Σύνδεση συνδρομητών

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Το στρατοπεδικό σόου ψευδεπίγραφης υπέρ αδυνάτου φιλανθρωπίας που μεθόδευσε, οργάνωσε και εκτέλεσε η κυβέρνηση (η κυβέρνηση του Τσίπρα, και κανένας μεμονωμένος υπουργός) δεν έκατσε στο στομάχι των ευωχουμένων Ελλήνων όπως ήλπιζα, παρά μόνο γέμισε την κοιλιά κάποιων φουκαράδων και έδωσε την ευκαιρία σε άτομα όπως οι Καμμένος-Ήσυχος, εμπροσθοφυλακή του κρατούντος εθνικολαϊκιστικού, δυνάμει εθνικοσοσιαλιστικού, μετώπου, να βελτιώσουν το παλμαρέ τους με ξένα κόλλυβα. Τα ΜΜΕ, που ξέρουν να επιβιώνουν ακόμη και στα μεγάλα βάθη των υπονόμων, τσίμπησαν επίσης κάποιο κοκαλάκι, δυο χούφτες εντόσθια, μια βιαστικά ξεροψημένη πέτσα από την ανάγκη των Αθλίων των Αθηνών. Κι από 'να φιδίσιο καλά κόκκινο βαμμένο αυγουλάκι, ασφαλώς. Δεν εννοώ τον Γιαννακίδη εδώ (που το κείμενό του βέβαια στο Protagon δεν ήταν απλώς προχειρογραμμένο αλλά εξωφρενικά αφελές), στον πιο παραδοσιακό μιντιακό συρμό αναφέρομαι, και σε κάτι φωτογραφίες που είδα βιαστικά εδώ κι εκεί. Δεν θα υποπέσω ποτέ στο σφάλμα να δω ειδήσεις στην τηλεόραση, βλέπω μόνο όποτε τις λέει η Κ. [§] Οι υπόλοιποι Έλληνες το χαρήκαμε, χαρήκαμε τη μέρα δηλαδή, πώς αλλιώς, έχοντας τα μάτια στις δικές μας ξεροψημένες πέτσες, ακόμη κι εκείνοι οι χαζούληδες που φώναζαν από χθες πως όλα αυτά είναι... δεν ξέρω, κάτι έλεγαν. Τα συνήθη σοσιαλμιντιακά σάλια-μάλια. Τη χαρήκαμε. Πώς αλλιώς; Γιατί να νοιάζεται κανείς για την εκμετάλλευση των δόλιων που πεινάνε; Γιατί να νοιάζεται κανείς για οτιδήποτε; Ο καθένας μας είναι πια ένα νησί, ένα νησί που απομακρύνεται γρήγορα-γρήγορα από τα άλλα. Σχεδόν καταδιωκόμενο. Ή καλύτερα: καταδιωκόμενο. [§] Εμείς πάλι, στο σπίτι, μαγειρέψαμε μοσχαράκι κοκκινιστό (πέτυχε, κι έμεινε και για αύριο... για... για σήμερα), αν και είχαμε αρνί στην κατάψυξη, δύο πακέτα συνολικού βάρους τριών κιλών: θα βάλουμε το ένα στο φούρνο πιο μετά, από βδομάδα, δεν ήμαστε ακόμη έτοιμοι για κάτι τέτοιο, και θα ήταν καλύτερο να είμαστε και οι δύο σπίτι. [§] Η Κ. πήγε κανονικά στη δουλειά βέβαια, εγώ ανακάτωσα λίγο τα χαρτιά μου, συνέχισα το βιβλίο που κουτσοδιαβάζω, αν και δεν το προχώρησα πολύ (το σκέφτομαι πολύ, όμως), έπαιξα αρκετά με τον Α., αυτά. Το βράδυ είδαμε τις Μεγάλες προσδοκίες στην τηλεόραση. [§] Η Κλίντον, στο μεταξύ, κι αυτό είναι μια παλιά είδηση που επιτέλους ανακοινώθηκε επισήμως, θα διεκδικήσει (και θα κερδίσει εύκολα) το χρίσμα των Δημοκρατικών, και θα είναι, άρα, η πρώτη γυναίκα υποψήφια για τον Λευκό Οίκο του χρόνου. Οι φίλοι μου, όλοι ανεξαιρέτως, έχουν ξετρελαθεί. Ίσως να 'χουν δίκιο, ποιος ξέρει; Μου είναι σφόδρα αντιπαθής εμένα, τη θεωρώ τη Λούκα Κατσέλη της Αμερικής, με ολίγη από Μπακογιάννη. Αλλά δεν είμαι ειδικός. Ας είναι. Θα κερδίσει ο Μπους, άλλωστε. Και μάλλον εύκολα. (Ή όποιος τον προσπεράσει από το κόμμα του). Οι ΗΠΑ, μετά το διάλειμμα Ομπάμα, θα συντηρητικοποιηθούν. Δυστυχώς. [§] Ας είναι. [§] Ξεκινάει και ο καινούριος κύκλος τού GoT, δεν ξέρω ποιος, δεν το παρακολουθώ, ως φαν τής fantasy αρνούμαι να δω την αμερικάνικη Λάμψη με σπαθιά και δράκους. [§] Τέλος πάντων, και ζητώ συγγνώμη από όσους τυχόν διαβάζουν αυτό το Ημερολόγιο, όταν οι Κυριακές δεν είναι Κυριακές, απορρυθμίζομαι, η εβδομάδα με την κανονικότητά της σπάει σε μικρά-μικρά κομματάκια και με μπερδεύει. Έτσι, πολύ φοβάμαι, θα είμαι και αύριο. Ή σήμερα, σήμερα Δευτέρα τέλος πάντων. Δεν μπορώ να γράψω άλλο, αν και ήθελα πολύ να πω δυο λόγια για διάφορα πράγματα, πολιτικά και μη, και κυρίως για τις γραφομηχανές. Κι όταν λέω γραφομηχανές, δεν εννοώ τις ηλεκτρονικές. Αύριο, ενδεχομένως.

12 Απριλίου 2015

Το μεγάλο θέμα της ημέρας χθες Σάββατο, Μεγάλο Σάββατο, ήταν το κατέβασμα της φωτογραφίας του Αύγουστου Κορτώ με τον Τάσο από το Facebook, αλλά: δεν είναι αυτό το θέμα. Καθημερινώς γίνονται report σε φωτογραφίες, και έχει προ ετών ξεκινήσει μία συζήτηση για την ελευθερία έκφρασης μέσα στις πλατφόρμες των social media, για το πόσο μπορεί μία ιδιωτική επιχείρηση να καταστέλλει αυτό το δικαίωμα, ή μάλλον (καθώς σαφέστατα και το μπορεί, όπως αποδεικνύεται στην πράξη) κατά πόσο αυτό είναι θεμιτό, και αν πρέπει να αλλάξει. Ανέκαθεν η συζήτηση περί ιδιωτικού και δημόσιου χώρου είναι γοητευτική, πεδίο λεκτικών ακροβασιών από νομικούς και νομικίζοντες, όπως και οι αιώνιοι διαξιφισμοί (ή η αιώνια ανταλλαγή πυρών, συχνά με πραγματικά πυρά) γύρω από το πού και πότε και αν πρέπει να σταματά η δυνατότητα κάποιου να εκφράζεται όπως θέλει. Το θέμα όμως δεν είναι αυτό, το είπα και πριν: το θέμα είναι πως, στην ελάχιστη αυτή φέτα γης, δυο-τρεις άνθρωποι έχουν επωμιστεί το άχθος να αλλάξουν κάτι, να αλλάξουν έστω τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα, να δείξουν μια νέα οπτική γωνία και, ποιος ξέρει, δι' αυτής να αλλάξουν και την ιστορία: ο Κορτώ γυμνώνεται καθημερινά, μιλά επίμονα και με πείσμα για τον άντρα του και για την αγάπη τους και για την επιθυμία τους να είναι μαζί όπως οποιοδήποτε άλλο ζευγάρι, και για το όνειρό τους να έχουν ένα παιδί. Τα πράγματα αυτά παίρνουν πολύ-πολύ χρόνο για να αλλάξουν, ειδικά σε μια κοινωνία ανατολίτικη όπως αυτή εδώ, αλλά νά που υπάρχει η δυνατότητα να τους δώσει κάποιος κλότσο και ν' αρχίσουν να τρέχουν πιο γρήγορα. Στον αντίποδα των πολλών φίλων μου που, δεν αποκρύπτουν μεν, αλλά παρασιωπούν την ομοφυλοφιλία τους (πράγμα που νιώθεται και με το παραπάνω), ο Κορτώ ανέλαβε να σηκώσει έναν πολύ βαρύ σταυρό, για να τους ελαφρώσει όλους. Να μας ελαφρώσει όλους. Όλη αυτή η χλεύη, η λάσπη, το μίσος που επέλεξε να δέχεται πλέκουν ένα λαμπερό φωτοστέφανο στο κεφάλι του που μας φωτίζει όλους. Και δεν υπερβάλλω καθόλου. He's the Man. [§] Για τους σεξουαλικά ανώμαλους που κάνουν τα report, ας μένει ο λόγος, ο χρόνος μας είναι λίγος, και είναι μετρημένος. [§] Ήρθε ο Δ.Μ. σήμερα στην πόλη, βρεθήκαμε απέναντι στο Νερό που Καίει, είπαμε πάλι σχεδόν τα ίδια, καταλήξαμε στα ίδια συμπεράσματα, χαμογελάσαμε και μια και δυο και τρεις πικρά για τα εκδοτικά πράγματα στην Ελλάδα, που τα ξέρουμε και οι δυο καλά, μιλήσαμε όμως και για παλιά αυτοκίνητα, μιλήσαμε και για τον Κινγκ, και για το τρέξιμο, και για τα πιο κατάλληλα παπούτσια, και για χτυπημένα γόνατα. Ωραία ήταν. Το βιβλίο που ετοιμάζει τώρα, και που θα 'ναι έτοιμο μέχρι τις Γιορτές, θα πάει πολύ καλά, είμαι σίγουρος, και λογικά θα μεταφραστεί και έξω. Καιρός είναι. Το αξίζει. [§] To βιβλίο του Κράσναχορκαϊ είναι μεγαλειώδες. Το διαβάζω λίγο-λίγο, δεν γίνεται αλλιώς, αν δεχτείς πολύ μαζί μέσα σου απ' αυτό, μπορεί να τιναχτεί το κεφάλι σου στον αέρα. [§] Όταν γύρισε η Κ. από τη δουλειά, κάναμε μία σαλάτα, την έφαγε, εγώ έφαγα τον κιμά για μακαρόνια που είχε περισσέψει, ο Α. δοκίμασε και απ' τα δύο, είδαμε ένα νόστιμο έργο, τον Σωσία τού Richard Ayoade (στις 12 ο Α. πετάχτηκε επάνω από τα βεγγαλικά, τον ηρεμήσαμε), βασισμένο στο βιβλίο του Ντοστογιέφσκι, που είχα τελείως, τελείως ξεχάσει. Ίσως να το διάβασα μόνο μία φορά, δεν ξέρω. Τα πολύ παλιά χρόνια το 'χα κάτι σαν έθιμο να αγοράζω τα Άπαντα του Ντοστογιέφσκι από τον Γκοβόστη και να τα χαρίζω εκεί όπου έπρεπε να χαριστούν, ήταν ωραίο το υπόγειο του βιβλιοπωλείου, από καμιά φορά πίναμε και κάτι εκεί, κάναμε κουβέντες για διαφόρους, για τον Άρη Αλεξάνδρου φυσικά, πολλή ταλαιπωρία, πολλή ταλαιπωρία περνούσε ο κόσμος τότε: η Αριστερά, έστω και ως τέτοια που έχει πια καταντήσει, με τα δίκια της προσπαθεί να πάρει το αίμα της πίσω. Πολλή ταλαιπωρία, πολύς κατατρεγμός. [§] Και τελικά, θα αναρωτηθείς κι εσύ πολύ λογικά, πώς θα ήταν η ζωή μας έτσι και δεν υπέγραφε δήλωση μετανοίας ο Φιοντόρ και τον είχαν εκτελέσει στο Πετροπαβλόφσκ; Πώς θα ήταν φτιαγμένη η ζωή μας, και από τι;

12 Απριλίου 2015

Ήσυχη μέρα, τρίτη ή τέταρτη ανεργίας (αντιθέτως η Κ. είναι από το πρωί στο Κανάλι, και θα δουλεύει όλες αυτές τις ημέρες), δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο αν και έπρεπε, έπρεπε να αρχίσω κάτι, ο χρόνος περνάει και τσαλακώνεται και πετιέται, διαβάζω το Πόλεμος και πόλεμος, ξέροντας πως το διάβασμα δεν είναι παραγωγικό, είναι το αντίθετο του παραγωγικού μάλιστα, δεν είναι δουλειά. Βέβαια κάποιος θα έλεγε ότι είναι, σαφώς και είναι στην περίπτωσή μου (γράφει κανείς κυρίως διαβάζοντας, κι αυτό δεν ισχύει μόνο για τα πρώτα χρόνια, ίσα-ίσα που οφείλει κανείς μεγαλώνοντας, και μεγαλώνοντας κι άλλο, και γερνώντας, να βλέπει περισσότερο τι γίνεται γύρω του, το λιγότερο για να μη μιμηθεί κάτι κατά λάθος, από άγνοια: όλοι ψαρεύουμε ιδέες από την ίδια, περιορισμένη δεξαμενή), αλλά, όπως έλεγα και χτες, θα εγκαταλείψω αυτό τον τρόπο, τον τρόπο του Κράσναχορκαϊ, τον έχω ήδη εγκαταλείψει, ανήκει πια στο παρελθόν, σ' αυτό το απέραντο κενοτάφιο, σ' αυτό το κενοτάφιο που είναι μεγάλο όσο το σύμπαν. [§] Αρχίζω (ας το πω, μιας και το ανέφερα μόλις), αρχίζω και πιστεύω ολοένα και περισσότερο πως το παρελθόν και το μέλλον (ένα φάντασμα, αυτό το τελευταίο, που βλέπει κανείς στο όνειρό του) είναι δύο όροι που απλώς πιάνουν τόπο στα λεξικά, τίποτε περισσότερο από αυτό, κάτι σαν το μονόκερω: δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα, όλη η πραγματικότητα είναι η ατέρμων προσπάθεια να αποκτήσει υπόσταση το παρόν — μα ούτε κι αυτό είναι δυνατόν, ούτε το παρόν υπάρχει, όλη αυτή η δυναμική, το άθροισμα όλων των «δυναμικών», μοιάζει σαν την προσπάθεια (μια παγωμένη στο χρόνο προσπάθεια, δηλαδή έξω από το χρόνο, άχρονη) να αναπνεύσει με το αστείο στόμα του ένα ψάρι έξω από το νερό. Και με τα παραιτημένα βράγχιά του να ανοιγοκλείνουν σαν φυσερά. Αυτή η προσπάθεια, λέω, να αποκτήσει υπόσταση το παρόν, που ολοένα αυτοσυντρίβεται στο τίποτα, χωρίς ποτέ να γίνει εδώ και τώρα, χωρίς ποτέ να μετουσιωθεί αν μη τι άλλο σε κάτι που υπήρξε, ή έστω να ταφεί στο απέραντο κενοτάφιο τού χτες, και χωρίς ποτέ να καταφέρει να πηδήξει στο πέρα για να μετουσιωθεί σε ένα φάντασμα που βλέπει κανείς στο όνειρό του. [§] Βέβαια όλα αυτά δεν έχουν σημασία. Τίποτε όμως σ' αυτό το Ημερολόγιο Γεφύρας δεν έχει σημασία. [§] Δεν είδα ειδήσεις σήμερα (χτες...), μόνο έριξα λίγες ματιές στην timeline μου, όπου (ελληνιστί) διάβασα τα γνωστά και καθιερωμένα, τα εντελώς παραδοσιακά, κυρίως κατάρες αθέων τζιχαντιστών εναντίον όσων γιορτάζουν παραδοσιακά, και εναντίον κατά όσων πιστεύουν. Τα 'κανα κι εγώ αυτά, στα πρώτα χρόνια που συνειδητοποίησα ότι δεν υπάρχει Θεός, πρέπει να 'μουν στο Γυμνάσιο και να κεκέδιζα ακόμη. Φταίει, βέβαια, και το Μέσον, τα social γενικώς ευνοούν τις attention whores, οπότε και η έπαρση του χαζούλη που δεν θρησκεύεται και απαιτεί να κάτσει στ' αυγά του και ο άλλος είναι εν μέρει συγγνωστή. Φυσικά, είναι ακριβώς το ίδιο με το Δεν με πειράζει τι κάνει ο άλλος στο κρεβάτι του αρκεί να μην προκαλεί, αλλά δεν βαριέσαι. Πρέπει να μαθαίνει κανείς να ζει υπό το ISIS γιατί δεν υπάρχει άλλος χώρος, ούτε θα υπάρξει ποτέ. Όχι εφόσον επιλέγεις να ζεις με τους πολλούς, ήτοι να πολιτικοποιείσαι, να είσαι μέρος του βραδύγλωσσου αυτού όλου που συνομιλεί. [§] Διάβασα επίσης ποστ φίλων που ζουν στο εξωτερικό (αναφορικά με το Πάσχα κυρίως, με τις διακοπές τους, με έθιμα διάφορα, με τέτοια), και ζήλεψα. Έχω λαχταρήσει να αρχίσω να ταξιδεύω, και λυπάμαι που είναι τόσο μα τόσο δύσκολο, σχεδόν μισώ το παρελθόν, αυτό το κενοτάφιο που είναι μεγάλο όσο το σύμπαν, σχεδόν μισώ το παρελθόν που δεν έχω ταξιδέψει όταν μπορούσα. Αισθάνομαι τρομερά, τρομερά αναλφάβητος. Και ξαφνικά δεν μπορώ να γράψω άλλο για σήμερα. Αλλά θα μιλήσω για ταξίδια τις επόμενες μέρες, τους επόμενους μήνες, εδώ. Όμως τώρα δεν μπορώ. Απλώς να σημειώσω ότι ήρθε ο πατέρας μου με τον ανιψιό μου το πρωί στο σπίτι, μας έφεραν τσουρέκια και αυγά που έφτιαξε η μάνα μου, φάγαμε το μεσημέρι, φάγαμε και το βράδυ, μείνανε και για αύριο. Ο μπαμπάς μου έφερε και ένα Haig, ξεχασμένο από τα Χριστούγεννα, είχα πολλούς μήνες να πιω ουίσκι, άνοιξα το μπουκάλι και έβαλα τώρα ένα. Έχει μια γεύση μεταλλική, λίγο στυφή, βαρελίσια, στρογγυλή. Είναι ωραίο. 

10 Απριλίου 2015

Διάβασα κάπου το εξής: «Δημοσκόπηση Metron Analysis: 24,7% μπροστά ο ΣΥΡΙΖΑ», και αμέσως σκέφτηκα, Μα πότε πρόλαβε να πέσει από το 36% ο Τσίπρας; Τι έγινε; Ποιους ρώτησαν; Και μετά κατάλαβα τι πραγματικά εννοούσαν: ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι, λέει, 24,7 μονάδες πάνω από τη ΝΔ. Ή, με άλλα λόγια, ότι ακόμα υπάρχουν άνθρωποι (και εταιρείες δημοσκοπήσεων) που μετράνε τη διαφορά ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ, τη διαφορά «των δύο πρώτων κομμάτων», των «κομμάτων εξουσίας», το «δικομματισμό». Πρόκειται περί σαφούς αναχρονισμού, βεβαίως. Πρόκειται για το ισοδύναμο της οκάς, σαν να μετράμε το βάρος των αγαθών στο σουπερμάρκετ με το δράμι: «Πόσο μπροστά από τον Σαμαρά είναι ο Τσίπρας;» / «Βάλτε μου μισή οκά καπνιστή γαλοπούλα, παρακαλώ. Λεπτές φέτες». Δεν είναι το μόνο σημάδι αυτό πως το μόνο σίγουρο είναι ότι την ημέρα της κατάρρευσης θα υπάρχουν πολλοί, πάρα πολλοί, που θα μείνουν με το στόμα ανοιχτό μια πιθαμή: «Μα πώς; Γιατί; Τι έγινε; ΓΙΑΤΙ ΚΑΤΑΣΤΡΑΦΗΚΕ Η ΧΩΡΑ;», δεν είναι το μόνο σημάδι, αλλά είναι απίθανα χαρακτηριστικό, ούτε παραγγελιά να το 'χα. Και, ανάμεσά τους, ανάμεσα σ' αυτούς που θα μείνουν με το στόμα ανοιχτό μια πιθαμή θα 'ναι και μέλη της Κυβέρνησης των δύο Άκρων, της Εθνοσωτηρίου μας. Μα και της επίσης περί άλλα τυρβαζούσης αντιπολίτευσής μας. Δεν συζητώ, δε, για το ψηφοφοράτο. Αυτοί δεν θα το καταλάβουν παρά μόνο όταν θα ξανανοίξουν τα Μάταλα. [§] Ω Θε μου. [§] Μου φαίνεται πολύ προφανές, και σιχαίνομαι τα προφανή, να πω, Δεν έχουμε να κάνουμε με ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ εδώ, δεν έχουμε να κάνουμε με ΑΝΕΛ και ΠΑΣΟΚ και Ποτάμια, για όνομα του Θεού, έχουμε να κάνουμε με δύο δρόμους, δύο ΤΡΟΠΟΥΣ, και ο ένας πάει, μας άφησε χρόνους, και γι' αυτό δεν το λέω. Νισάφι όμως. Νισάφι. Δεν είμαστε καν μπρούκληδες για να ζούμε σε περιβάλλον Μάσκας του Κόκκινου Θανάτου, είμαστε ένας απλός μεθοριακός σταθμός. [§] Ας είναι. [§] Το άλλο ειδησάριο («Καθήκοντα ΓΓ στο ΥΠΕΞ αναλαμβάνει ο εξάδελφος του πρωθυπουργού, Γιώργος Τσίπρας») είναι επίσης ανάξιο σχολιασμού: θα έπρεπε απλώς να σχολίαζα το γεγονός ότι πολλοί δεν πιστεύουν στ' αυτιά τους (Μα είναι δυνατόν; Ο Αλέξης; Δεν φαινόταν τέτοιος άνθρωπος, δεν είχε δείξει τέτοια στοιχεία, έχουμε να το λέμε όλοι στη γειτονιά), αλλά και πάλι: δεν είμαι για να χάνω χρόνο, ο χρόνος είναι περιουσία, και είναι η μόνη χειροπιαστή ελευθερία που έχουμε. [§] Ναι, ο χρόνος πιάνεται. [§] Τρίτη και τελευταία είδηση της  ημέρας: «Σε 16 πόλεις με πτήσεις της Aegean και της Olympic Air το Άγιο Φως». Ωραία. Του χρόνου ας φροντίσουν να τα 'χουν καλά με τον Πούτιν, να τους δώσει Φως από το ρώσικο μοναστήρι στον Άθω, μαθαίνω πως κάνουν κι εκεί μαγιολίκια και ανάβει τσαφ— από το πουθενά ο βωμός. [§] Ω Θε μου. [§] Ας είναι. Έγραψα τέλος πάντων για το Wayward Pines σήμερα, τον δεύτερο τόμο, της «Διόπτρας», και για το Ημερολόγιο του Μητσού, από τις εκδόσεις «Πόλις»: τόσο διαφορετικά βιβλία — δυο σύμπαντα διακριτά, χωριστά, ξέχωρα. Αλλά είναι το ίδιο σύμπαν για μένα, και δεν θα μπορούσα να ζήσω σε άλλο. Είναι το ίδιο σύμπαν για μένα. Και ξεκίνησα επίσης να διαβάζω το Πόλεμος και πόλεμος του Κράσναχορκαϊ, διάβασα τις πρώτες 30 σελίδες, έχω μείνει με το στόμα ανοιχτό μια πιθαμή. Έχω μείνει με το στόμα ανοιχτό μια πιθαμή, κι ας το περίμενα. Επίσης: καλά έκανα που εγώ εγκατέλειψα αυτό το στιλ, το μακροπερίοδο και ασθματικό, και, και, δεν θα μπορούσα ποτέ μου να ήμουν Λάσλο. Είναι όπως με τα ρούχα, που έλεγα τις προάλλες: αν δεν μπορείς να αγοράζεις πουκάμισα που παίρνουν μανικετόκουμπα (και όλα τα υπόλοιπα), ντύσου καλύτερα με φούτερ και τισέρτ, όχι με ετοιματζίδικα κοστούμια. Άρα: να γράφω απλά, να γράφω απλοϊκά, τόσο μπορώ και έτσι πρέπει. [§] Ήρθε το ανοιξιάτικο τεύχος τού Paris Review, το ξεφυλλίσαμε λίγο ο ένας και λίγο ο άλλος, καθόμασταν και το χαζεύαμε. Πόσος πλούτος, κάθε φορά. Σαν ένα γράμμα που έλαβες από παλιό έρωτα. Γράμμα, όχι μέιλ. Ίσως από έναν εραστή που έχει από καιρό πεθάνει. Ή που δεν υπήρξε ποτέ εραστής σου. [§] Πέθανε, έσβησε μετά από πολύ-πολύ καιρό ταλαιπωρίας, ο πατέρας τής Μ., και έχει να αντιμετωπίσει τόσα εκείνη. Κρίμα που δεν είμαστε με την Κ. μαζί της, να της σταθούμε. Αύριο (σήμερα...) ταξιδεύει για τη Χίο. Δεν θα 'ναι εύκολα εκεί. Καθόλου εύκολα δεν θα 'ναι. [§] Ω Θε μου. 

09 Απριλίου 2015

Η ντροπιαστική ημέρα, η μέρα που φιλήσαμε την κατουρημένη ποδιά του Κρεμλίνου και γλείψαμε με μεγάλες γλειψιές το σμήγμα από το ορθόν του βρομερού ναζιστή Πούτιν και ακούσαμε τσογλανίστικες μπούρδες περί ολοκληρωτισμού (Θεέ μου...) από τα παχιά χείλη του αφύσικα μεν ανιστόρητου πλην αποτελεσματικά σκοταδιστή Πρωθυπουργού μας και είδαμε σε πολλοστή επανάληψη ένα επεισόδιο του πάλαι ποτέ και ες αεί Ερωτοδικείου υπό τον τίτλο Debtocracy στο κανάλι της Βουλής που τελεί υπό τον γκεσταπίτικο έλεγχο της αυριανής πρωθιέρειας του ντόπιου αμιγώς εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος (και όχι απλής συμμορίας ανθρωποπιθήκων ποινικών όπως είναι η Χρυσή Αυγή), ξεκίνησε με καφέ και διάβασμα στο Νερό που Καίει, το μπαρ εδώ απέναντί μας στην Κορομηλά, και έκλεισε με το Interstellar (κυκλοφόρησε σε DVD και BlueRay προχθές), που το ευχαριστηθήκαμε και μας εξέπληξε γλυκά, καθώς ήταν έξοχα κινηματογραφημένο, εύπλαστο και απαλό σαν πλαστελίνη, απολύτως γεωμετρημένο, και έκρυβε και στην καρδιά του μια γενναιόδωρη πηγή συναισθημάτων. Αγάπη, παιδιά, μπαμπάδες, ελπίδα κλπ. κλπ. [§] Αλλά και βιβλία. Πολλά βιβλία. Λίγα συγκράτησα διαβάζοντας με το κεφάλι γερμένο τα ράφια στα κοντινά πλάνα: το Μεγάλο πουθενά του Ελρόι, τα Εκατό χρόνια μοναξιά του Μάρκες, το Οχυρό του Κινγκ, το Ουράνιο τόξο της βαρύτητας του Πίντσον, την Έμμα της Όστεν, το Εργοστάσιο σφηκών του Μπανκς (πόσο αδικοχαμένος, γαμώτο, πόσο αδικοχαμένος), και φυσικά τους Λαβυρίνθους του Μπόρχες, το όραμα του οποίου, βεβαίως-βεβαίως, εικονογραφείται στη βασική σεκάνς του τέλους, στο εσωτερικό του Γαργαντούα, της μαύρης τρύπας. Είναι βιβλία, και συγγραφείς, που, στο σύνολό τους, θα έλεγε κανείς ότι υπερβαίνουν το μεδούλι της ταινίας, που είναι σκέτη ψυχαγωγία, αλλά σάμπως κι αυτά τι είναι; Όλος ο Μπόρχες τι είναι; Σκέτη ψυχαγωγία. [§] Όχι με την πρωταρχική σημασία της λέξης (που πά' να πει: κατάβαση στον Άδη) αλλά με την τρέχουσα. [§] (Σ' αυτό το Ημερολόγιο, όλες οι αναφορές σε ταινίες και τα συναφή θα γίνονται πάντα με κοντά έξι μήνες καθυστέρηση, πόσο αντιεμπορικό...) [§] Μιας και ο λόγος για βιβλία, πάντως, πηγαίνοντας οι τρεις μας για τη Seven Film Gallery περνάμε πάντα από ένα συνοικιακό βιβλιοπωλείο, που σήμερα γέμισε τη βιτρίνα του με μια καινούρια έκδοση, το Εξορκιστάριον του Αλέξανδρου Χρυσομάλλη (εκδ. «Mystic Books»). Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο: «Για πρώτη φορά στην Ελλάδα ένα εγχειρίδιο που αποκαλύπτει τα μυστικά της βασκανίας και φέρνει στο φως σπάνιες εξορκιστικές ευχές. Μάθε όλα τα μυστικά της βασκανίας, τους τρόπους ξεματιάσματος, πώς να εκδιώκεις αρνητικές ενέργειες και σκοτεινές δυνάμεις από πάνω σου και από άλλους, όλες τις ευχές κατά της μαγείας, γλωσσοφαγιάς, βασκανίας καθώς και σπάνιες εξορκιστικές ευχές». Στις 328 σελίδες του, μεταξύ άλλων, περιέχονται: ο παρακλητικός κανών των Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, οι ευχές του Αγίου Κυπριανού, οι ευχές εξορκισμού του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, οι ευχές εξορκισμού του Μεγάλου Βασιλείου, η ευχή της Αγίας Ξένιας κατά της μαγείας, η ακολουθία εις παράκλησιν ασθενών, χειμαζομένων υπό πνευμάτων ακαθάρτων και επηρεαζόντων, η ευχή του Γρηγορίου του Δεκαπολίτου, η ευχή επί οικίας ημών Εφραίμ του Σύρου, αι ικετήριαι ευχαί προς τον Άγιο Τρύφωνα, οι ευχές επί απειλή λοιμικής νόσου, οι ευχές του Γρηγορίου του Παλαμά για την ανομβρία, μία ευχή εις πόλεμον πορνείας, μία ευχή επί αισχρών λογισμών και μία, τέλος, ευχή επί έχθρας. Θυμήθηκα τα δεκάδες περιοδικά στιλ Τρίτο Μάτι που κυκλοφορούσαν τη δεκαετία πριν το ξέσπασμα της Κρίσης, και κυρίως το δεύτερο μισό της. Αλάλιασε ο πάντα έτοιμος να αλαλιάσει και να εκστασιαστεί με τον ανορθολογισμό κόσμος. Όλη αυτή η βρομιά τούς κάνει να χαύτουν οτιδήποτε τους πασάρεις: η αστειότητα των ψεκασμών είναι το λιγότερο. [§] Γίνεται μια καμπάνια για να βρεθεί τρόπος να συνεχιστεί το Twin Peaks, με χάσταγκ: ‪#‎SaveTwinPeaks. Θα το παρακολουθώ. Θα δώσω και λεφτά αν χρειαστεί, αυτά που θα 'δινα («έναν μισθό», «τη σύνταξή μου») αν ήμουν καλός εθνικιστής πατριώτης για να πληρωθεί ένα από τα βύσματα της νέας ΥΕΝΕΔ της εθνοσωτηρίου κυβερνήσεώς μας για να ποδηγετήσει κι άλλο, τσιμπώντας τους το μαγουλάκι και χτυπώντας τους πατ-πατ-[ατ στην πλάτη, τους εργάτες και τους αγρότες και τους του Παντείου, το λαουτζίκο τέλος πάντων, το συρφετό αυτόν που ονομάζω, και είναι, ψηφοφοράτο. Αυτή την Κόλαση. [§] Βγάλαμε δύο χοιρινές για αύριο.

 

 

 

09 Απριλίου 2015

Με τη στάση της απέναντι στο Φαινόμενο Κωνσταντοπούλου (που οι ανόητοι σχολιαστές των social ξεπερνούν με ένα σήκωμα των ώμων και ένα ολέθρια απολίτικο, «Αυτή είναι τρελή, πάει το 'χασε, είναι άσχημη, είναι ατσούμπαλη, είναι αγάμητη, έχει ψυχολογικά, πολλή πλάκα έχει μωρέ» κ.τ.π.), η Αντιπολίτευση δείχνει πως τα πράγματα, κατά την άποψή της, είναι τόσο σοβαρά που, ακόμα κι αν οι Εύζωνοι στον Άγνωστο ντύνονταν Άσπρος και Λευκός Κύκνος για να φρουρήσουν το μνημείο και το Κοινοβούλιο, πάλι δεν θα σήκωναν παλμό. Εννοώ, προφανώς, τα πράγματα στο εσωτερικό των κομμάτων τους, τι άλλο; Είναι εξοργιστικό, αλλά ολοφάνερα πια είναι το μόνο που τους νοιάζει: τα κόμματά τους, άλλωστε, ενδέχεται να υπάρχουν ακόμη , μετονομασμένα, σε μία ολοκληρωτικά κατεστραμμένη Ελλάδα, που θα τη χαρακτηρίζουν το λαμπρό κλίμα, οι δαντελένιες παραλίες και τα δελτία τροφίμων. Για το αν έχουν, όχι την παραμικρή ιδέα, αλλά το παραμικρό νοιάξιμο για την εποχή που έρχεται, πλέον επιφυλάσσομαι. (Και εννοώ τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, μιας και το εσωτερικό του κόμματος του Θεοδωράκη είναι το μυαλό του, είναι νωρίς ακόμη να μιλούμε για όντως κόμμα αναφορικά με το Ποτάμι). Δεν εξηγείται αλλιώς αυτό το καθημερινό ρεζίλεμα που υφίστανται, και η απόλυτη, εκκωφαντική ανυπαρξία τους. Το τίποτε που κάνουν. Από την άλλη, θα πει κάποιος, πες πως της απευθύνουν, ας πούμε, πρόταση μομφής για τις θεσμικές ασχημονίες της και τον πλήρη εναγκαλισμό ακραίων, αντεθνικών θέσεων και πρακτικών εκ μέρους της: πρώτον, η πρόταση δεν θα περάσει: η πλειοψηφία είναι μαζί της, είναι τσιράκια της και τη χρειάζονται· και, δεύτερον, πλην του Βενιζέλου, ποιος τάχα θα μιλήσει καθαρά για δαύτην από το βήμα; Καθαρά και σοβαρά και πολιτικά για το Φαινόμενο Κωνσταντοπούλου; Δεν χρειάζεται να χάνει χρόνο κανείς: δεν έχουμε άλλον. Η χειρότερη γωνιά τής timeline μου είναι απείρως καλύτερη και εναργέστερη πολιτικά από το συμπίλημα της Αντιπολίτευσης. Τραγωδία. Τραγωδία. [§] Είδηση που δεν είναι είδηση: ένα πιστωτικό γεγονός, πιστεύει η ΑΔΕΔΥ, τουτέστιν η άμεση χρεοκοπία της Ελλάδας, το, ουσιαστικά, κλείσιμο των συνόρων, η παύση των εισαγωγών αλεύρων (μαζί με όλες τις άλλες) κ.ο.κ., θα διασφάλιζε τα συμφέροντά της: τα συμφέροντα της ΑΔΕΔΥ. Εξ ου και η συμμετοχή της, την Πέμπτη, με ταρατατζούμ στη «Διαδήλωση Κατά της Καταβολής της Δόσης στο ΔΝΤ», μια πράξη που, εάν συνέβαινε (διορθώνω: όταν συμβεί), αμέσως θα σήμαινε μονομερή ενέργεια της χώρας κατά των εταίρων της, και θα μας βούλιαζε αυθωρεί στα Τάρταρα. Αυτό, ας διαβαστεί σε συνάρτηση με την παρόλα κάποιου κυβερνητικού αξιωματούχου (γελάω με τους όρους: κυβερνητικός· και αξιωματούχος) ότι οι χώρες τής ΕΕ δεν θα χάσουν, λέει, τα λεφτά τους (άρα θα τα χάσει το εβραιοσιωνιστικό ΔΝΤ). Έχουμε εθνικοσοσιαλισιτκή κυβέρνηση σαλτιμπάγκων. Μια ιδιόμορφη ψηφισμένη χούντα που θα το πάει μέχρι το τέλος. [§] Και έναν αδιανόητο φασουλή για πρωθυπουργό, ανίκανο, μωρό, σαν παιδάκι, ή σαν σκυλάκι, σαν και τον Α., που δεν μπορεί να κάνει τίποτε, να ελέγξει τίποτε, να περάσει τίποτε, να επιβληθεί σε τίποτε, και κάθεται σε μια γωνίτσα του αεροδρομίου πάνω στη βαλίτσα του προβάροντας μούτες στο κινητό, για να κάνει άλλο ένα κούτρα ταξιδάκι, καλήν ώρα τώρα στη ναζιστική Ρωσία, και να δει τους μεγάλους και σπουδαίους. Ένας κοντός νάνος, επικεφαλής ενός θιάσου ποικιλιών: ένα ακροδεξιό βαριετέ. Με τον τοσοδούλη Τσίπρα, σαν μαθητευόμενο μάγο στην ελληνική βερσιόν της Φαντασίας, να κυνηγιέται από τις σκούπες των καθαριστριών τού ΥΠΟΙΚ. Ο επικεφαλής, ο προϊστάμενός του, από την άλλη, εντελώς ανεξέλεγκτος κι αφιονισμένος, πετάει τη μία ντροπιαστικά φρικώδη πατάτα μετά την άλλη («Αν Βερολίνο και Βρυξέλλες συνεχίσουν το bullying, η Ευρώπη θα γεμίσει τζιχαντιστές», αν έχουμε τον Θεό μας!), καρφώνοντας το κιβούρι της Ελλάδας με τα καρφιά του πυώδους, ερπετικού μίσους του. Από τα επίχειρα των δηλώσεων του Καμμένου δεν θα γλιτώσουμε, ακόμα και όταν γλιτώσουμε από δαύτον: οι συνέπειές τους δεν πρόκειται να φύγουν μαζί του. (Όχι ότι θα φύγει αυτός. Το παιδί-Τσίπρας έχει την ανάγκη του: ο ΣΥΡΙΖΑ χωρίς τους ΑΝΕΛ είναι μια σφαίρα χωρίς γόμωση, ένα τζούφιο βλήμα. Και ο ΗΕΘΑ, από την άλλη, έχει τα τανκς). [§] Αν μη τι άλλο, ο Α. είναι καλά σήμερα, έγιανε, κάναμε βόλτες, η Κ. κι εγώ περάσαμε τη μέρα μας με βιβλία και περιοδικά (έχει τρεις μέρες ρεπό, εγώ ξεκίνησα τη, μικρή ή μεγάλη, δεν ξέρω, περίοδο της ανεργίας), κυκλοφόρησε και το Δέντρο του Μαυρουδή και του Γουδέλη, έχουμε κιμά για μακαρόνια στο ψυγείο και γεμάτη κατάψυξη, είδαμε το Interview και γελάσαμε, όλα καλά. [§] Κι είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου, του 'χα βάλει όρο, να μην καταγράφω, εδώ, πολιτικά. Διάολε. Δεν μπορείς να γλιτώσεις από τον εαυτό σου.

07 Απριλίου 2015

Η είδηση της ημέρας είναι ότι τα σχέδια για τη συνέχεια, είκοσι πέντε χρόνια μετά, του Twin Peaks ναυάγησαν: ο Λιντς δεν μπορεί να βρει λεφτά για την παραγωγή, τα χρήματα που βάζει το στούντιο δεν φτάνουν, λύση δεν βρίσκεται, οπότε το όνειρο σκάει, ξυπνάμε πάνω που μας ψιθύριζαν το μυστικό, πάνω που πετούσαμε στον αέρα παρέα με κάποιον άλλον (κάποιον μαγικό), πάνω που μας βύθιζαν την κάμα στα πλευρά — ίσα που διάλεξε τους δύο γειτονικούς σπονδύλους εκείνος ο απρόσωπος φονιάς στον ύπνο μας για να γλιστρήσει το μαχαίρι του, και τα μάτια μας —τσακ— άνοιξαν στην πραγματικότητα, στο αυτό εδώ. Κι όμως μπορούσε η κουλτούρα μας (πάλι) ν’ αλλάξει: όχι πολύ — όσο την αλλάζει η Τέχνη. Τόσο όσο. Με τη συνέχεια αυτής της σειράς που ποτέ δεν τελείωσε, και που, αφότου σταμάτησε να προβάλλεται (από εκείνη την έξαλλη στιγμή), ξεκίνησε ήδη να μας επαναδομεί και να μας τρώει και να μας χωνεύει. [§] Σκέψου: δεν βρίσκει χρήματα γι’ αυτό το πρότζεκτ ο Ντέιβιντ Λιντς. Όχι εγώ για να γράφω το Ημερολόγιο Γεφύρας. Η διαφορά είναι πελώρια, τιτάνια, διαστρική. Και δεν χρειάζεται να μακρηγορούμε: συνελόντι ειπείν, που λέγαν στα παλιά, η ζωή είναι τσιφούτα. Αλλά όμως, μακροσκοπικά αν τη δει κανείς (όλοι έχουμε δικαίωμα να την κάνουμε ό,τι θέλουμε, ακόμη και να την αμφισβητήσουμε πλήρως, ακόμη και να λέμε κάθε μέρα, ή πούμε μια κι έξω, «Απεταξάμην!»), η ζωή, λέω, ξέρει και καλύτερα από μας. [§] Δεν παρακολούθησα τα πολιτικά. Νομίζω συζητείται στη Βουλή η ιστορία των πολεμικών αποζημιώσεων, πράγμα που δεν με ενδιαφέρει. Καλά κάνουν βέβαια, αφού για κάτι τέτοιες χονδροειδείς τερατωδίες τούς ψήφισαν οι κατοχικοί λαδέμποροι και λοιποί μαυραγορίτες που τους ψήφισαν. Το να λέει, επίσης, ο κάθε αμόρφωτος φασίστας ότι η Γερμανία μάς χρωστά 270 ευρώ πολεμικές αποζημιώσεις, ή 270 εκατομμύρια ευρώ, ή 270 δισεκατομμύρια ευρώ —ή οποιοδήποτε ποσό θέλει το μυαλό τού κάθε αμόρφωτου φασίστα— είναι αναφαίρετο δικαίωμα του κάθε αμόρφωτου φασίστα. Η Βουλή μας έτσι κι αλλιώς κατήντησε έρμαιο του κάθε απίθανου φασίστα, είναι φωλιά χουντικών, βρομερών και λερών. Πάνε αυτά τα άθλια που ξέραμε, ήρθαν τα αποφασιστικώς αθλιότερα. Και δεν θα σωθούμε, το ξέρω. Ας το καταλάβουμε. Θα μας πολεμήσει όλος ο κόσμος. [§] Και θα μας πολεμήσει ακόμη και διά τής πλήρους αδιαφορίας του. [§] (Μπορεί, πάλι, να μιλούν για την περιβόητη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής για τα Μνημόνια, ένα θέμα ακόμη απεχθέστερο των αποζημιώσεων. Δεν γίνεται να με απασχολήσει, δεν θέλω να ξέρω τι λένε. Δεν έχω ακούσει ποτέ μου ούτε δευτερόλεπτο ομιλίας κανενός Μιχαλολιάκου, κι έχω να δω τον Obersturmführer Παπαδάκη από τότε που ’χα πολλά ολόμαυρα μαλλιά, δεν θα το κάνω τώρα, δεν θα καταντήσω στα πενήντα ένα μου ν’ ακούω τους εθνικοσοσιαλιστές —φτάνει πια με το εθνικολαϊκιστές— του ΣΥΡΙΖΑ, των ΑΝΕΛ και της ΧΑ να ξερνούν πάνω στη χώρα μου και στο στόμα της γλώσσας μου. Ας μιλούν για ό,τι θέλουν, εγώ θ’ ακούω μουσική, θ’ ακούω θορύβους και θ’ ακούω σιωπή). [§] Βέβαια, ακόμη το δημοκρατικό τόξο ονειρεύεται μία λύση την εσχάτη στιγμή, σίγουρο πως οι άνθρωποι είναι απλώς ηλίθιοι και δεν διαθέτουν κανένα σχέδιο. Τα ίδια πιστεύουν και οι περισσότεροι που ξέρω. Με τρελαίνει η ιδέα πως αύριο θα μείνουν να χάσκουν, αντιμέτωποι με την πραγματικότητα. Γιατί να χάσκουν; Γιατί να χάσκουν; Τι στα κομμάτια δεν βλέπουν, τι διάολο περιμένουν και γιατί επιμένουν να πιπιλάνε τον αντίχειρα της απώθησης; Δεν βγάζω νόημα. [§] Ο Α. είναι άρρωστος, δεν έχει κέφι, κοιμάται όλη τη μέρα, δεν μας δάγκωσε ούτε μας έπαιξε όλη την ημέρα, ίσως κρύωσε, εγώ φταίω που το πρωί επέμενα να τον πάω βόλτα αν και ψιλόβρεχε, μόλο που είχε στυλώσει, ο καημένος, τα πόδια του κι αρνιόταν να περπατήσει. Είδαμε και μια παρέα Ιαπώνων αντρών πρωί-πρωί στη Νίκης, είχαν έρθει εδώ για τον Μαραθώνιο, οι Ιάπωνες λατρεύουν τον Μαραθώνιο όσο κανείς, και όσο κανένα δικό τους άθλημα (το Κέντο, το Τζούντο, το Σούμο), είναι περίεργοι άνθρωποι, όσο να πεις. Κρατούσαν όλοι τους ομπρέλες και κατευθύνονταν από τη μεριά του Λιμανιού προς τον Λευκό Πύργο, κι ενώ καλημεριζόμασταν, ο Α. κρυολογούσε κι εγώ ο ηλίθιος δεν το καταλάβαινα. Ελπίζω αύριο να είναι καλά, ελπίζω να μας δαγκώνει και να μας παίζει. [§] (Οικολόγοι, Χρυσαυγίτες, μπαχαλάκηδες, πληρωμένοι μπράβοι, μπιστικοί των καρχαριών τού realestate, συν κάτι αγαθιάρηδες: όλοι μαζί, με κουκούλες, πυρπολούν και απειλούν ζωές στη βορειοανατολική Χαλκιδική — τι όμορφη που είναι η πραγματικότητα όταν εκδικείται την ηλιθιότητά σου, ανεγκέφαλε βλάκα της Αριστεράς, άχρηστε, άχρηστε, άχρηστε ηλίθιε). [§] Ο πατέρας μου μας έφερε κρέας, μισό αρνί για το Πάσχα μεταξύ των άλλων, και μια ηλεκτρική ψηστιέρα μαζί, μεγάλη. Να ’ναι καλά, μας βοηθούν πολύ, περισσότερο από όσο χρειάζεται, και σαφώς πολύ περισσότερο από όσο μπορούν. [§] Από την ώρα που πήγα στην κούριερ και μετά, σαν να ’φυγε όλη η αδρεναλίνη από μέσα μου, σαν να ξεχύθηκε, να ξεφούσκωσα, και έχω τρομερή, τρομερή καταβολή: τα κατάφερα ώς εδώ, τελείωσα αυτά τα τρία βιβλία, από αύριο ξεκινά μικρή ή μεγάλη περίοδος ανεργίας —θα δείξει—, μα τώρα ξεφούσκωσα, ξεφούσκωσα, από την ώρα που πήγα στην κούριερ και μετά νιώθω τα πόδια μου σαν ξένα, κι έχω και γερά πόδια, να φανταστείς. Πίνω ένα κουτί γάλα, κοιτώ με το ένα μάτι την ταινία που νοικιάσαμε, κρατάω το βιβλίο που ξεκίνησα χτες (κατά έναν παράδοξο τρόπο είναι ακριβώς εμπνευσμένο από το Twin Peaks, λέγεται Η Πόλη, κοίτα σύμπτωση…), αλλά δεν το διαβάζω, δεν μπορώ να διαβάσω λόγω της καταβολής, σκέφτομαι το Twin Peaks που δεν θα ξαναγεννηθεί και θέλω να κλάψω. Η Κ. κοιμάται, θα πάω κι εγώ.

06 Απριλίου 2015

Κοιμόμουν τη μισή Κυριακή, τις περισσότερες ώρες αγκαλιά με τον Α., και τα κατάφερα να χάσω αρκετά από τα νέα της ημέρας, αν και το πρωί, κατά τις οχτώμισι με εννιά παρά που κατεβήκαμε για την πρωινή βόλτα, είδα τα παιδάκια να τρέχουν στη διαδρομή τού ενός χιλιομέτρου, ή τέλος πάντων να περπατούν, ή τέλος πάντων να φορούν το τισέρτ του Διεθνούς Μαραθωνίου Μέγας Αλέξανδρος (ωραίο όνομα, αν και στην πόλη μου συνήθως έτσι βγάζουμε τις καφετερίες, τα μπουγατσατζίδικα και τα εντευκτήρια, πιο παλιά υπήρχε και ένα ημισυγκαλυμμένο πορνείο, μία «παπ» όπως τις έλεγαν τότε, με σεπαρέ aka καβάντζες, ο γνωστός στην πιάτσα«Μέγας Αλέξανδρος» του Λιμανιού, πίσω από τον Ερυθρό Σταυρό, όπου τα κορίτσια ήταν απαραιτήτως ξένες, κι αν τύχαινε και ήταν δικές μας όφειλαν να κάνουν πως δεν ήξεραν τη γλώσσα ή να μιλούν με προφορά, δεν ξέρω γιατί) και να βολτάρουν, έλεγα, τα παιδάκια επί της λεωφόρου Νίκης με απαράμιλλο ενθουσιασμό και στιλ. Οι γονείς τους τα φωτογράφιζαν από το πεζοδρόμιο ή από την Παλιά Παραλία, με κινητά και τάμπλετ και φωτογραφικές, άλλη μία ευκαιρία για μένα τον, εντέλει, τεχνοφοβικό λάτρη της τεχνολογίας να θυμηθώ τις Polaroid που μου λείπουν, και τους γέρους φωτογράφους του Λευκού Πύργου μ' εκείνες τις τεράστιες μηχανές πάνω στα στρίποδα, που κουκουλώνονταν με το μουσαμά για να νετάρουν το θέμα τους (ζευγαράκια και αργόσχολους) και τύπωναν, μετά, ωραίες ασπρόμαυρες φωτογραφίες που όσο περνούσε η ώρα γέμιζαν και πιο πολύ από ολόφρεσκο παρελθόν, όπως ακριβώς συνέβαινε χρόνια μετά και με τις Polaroid, κι εκείνες εμφανίζονταν αργά-αργά και θαυμαστικά, αλλά και τα κουβούκλια στους σταθμούς του Ηλεκτρικού, στην Αθήνα, εκείνους τους θαλαμίσκους με τον κερματοδέκτη και το βιδωτό σκαμπό, που τύπωναν φωτογραφίες στιγμής σε τετράδες, και είχα βγάλει κι εγώ καναδυό, από βαρεμάρα περισσότερο και χωρίς να τις χρειάζομαι. Ή ακκιζόμενος, δεν θυμάμαι. Δεν είναι νοσταλγία αυτό, είναι μια απλή διαπίστωση: το παρελθόν δεν υπήρξε ποτέ, ούτε κάποιο εκεί, υπάρχει μόνο ένα σήμερα, ένα τώρα, και ένα, οπωσδήποτε, εδώ. [§] Αλλά μετά, σχεδόν με το που ανεβήκαμε πάλι στο σπίτι, κι αφού του καθάρισα τα πόδια και τον άφησα να τρέξει, κοιμήθηκα πάλι στον καναπέ, αφού επίσης (θα το ξεχνούσα αυτό) έκανα πως διάβασα λίγες σελίδες από ένα καινούριο μυθιστόρημα που ήρθε στο σπίτι (η Κ. μετέφραζε στο γραφείο μία συνέντευξη, από το πρωί ώς τις δύο που πήγε στο Κανάλι), βγήκε η κούραση όλων αυτών των πολλών εβδομάδων, ή μηνών, δεν ξέρω, έχασα κάπως το λογαριασμό, μου βγήκε η τρομερή, τρομερή κούραση, περνάνε και τα χρόνια, όσο να πεις (κανείς κουράζεται περισσότερο φέτος από όσο πέρυσι, όπως ακριβώς ένα ποτήρι γεμίζει σε χ χρόνο μέχρι τη μέση και σε λιγότερο από χ/2 από τη μέση μέχρι επάνω), οπότε δεν είδα καν τις επιθέσεις με πέτρες και μπουκάλια των Ταγμάτων Ασφαλείας στους μεταλλωρύχους της Ελληνικός Χρυσός, που στον φαιοκόκκινο σταθμό Στο Κόκκινο βαφτίστηκαν απροκαλύπτως, φασιστικώ τω τρόπω, «προσωπικό»: ο τίτλος είναι απεχθής, ελεεινός και μαύρος, η χαρά και η τιμή και η δόξα τού Μπέρια: «ΜΑΤ και προσωπικό της Eldorado Gold χτυπούν, μαζί, διαδηλωτές!» [§] Δεν υπάρχει σωτηρία. Δεν υπάρχει. [§]  Το βράδυ είχαμε την εκπομπή, η Κ. ήρθε απευθείας από τη δουλειά στο σταθμό, ο Ορέστης Καλογήρου κάπου προς το τέλος («Το ευρώ δεν είναι νόμισμα, είναι πατρίδα») μ' έκανε σχεδόν να κλάψω. Νομίζω και τους ακροατές. Έχει δίκιο, βέβαια. Η ομοσπονδιοποίηση περνά μέσα από τη νομισματική ένωση. Τα άλλα θα τα βρούμε. Εμάς, εμάς δεν θα βρούμε. Τους «Έλληνες». Τον φαντασιακό εαυτό μας. Αποσυνάγωγος φελαχολαός, απολύτως αποσυνάγωγος λαός-παρίας, χωρίς ιστορία, χωρίς χτες, χωρίς αύριο, ξένος σε ξένο τόπο, με δοτούς εθνικούς μύθους, με ψεύτικο και χαλκευμένο παρελθόν. Ένας λαός καμωμένος στο Photoshop. Ένας λαός-απελπισία. [§] Κι ένας λαός που σπρώχνει και βρίζει γυναίκες με μωρά στην αγκαλιά, επειδή τόλμησαν να επιχειρήσουν να μπουν σε ανοιχτό, κυριακάτικα, μαγαζί, επειδή τόλμησαν να το σκεφτούν, και επειδή τόλμησαν να χλευάσουν την εξουσία τής ΟΠΛΑ. (Ανοησίες έλεγα χτες, τελικά ο καθ' ημάς ISIS, οι Χίτες τού ΚΚΕ και κάποιων άλλων απάνθρωπων μηχανισμών εξουσίας, τους οποίους βδελύσσεται το είναι μου, τους οποίους σιχαίνεται το μέσα μου, χτύπησαν κανονικά και την πρώτη-φορά-Αριστερά Κυριακή που δούλευε η αγορά. Έπρεπε να το περιμένω, είμαι βλαξ). [§] Στο μεταξύ όλα τελειώνουν σε λίγο, το Μισολόγγι έχει φάει και την τελευταία γενναία του γάτα, η δραχμική-αντιδυτική Σταύρωση έρχεται, επελαύνει, κατρακυλάει την πλαγιά, έχει ήδη κατακάψει τα ωραία μας προάστια. Ή, για να το πω, όπως μού αρέσει, ακόμη πιο παραστατικά, θέλω να ελπίζω: ο Βεζούβιος είναι έτοιμος να σαρώσει την καθ' ημάς Πομπηία. Μα που δεν τη λέμε Πομπηία εμείς, μα που δεν είναι Πομπηία, μα που τη λέμε Λούτσα και είναι η Λούτσα. Αυτή θα χάσουμε. Αυτήν είχαμε. [§] Μα είχε τουλάχιστον θέα στη θάλασσα, και είχε και αέρα που έφερνε καλά μαντάτα, τραγουδισμένα στις άλλες γλώσσες. [§] Είναι να ζήσουμε εξορία. Κι αντί τουλάχιστον να τρέμουμε, βγάζουμε σέλφι τής καιομένης μας Λούτσας. Άχαροι, άχαροι άνθρωποι. Κι ας μην πρέπει σε κανέναν η εξορία. Άχαροι.

05 Απριλίου 2015

Η εξώθηση σε παραίτηση του Χαντζόπουλου από τα Νέα (ή όπως αλλιώς το λένε αυτό) μονοπώλησε, αν δεν κάνω λάθος, το ενδιαφέρον χθες, μια μέρα που δεν τα κατάφερα να παρακολουθήσω την επικαιρότητα καθώς το βιβλίο είχε ρίξει πίσω ένα σωρό μικρές-μικρές υποχρεώσεις που μου έφαγαν όλο το Σάββατο, μέχρι αργά το βράδυ. (Τα ίδια και η Κ.: από τις 8 το πρωί έξω, ώς τις 9:30 το βράδυ). Άκουσα μονάχα κάτι για «χαρτζιλίκι» και για πιθανή φορολόγησή του, δεν έδωσα σημασία, ούτε θα δώσω (κατά την έννοια που δεν έχω δει ποτέ μου ούτε ένα πλάνο από ριάλιτι: ποτέ, ούτε μια φορά στη ζωή μου), κάτι για μισό δισεκατομμύριο, λέει, που θα δώσουμε για επισκευή πολεμικών αεροπλάνων (ευτυχώς, είμαστε όλοι απολύτως σίγουροι πως ο υπουργός της Εθνικής μας Αμύνης δεν θα τσέπωσε την αναλογούσα μίζα, άλλωστε είναι ένας αδέκαστος, ένας καθαρός άνθρωπος, μπαμ κάνει), καθώς και κάτι ακόμη ρεκάσματα από την Κωνσταντοπούλου (σε ρόλο extra, φιγκιράν που λέμε εμείς, έπαιξε και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας — γεμίζει άμμο το στόμα μου όταν τον σκέφτομαι, και με πνίγει, από κείνη την άμμο που στο βάθος της έχει νερό και παλιά φύκια), αλλά πραγματικά δεν ενδιαφέρομαι για δαύτην αφ' ης στιγμής την ψήφισαν τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Είπαμε ότι θα στεκόμαστε επί των επάλξεων διαρκώς και μέχρι να πέσουμε, ότι δεν θα υποστείλουμε τη σημαία, ότι θα συνεχίσουμε τον καλόν αγώνα, μπλα, μπλα, μπλα, αλλά κάποια πράγματα είναι ιερά: αν έχουν τόσο παρακατιανούς συμβούλους η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι, ανθρώπους (συμβούλους επικοινωνίας της φάπας, απ' αυτούς που εμείς δεν τους λέμε ούτε καλημέρα), ανθρώπους που τους προέτρεψαν και τους έπεισαν να υπερψηφίσουν την αδιανόητη πρόταση του Τσίπρα και του Καμμένου για Πρόεδρο της Βουλής, σόρι κιόλας αλλά ας τους εκπαραθυρώσουν χθες και ας πάρουν εμένα, που στοιχίζω και πολύ λιγότερο. Ή ας πάρουν τη θεία μου την ανοϊκή, που άκουγε χρόνια τώρα «Ζωή» και έφτυνε τον κόρφο της λέγοντας: «Χίτλερ, Χίτλερ». Ή ας πάρουν τον από κάτω που πουλάει χρώματα-σιδηρικά, τον Αλβανό, και που έκανε το σταυρό του ο άνθρωπος την ημέρα που οι «σοβαροί» συναίνεσαν ομοθυμαδόν στην ψήφιση ενός προσώπου με καταφανή φασιστική στοχοπροσήλωση (και φυσικά διόλου διαταραγμένο, τρελό και κάτι άλλα χυδαία και βλακώδη που ακούγονται στα υπόγεια των σόσιαλ). Ας πάρουν έναν από μας, ας ζητήσουν συγγνώμη, και μετά θα πάρω το μέρος τους σ' αυτό και θα σχολιάζω το είδος Ζωή. [§] Η υπόθεση Χαντζόπουλου, πάντως, έχει την ίδια ακριβώς αξία με την υπόθεση Πετρουλάκη, και φυσικά δεν μιλάω για το ύψος της αγωγής, μιλώ για τη φίμωση. Από τη μία η εφημερίδα με τις είκοσι χιλιάδες της φύλλα, από την άλλη ο Καμμένος με τα δύο εκατομμύριά του, και στη μέση δύο κορυφαίοι πολιτικοί γελοιογράφοι. Θα έλεγα πως αρκεί αυτό σαν προμήνυμα της πρόσδεσής μας στη Ρωσία. Η πρόβλεψη, κι ας ακούγεται οακουκουέδικη, είναι ασφαλής. Για λόγους μάλλον προφανείς, δεν πρέπει να πω περισσότερα εδώ, στο Ημερολόγιο, για τον Χαντζόπουλο. Και δεν θα πω. [§] Αύριο (ή σήμερα, τέλος πάντων) Κυριακή τα μαγαζιά θα 'ναι ανοιχτά, και λογικά θα είναι η μόνη Κυριακή με την αγορά σε λειτουργία που δεν θα έχει πολιτοφυλακές στις γωνίες για να δέρνουν κόσμο που πάει να ψωνίσει και να κατεβάζουν τζαμαρίες των καταστημάτων που τόλμησαν να σηκώσουν τα κεπέγκια, η πρώτη-πρώτη φορά από τον Ιανουάριο του '11 που ο Γκλέτσος σήκωνε εκείνη την μπάρα των διοδίων και ξεκίνησε όλο το μπάχαλο. (Γιατί εκείνη τη μέρα ξεκίνησε). Κυριακή των Βαΐων λοιπόν, άνευ κλάδων και άνευ γκλομπ. Θα 'χουμε, δε, και Μαραθώνιο στη Συμβασιλεύουσα, έναν από τους δεκάδες που διοργανώνονται εδώ, αν και αυτός θεωρείται, και είναι μάλλον, ο πιο επίσημος. Επίσης, η μάνα μου θα τραγουδήσει το Βάγια, βάγια, τω βαγιώ, τρώμε ψάρι και κολιό, και την άλλη Κυριακή τρώμε κόκκινο αυγό. [§] Un beau, beau dimanche. [§]  Έχουμε, λένε, λεφτά να βγάλουμε τη Μεγάλη Εβδομάδα. Ωραία, ωραία. Και θα στρωθεί κι ένα μεγάλο, γνησίως ελληνικό γλέντι στου Γουδή με 2.000 οβελίες. Ίσως μοιραστούν και ατομικά τσουρεκάκια στους κορυβαντιώντες. Ίσως δοθούν και κόκκινα αυγά. Ίσως, ίσως. [§] Τι καλά, τι όμορφα, πόσο ωραία μετασχηματίζεται το περιβάλλον, πόσο γλυκά αργοκυλάει το καραβάκι Ελλάς στο μικρό, μικρούλι του πέλαγο, πόσο γλυκιά, γλυκιά ναυτία μάς πιάνει, πόσο γλυκιά, γλυκιά, γλυκιά γίνεται η εθνικοκομουνιστική μας πατρίδα. Μια πατρίδα για όλους. Μια πατρίδα για το Λαό. Μια πατρίδα που θα 'ναι δικιά σου και δικιά μου. Μια πατρίδα τσέπης. [§] Μια πατρίδα-οχιά.

04 Απριλίου 2015

Δεν πρέπει να 'γινε κάτι σήμερα, ό,τι είναι να γίνει θα γίνει από βδομάδα, και τα αποτελέσματά του θα φανούν από τη μεθεπόμενη. Το στάτους του Πανούση που έγινε πρωτοσέλιδο στα Νέα δεν είναι άξιο σχολιασμού, και γενικά ο καθηγητής υπουργός δεν μπορεί να σταθεί σοβαρά χωρίς να έχει τη Βίκυ Φλέσσα δίπλα του, δηλαδή ειλικρινά χωρίς τη Βίκυ Φλέσσα πώς είναι δυνατόν να μιλάμε για τον Πανούση; Δεν ξέρω. Έχει αυτό το κάτι από Γραμματικάκη που δεν αντέχεται. [§] Τελείωσα το βιβλίο, αλλά μου ήρθε η αντιπαραβολή του προηγούμενου (και τελευταίου, πλέον). Πρέπει να την κάνω μέσα στο Σαββατοκύριακο, οπότε θα τη στείλω τη Δευτέρα και θα την έχουν στον οίκο στην Αθήνα την Τρίτη: από Σάββατο, Τρίτη — πολύς χρόνος, άσκοπα ξοδεμένος, που σε κάνει να νιώθεις άσχημα, λες και τον τρως εσύ από κάπου, λες και ο τόσο πολύτιμος χρόνος, πιο πολύτιμος και από την ελευθερία αν το καλοσκεφτείς (το «Καλύτερα μιας ώρας» κλπ. δεν είναι το μότο μου), είναι ένα κεφάλι τυρί, κι εσύ ένα τρωκτικό με μεγάλους κοπτήρες που το ροκανίζεις και το ροκανίζεις και το ροκανίζεις. Αυτός ο φόβος δεν θα μου φύγει ποτέ. [§] Η Κ. πήγε στον ορθοπεδικό για το πόδι, πέρα στην Καλαμαριά, που της είπε ότι τελικώς, λέει, δεν ήταν κάταγμα, ήταν κάκωση, και ότι κακώς της είχαν βάλει στο νοσοκομείο το πόδι τρεις εβδομάδες στο γύψο, και γι' αυτό ακριβώς εξακολουθεί να πονάει από την ακινησία. Της έγραψε φυσικοθεραπείες, θα τις ξεκινήσει από Δευτέρα, αν προλάβει, αν βρει το χρόνο. [§] Αυτή ας είναι η τελευταία φορά που γράφω ή λέω φυσικοθεραπεία, ας πω φυσιοθεραπεία να τελειώνουμε. Κι ας μην ξαναπώ, κι ούτε να ξαναγράψω, καταχωρίζω, ή η πανώλης / της πανώλους και κάτι άλλα τέτοια, δεν τα θυμάμαι τώρα, δεν είμαι πρόχειρος. Πρέπει να μεγαλώσω γραμματολογικά. [§] Νομίζω πως το «Ημερολόγιο Γεφύρας», η στήλη τέλος πάντων, είναι μια καταστροφή, ήδη από τη δεύτερη-τρίτη μέρα της. Αν με ενοχλεί αυτό; Ναι, με ενοχλεί τρομερά. Θα συνεχίσω; Ναι, μέχρι να μου πει ο Κανέλλης να σταματήσω. Αλλά ότι είναι καταστροφή, είναι. Και πολύ φοβούμαι πως δεν θα μου το πει, από συστολή. [§] Έβγαλα τον Α. βραδινή βόλτα φορώντας (κάνει πολύ κρύο) ένα «ιστιοπλοϊκό» μπουφάν, γαλάζιο, πανάκριβο, μου το έδωσε προ δύο ετών η Μ., δεν έκανε του άντρα της, ολοκαίνουριο. Από κάτω, ένα κάτι σαν κάτω μέρος φόρμας, μαύρο, φαρδύ πολύ, 85% βαμβακερό, μέρος στολής για κουνγκ-φου (από μια σχολή που πήγαινα παλιά, στα Εξάρχεια, έκλεισε σε ένα εξάμηνο, δεν είχε άδεια και ο σίφου έπινε πολύ), και τα αθλητικά μου παπούτσια που μοιάζουν πια σαν τα αυγά τού Κθούλου, αν ο Κθούλου έκανε ποτέ του αυγά. Πρέπει να με αποφεύγουν στο δρόμο ο κόσμος, δεν είναι περιβολή αυτή. Αλλά, για μια βόλτα με τον Α., βαριέμαι να φορέσω το τζιν μου, αισθάνομαι πως χάνω χρόνο. (Τυρί, τρωκτικό, ροκάνισμα, τα 'παμε). Έτσι, φορώ απλώς το μπουφάν. Ή άνορακ, δεν είμαι σίγουρος. Και ακόμη δεν νιώθω έτοιμος να φορέσω για πρώτη φορά το στρατιωτικό παντελόνι με τις τσέπες που πήραμε προ δύο μηνών. Δεν ξέρω τι ακριβώς περιμένω, ποιαν επιφοίτηση, ή ποιο θαύμα. Αλλά δεν είμαι έτοιμος ακόμη. Κάποια στιγμή θα το βάλω, βέβαια, και λογικά δεν θα φοράω τίποτε άλλο από τότε και στο εξής, άλλωστε τα δύο τζιν που έχω είναι σκισμένα και δεν στέκονται καλά επάνω μου. Δεν στέκονται καλά επάνω μου από πέρυσι. Αυτά για τα ρούχα μου. [§] Όχι: κάτι ακόμη. Πρέπει να δώσω κάπου, κάποτε, τα πουκάμισά μου και κάτι πουλόβερ που δεν θα φορέσω ποτέ. Ο κανόνας λέει πως ό,τι δεν φοράς επί δύο σεζόν δεν αξίζει να είναι στην ντουλάπα σου, ουσιαστικά δεν σου ανήκει καν πλέον. Θα τα δώσω, με την πρώτη ευκαιρία. Αρκεί να βρω λίγο χρόνο. [§] Μικρός, είχα εκστασιαστεί με τα ρούχα των συγγραφέων που θαύμαζα (από τον Πόε, τον κακομοίρη, μέχρι τον Μπάροουζ, που ήταν τόσο σικάτος και δανδής) και ήθελα να ντύνομαι σαν κι αυτούς, αλλά τα πουκάμισα με μανικετόκουμπα ήταν πανάκριβα, και δεν ήθελα να φορώ κοστούμι με πουκάμισο ετοιματζίδικο, κι έτσι είπα πως, αφού δεν μπορώ να έχω τα σωστά, δεν θα έχω τίποτε: γι' αυτό ντύνομαι μια ζωή με φούτερ και τισέρτ από το σουπερμάρκετ, όχι για άλλο λόγο, και σίγουρα όχι γιατί μού αρέσουν. Δεν μου αρέσουν, έτυχε. [§] Δεν νομίζω να έγινε κάτι άλλο τρομερό σήμερα και να το παρέλειψα. Τώρα, ότι διατηρείται ο ΕΝΦΙΑ, ότι θα αφαιμάσσονται πλέον φορολογικά ακόμη περισσότερο ο κόσμος, ιδίως οι φτωχοί, ότι όλες οι προεκλογικές εξαγγελίες δεν ισχύουν πλέον κλπ., ε, αυτά δεν είναι νέα, τα ξέραμε. Κι αν κανείς μεσούσης της Κρίσης ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ για να πληρώνει λιγότερο φόρο για το σπίτι του ή για λόγους παρεμφερείς, σόρι κιόλας, αλλά έκανε ένα λάθος, μόνο ένα: έπρεπε να ψηφίσει Χρυσή Αυγή, ως σαφέστατα πιο συγγενή του ιδεολογικά. [§] Πήγε αργά, πάμε να δούμε ένα έργο που νοίκιασα, ή έστω μέχρι το διάλειμμα, γιατί σίγουρα στα μισά θα μας πάρει ο ύπνος. Τι κούραση, Θε μου. [§] Αυτά. Χαγκ Πέσαχ Σαμέαχ σε όλους, σε Εβραίους που κρατούν την παράδοση, σε Εβραίους που δεν την κρατούν, σε χριστιανούς και σε αθέους. Χαγκ Πέσαχ Σαμέαχ!

03 Απριλίου 2015
Σελίδα 36 από 57