Σύνδεση συνδρομητών

Tο φάντασμα του λαϊκισμού και της ακροδεξιάς

Σάββατο, 01 Μαρτίου 2014 02:00

Η Ευρώπη σε σταυροδρόμι

Τα κύρια σημεία αυτού του κειμένου εκφωνήθηκαν στην εκδήλωση με θέμα Η άνοδος (;) της Ακροδεξιάς και η τύχη του ευρωπαϊκού οράματος: ο αγώνας για τη δημοκρατία στη σκοτεινή ήπειρο, που έγινε στη Λευκωσία στις 24 Φεβρουαρίου 2014 οργανωμένη από την Πρωτοβουλία Μένουμε Ευρώπη και το Εγκώμιο Πολιτιστικό Κέντρο.

Εν όψει ευρωεκλογών, παραφράζοντας τον Κάρολο Μαρξ, ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη, το φάντασμα του λαϊκισμού και της ακροδεξιάς.

Εξέχοντες ευρωπαίοι πολιτικοί προειδοποιούν για τους κινδύνους της επικράτησης του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, όπως ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο[1], που προειδοποιεί τα πολιτικά κόμματα ότι πρέπει να πάψουν να επαναπαύονται και ότι πρέπει να αντιμετωπίσουν, ενεργά και με θάρρος, τον πολιτικό εξτρεμισμό, επειδή «το ευρωπαϊκό κεκτημένο δεν είναι δεδομένο». Ο πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου, Μάρτιν Σουλτς, μιλάει για τον λαϊκισμό των ευρωσκεπτικιστών[2] που θεωρούν όσους έχουν αντίθετες απόψεις όχι αντιπάλους αλλά εχθρούς. Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας Χανς Ντήτριχ Γκένσερ αναρωτιέται εάν θα ενδώσει η Ευρώπη στη «νεοεθνικιστική αποπλάνηση»[3]. Ο πρώην πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου Ζαν-Κλωντ Γιουνκέρ προειδοποιεί ότι «πρέπει να προσέξουμε έτσι ώστε η προέλαση των λαϊκιστών να μην εξελιχθεί σε επέλασή τους»[4]. Ο γερμανός επίτροπος Γκύντερ Έτινγκερ επισημαίνει ότι «οι λαϊκιστές δεν είναι ούτε δημιουργικοί ούτε κριτικοί, αλλά παίζουν με τους ανθρώπους με χυδαίο τρόπο»[5]. Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Χέρμαν Φαν Ρομπάι, υποστηρίζει ότι «ο λαϊκισμός δεν γεννήθηκε με την κρίση του ευρώ. Είναι ένα κοινωνικό, πολιτισμικό φαινόμενο, πολύ πιο βαθύ από τα σημερινά προβλήματα», επισημαίνοντας ότι «η κρίση επιδείνωσε την κατάσταση»[6]. Έγκυρες εφημερίδες όπως ο Guardian και οι NewYorkTimes προειδοποιούν για ένα «Europeanpopulistbacklash»[7].

Είναι πλέον φανερό ότι οι παλιές καλές ημέρες, όταν τα αποτελέσματα των εκλογών, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο, ερμηνεύονταν με βάση το κλασικό δίπολο Αριστερά/Δεξιά έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Νέες έννοιες, νέες πολιτικές συμπεριφορές έχουν εμφανιστεί και απαιτούν ερμηνείες και εξηγήσεις. Τα παραδοσιακά αναλυτικά εργαλεία είναι πλέον ανεπαρκή. Ένα νέο πολιτικό τοπίο είναι υπό διαμόρφωση τόσο στο ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και στα εθνικά κράτη.

Εννοιολογικές διασαφηνίσεις

Η έννοια κλειδί, το σημείο αφετηρίας για την εξήγηση αυτών των νέων φαινομένων είναι η έννοια του λαϊκισμού. Oλαϊκισμός ορίζεται ως μία αβαθής ιδεολογία (thin centered ideology) που θεωρεί την κοινωνία ως, στην ουσία, διαχωρισμένη σε δύο ομοιογενείς και ανταγωνιστικές ομάδες, τον «αγνό λαό» ενάντια στις «διεφθαρμένες ελίτ», και που υποστηρίζει ότι η πολιτική θα πρέπει να αποτελεί έκφραση της volonté générale (γενικής βούλησης) του λαού[8].

Είναι εξαιρετικά εύκολο να απομνημονεύσουμε την ουσία του λαϊκισμού. Αρκεί να θυμόμαστε δύο αριθμούς. 99% (που είναι οι «καλοί», οι δικοί μας) και 1% (που είναι οι άλλοι, οι «κακοί»). Η απλότητα ίσως να εξηγεί και την επιτυχία αυτής της ιδεολογίας που έχει γίνει το νέο πνεύμα των καιρών, το Zeitgeist[9], το trend στην Ευρώπη. Στην ελληνική εκδοχή της εκφράζεται από το δίπολο μνημόνιο/αντιμνημόνιο και από το σύνθημα «ή εμείς ή αυτοί».

Το φαινόμενο αυτό έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ώστε αναλυτές να μιλούν για ένα νέο είδος δημοκρατίας, εκείνο της λαϊκιστικής δημοκρατίας, θεμελιωδώς αντιφιλελεύθερης, όπου τα κύρια πολιτικά κόμματα, στην κυβέρνηση και την αντιπολίτευση, είναι εξίσου λαϊκιστικά, όπως, για παράδειγμα, στην Ελλάδα, προ κρίσης, και στη μετακομμουνιστική Ουγγαρία[10]. Η διαπίστωση ότι «ο λαϊκισμός συνιστά την κύρια απειλή για τις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες»[11], μοιάζει να είναι απολύτως ορθή.

Είναι όλοι οι λαϊκιστές ακροδεξιοί; Φυσικά και όχι. Το φαινόμενο είναι πολύ πιο περίπλοκο. Ο λαϊκισμός ως αβαθής ιδεολογία χρειάζεται μια σοβαρότερη ιδεολογία για να προσκολληθεί. Τη βρίσκει όχι μόνο στα δεξιά αλλά και στα αριστερά. Προς το παρόν, ας παραμείνουμε στο δεξιό τμήμα του πολιτικού φάσματος. Όταν ο λαϊκισμός συνυπάρχει με τον αυταρχισμό και τον νατιβισμό (μια νέα έννοια), τότε έχουμε τα πλήρη χαρακτηριστικά ενός ακροδεξιού κόμματος. Ο νατιβισμός (nativism)[12], ένας συνδυασμός εθνικισμού και ξενοφοβίας, «είναι μια ιδεολογία που υποστηρίζει ότι τα κράτη πρέπει να κατοικούνται αποκλειστικά από τους αυτόχθονες (το “έθνος”) και ότι τα μη εθνικά στοιχεία (πρόσωπα και ιδέες) συνιστούν θεμελιώδη απειλή στο ομοιογενές έθνος-κράτος»[13]. Πολλοί μελετητές, όπως ο Κας Μούντε, προτείνουν τον νατιβισμό ως ελάχιστο κοινό παρονομαστή, αναγκαίο για τη συμπερίληψη ενός κόμματος στην ακροδεξιά πολιτική οικογένεια. Ο Πιερ-Αντρέ Ταγκιέφ χρησιμοποιεί έναν παρεμφερή και σχεδόν συνώνυμο όρο, τον εθνικολαϊκισμό[14], που είναι μείγμα εθνικισμού και λαϊκισμού.

Είναι αναμφισβήτητο ότι τα ακροδεξιά κόμματα έχουν κάνει αισθητή την παρουσία τους σε πολλές χώρες, τόσο στη Δυτική όσο και στην Ανατολική Ευρώπη. Η προσδοκία ότι θα ήταν ένα πρόσκαιρο φαινόμενο, με «κόμματα-πομφόλυγες» (flash-parties), που γρήγορα θα εξαφανίζονταν, δεν επιβεβαιώθηκε, με πολλά από τα κόμματα αυτά να συμμετέχουν σε κυβερνήσεις συνασπισμού σε 14 ευρωπαϊκές χώρες[15]. Πρόκειται για μία από τις δύο επιτυχημένες μεταπολεμικά πολιτικές οικογένειες στην Ευρώπη (η άλλη είναι οι Πράσινοι). Δεν συνδέονται άμεσα με τον ιστορικό φασισμό του μεσοπολέμου και είναι θεωρητικό και πολιτικό λάθος να αποκαλούνται συλλήβδην «φασιστικά». Είναι διαρκώς παρόντα στα μέσα ενημέρωσης που, ακόμα και εάν τα καταγγέλλουν, πολλές φορές προωθούν την ατζέντα τους, όπως έχει επισημάνει ιδιαίτερα εύστοχα ο Αντώνης Έλληνας[16].

Εδώ είναι απαραίτητη μια πολύ κρίσιμη διευκρίνιση. Όλο και περισσότεροι μελετητές επισημαίνουν την ανάγκη της διάκρισης ανάμεσα στα ακροδεξιά κόμματα που συμμετέχουν στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες (επισημαίνοντας ότι η ορθή ονομασία για αυτή την κομματική οικογένεια είναι λαϊκιστική ριζοσπαστική δεξιά) και στα εξτρεμιστικά ακροδεξιά κόμματα[17]. Δεν είναι υπερβολικός ο ισχυρισμός ότι «η λαϊκιστική ριζοσπαστική Δεξιά είναι η μόνη επιτυχημένη νέα οικογένεια κομμάτων στην Ευρώπη» σε αντίθεση με την εξτρεμιστική άκρα Δεξιά η οποία «εξακολουθεί να είναι μία σχετικά περιθωριακή εκλογική δύναμη στη μεγάλη πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών»[18]. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα το ΛΑΟΣ είναι ένα τυπικό λαϊκιστικό ριζοσπαστικό δεξιό κόμμα, ενώ η Χρυσή Αυγή είναι ένα εξτρεμιστικό ακροδεξιό κόμμα. Πανευρωπαϊκά, εκτός από τη Χρυσή Αυγή υπάρχει μόνο ένα ακόμα εξτρεμιστικό ακροδεξιό κόμμα με σημαντική δύναμη, το Jobbik στην Ουγγαρία.

Η διάκριση ανάμεσα σε ριζοσπαστικά και εξτρεμιστικά κόμματα είναι θεμελιώδης. Τα εξτρεμιστικά κόμματα είναι εχθροί του δημοκρατικού πολιτεύματος perse. Είναι προφήτες ενός νέου πολιτεύματος. Αντίθετα, τα ριζοσπαστικά κόμματα είναι εχθροί της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Δεν είναι προφήτες, είναι ανακαινιστές. Δεν είναι εκτός του πλαισίου της δημοκρατίας.

Επιτρέψτε μου να επιμείνω περισσότερο στο θέμα του πολιτικού εξτρεμισμού. Στην παρούσα συγκυρία υπάρχουν δύο εξτρεμιστικά ακροδεξιά κόμματα στην Ευρώπη, η Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα και το Jobbikστην Ουγγαρία, με αξιοσημείωτη πολιτική επιρροή που θα εκφραστεί και στις ευρωεκλογές. Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι και οι δύο χώρες κυριαρχήθηκαν από το μοντέλο της λαϊκιστικής δημοκρατίας που αναφέραμε παραπάνω.

Στο κοινό έδαφος του λαϊκισμού, παρατηρούνται επίσης ριζοσπαστικά και εξτρεμιστικά κόμματα και στα αριστερά του πολιτικού φάσματος. Παράλληλα, υπάρχουν σε διάφορες χώρες ακροαριστερές εξτρεμιστικές ομάδες, με πρωταθλήτρια την Ελλάδα, που επιδίδονται, όπως και οι ακροδεξιοί, σε πράξεις πολιτικής βίας[19].

Σε κάθε χώρα, αυτά τα τρία νέα φαινόμενα, ο αντισυστημικός λαϊκισμός, ο αριστεροδεξιός ριζοσπαστισμός[20] και ο φαιοκόκκινος εξτρεμισμός αναπτύσσονται, αρθρώνονται και διαπλέκονται με διαφορετικούς τρόπους. Το πλέον επικίνδυνο φαινόμενο είναι ότι οι πρακτικές του πολιτικού εξτρεμισμού, δηλαδή η βία, γίνονται αποδεκτές, για πολλούς λόγους, και από τα ριζοσπαστικά κόμματα, με αποτέλεσμα να εθίζονται σταδιακά οι κοινωνίες στις πρακτικές του εξτρεμισμού, όπως έχει συμβεί στην Ελλάδα της κρίσης. Όταν η πολιτική βία διαχέεται στην κοινωνία και γίνεται αποδεκτή, ίσως και επιθυμητή, τότε βρισκόμαστε σε πολύ μικρή απόσταση από τον ολοκληρωτισμό και τον πόλεμο όλων εναντίον όλων.

Τα φαινόμενα που προαναφέρθηκαν, στην Ελλάδα μπορούν να περιγραφούν με το σχήμα που ακολουθεί: 

 

Η ακροδεξιά στην Ευρώπη

Έχοντας διασαφηνίσει τις βασικές έννοιες, ας εξετάσουμε την παρουσία της ακροδεξιάς στο ευρωπαϊκό πολιτικό τοπίο. Ένας πίνακας[21], με τα εκλογικά κέρδη και τις απώλειες των ακροδεξιών κομμάτων την οκταετία 2005-2013, που συνέταξε ο Κας Μούντε, θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα το φαινόμενο.

Από τον πίνακα είναι σαφές ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια μεικτή εικόνα. Από τις 28 χώρες μέλη, μόνον στις 19 υπάρχει ακροδεξιό κόμμα που να έχει κερδίσει πάνω από 1% στις εθνικές εκλογές της οκταετίας 2005-2013. Από αυτές τις 19 χώρες, σε 10 έχει εκλογικά κέρδη ενώ σε 9 καταγράφει εκλογικές απώλειες. Τα μεγάλα κέρδη, πάνω από 5% (Αυστρία, Γαλλία, Ουγγαρία, Λετονία), αντισταθμίζονται με σχεδόν ισάριθμες απώλειες (Βέλγιο, Ιταλία, Σλοβακία).

Στο σύνολο, μόλις στο ένα τρίτο των ευρωπαϊκών χωρών έχουμε αύξηση της Ακροδεξιάς στη διάρκεια της κρίσης. Αυτό επιβεβαιώνει τα ευρήματα πολλών ερευνητών ότι τα ακροδεξιά κόμματα συνήθως χάνουν δύναμη στη διάρκεια των οικονομικών κρίσεων[22]. Ακούγεται παράδοξο, αλλά έτσι συμβαίνει, επιβεβαιώνοντας ότι οι ρίζες του ακροδεξιού φαινομένου είναι πολύ βαθύτερες από τα οικονομικά αίτια. Έχουν πολύ περισσότερο να κάνουν με την κρίση ταυτοτήτων της ύστερης νεωτερικότητας καθώς και με την πολιτική προσφορά και πολύ λιγότερο με οικονομικές παραμέτρους.[23]

Αυτή η, σχετικά, αισιόδοξη εικόνα, βασισμένη σε πρόσφατες δημοσκοπήσεις, ότι η ακροδεξιά δεν θα πάρει πάνω από 35 (στη χειρότερη περίπτωση 50, συνυπολογίζοντας Χρυσή Αυγή και Jobbik) από τις 751 έδρες του Ευρωκοινοβουλίου, δηλαδή κάτι ανάμεσα σε 4 και 6,5%, αρχίζει και γίνεται γκρίζα εάν στον αριθμό αυτό προσθέσουμε τα ευρωσκεπτικιστικά κόμματα και τα κόμματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς που αμφισβητούν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Παρ’ ότι είναι παρακινδυνευμένο και ίσως αυθαίρετο να αθροίζει κανείς κόμματα με εντελώς διαφορετικούς στόχους, σύμφωνα με μελέτη της Deutsche Bank[24], αυτού του είδους τα κόμματα θα μπορούσαν να αποσπάσουν το 27% των ψήφων στις ευρωεκλογές, στα τέλη Μαΐου, και έτσι να διασφαλίσουν 203 από τις 751 έδρες του ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Σε παρόμοιο αριθμό καταλήγει και μια πρόσφατη έρευνα από το PollWatch[25].

Φαίνεται όμως ότι τα κόμματα που ανήκουν στους τέσσερις βασικούς πυλώνες της ευρωπαϊκής ιδέας, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα, η Συμμαχία Φιλελευθέρων και Δημοκρατών για την Ευρώπη και η Ομάδα των Πρασίνων, θα έχουν γύρω στο 70% των εδρών του Ευρωκοινοβουλίου. Μάλιστα, σύμφωνα με πρόσφατες σφυγμομετρήσεις, θα έχουμε ανατροπή του υφιστάμενου συσχετισμού δυνάμεων με τους σοσιαλιστές να είναι πρώτη δύναμη και τους χριστιανοδημοκράτες να περιορίζονται στη δεύτερη θέση.

Ένα άλλο θετικό στοιχείο είναι ότι, ακόμα και εάν τα ακροδεξιά κόμματα έχουν αυτή την περιορισμένη επιτυχία που περιγράψαμε, πολύ δύσκολα θα κατορθώσουν να δημιουργήσουν μια διακριτή πολιτική ομάδα, λόγω των αβυσσαλέων διαφορών που υπάρχουν μεταξύ τους. Για τη δημιουργία πολιτικής ομάδας χρειάζονται τουλάχιστον 25 ευρωβουλευτές από τουλάχιστον 7 χώρες. Μια σχετική απόπειρα που είχε γίνει στις αρχές του 2007 είχε οδηγήσει στη δημιουργία μιας ακροδεξιάς πολιτικής ομάδας που ονομάστηκε «Ταυτότητα, Παράδοση, Κυριαρχία» (ΙΤS, Identity, Tradition, Sovereignty). Αυτή η νεοσύστατη πολιτική ομάδα της Ακροδεξιάς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχε άδοξο τέλος, καθώς άντεξε μόνο δέκα μήνες. Οι πέντε ρουμάνοι ευρωβουλευτές της ομάδας αποχώρησαν από αυτή, τον Νοέμβριο 2007, καταγγέλλοντας ως προσβλητικές τις δηλώσεις της ιταλίδας συναδέλφου τους Αλεσσάντρα Μουσολίνι για τους ρουμάνους μετανάστες στην Ιταλία[26].

Συμπερασματικά, ο κίνδυνους από τους λαϊκιστές, τους ακροδεξιούς και τους ευρωσκεπτικιστές είναι υπαρκτός και σοβαρός. Ίσως όχι τόσο όσο προβάλλεται από τα μέσα ενημέρωσης και κάποιους πολιτικούς, ως «παραδεδεγμένη σοφία».

Εκείνο που είναι περισσότερο ανησυχητικό είναι ότι η ατζέντα της Ακροδεξιάς μετατρέπεται σταδιακά σε πολλές χώρες από περιθωριακή σε ηγεμονική. Η επινοητικότητά της στην εφεύρεση εχθρών και το απλουστευτικό και εύληπτο πολιτικό της μήνυμα, σταδιακά, υιοθετούνται από τα κόμματα εξουσίας. Παράλληλα, η ατζέντα της ηγεμονεύει στον δημόσιο λόγο, εισχωρεί στον κοινό νου, κυριαρχεί στον δημόσιο διάλογο. Γίνεται «αυτονόητη».

Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, τα κόμματα εξουσίας αρνούνται να δώσουν τη μάχη των ιδεών, αρνούνται να υπερασπιστούν τη φιλελεύθερη δημοκρατία και αρκούνται σε μια τεχνοκρατική και ιδεολογικά ουδέτερη διαχείριση της εξουσίας. Με τον τρόπο αυτό δημιουργούν το εύφορο έδαφος, την κοινωνική ζήτηση, για τις ακροδεξιές και τις λαϊκιστικές πολιτικές δοξασίες.

Η κρίση νομιμοποίησης και το δημοκρατικό έλλειμμα της Ευρώπης

Υπάρχει ένα ακόμα πρόβλημα, που συζητείται ιδιαίτερα στην Ευρώπη, ίσως το σοβαρότερο. Το περιγράφω αδρά. Οι πολίτες της Ευρώπης γυρίζουν την πλάτη στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και, κατά συνέπεια, στο Ευρωκοινοβούλιο. Πρόκειται για μια κρίσιμη συγκυρία στο εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Πρόκειται για τη σταδιακή αποκοπή του Ευρωκοινοβουλίου από τους ευρωπαίους πολίτες, που το αντιμετωπίζουν με αδιαφορία ή και με εχθρότητα.

Ο πίνακας 3 απεικονίζει παραστατικά αυτό το έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης της λειτουργίας των ευρωπαϊκών θεσμών που έχουν επισημάνει κορυφαίοι αναλυτές, με χαρακτηριστικότερο εκπρόσωπο τον Γιούργκεν Χάμπερμας[27].

Τα συμπεράσματα από την ανάγνωση του παραπάνω πίνακα είναι περισσότερο από εύγλωττα. Μέσα σε 38 χρόνια, η συμμετοχή στις ευρωεκλογές έχει πέσει από το 62% στο 43%. Όπως εύστοχα υπογραμμίζει η Ulrike Guérot,

η Ευρωζώνη ζει μια αδιέξοδη κατάσταση τύπου catch-22[28]: το σύστημα δεν μπορεί να φτάσει στην πολιτική λύση που χρειάζεται. Οι διοικητικές λύσεις που προσφέρονται δεν είναι πραγματικά δημοκρατικές. Η Ευρώπη δεν μπορεί να προχωρήσει από τη διακυβέρνηση στην κυβέρνηση. Όλοι όσοι συμφωνούν ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο χρειάζεται να παίξει μεγαλύτερο ρόλο, θα πρέπει να εργαστούν για μεγαλύτερη συμμετοχή των ψηφοφόρων στις επικείμενες εκλογές για το Ευρωκοινοβούλιο. Η κινητοποίηση για την ψήφο στο Ευρωκοινοβούλιο είναι ο καλύτερος τρόπος για να ενισχυθούν οι μη λαϊκιστικές δυνάμεις, και επομένως να επιστρέψει η Ευρώπη σε εκείνους στους οποίους ανήκει: στους πολίτες της![29].

Υπό το πρίσμα αυτών των διαπιστώσεων, η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συμμετοχή στις επικείμενες ευρωεκλογές πρέπει να είναι η πρώτη προτεραιότητα των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων. Πολύ περισσότερο που ελλοχεύει ο υπαρκτός κίνδυνος της ενίσχυσης των εξτρεμιστικών, λαϊκιστικών και ευρωσκεπτικιστικών κομμάτων, όπως τον περιγράψαμε στην αρχή της παρουσίασης.

Αυτού του είδους τα κόμματα αποκτούν πολύ μεγαλύτερο ειδικό βάρος σε διαδικασίες φθίνουσας συμμετοχής. Μεγαλύτερη συμμετοχή στις ευρωεκλογές σημαίνει περισσότερη Ευρώπη, σημαίνει ότι οι πολίτες στέλνουν ένα ηχηρό μήνυμα στις πολιτικές ηγεσίες ότι πρέπει να πάψουν να βολεύονται με τα ατομικά αδιάβροχα των εθνικών κρατών και ότι πρέπει να αναζητήσουν μια κοινή ομπρέλα. Η προσπάθεια για ένα Ευρωκοινοβούλιο για το οποίο θα έχουν ψηφίσει τουλάχιστον 50% των ευρωπαίων πολιτών, όπου οι λαϊκιστικές δυνάμεις θα είναι στο περιθώριο, πρέπει να είναι ο στόχος όλων των μεταρρυθμιστικών δυνάμεων.

Κορυφαίοι ευρωπαίοι πολιτικοί έχουν στρατευθεί σε αυτή την υπόθεση. Ο πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας Τζόρτζιο Ναπολιτάνο υπογραμμίζει ότι «χρειάζεται να ξαναζωντανέψουμε το όραμα μιας ευρωπαϊκής κοινότητας δικαίου και αξιών, με βάση τη δημοκρατία και την ελευθερία, και τίποτα δεν μπορεί και δεν πρέπει να μας κάνει να γυρίσουμε πίσω. Χρειάζονται πολλές μάχες ενάντια στον επιθετικό εθνικισμό, ουσιαστικοί λόγοι και νέα κίνητρα για τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό»[30].

Ο γερμανός δοκιμιογράφος και ποιητής Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ υποστηρίζει ότι η Ευρώπη έχει τεθεί υπό την κηδεμονία της ισχυρής Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενός μη αιρετού θεσμού που εφαρμόζει, κατά την άποψή του, μια «άρνηση της δημοκρατίας»[31]. Ο φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας φοβάται ότι οι ευρωπαίοι ηγέτες μετατρέπουν το ιδανικό των ιδρυτών πατέρων στο αντίθετό του, ότι από «πρώτη δημοκρατικά νομιμοποιημένη υπερεθνική κοινότητα» η Ευρώπη γίνεται το «όργανο μιας μετα-δημοκρατικής κυριαρχίας»[32]. Η εντύπωση ότι οι ευρωπαίοι τεχνοκράτες εμπαίζουν τις εθνικές δημοκρατίες κερδίζει έδαφος.

Προσωπικά, προέρχομαι από μια διανοητική παράδοση που σε χαλεπούς καιρούς υποστήριξε την ευρωπαϊκή ενοποίηση και την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ, όταν κάποιοι υποστήριζαν ότι ΕΟΚ και ΝΑΤΟ ήταν το ίδιο συνδικάτο και ότι η Ευρώπη ήταν ο λάκκος των λεόντων. Πιστεύω ότι το ευρωπαϊκό κεκτημένο δεν περιορίζεται στη θεσμική ολοκλήρωση. Παράλληλα, είναι ένα πολιτισμικό κεκτημένο. Είναι η παράδοση του Διαφωτισμού και της Αναγέννησης. Είναι η παράδοση της ανεκτικότητας, του σεβασμού των μειονοτήτων, της προστασίας των δικαιωμάτων, της ελευθερίας του λόγου. Είναι η πλουραλιστική δημοκρατία που αντιστέκεται στις μονιστικές δοξασίες. Είναι η παράδοση του Ορθού Λόγου απέναντι στις προκαταλήψεις και τις θεωρίες συνωμοσίας. Ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους πιστεύω σε μια φεντεραλιστική Ευρώπη, σε μια Ευρώπη που θα συναρθρώνει τα εθνικά κράτη σε μια νέα, μεταεθνική, οντότητα. Μπορεί άραγε αυτό να γίνει;

Ίσως την καλύτερη απάντηση σε αυτό το τόσο σημαντικό ερώτημα δίνει ο Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ:

Για μένα η Ευρώπη ήταν πάντα κάτι πασιφανές. Πιστεύω ότι, όσον αφορά την ευρωπαϊκή ταυτότητα, βρισκόμαστε σήμερα σε μια αποφασιστική ιστορική στιγμή. Νιώθουμε ότι τα κράτη-έθνη ασθμαίνουν, ότι θέλουν να υπερασπιστούν μια ιδέα του πολιτισμού, της κουλτούρας, που ταλαιπωρείται διότι ο κόσμος αλλάζει με απίστευτη ταχύτητα. [...] Οικοδομώ την ευρωπαϊκή ταυτότητα σημαίνει ξεπερνώ την εθνική ταυτότητα, προστατεύοντας παράλληλα τα σημεία της πολιτισμικής προόδου που αναπτύχθηκαν από κάθε έθνος. Η ευρωπαϊκή ταυτότητα βρίσκεται εν τω γίγνεσθαι και δεν μπορεί παρά να είναι μια ταυτότητα μεταεθνικού χαρακτήρα. Εδώ και 40 χρόνια το ευρωπαϊκό οικοδόμημα προστίθεται σε όλες τις άλλες μας ταυτότητες και τις μετασχηματίζει. Δεν υπάρχει λοιπόν ένας ενιαίος τρόπος να είσαι Ευρωπαίος, υπάρχουν Ευρωπαίοι […]. Στο σύγχρονο πλαίσιο η Ευρώπη πρέπει πλέον να δομηθεί έτσι ώστε να εκδημοκρατίσει την παγκοσμιοποίηση και να φροντίσει να γίνουν πραγματικότητα οι δημοκρατικές της αξίες προς όφελος όλων των Ευρωπαίων[33].

Μόνο εάν μπορέσουμε να νοηματοδοτήσουμε ξανά την έννοια του ευρωπαίου πολίτη, μόνο εάν καταφέρουμε να συγκροτήσουμε έναν ευρωπαϊκό δήμο, με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου, μόνο τότε θα μπορέσουμε να συνεγείρουμε τους ευρωπαίους πολίτες σε κάτι που θα είναι ριζικά διαφορετικό από τη σημερινή πραγματικότητα της τεχνοκρατικής στασιμότητας. Αυτή η νέα ευρωπαϊκή «Μεγάλη Ιδέα» έχει όλες τις προϋποθέσεις να ηγεμονεύσει στους ευρωπαίους πολίτες.

Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα των ευρωεκλογών του Μαΐου 2014.


 

[1] «Jose Manuel Barroso warns over xenophobia and racism ahead of European Parliament poll», Euronews, 30 Οκτωβρίου 2013, http://www.euronews.com/2013/10/30/jose-manuel-barroso-warns-over-xenophobia-and-racism-ahead-of-european-parliamen/ (ανάκτηση 20/2/ 2014).

[2]Martin Schulz, The US Shutdown: Lessons for Europe, EurActive, 22/10/ 2013, http://www.euractiv.com/eu-elections-2014/us-shutdown-lessons-europe-analysis-531215 (ανάκτηση20/2/2014).

[3] Αφιέρωμα της εφημερίδας Handelsblatt με τίτλο «Σώστε την Ευρώπη», αναδημοσίευση στο Βήμα, 13/2/2014.

[4] Όπ. παρ.

[5] Όπ. παρ.

[6] «Κανείς δεν θέλει να γυρίσουμε πίσω στα τελωνεία», Ελευθεροτυπία, 31/1/2014.

[7] Κύριο άρθρο στους New York Timesμε τίτλο «Europe’s Populist Backlash», 15/10/2013.

[8] CasMudde, CristobalRoviraKaltwasser, Λαϊκισμός στην Ευρώπη και την Αμερική – Απειλή ή διόρθωση για τη Δημοκρατία;, Επίκεντρο 2013, σελ. 44.

[9] Mudde Cas, ThePopulistZeitgeist, στοhttp://politiki.osf.bg/downloads/ 1482168992/popzeitgeist.pdf (ανάκτηση22/8/2011).

[10] Takis S. Pappas, “Populist Democracies: Post Authoritarian Greece and Post Communist

Hungary”, Government and Opposition,Ιούλιος 2013, σελ. 1-23.

[11] Όπ. παρ.

[12] Ο όρος nativism χρησιμοποιείται σε πολλές επιστήμες, όπως η ανθρωπολογία, η ιστορία, η φιλοσοφία και η ψυχολογία, με διαφορετικό περιεχόμενο απ’ ό,τι στις πολιτικές επιστήμες. Έχει αποδοθεί στα ελληνικά και ως εθνοκεντρισμός ή ως εθνοφυλετισμός. Και οι δύο όροι είναι αρκετά κοντά στην έννοια του νατιβισμού, χωρίς να την αποδίδουν πλήρως. Ενδεχομένως, θα μπορούσε να αποδοθεί και ως αυτοχθονισμός.

[13] CasMudde, Λαϊκιστικά Ριζοσπαστικά Δεξιά Κόμματα στην Ευρώπη, Επίκεντρο 2011, σελ. 59-61.

[14] Pierre-AndreTaguieff, Ο νέος εθνικολαϊκισμός, Επίκεντρο 2013.

[15] Δες Πέτρος Παπασαραντόπουλος, «Το ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση, η Δημοκρατία σε κίνδυνο», στο Μύθοι και Στερεότυπα της Ελληνικής Κρίσης, Επίκεντρο 2012, σελ. 275-294.

[16] Αντώνης Έλληνας, Τα Μέσα Ενημέρωσης και η Άκρα Δεξιά στη Δυτική Ευρώπη, Επίκεντρο 2012.

[17] Δες σχετικά, PeterWalker και MatthewTaylor, “FarrightonriseinEurope, saysreport”, στην εφημερίδα Guardian, 6 Νοεμβρίου 2011, στο http://www.guardian.co.uk/world/2011/nov/06/far-right-rise-europe-report (ανάκτηση στις 30 Νοεμβρίου 2011).

[18] Δες Mudde, Λαϊκιστικά Ριζοσπαστικά Δεξιά…, ό.π., σελ. 39.

[19] Για την πολιτική βία στην Ελλάδα, δες Δημήτρης Ψυχογιός, Η πολιτική βία στην ελληνική κοινωνία, Επίκεντρο 2013.

[20] Ανδρέας Πανταζόπουλος, Ο αριστερός εθνικολαϊκισμός, Επίκεντρο 2013.

[21] Cas Mudde, A European shutdown? The 2014 European elections and the great recession, Washington Post blogs, 4 Νοεμβρίου 2013, http://www.washingtonpost.com/blogs/monkey-cage/wp/2013/11/04/a-european-shutdown-the-2014-european-elections-and-the-great-recession/ (ανάκτηση20/2/2014).

[22] Δες Mudde, Λαϊκιστικά Ριζοσπαστικά Δεξιά…, ό.π., σελ. 179-202, στο κεφάλαιο με τον ενδεικτικό τίτλο «Δεν πρόκειται για την οικονομία, ανόητε».

[23] Δες Πέτρος Παπασαραντόπουλος, «Οι βαθύτατες κοινωνικές ρίζες του φαινομένου της Χρυσής Αυγής», Μεταρρύθμιση, 27/10/2012, http://www.metarithmisi.gr/el/readArchives.asp?catID=2&subCatID=8&textID=13418 (ανάκτηση 20/2/2014).

[24] «Νικητές των ευρωεκλογών του Μαΐου οι αντιευρωπαϊστές με τουλάχιστον 200 βουλευτές, εκτιμά η γερμανική τράπεζα Deutsche bank», 5 Φεβρουαρίου 2014, www.bankingnews.gr (ανάκτηση 20/2/2014).

[25] Στο http://pollwatch2014.eu/ (ανάκτηση 20/2/2014).

[26] Honor Mahony, “Far-right European parliament group on verge of collapse”, EU Observer, 8/11/2007.

[27] Γιούργκεν Χάμπερμας, Για ένα σύνταγμα της Ευρώπης, Πατάκης 2012.

[28] Η έκφραση catch 22 στα αγγλικά δημιουργήθηκε από τον Joseph Heller στο ομώνυμο μυθιστόρημά του (1961) για να αποδώσει αυτό το λογικό παράδοξο που προκύπτει από μια κατάσταση στην οποία ένα άτομο χρειάζεται κάτι το οποίο μπορεί να αποκτήσει μόνο αν δεν βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση. Η έκφραση χρησιμοποιείται κυρίως για κανόνες, κανονισμούς, διαδικασίες, στις οποίες κάποιος έχει γνώση ότι είναι ή ότι γίνεται θύμα, αλλά δεν έχει τη δύναμη να τις αποτρέψει.

[29]UlrikeGuérot, «It’sDemocracy, Stupid», 28/11/2013, http://www.atlantic-community.org/-/it-s-democracy-stupid- (ανάκτηση14/1/2014).

[30] «Επίθεση του Ναπολιτάνο στη “λιτότητα με κάθε κόστος” από το βήμα του Ευρωκοινοβουλίου», Τα Νέα, 4/2/2014.

[31] Nicolas Truong, «Μια Ευρώπη, μα ποια Ευρώπη; Η άποψη ότι οι τεχνοκράτες της ΕΕ εμπαίζουν τις εθνικές δημοκρατίες κερδίζει έδαφος και υποσκάπτει την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση», Τα Νέα, 15/2/2014.

[32] Όπ. παρ.

[33] «Ευρωπαϊκή ταυτότητα και εθνική κληρονομιά», Τα Νέα, 15/2/2014.

 
Πέτρος Παπασαραντόπουλος

Πέτρος Παπασαραντόπουλος. Εκδότης και συγγραφέας. Πρόσφατα βιβλία του: Λεωνίδας Κύρκος: Εκ βαθέων (επιμ., 2009), Πολιτικό τραβέρσο στην ύστερη μεταπολίτευση (2010), Μύθοι και στερεότυπα της ελληνικής κρίσης (2012). Τελευταίο βιβλίο του, Εξτρεμισμός και πολιτική βία στην Ελλάδα. Το Big Bang της Χρυσής Αυγής (2014).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.