Σύνδεση συνδρομητών

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Σήμερα έμαθα ότι κυκλοφόρησε το βιβλίο του Μιχάλη Μητσού Οι ιστορίες θα μας σώσουν: Ένα ημερολόγιο του 2014, από την «Πόλιν» (ζόρικη αυτή η αιτιατική, κακόζηλη, αλλά τι να πεις), το βιβλίο που καταζήλεψα και που μ' έκανε να σκεφτώ να ξεκινήσω κι εγώ αυτή τη στήλη, κι ας μην είμαι Μητσός, κι ας μην μπορώ να γίνω ποτέ μου. Δύο πράγματα θέλω για τις Ιστορίες που θα μας σώσουν: να πάει πολύ καλά· να μην έχω αφήσει εμφανή λάθη (έτυχε και το διόρθωσα, και φοβάμαι πως, θες ο ενθουσιασμός, θες κάτι άλλο, θα μου ξέφυγαν λάθη απ' αυτά που φαίνονται· γιατί τα περισσότερα δεν φαίνονται, κι αυτό είναι που μας κρατάει στη δουλειά). [§] Η σημαντικότερη είδηση της ημέρας είναι, από την άλλη, η καταρχήν συμφωνία των Έξι με το Ιράν (δεν θυμάμαι όλους τούς Έξι), επιτέλους, επιτέλους, νά και μια αχτίδα αισιοδοξίας. [§] (Επίτηδες χρησιμοποιώ τη μεταφορά, θαυμάζω τις μνημειώδεις μεταφορές που καταντούν κλισέ. Βέβαια, καμιά τους δεν θα ξεπεράσει τούτη δω τη μοναδική: Βασίλεψε ο ήλιος. Κανείς δεν μπορεί να πει κάτι τέτοιο. Ως προς το ύψος του πήχη των μεταφορών, γεννηθήκαμε με συγγενή αδυναμία, δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι γι' αυτό, όπως δεν μπορεί ένας περιτετμημένος να επαναφέρει την πόσθη του). [§] (Ίσως να γίνεται πλέον αυτό με πλαστική, βέβαια, δεν ξέρω. Αλλά γιατί να το κάνεις; Και το 'χει επιχειρήσει άραγε κανείς; Να κρύψει την καταγωγή του, το θρήσκευμά του, τις πολιτιστικές του ρίζες; Πού να ξέρω, πού να ξέρει κανείς). [§] Εμείς βέβαια συζητάμε για τη Σταμάτη (à propos, κουράγιο, Βίκυ! κουράγιο! μαζί σου) και προσπαθούμε σκύβοντας τα κεφάλια να αποφύγουμε τη χολή του όχλου που εκτοξεύεται κατά ριπάς, κρουνηδόν, αβυσσαλέα. Δεν υπάρχει σωτηρία από τη μνησικακία και το φθόνο. Ποτέ δεν υπήρξε βέβαια, δεν είμαστε εξαίρεση. Αλλά καλόν είναι να φυλάγεσαι, να σκύβεις το κεφάλι για να αποφεύγεις τη χολή του όχλου, την αγέρωχη, θλιβερή χολή του όχλου. [§] Άλλη είδηση δεν σταχυολόγησα, το ότι μάλλον χρεοκοπούμε την άλλη εβδομάδα δεν συνιστά είδηση, άλλωστε η Εθνοσωτήριος το διέψευσε. Ίσως, βέβαια, να μας σώσει η Ρωσία. Θα 'χουμε και συνάντηση κορυφής Μεγαλοβδομαδιάτικα εκεί. Μια νέα Τρόικα, λοιπόν, ίσως, να εμφανιστεί (πολλή Ρωσία, και λίγο Κίνα, και ας πούμε και μια πρέζα Βενεζουέλα, που έχει και τις πιο πολλές Μις Κόσμος από κάθε άλλο έθνος επί γης) και να μας σηκώσει επί των πτερύγων αυτής και να αναληφθούμε εις τους ουρανούς μίας αιωνίας χαρμολύπης, κατά το ελληνικόν έθος δηλαδή. Μια νέα, νέα Τρόικα. Μια Τρόικα πιο δικιά μας, μια Τρόικα αντιδυτική. Ποτέ δεν ήμαστε κομμάτι της Δύσης άλλωστε, τους φερόμασταν πάντα σαν σκυλιά (εννοώ: σαν να 'μασταν εμείς τα σκυλιά) και μας συμπεριφέρονταν σαν να 'μασταν σκυλάκια. Σαλονιού. Κάπως σαν τον Α., τον δικό μας. [§] Μια σκέψη: ίσως οι δημιουργιστές (έτσι λέγονται; δεν είμαι πολύ σίγουρος) να 'χουν δίκιο τελικά, ίσως να υπάρχει Θεός και να μας δημιούργησε πάνω στη χαρά Του και συμφώνως τω σχεδίω Του, και να μην καταγόμαστε από ένα ζώο με τρίχωμα, με γούνα, ίσως να μην καταγόμαστε από τον «πίθηκο». Γιατί; Γιατί η γούνα είναι πολύ σέξι, γιατί είναι ωραία στο άγγιγμα, είναι μυρωδάτη, χαίρεσαι να τη χαϊδεύεις και να χώνεις μέσα σου τη μουσούδα σου. Είναι πολύ άδικη η άθεη εξέλιξη που μας απάλλαξε από κάτι τόσο λιβιδικώς σπουδαίο. Μπορώ να χώνω το πρόσωπό μου στη γουνίτσα τού Α. για ώρες, για ώρες. [§] Η δουλειά δεν τελείωσε, θα τελειώσει αύριο τέτοιαν ώρα, είναι ήδη μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα και πονάει πολύ ο σβέρκος μου, κι αυτό το κομμάτι της πλάτης που λέμε, νομίζω, ράχη, μια παλάμη πάνω δηλαδή από τη μέση. Δεν πήγα καν στην παρουσίαση του Κοτσιφού, να φανταστείς, φίλου από δεκαετίες, στο Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΜΘ, είκοσι μέτρα όλα κι όλα από το σπίτι μας: δεν προλαβαίνω, δεν προλαβαίνω. Πήγε η Κ. βέβαια, ήταν και πολλοί δημοσιογράφοι της πόλης εκεί, πάλι καλά. Ο «Πειρασμός της γραφής» (εκδόσεις «Μελάνι», της φίλης Πόπης Γκανά, φίλης πολύ παλιάς επίσης, και παλιάς διορθώτριας μάλιστα, και συζύγου του Μιχάλη Γκανά — τι σπουδαίος στιχουργό, και τι σπουδαίος ποιητής) είναι μοναδικό και σπάνιο βιβλίο, ο Κοτσιφός είναι τρομερά σεμνός για να εκδώσει κάτι που δεν αξίζει: μακάρι να το διαβάσουν αυτοί που πρέπει, κι αυτοί που γράφουν για όσα δεν πρέπει να περνάν απαρατήρητα, όλοι αυτοί, κι ας είναι λίγοι, κι ας είναι πολύ πολύ πολύ περισσότεροι οι άλλοι, που δεν γράφουν για όσα δεν πρέπει να περνάν απαρατήρητα, λες και σάμπως θα ξαναζήσουμε, λες και σάμπως θα ξαναχτυπήσουμε ξένα θυροτηλέφωνα για πλάκα, λες και σάμπως θα ξαναχτυπήσει για πρώτη φορά η καρδιά μας στα δεκαπέντε με δεκάξι μας. [§] Αλλά δεν περιμένω τίποτε.

02 Απριλίου 2015

Η δουλειά (αλλά όχι το βιβλίο) τελείωσε λίγο μετά τις 12, προ ολίγου δηλαδή, και τελείωσε καθώς έπιασα τον εαυτό μου να διαβάζει δύο φορές την ίδια παράγραφο επειδή υπήρχε μεν κάπου εκεί ένα λάθος, αλλά δεν μπορούσα να το εντοπίσω. Είναι περίεργο αυτό με την έκτη αίσθηση που αποκτάς σαν διορθωτής, σχεδόν οσμίζεσαι τα errata όπως το γουρούνι την τρούφα. Βέβαια, όχι πάντα. [§] Στην τηλεόραση, λέει το Twitter, η Ντόρα σφυροκοπά τώρα δα τον Σκουρλέτη, και προφανώς έτσι θα είναι. Δεν μπορώ να λυπηθώ ούτε τον Σκουρλέτη, ούτε τους τηλεθεατές. Την Ντόρα, ναι, κάπως τέλος πάντων, κάπως τη λυπάμαι, μιας και δεν θα τα καταφέρει να ηγηθεί της Δεξιάς, έχουν άλλοι προτεραιότητα και δεν θα την αφήσουν. Θα ήταν για καλό; Ενδεχομένως ναι, αλλά πάλι δεν ξέρω. Είναι προφανές, ισχυρίζονται πολλοί, ότι η ΝΔ έχει ανάγκη ένα πιο Κεντρώο προφίλ, όμως αυτά τα προφανή μάς φάγανε. Αν γείρει προς το Κέντρο, μπορεί και να μπατάρει, ο κόσμος βρίσκεται σε περίοδο τάνυσης του τόξου, και θα εξακολουθήσει για καιρό να βρίσκεται σ' αυτή τη στάση, θέλει όχι, δεν θέλει, απαιτεί μεγάλα, σίγουρα, καραμελωμένα και πολεμικά λόγια, όχι μετριοπάθειες και σχέδια και νούμερα. [§] Κάπως έτσι πορευόμαστε, κάπως έτσι. [§] Στο μεταξύ στείλαμε τα Μέτρα, λέει, και κοστολογημένα αυτή τη φορά, αλλά κοστολογημένα με το μάτι, στο περίπου, κοστολογημένα με μια διάθεση παιδιάς, στο στιλ της Πολλυάννας, κοστολογημένα όπως κάποιος που λέει, «Βάλε μου δυόμισι κιλά βιβλία», εξ ου και γελάει ο κόσμος. [§] Αλλά ποιος κόσμος; Ελάχιστοι, οι πιο πολλοί, οι πολλοί, έχουν ήδη πειστεί, «Κάνουμε ό,τι μπορούμε, την πέτρα στύψαμε, το στόμα μας στέγνωσε, δεν έχουμε άλλο λίπος, κι αυτοί οι Οβριοί μάς ζητάνε και μια λίβρα σάρκα από πάνω». [§] Αυτά τα Μέτρα δεν θα περάσουν, ή μάλλον θα περάσουν ίσα-ίσα για να μας δανείσουν οι ξένοι λίγες εβδομάδες ζωής ακόμη, δανεικά για κάνα μήνα, μετά θα θέλουν αποτελέσματα, και θα αποτελέσματα που θα 'χουμε δεν θα τα δεχόταν ούτε η Πολλυάννα. Τα πράγματα είναι άγρια, άγρια, κι ακόμη απλώς μάς κοιτάνε (τα πράγματα) και μουγκρίζουν, δεν έχουν ορμήξει. [§] (Θα ορμήξουν, και θα 'ναι αργά. Πόσο κρίμα. Όλα γίνονται για ένα καπρίτσιο). [§] Όλη μέρα στο μεταξύ ασχολούμαστε με την Αναρχική Συλλογικότητα Ρουβίκωνας, την Αναρχική Συλλογικότητα Ρουβίκωνας αν έχουμε τον Θεό μας, δεν είναι δυνατόν να επιλέγουν τέτοιες ονομασίες για την παρέα τους, είναι ντροπή και για τους ίδιους, και για την αναρχία, και για το αρχαίο ποτάμι. [§] Κι αυτή η ανεκδιήγητη Κωνσταντοπούλου έχει δίκιο εδώ, τίποτε δεν έγινε, κάναν παρέλαση οι Ρουβίκωνες, πετάξαν τρικάκια, όλο αυτό είχε κάτι από τσίρκο δρόμου, από Commedia dell'arte, έφυγαν παρατεταγμένοι, τέλος. Ούτε ντου, ούτε σπασίματα, ούτε τίποτε. (Αλλιώς θα είχε επιληφθεί το ΚΚΕ με τους μπράβους του). Κανονικό νηπιαγωγείο με μουτρωμένα παιδιά. (Γυναίκες είχε; Δεν πρόσεξα). Τέλος πάντων, απλώς ήταν στενάχωρο να τους βλέπεις, ήταν αξιολύπητοι. Έχει δίκιο πάντως η Κωνσταντοπούλου. [§] Έφτασαν με το ταχυδρομείο ξένα περιοδικά σήμερα, δεν θα βρω χρόνο να τα ξεφυλλίσω, μόνο η Κ., ήδη διαβάζει μέσα, και πλέον είναι σίγουρο, έτσι που τα λοξοκοιτάω καμιά φορά τρώγοντας, ότι χρειάζομαι γυαλιά για διάβασμα. Είδα τις προάλλες στην Πολιτεία κάτι ωραία, αλλά δεν ξέρω αν πρέπει να πάρω με ένα βαθμό, με δύο, ή με πιο πολλούς. Όπως τα δοκίμαζα, όλα ίδια μού φαίνονταν. Τρία ενενήντα έκαναν τα πιο ακριβά. Ίσως πάρω αυτά που κάνουν ένα ενενήντα, δεν βλέπω το λόγο για περιττή σπατάλη. [§] Α! Η «Πόλις» θα βγάλει μυθιστόρημα του Λάσλο Κρασναχορκάι, του σεναριογράφου του Μπέλα Ταρ: αυτό κι αν είναι είδηση. Το είχα επιχειρήσει κι εγώ, πριν δέκα-δώδεκα χρόνια, στον «Gutenberg», είχα πάρει τα δικαιώματα (σχεδόν τσάμπα), βρήκα και μεταφραστή που ήξερε καλά τα μαγυάρικα, κάναμε και δείγμα, αλληλογραφούσα με τον Ελβετό ατζέντη του Ούγγρου, κλείσαμε και ραντεβού να φάμε στη Φρανκφούρτη μαζί του και μαζί και με κάτι άλλους, αλλά τελικά άλλαξε γνώμη ο εκδότης, και — και προφασίστηκα τον πεθαμένο, του έγραφα από το μέιλ μου, «Ο Κυριάκος Αθανασιάδης πέθανε, λυπούμαστε πολύ αλλά δεν γνωρίζαμε τις συμφωνίες που είχε κλείσει» κλπ., ο Ελβετός γελούσε, επέμενε να πάω στο δείπνο, επέμενα κι εγώ: «Αγαπητέ κύριε Τάδε, ο Κυριάκος Αθανασιάδης πέθανε». [§] Στο «Άστυ» έχω περάσει τρομερές ώρες με τον Μπέλα Ταρ, παλιά, ευτυχώς που καπνίζαμε τότε στην αίθουσα, άλλωστε ήμασταν και πόσοι; πέντε; έξι; Κάτι τέτοιο. Και όλοι καπνιστές, οπωσδήποτε. [§] Πρέπει να υπάρχει ακόμη το «Άστυ», και άνοιξε ξανά και το «Άστορ». Ωραία. Ο «Απόλλων» και το «Αττικόν» θα μείνουν σκέλεθρα. Όπως όλοι, όπως όλα, όπως όλοι μας.

02 Απριλίου 2015

[§] Λέγε με Ισμαήλ. [§] Αυτή είναι η πρώτη καταχώριση. Και η προπροηγούμενη ήταν η πρώτη της φράση: τι πιο εντυπωσιακό; Και τι πιο ξιπασμένο, θα πεις. Σωστά. Αλλά έχει και τη σημασία του αυτό. Το να δανείζομαι την εναρκτήρια πρόταση του Μόμπι-Ντικ. Είναι ένα βιβλίο που μιλάει για το λόγο και τη συνείδηση, για τις έννοιες που δίνουμε στα πράγματα και για το πώς κάθε στιγμή προσπαθούμε να τις κρατάμε επάνω τους, γαντζωμένες επάνω τους, για να μην τα χάσουμε, για να μη χάσουμε τα πράγματα, για να μην τρελαθούμε: αν τα πράγματα χάσουν την ταυτότητα που τους δίνουμε, αν χάσουν τις έννοιές τους, θα πάψουν να υπάρχουν. Και μαζί τους θα πάψουμε κι εμείς. Αλλά όλο νικάμε, και όλο χάνουμε, και όλο συνεχίζουμε να νικάμε και να προσδιορίζουμε και να επαναπροσδιορίζουμε το καθετί. Προστατεύοντας την ύπαρξή μας. Αυτό κάνουμε, όλοι, κάθε μέρα, και κάθε ώρα, και κάθε στιγμή. Αυτό θα κάνει και το «Ημερολόγιο Γεφύρας». Ό,τι κάνουν όλοι, πάντα. [§] Επέλεξα κακιά αρχή, αντιεμπορική. [§] Πρέπει να θυμάμαι να καταγράφω εδώ, όχι τα γεγονότα (ξέρω ελάχιστα, δεν θυμάμαι καν το όνομα του νικητή στις εκλογές της Νιγηρίας, και ούτε καλοξέρω τι ρόλο παίζει το κόμμα του), όχι τα γεγονότα, αλλά κάποιες από τις εντυπώσεις μου της ημέρας. [§] Τα Ημερολόγια, όλα τα Ημερολόγια, ακόμα κι αυτά που κανείς προορίζει για κάψιμο, είναι γεμάτα ψέματα, όπως και όσα εξομολογείται κανείς στον ψυχαναλυτή του. Πόσο δε μάλλον ένα δημόσιο Ημερολόγια. Go figure. [§] Είναι 00:15, ξεκίνησα 5 λεπτά μετά τα μεσάνυχτα. Και δεν ξέρω καν (δεν ξέρω ακόμα) αν θα πρέπει να λέω «σήμερα» για το σήμερα ή «χτες». Κάποιος που θα τύχει να το διαβάσει αυτό θα το διαβάσει αύριο. Πρέπει να βρω λύσεις, κι αυτό είναι το μικρότερο από τα προβλήματά μου. Έχω πολλά προβλήματα, και μόλις απέκτησα ακόμη ένα μάτσο. [§] Δεν πειράζει, έτσι έχουμε συνηθίσει να κάνουμε. [§] Πρέπει επίσης, ή τέλος πάντων θα ήταν καλό, να λέω τι έκανα εγώ, τι κάναμε στο σπίτι εγώ και η Κ. Τι μας συνέβη. Εκείνη, ας πούμε, κάλυψε μια εκδήλωση για το Ολοκαύτωμα σήμερα. Στο Δημαρχείο. Δεν βρήκαμε χρόνο για να μου πει λεπτομέρειες, αν και μου έλεγε κάποια πράγματα online. Το Ολοκαύτωμα. Μια εκδήλωση. Κάποια λόγια, μια έρευνα, ένα βιβλίο. Σ' αυτή την πόλη. [§] Άλλο: ο Α. δεν ήθελε να περπατήσει σήμερα, αρνιόταν, και με εκνεύρισε. Πήγαμε μαζί στο βιντεοκλάμπ. Και τώρα, προ ολίγου, τελείωσε η ταινία που νοίκιασα. Μας άρεσε. [§] Δεν κατεβάζουμε ταινίες, το 'χουμε σε κακό. Ούτε σειρές. Δεν έχουμε δει όλα αυτά που συζητιούνται πολύ στο Twitter. Ούτε πρόκειται, παλιώνουν όλα τόσο εύκολα. Έχουν μείνει ακόμη κάποια βιντεοκλάμπ, στο δικό μας πάντα στεκόμαστε λίγο. Μία ταινία κάνει 1,30 € αν έχεις το πρόγραμμα Smile. [§] Δούλευα μέχρι αργά, αλλά δυστυχώς δεν θα προλάβω αυτή τη φορά την deadline μου. Για μία μέρα. Κι αντί να λάβουν τα δοκίμια Παρασκευή, θα τους τα παραδώσει ο κούριερ Δευτέρα, λόγω του Σαββατοκύριακου. Αδικία. Δεν είναι βιαστικό το βιβλίο, αλλά θα ήταν καλό να ήμουν συνεπής. Όταν δεν είσαι συνεπής, είναι σαν να τους κάνεις νόημα ότι δεν θέλεις άλλες δουλειές. Κι εγώ θέλω. Απεγνωσμένα. Όποτε μπαίνω στη Winbank, βλέπω κόκκινα. Συνήθως τετραψήφια. Οπότε κακώς, πολύ κακώς που δεν θα είμαι συνεπής. Αν δεν μου δώσουν άλλη δουλειά, θα γράψω κάτι. Αν θα μου δώσουν, δεν θα γράψω. [§] Είχα κρατήσει τρεις σημειώσεις μέσα στην ημέρα γι' αυτή την πρώτη καταχώριση: Εξεταστική-Καραμανλής. Πετρουλάκης-Καμμένος. Καταλήψεις ΑΕΙ. Δεν θέλω να πω τώρα κάτι γι' αυτά. [§] Φοβάμαι πολύ. Αυτό θέλω να γράψω. [§] Φοβάμαι πολύ.

01 Απριλίου 2015

Του Κυριάκου Αθανασιάδη

 

Η στήλη βουτά με ένα πουφ στα χαρχαλεμένα βαλτόνερα του μιντιακού πολφού, αφήνοντάς μου μιαν επίγευση ιδρωμένων από παιδική παλάμη κερμάτων.

Τυχαίως, εχθές παρακολουθήσαμε (και υπό ΚΣ θα σχολιάζαμε) μία συνεδρίαση του Κοινοβουλίου, χαρακτηριστική της ιδιοσυστασίας μας — αθλιοτάτη.

Δεν προλαβαίνω καν να αποχαιρετήσω παραινετικά και συγκινημένος όπως το σκόπευα. Σας ευχαριστώ πολύ. Όλα θα πάνε καλά. Κουράγιο, θα περάσει.

 

ΤΕΛΟΣ

30 Μαρτίου 2015

Του Κυριάκου Αθανασιάδη

 

Τι κάνει τάχα κάποιον να μετρά και να ξαναμετρά μέρα τη μέρα γράμματα, να κόβει και να ράβει, να πασχίζει να συνθέσει ένα άχαρο ψευτοχαϊκού;

Προφανώς, η φιλοδοξία. Ήδη κάθε επιπλέον ανάσα, κάθε μας ανεπίτρεπτο βραδινό γέλιο είναι πιο πολύ από όσο μάς πρέπει: μια φιλότιμη εξέγερση.

Και ποιο το όφελος από μια τόσο προσωπική υπόθεση; Δεν χρειάζεται άλλο όφελος πλην τής φιλοδοξίας να τα καταφέρουμε — για κάτι τέτοια ζούμε.

30 Μαρτίου 2015

Του Κυριάκου Αθανασιάδη

 

Απερίσκεπτα, άδοξα, το σκουριασμένο λούνα-παρκ που λέγεται Ελλάδα, ένα πάλαι ποτέ ευρωπαϊκό επινόημα, παραδίδει μέρα με την ημέρα το πνεύμα.

Ένα μπουλούκι απιθάνων βρέθηκε να έχει στα χέρια του την ισχύ μιας στρατιωτικής δικτατορίας. Και την ασκεί: απίθανα, δικτατορικά και νόμιμα.

Η χώρα πέφτει, αγάπη μου, ξεκολλάει από τη Δύση, γιατί το θελήσαμε εγώ κι εσύ. Εγώ. Κι εσύ. Έλα να φιληθούμε στο στόμα. Έλα τώρα. Δοξαστικά.

29 Μαρτίου 2015

Τα «Λόγια της Πλώρης» στο Books' Journal τελειώνουν. Σε τρεις μέρες, κλείνουν ένα χρόνο ζωής: ξεκίνησαν την 1η Απριλίου 2014. Η παρουσία τους ήταν καθημερινή, έβρεχε-χιόνιζε, και τυπική: κάθε μέρα, 3 Tweet των 140 χαρακτήρων έκαστο (140 μαζί με τις σπάσες).

28 Μαρτίου 2015

Του Κυριάκου Αθανασιάδη

 

H ιδεολογία, ακόμη κι αν είναι διεστραμμένη, δεν είναι πλιάτσικο. Ο φεουδαλικός κρατισμός, η μοιρασιά, τα πάρτι των οικείων είναι πλιάτσικο.

Έτσι, με τα δόντια μπηγμένα στο λαιμό, θα περάσουμε στην απέναντι μεριά, γευόμενοι το αίμα μας. Να τρως τη σάρκα σου: τι δίαιτα, μια φορά...

Η γεωστρατηγική ισχύς είναι απατηλή ερωμένη: άπιστη. Τόσο καιρό μάς βάστηξε ορθούς, μα τώρα που απέμεινε μόνη αυτή ασπίδα μας, δεν φτουράει.

27 Μαρτίου 2015

Του Κυριάκου Αθανασιάδη

 

Λένε καμπόσοι φίλοι πως ο Καμμένος θα διαβρώσει τον ΣΥΡΙΖΑ, πως θα καταντήσει να τον βλέπει ίσα κι όμοια ο κοσμάκης κι άλλες τέτοιες σάχλες.

Ξέρω γιατί τα λένε: γιατί ελπίζουν ακόμα· και καθώς πασχίζουν να απωθήσουν κάπου σε ένα μπουντρούμι του νου τους την αλήθεια για τον ΣΥΡΙΖΑ.

Αυτοί που θα «διαβρωθούν» από τους εθνικολαϊκιστές του Τσίπρα είναι οι ΑΝΕΛ: θα καρπωθούν όλη τη γλίτσα της Δεξιάς. Καλά μας σαράντα, φίλοι.

26 Μαρτίου 2015

Του Κυριάκου Αθανασιάδη

 

Κι έτσι, χαρούμενοι, ωραίοι, με πρόσωπα να λάμπουν, το παραμύθι φτάνει σιγά-σιγά στο τέλος του. Μια ανάσα έμεινε, ένα Ελλήνων Πάσχα· τέτοια.

Θέλει ψυχραιμία, φίλοι και σύντροφοι, τώρα. Ψυχραιμία και χαμόγελο. Αλλιώς δεν θα περάσει — δεν θα βγουν οι μέρες. Και νά άλλη μια συμβουλή:

Στους καιρούς που έρχονται θα λαχταράς να καταδώσεις τους καταδότες — να μην το κάνεις. Αν είναι να χυθεί αίμα, ας χυθεί μονάχα το δικό μας.

26 Μαρτίου 2015
Σελίδα 37 από 57