που μιλούσε γαλλικά σε αραβική γη κι έμαθε να αγαπά δυο πολιτισμούς, χωρισμένους από τη Μεσόγειο, γιος ενός άγνωστου Αλσατού νεκρού στρατιώτη, θαμμένου στο πολεμικό νεκροταφείο του Σαιν-Μπριέ στην Ευρώπη, που του έδωσε τη ζωή μια νύχτα στο Μοντοβί, έξω από το Αλγέρι, κι έφυγε αμέσως να πεθάνει μαχόμενος υπέρ της Γαλλίας; «Μόνο το μυστήριο της φτώχειας πλάθει υπάρξεις χωρίς όνομα, με ανώνυμο θάνατο», γράφει ο συγγραφέας του Ζακ Κορμερί. Το μυστικό που ο ώριμος Ζακ για χρόνια έψαχνε με πάθος στα βιβλία και στους ανθρώπους που συναντούσε συνδεόταν με τούτον τον άγνωστο νεκρό. Ο θαμμένος πατέρας ήταν ένας νέος μόλις είκοσι εννιά ετών, πολύ νεότερος από τον σαραντάχρονο που «νοσταλγεί» πάνω από την ταφόπλακα του Σαιν-Μπριε μια θολή πατρική φιγούρα. Ποιανού γιος είμαι, ίσως να αναρωτιέται ο προσκυνητής του τάφου; Όταν δεν υπάρχουν ρίζες να σε τραβήξουν προς τα κάτω, τα σύννεφα πυκνώνουν πάνω απ’ το κεφάλι σου και σε σηκώνουν όλο και ψηλότερα, προς τον πατέρα Ήλιο. Το παράλογο, όταν συναντιέται με την ευτυχισμένη σιωπή κάτω απ’ τον ήλιο των παιδικών χρόνων, γίνεται κίνητρο ενσυνείδητης ζωής που επαγρυπνά. Υπάρχει λοιπόν ευτυχία στο παράλογο; Ίσως είναι η κρίσιμη ανάγκη να βρεις το νόημα της ζωής όχι μόνο για τον εαυτό σου, αλλά κυρίως για τον μεγάλο Άλλο που ζει σαν σκιά δίπλα σου, νεκρός ή ζωντανός. Για τον πρώτο άνθρωπο, μητέρα ή πατέρα. Ο Καμύ στον Επαναστατημένο άνθρωπο εμπνεύστηκε την εξέγερση της άρνησης του μίσους. Στον Πρώτο άνθρωπο εμπνέεται την εξέγερση της αγάπης, της μοιρασμένης αγάπης. Κι ωστόσο, όταν το έγραφε, ήδη μαινόταν ο πόλεμος υπέρ της ανεξαρτησίας της Αλγερίας εναντίον των Γάλλων, με κύριο όπλο των αράβων ανταρτών την τυφλή τρομοκρατία: αυτή ήταν η μεγάλη εξέγερση του καθαρού κατασταλαγμένου μίσους.

Για να κατανοήσουμε τον Καμύ, δύο πράγματα είναι σημαντικά: το ένα, να νιώσουμε την ορμή της θετικής εξέγερσης του «ευτυχισμένου Σίσυφου», που αντανακλά το ουμανιστικό όραμα και εναντιώνεται στον μηδενισμό, δηλαδή στην καταστροφική εξέγερση· το άλλο, να γνωρίζουμε τις ιστορικές συνθήκες του γαλλικού αποικισμού στην Αλγερία, που χρονολογείται από το 1830. Είδαμε το παράλογο που περιγράφει ο Καμύ σαν μια σύγκρουση της ανθρώπινης συνείδησης με το άλογο του κόσμου. Αυτός ακριβώς είναι ο στόχος της θετικής εξέγερσης. Στην κάθαρση που προκύπτει υπάρχει η αίσθηση του τραγικού, με την αρχαιοελληνική έννοια, άρα οδηγεί σε μια ηθική στάση, σε μια μαχόμενη ηθική, μαχόμενη φρόνηση. Που σημαίνει: υπερβαίνω το αδιέξοδο του μηδενισμού δίχως να περνώ από τις πύλες του χριστιανισμού, προκειμένου να βρω την «ηθική του σωστού μέτρου» (la juste mesure). Ο Καμύ είχε μελετήσει, ως σπουδαστής, τις σχέσεις ελληνισμού και χριστιανισμού, τον νεοπλατωνισμό. Στα νεανικά του γραπτά, ασκεί νιτσεϊκή κριτική στον χριστιανισμό. Στην «Εξορία της Ελένης»11 γράφει: «[Ο χριστιανισμός] άρχισε να υποκαθιστά την ενατένιση του κόσμου με την τραγωδία της ψυχής. Τουλάχιστον όμως αναφερόταν στο πνεύμα, και με αυτό διατηρούσε μια κάποια σταθερότητα. Με το θάνατο του Θεού, δεν απομένει παρά η Ιστορία και η ισχύς». Δεν είναι διόλου τυχαίο που ο Καμύ υπήρξε φανατικός αναγνώστης του ρωσοεβραίου θρησκευτικού υπαρξιστή Λεβ Σεστόφ, ο οποίος στο Μεσοπόλεμο ζούσε εξόριστος στο Παρίσι (πέθανε το 1938). Και είναι απολύτως κατανοητό ότι η επίδραση που δέχτηκε τότε ο νεαρός στοχαστής του παραλόγου από τούτον τον σεβάσμιο φιλόσοφο του τραγικού ήταν τόσο βαθιά, ώστε να βρει τον απολύτως δικό του δρόμο της «θετικής εξέγερσης» διαβάζοντας εντέλει τον πρεσβύτερο με κριτική διάθεση. Γράφει στον Σίσυφο: «Για τον Σεστόφ, η λογική είναι μάταιη, αλλά υπάρχει κάτι πέρα από τη λογική [εννοεί εδώ τον Θεό]. Για ένα παράλογο πνεύμα, η λογική είναι μάταιη και δεν υπάρχει τίποτα πέρα από αυτή» (σ. 57).

Ο Καμύ πιστεύει ότι ο μυστικιστικός οραματισμός του Σεστόφ και η αμείλικτη κριτική του στην απολυταρχία της λογικής μοιάζει με μάχη ενός αντιορθολογιστή που τη δίνει με ορθολογικά επιχειρήματα. Με το άλμα του στον Θεό και την άρνηση της λογικής, στην πραγματικότητα ο ρώσος φιλόσοφος αποφεύγει την οδυνηρή αναμέτρηση με το παράλογο του κόσμου. Είναι σαν να βάζει το παράλογο να ανατρέπει τη λογική, με ολέθριο τίμημα τον μηδενισμό και την καταστροφική εξέγερση. Και ξέρουμε ότι ο μηδενισμός, ακόμη και ως ανατρεπτική δύναμη του άδικου, κυοφορείται μόνο στη δίψα για εξουσία και ισχύ, για απόλυτη κυριαρχία μέχρι θανάτου. Τέτοια δεν ήταν και η εξέγερση του Καλιγούλα, στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Καμύ, που ανέβηκε το 1944; Ο Καλιγούλας εναντιώνεται στο παράλογο της θνητότητας του ανθρώπου (όταν πεθαίνει η αγαπημένη του αδελφή) και, παράφρων πλέον, εκφράζει το πάθος του για ζωή χρησιμοποιώντας τη δύναμή του για να κατακτήσει το ανέφικτο. Τον ακούμε να λέει: «Δεν υπάρχει τίποτα, ούτε σ’ αυτόν τον κόσμο ούτε στον άλλο, που να είναι στα μέτρα μου. Κι όμως ξέρω πως θα ’ταν αρκετό να υπάρχει το αδύνατο. Το ’ψαξα στα σύνορα του κόσμου τούτου, στα σύνορα του εαυτού μου».12 Ο Καλιγούλας ποθεί ν’ αποκτήσει το φεγγάρι, ποθεί την ευτυχία, την αθανασία, αρνείται τον έρωτα, τη φιλία, την ανθρώπινη αλληλεγγύη, για να επιθυμήσει στο τέλος τον ίδιο του το θάνατο, αφού χαρεί δολοφονώντας με τα χέρια του την ερωτική του σύντροφο Καιζωνία. Κραυγάζει το θρίαμβο και την ήττα του μαζί: «Ζω, σκοτώνω, ασκώ την παράφορη δύναμη του καταστροφέα, που πλάι του η δύναμη του δημιουργού μοιάζει με απλό μορφασμό. Αυτό είναι η ευτυχία!» Μαχαιρωμένος από τους συνωμότες του, αρνείται ακόμη και το θάνατό του, γελάει, κοροϊδεύει, φωνάζει στο τέλος ξεψυχώντας: Στην Ιστορία, Καλιγούλα, στην Ιστορία!» Άραγε θέλει να πει ότι κατάφερε να μείνει στην Ιστορία; Ή μήπως ότι η Ιστορία (η κρυφή εχθρός του Καμύ) ευθύνεται για την ελεεινή συμπεριφορά του;

Δίνω άλλο ένα παράδειγμα της «θετικής εξέγερσης», όπως την εννοεί πιστεύω ο Καμύ, από τα κείμενά του Γράμματα σ’ έναν γερμανό φίλο,13 που γράφτηκαν μες στη ναζιστική Κατοχή (1943-1944). Μιλάει βέβαια ως αντιστασιακός. Γράφει: «Σημαντικό είναι να προχωρεί κανείς προς το μαρτύριο και το θάνατο, όταν ξέρει με βεβαιότητα ότι το μίσος και η βία είναι πράγματα μάταια […] Από μέρους μας [εννοεί των Γάλλων παρτιζάνων] είχαμε τόσα να εξουδετερώσουμε και, ίσως πρώτα πρώτα, τον αδιάκοπο πειρασμό να σας μοιάσουμε [εσάς τους Γερμανούς]». Η τυραννική αγωνία να μη μοιάσεις του εχθρού σου! Και αλλού: «Την ίδια στιγμή που θα σας καταστρέφουμε ανελέητα, δεν θα νιώθουμε μίσος απέναντί σας». Κι ακόμα: «Το δύσκολο κατόρθωμά μας είναι να σας ακολουθήσουμε στον πόλεμο δίχως να ξεχάσουμε την ευτυχία».

 

ΟΤΑΝ Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Εκείνα τα χρόνια (1940-1960) εν μέσω θερμού ή ψυχρού πολέμου και ενόψει του αντιαποικιακού αγώνα, το να βάζεις την ηθική και τη δικαιοσύνη πάνω από την πολιτική ή την πολεμική στρατηγική ήταν πράγματι μια μορφή εξέγερσης. Γράφει ο Καμύ στο Σημειωματάριό του: «Γνώρισα την ελευθερία όχι από τον Μαρξ, αλλά από την ανθρωπότητα, σε μια χώρα σαν την Αλγερία, όπου η ζωή ήταν δύσκολη σε χρήμα και πλούσια σε ήλιο». Και αλλού: «Η Αλγερία είναι χώρα μετρημένη και άμετρη. Μετρημένη στις γραμμές της, άμετρη στο φως της».14  

Ωστόσο, ο δοξασμένος Ήλιος-θεότητα και η αμείλικτη παντοδυναμία της Ιστορίας γρήγορα αποδείχτηκαν άσπονδοι εχθροί. Έγραφε ο Καμύ στην «Εξορία της Ελένης» (1948): «Η ιστορία δεν ερμηνεύει ούτε το φυσικό σύμπαν που υπήρξε πριν απ’ αυτήν, ούτε την ομορφιά που βρίσκεται υπεράνω της. Προτίμησε να τα αγνοήσει». (σ. 80) Και εξηγεί ότι, ενώ ο Πλάτων τα περιέχει όλα, και παράλογο και λογική και μύθο, οι δικοί μας φιλόσοφοι έμειναν μόνο στη λογική και στο παράλογο.

Ίσως έχουν δίκιο όσοι λένε ότι πιο σημαντική είναι η ενορατική, λατρευτική θέαση της αλγερινής γης στα κείμενα του Καμύ –η μεγάλη ακολασία της φύσης και της θάλασσας, το λιοπύρι στην Τιπιζά και στη νεκρόπολη της Τζεμιλά, το Αλγέρι, το Οράν, το Μοντοβί– παρά το να ξέρεις αν ο συγγραφέας τους ήταν υπέρ ή κατά της ανεξαρτησίας της από τους Γάλλους. Οι λέξεις πάντως «αποικισμός», «αποικιοκράτης» δεν υπήρχαν στο λεξιλόγιό του. Ως δημοσιογράφος και αριστερός υπεράσπιζε τους αδύνατους, ιδίως τους εγκαταλειμμένους κατοίκους της ορεινής Καβυλίας, που ζούσαν σε άγρια φτώχεια, θύματα της υπανάπτυξης και του αναλφαβητισμού, την ίδια στιγμή όμως που εκθείαζε τα Φώτα του γαλλικού εκπολιτισμού στην αποικιακή Αλγερία. Έλεγε πάντοτε οι Άραβες, ποτέ οι Αλγερινοί. Ένιωθε δεμένος με την τύχη των Αράβων, που τους αγαπούσε, αλλά ήταν και πολύ διαφορετικός απ’ αυτούς. Στην ομιλία του στη Σουηδική Ακαδημία, μεσούντος του πολέμου της Αλγερίας, τόνισε ότι, στο πρόσωπό του, τιμούσαν ακριβώς έναν Γάλλο της Αλγερίας, αυτό θεωρούσε ως ταυτότητά του. Ήταν ωστόσο κάτι μεικτό, θολό, που τον δίχαζε.  Πατρίδα του αναμφίβολα ένιωθε τη γαλλική γλώσσα του Ρακίνα και του Πασκάλ. Ήταν διχασμένος ανάμεσα στην αγαπημένη γη της Αλγερίας και τη σαγηνευτική γη της Γαλλίας. Για την Ανεξαρτησία δεν μιλούσε. Το ουτοπικό του όραμα περί δύο ομόσπονδων κρατών, γαλλικό και αλγερινό, κατέρρευσε το 1945 μετά τη σφαγή του Σετίφ, όπου ο γαλλικός στρατός σκότωσε μέσα σε τρεις μέρες έως και 20 χιλιάδες Αλγερινούς (ο αριθμός των θυμάτων μέχρι σήμερα κυμαίνεται). Δεν μπορούσε να συμφιλιωθεί με τούτο το δράμα και τη ματαίωση, δεν μπορούσε να διαλέξει ανάμεσα στη γαλλική Αλγερία και στην Αλγερία των αλγερινών εθνικιστών που είχαν το πάνω χέρι. Αντιδικούσε: Δεν επανορθώνουμε την αδικία του αποικισμού, έλεγε, με την αδικία της ανεξαρτησίας, παραχωρώντας τη χώρα στους εθνικιστές. Δεν αντικαθιστούμε την κυριαρχία των γάλλων αποίκων με τον αραβικό δεσποτισμό – τον ισλαμιστικό ολοκληρωτισμό, όπως τον χαρακτήριζε.  Δεν ξεριζώνουμε τους ανθρώπους απ’ τη γη τους και τα σπίτια τους –οι ευρωπαίοι πιε νουάρ της Αλγερίας ήσαν τότε ένα εκατομμύριο–, δεν φτιάχνουμε νέα θύματα, μάζες κατατρεγμένων. Του απαντούσαν ότι το νόημα της Ιστορίας είναι αμείλικτο, αδυσώπητο. Εκείνος βλέπει μπροστά του την Ιστορία-νομοτέλεια του Στάλιν, στο όνομα της οποίας θυσιάζονταν άνθρωποι και λαοί. Με την ίδια λογική που παριζιάνοι διανοούμενοι υποστήριζαν το ολοκληρωτικό καθεστώς της Σοβιετικής Ένωσης, παραγνωρίζοντας τα εγκλήματά του. Ο πόλεμος της Αλγερίας ξεσπάει άγριος το 1954. Το 1962, με την Ανεξαρτησία της χώρας, επαναπατρίζονται οι γάλλοι άποικοι. Όταν ο Καμύ πήγε από το Παρίσι στο Αλγέρι, το 1956, για να προτείνει τη θέση του περί πολιτικής εκεχειρίας (την trêve civile) σε δημόσια ομιλία, άσπρο σαν πανί τον φυγάδεψαν από το χώρο της συγκέντρωσης καθώς κινδύνευε να του επιτεθούν θανάσιμα οι αλγερινοί εθνικιστές. Ισλαμιστές και γαλλικός στρατός σκόρπιζαν παντού τον τρόμο. Για τον Καμύ, η βία μπορεί να είναι απαραίτητη, επέμενε να λέει, αλλά δεν είναι δικαιολογημένη. Όταν το ’57 ένας αλγερινός φοιτητής, σε δημόσια εμφάνιση του νομπελίστα Καμύ στη Στοκχόλμη, ρώτησε τον βραβευμένο συγγραφέα προκλητικά να του πει την άποψή του για τον μαινόμενο υπέρ της Ανεξαρτησίας πόλεμο στην κοινή τους πατρίδα, εκείνος έδωσε ψύχραιμα την πολυσυζητημένη απάντηση: «Αυτή τη στιγμή βάζουν βόμβες στα τραμ στο Αλγέρι. Η μητέρα μου μπορεί να βρίσκεται σε ένα απ’ αυτά. Εάν αυτό λέγεται δικαιοσύνη προτιμώ τη μητέρα μου».15

 

Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ

Η διαβόητη ρήξη με τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ δεν θα έρθει μόνο επειδή ο Καμύ τόλμησε να ταυτίσει, ως προς τον ολοκληρωτισμό τους βέβαια, το κομμουνιστικό με το ναζιστικό καθεστώς — το έκαναν κι άλλοι τότε, όπως ο Ραιημόν Αρόν, μόνο που αυτός ήταν δεξιός, ή η Χάννα Άρεντ, αλλά εκείνη ζούσε στην Αμερική. Αιτία ήταν επιπλέον η ακατανόητη στάση του Καμύ στο ζήτημα της γαλλικής Αλγερίας,  λόγου χάρη το ότι δεν υπέγραψε για την επανακυκλοφορία του απαγορευμένου βιβλίου του Henri Alleg, La Question (1958), που μιλούσε  για τα συστηματικά βασανιστήρια των Γάλλων στους αλγερινούς πολιτικούς κρατούμενους. Ωστόσο, ο μοραλιστής Καμύ καταδίκαζε απερίφραστα τα βασανιστήρια, χωρίς όμως να παραβλέπει ότι διαπράττονται κι από τις δυο πλευρές. Στα θέματα δικαιοσύνης ήταν στοιχειωμένος από την αίσθηση του τραγικού. Στον επικοελεγειακό Πρώτο άνθρωπο το τραγικό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το μελόδραμα. Και πώς αλλιώς; Στην τραγωδία, ο Κρέων και η Αντιγόνη έχουν δίκιο και οι δυο συγχρόνως. Είναι ισόπαλοι. Στο μελόδραμα, το κακό και το καλό ξεχωρίζουν, αντιμάχονται μεταξύ τους. Η ειρωνική περιφρόνηση με την οποία ο Σαρτρ υποδέχτηκε λακωνικά τον Επαναστατημένο άνθρωπο έχει μείνει υποδειγματικά απορριπτική. Απαξιώνει τον Καμύ λέγοντάς του: «Δεν τολμώ να σας παραπέμψω στο βιβλίο μου Το Είναι και ο Χρόνος. Η ανάγνωσή του θα σας δυσκόλευε ανώφελα». Ο Καμύ ήταν σαφής πάντως ως προς τα διδάγματα της δικής του εξέγερσης: χάρη στη φιλοσοφία των ορίων και του μέτρου που τη διέπουν, η εποχή της απόλυτης άρνησης έχει ξεπεραστεί, κι ανοίγεται τώρα ένας δρόμος πιο δύσκολος και απαιτητικός που θα οδηγήσει πέρα από τον μηδενισμό. Η δική του εξέγερση φανέρωσε μέσα στην Ιστορία κάτι περισσότερο από την ύπαρξη του αφέντη και του δούλου. Έδειξε επίσης ότι υπάρχει εξέγερση που δεν στρέφεται εναντίον ενός εξωτερικού εχθρού. Εξέγερση δεν είναι η απόλυτη ελευθερία να σκοτώνεις, ακριβώς γιατί αναγνωρίζει ένα όριο: τη δύναμη της εξέγερσης του κάθε ατόμου (κάθε άτομο έχει τη δύναμη να εξεγείρεται). Αρνούμενος όχι να σκοτώσω, αλλά την ελευθερία να σκοτώνω, αρνούμαι τη θεοποίηση του εαυτού μου, στην οποία με οδηγούν οι πολιτικές ιδεολογίες και τα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Ήδη από το 1946 ο Καμύ είχε εξαγγείλει το τέλος των ιδεολογιών, τη στιγμή ακριβώς της θεσμικής κατοχύρωσής τους. Στην πραγματικότητα, ο μεγάλος του εχθρός δεν ήταν η Ιστορία –σ’ αυτήν έβλεπε το έγκλημα, τη βία, την αδικία–, ήταν ο απόλυτος χωρίς πνευματικότητα υλισμός (για κείνον τότε η κομμουνιστική κοινωνία, για μας σήμερα η αχαλίνωτα καταναλωτική κοινωνία)· ήταν ο απόλυτος μηδενισμός χωρίς να διαφαίνεται πουθενά το νόημα του μηδενός, ώστε να μπορούμε να το πολεμήσουμε για να βγούμε απ’ αυτόν. Έλεγε: «Να βρεθεί το υπέρμετρο μέσα στο μέτρο» – καθαρό αρχαιοελληνικό πνεύμα!

Νομίζω ότι ο Καμύ είναι μια σπάνια περίπτωση ανθρώπου που γεύτηκε και πρόσφερε καρπούς της φιλοσοφίας καθαρά μέσα από τη λογοτεχνία, όπου η σκέψη, οι λέξεις και το βίωμα είναι αδιαχώριστα. Η νοσταλγία της χαμένης ενότητας (να ενώσω την ύλη με το πνεύμα) είναι μεν το βασικό κίνητρο του λογοτέχνη, αλλά είναι και το θεμέλιο της φιλοσοφίας. Το πάθος της δικαιοσύνης, λόγω των βιωματικών σπαραγμών και διχασμών του, τον ανέδειξε σε εμπνευσμένο ισορροπιστή των άκρων.

Ζώντας μέσα στον κόσμο και στην ιδέα του κόσμου, δεν αναζήτησε μόνο το αντικείμενο της αγάπης ούτε το πρόβλημα του κακού καθαυτό. Γι’ αυτό βρήκε εντέλει μπροστά του την αίσθηση της εξορίας. Νιώθει ευτυχισμένος που έχει τη δυνατότητα να ζει και να δρα μες στον κόσμο, ο οποίος κόσμος δεν του φαίνεται άσχημος ή κακός, αλλά ούτε μόνον όμορφος. Του φαίνεται ξένος, αλλότριος. Τα τελευταία χρόνια του σύντομου βίου του έμεινε πολύ μόνος, με πικρία και αίσθημα σκληρής απομόνωσης. Ακόμη κι όσοι τον αγαπούσαν ή τον θαύμαζαν, δεν τον καταλάβαιναν — ενώ σήμερα ακόμη κι όσοι διαφωνούν μαζί του αναγνωρίζουν τη μοναδικά επίκαιρη αξία του έργου του.  Η φιλία του με τον ποιητή Ρενέ Σαρ, επίσης λάτρη του μεσογειακού φωτός και μιας ποιητικής του στοχασμού και του νοήματος, καθώς και η «σκέψη του μεσημεριού» (la pensée de midi)16 θα γίνουν σανίδες σωτηρίας του πάνω στην πολυκύμαντη δυσανάγνωστη θάλασσα της εποχής του. Στον ποιητή Μπορίς Παστερνάκ, στον οποίο δόθηκε το Νόμπελ λογοτεχνίας ένα χρόνο αργότερα, το 1958, και στο μυθιστόρημά του Δόκτωρ Ζιβάγκο, βρήκε μια αδελφή ψυχή για να σμίξει μαζί της τα συναισθήματα αλληλεγγύης, παρηγοριάς και ελπίδας. Γράφει στο Σημειωματάριό του: «[Ο Παστερνάκ] ανασταίνει τη ρωσική καρδιά, συντετριμμένη ύστερα από 40 χρόνια πολιτικών προπαγανδιστικών συνθημάτων και ανθρώπινης σκληρότητας».17 Σε επιστολή του στο ίδιο τον συγγραφέα του Δόκτορα Ζιβάγκο γράφει με ευγνωμοσύνη: «Ξαναβρίσκω σ’ εσάς τη Ρωσία που με έθρεψε και με δυνάμωσε». Είναι προφανές ότι ο πρώιμος αντισταλινισμός του Καμύ προέκυψε και αποφασίστηκε από τη νεανική του αγάπη για τη ρωσική λογοτεχνία, αλλά και επειδή μελετούσε τα γραπτά των πρώτων ρώσων εξόριστων αντιφρονούντων στοχαστών στο Παρίσι –του Σεστόφ, όπως είπαμε, και  του Νικολάι Μπερντιάγεφ–, θαρρείς και γύρευε ενστικτωδώς, μέσα από τις κόκκινες φλόγες της Επανάστασης του 1917, το κριτικό έργο όσων είχε η ίδια απομακρύνει γιατί της φανέρωναν τις μοιραίες υπερβολές της και το ψεύδος της.

Ο Καμύ επέστρεφε πάντοτε στο αίνιγμα του ήλιου ως κέντρου του κόσμου. «Με τόσο ήλιο στη μνήμη, πώς μπόρεσα να στοιχηματίσω στο παράλογο;», αναρωτιέται το 1950 στο διήγημα «Αίνιγμα» (Καλοκαίρι, ό.π., σ. 87). Η «σκέψη του μεσημεριού», που, όπως ο μεσημεριανός ήλιος, θέτει όρια, έλεγχο και ισορροπία δυνάμεων στην εξέγερση, διαμορφώνεται ήδη στα τελευταία κείμενα της συλλογής του Καλοκαιριού: εδώ ο συγγραφέας πολιορκείται από εικόνες, όπως ο ποιητής, όχι από κοσμοείδωλα όπως ο φιλόσοφος. Γράφει στην «Εξορία της Ελένης» (σ. 81): «Ο καλλιτέχνης, αναγκασμένος από τη φύση του, γνωρίζει τα όριά του, αυτά ακριβώς που παραγνωρίζει το ιστορικό πνεύμα. Σκοπός του ιστορικού πνεύματος είναι η τυραννία, ενώ το πάθος του καλλιτέχνη είναι η ελευθερία» . Και πάλι στο «Αίνιγμα» θα πει: «Ο καλλιτέχνης αναζητά την αλήθεια του. Αν είναι μεγάλος, κάθε έργο του την πλησιάζει, ή, τουλάχιστον, περιστρέφεται πολύ κοντά στο κέντρο της, σ’ εκείνον τον βαθιά κρυμμένο ήλιο, όπου τα πάντα θα ’ρθουν  μια μέρα να καούν». Νομίζω ότι ο αντίποδας του κακού που φέρνει η Ιστορία, για τον Καμύ, είναι ακριβώς αυτό που φωτίζει ο ήλιος: είναι δηλαδή η ομορφιά του κόσμου, γιατί ο κόσμος είναι όμορφος κι έξω απ’ αυτόν δεν υπάρχει σωτηρία. Το καλό, λοιπόν, είναι η ομορφιά. Γι’ αυτήν οι Έλληνες έκαναν τον πόλεμο στην Τροία, ενώ οι Ευρωπαίοι, και εν γένει ο πολιτισμός της προόδου, την έβγαλαν απ’ την καρδιά τους, δέσμιοι της Ιστορίας. Εδώ, η ομορφιά του κόσμου σημαίνει και δυσπιστία στον άνθρωπο της προόδου.

 

Ο ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΣ

Ο ήλιος και η Ιστορία, το είδαμε, φωτίζουν μοιραία το λογοτεχνικό θέμα που κυριαρχεί στην αφήγηση, στο δοκίμιο, στα θεατρικά έργα του Καμύ: το έγκλημα. Από τον Βίκτορα Ουγκώ και τον Ντοστογιέφσκι, έως τον Ανατόλ Φρανς και τον Πέτερ Χάντκε –αλλά σκέφτομαι και τον Κώστα Καρυωτάκη να συγκλονίζεται από την αγχόνη του Πάγκαλου–, η φιγούρα ενός καταδικασμένου σε θάνατο ή του εγκληματία, το ικρίωμα της εκτέλεσης στην εσχάτη των ποινών, ο αναίτιος φόνος ή η αυτοκτονία στοιχειώνουν τους συγγραφείς. Η δικαιοσύνη γίνεται σκηνή του δράματος, η τιμωρία (ενοχής ή αθωότητας) ο γυμνός του επίλογος. Με το τέλος της γερμανικής Κατοχής, το 1947, ο Καμύ δημοσιεύει την Πανούκλα,18 μυθιστόρημα-χρονικό για την αρρώστια του πολέμου, μια αλληγορία του ναζιστικού εγκλήματος που φανερώνει την πιο σκοτεινή εκδοχή του παραλόγου: το φυσιολογικό εδώ είναι το μικρόβιο, ενώ η αγνότητα και η ακεραιότητα του ανθρώπου είναι το χημικό όπλο που το σκοτώνει. Ο βάκιλος της πανούκλας φθείρει το σώμα και την καρδιά ώς την αδιαφορία για το θάνατο. Όποιος δεν ανέχεται το θάνατο γύρω του (ακριβώς γιατί τον παθιάζει η ζωή) αντιστέκεται. Διεξάγει τότε τον ηθικό αγώνα αλληλεγγύης για τη διάσωση της ανθρώπινης ζωής, με όποιο τίμημα. «Οι άνθρωποι μη μπορώντας να γίνουν άγιοι», γράφει ο Καμύ, «και μη θέλοντας να υποταχτούν στις μάστιγες, πασχίζουν να γίνουν γιατροί». Γιατρός είναι αυτός που αντιστέκεται στο θάνατο. Το μικρόβιο δεν πεθαίνει ποτέ, ούτε στις ευτυχισμένες πολιτείες. Το χρονικό της Πανούκλας  είναι συγχρόνως κι ένα μυθιστόρημα για την εξορία, τον αποχωρισμό, τη μοναξιά του ανθρώπου που πληρώνει το τίμημα της διάσωσης των άλλων στον πόλεμο.  Θάνατος κι αγάπη κρατιούνται πάντα από το χέρι. Ο μεγαλύτερος πόνος (ο πιο παράλογος) είναι ο αποχωρισμός των ανθρώπων που αγαπιούνται.

Η Μαρία, η γυναίκα του δολοφονημένου αδελφού στο θεατρικό δράμα Η Παρεξήγηση (1944), σπαραχτικά και μάταια, στο τέλος του έργου εκλιπαρεί δίχως να παίρνει απάντηση: «Ω Θεέ μου! Δεν μπορώ να ζήσω στην ερημιά. Ελέησε, Κύριε, αυτούς που αγαπιούνται και χωρίζουν».19 Τον ίδιο σπαραγμό ακούω διαβάζοντας μια σημείωση του Καμύ (Carnets III, 29 Μαΐου 1958): «Μητέρα. Αν αγαπούσαμε αρκετά αυτούς που αγαπάμε, θα τους εμποδίζαμε να πεθάνουν».  

Μάρτιος 2020  

Μεσούσης της πανδημίας Covid-19  

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Aλμπέρ Καμύ, Ο καλλιτέχνης και η εποχή του. Ομιλίες στη Σουηδία, επιμέλεια Αντιγόνη Βλαβιανού, συλλογική μετάφραση: Π. Λιάδης, Κ. Παπαλιάς, Λ. Σαλούφα, Μ. Σιχαντέ, Τ. Στρατάκου, Καστανιώτη, 2011, σ. 59.
  2. Αλμπέρ Καμύ, Ελευθεριακά γραπτά, συλλογή κειμένων Λου Μαρέν, μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη, Καστανιώτη, 2019, σ. 173-178.
  3. Αλμπέρ Καμύ, Η καλή και η ανάποδη (Πρόλογος 1958), μτφρ. Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ / Μαρία Κασαμπάλογλου-Ρομπλέν, Καστανιώτη, 2001, σ. 13-14.
  4. Στο ίδιο, σ. 31.
  5. Αλμπέρ Καμύ, Ο πρώτος άνθρωπος, μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη, Καστανιώτη, 2017, σ. 113, 128, 49, 204-205. 
  6. Αλμπέρ Καμύ, Σημειωματάρια. Βιβλίο πρώτο: Μάιος 1935-Φεβρουάριος 1942, μτφρ. Νίκη Καρακίτσου-Dougé / Μαρία Κασαμπάλογλου-Roblin, Πατάκη, 2017, σ. 11.
  7. Η καλή και η ανάποδη, ό.π., σ. 53.
  8. Αλμπέρ Καμύ, Ο μύθος του Σισύφου. Δοκίμιο για το παράλογο, μτφρ. Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ / Μαρία Κασαμπάλογλου-Ρομπλέν, Καστανιώτη, 2007, σ. 168.
  9. Αλμπέρ Καμύ, Ο ευτυχισμένος θάνατος, μτφρ. Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ / Μαρία Κασαμπάλογλου-Ρομπλέν, Καστανιώτη, 2010, σ. 139, 136, 56.
  10. Σημειωματάρια. Βιβλίο πρώτο, ό.π., σ.15.
  11. Αλμπέρ Καμύ, Το καλοκαίρι, μτφρ. Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ / Μαρία Κασαμπάλογλου-Ρομπλέν, Πατάκη 2015, σ. 80.
  12. Αλμπέρ Καμύ, Καλιγούλας, μτφρ. Μαρία Πορτολομαίου-Λάζου, Δωδώνη, 1984, σ. 149, 151.
  13. Αλμπέρ Καμύ, Η πανούκλα, Ο ξένος, Γράμματα σ’ έναν Γερμανό φίλο, μτφρ. Γιώργος Γεραλής / Νάτα Κυριακοπούλου, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, 1996, σ. 102, 127-128.
  14. Albert Camus, Σημειωματάρια [Ανθολόγιο], μτφρ. Λήδα Παλλαντίου, Εξάντας 1987, σ. 94.
  15. Ο καλλιτέχνης και η εποχή του, ό.π., σ. 74.
  16. Αλμπέρ Καμύ, Ο επαναστατημένος άνθρωπος, μτφρ. Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ / Μαρία Κασαμπάλογλου-Ρομπλέν, Καστανιώτη 2013, σ. 231.
  17. Albert Camus, Carnets III. Mars 1951-Décembre 1959, επιμ. Raymond Gay-Crosier, Gallimard Folio, 2013, σ. 282.
  18. Η πανούκλα, ό.π., σ. 3
  19. Αλμπέρ Καμύ, Η παρεξήγηση, μτφρ. Γιάννης Θηβαίος, Δωδώνη, 1998. σ. 110.

------

* Το κείμενο αυτό είναι η εκτενής μορφή της ομιλίας μου στη διαδικτυακή εκδήλωση της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδας (του κύκλου Λόγος 8), που έγινε στις 10 Ιουνίου 2020, με θέμα «Τιμή στον Αλμπέρ Καμύ (1913-1960)», με συμβατική αφορμή τη συμπλήρωση 60 χρόνων από το θάνατό του (ο Καμύ πέθανε στις 4 Ιανουαρίου 1960).

 

Μαρία Στεφανοπούλου

Συγγραφέας και μεταφράστρια. Πιο πρόσφατα βιβλία της: Το θέατρο των πηγών και η νοσταλγία της καταγωγής (2011), Η επιστροφή της σκιάς (2015), Άθος, ο δασονόμος (2015), Ήμασταν τέσσερις (2018).

Τελευταία άρθρα από τον/την Μαρία Στεφανοπούλου

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.