Σύνδεση συνδρομητών

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Μια καθημαγμένη χώρα που οι πολίτες της τείνουν ευκολότατα να πειστούν, και δη εξακολουθητικά, από τα πιο αδιανοήτως γελοία ψέματα εφόσον φαινομενικά τούς συμφέρει να τα ακούν, επειδή είναι βαθιά, αρρωστημένα, απελπιστικά αμόρφωτοι —σε αντίθεση με τις παραδοσιακές ηγεσίες τους, που πάντα ήσαν εξέχοντα μέλη της παγκόσμιας ελίτ, εξ ου και η δημοκρατία μας υπήρξε η κορυφαία σε όλα τα Βαλκάνια, με δεκάδες ανόθευτες εκλογικές διαδικασίες στο ενεργητικό της, σε πλήρη αντίθεση με όλους τούς γείτονές μας: από τις εκλογές του 1843 έως σήμερα έχουμε ψηφίσει για την ανάδειξη εθνικής Βουλής περισσότερες φορές από οποιονδήποτε άλλο λαό της Ευρώπης—, σε μια χώρα που ακόμη δεν έχει συνειδητοποιήσει σε τι δεινή βρίσκεται και τι πρόκειται να της συμβεί εντός ολίγου (οι περισσότεροι αγνοούν, επί παραδείγματι, ότι έχουμε capital controls —και ότι αυτά ήρθαν για να μείνουν—, ήτοι μια οικονομία με χειροπέδες, ή ότι ο τράπεζες έχασαν μέσα σε λίγους μήνες το 95% της αξίας τους: το 95%!), σε μια τέτοια χώρα τέλος πάντων μπορεί οποιοσδήποτε πλέον να λέει ό,τι θέλει, να υπόσχεται εκ νέου τον ουρανό με τ’ άστρα, να χασκογελά με τα χάλια μας, και όλοι μαζί να χαζεύουμε τις αθλητικές όπως το κάναμε και το ’80 και το ’90, να τα λέμε στα ουζερί όπως τα λέγαμε και το ’90 και το ’00, να γελάμε και να βρίζουμε για τον καιρό, επειδή ας πούμε έβρεξε δυνατά ή επειδή εξακολουθεί να κάνει ζέστη Νοέμβρη μήνα, σαν ήρωες ενός παλιού, μαυρόασπρου, κιτρινισμένου κόμιξ που βρέθηκε στα σκουπίδια και που τώρα το διαβάζει ένας κλοσάρ στο παγκάκι. Είμαστε σαν τις ιστορίες του Άντυ και της Φλώρας, είμαστε ο Άντυ και η Φλώρα: ζούμε τις ασήμαντες παλιές ιστορίες μας, τρωγόμαστε και ξαναγαπιόμαστε, εγκλωβισμένοι σε χάρτινα τσαλακωμένα κελιά, ενώ γύρω μας τα πάντα τρέχουν, τα πάντα αλλάζουν, βιάζονται, γεννιούνται, πεθαίνουν και ξαναγεννιούνται αλλαγμένα κάθε μέρα. Μια τέτοια μέρα —άγνωστο ποια: αλλά δεν θα ’ναι πολύ μακρινή, το αντίθετο— θα ξυπνήσουμε, θα βγούμε από τη σπηλιά μας, θα κάνουμε δυο σαστισμένα βήματα και δεν θα αναγνωρίζουμε τίποτε από τον κόσμο. Και δεν θα μας θυμάται, κι εμάς, κανείς.

25 Νοεμβρίου 2015

Χθες ήταν η δεύτερη φορά αυτό το οκτάμηνο που δεν τα κατάφερα να γράψω το Ημερολόγιο Γεφύρας στην ώρα του, δηλαδή περί τα μεσάνυχτα: πριν τις 12, είχα γείρει στον καναπέ (βλέπαμε μια ταινία) και ήταν απλώς αδύνατον να ξανανοίξω τα μάτια μου· απλώς κάποια στιγμή αφέθηκα να με οδηγήσει η Κ. στο κρεβάτι. Οι ημέρες γίνονται όλο και πιο γεμάτες και πιο απαιτητικές, κι αυτός είναι ο μόνος τρόπος που έχουμε για να ζούμε. Στο μεταξύ, τα μικρά γεγονότα της μεγάλης Ιστορίας μπορούν να κάνουν όσο λίγο ή πολύ θόρυβο θέλουν. Αρκεί να μη μας ξυπνούν. [§] Είχε πλάκα πιο πριν, καθώς είχα δεχτεί καταιγισμό απειλών από χρυσαυγίτες στο inboxμου, που με απειλούσαν (μα, δεν βαρέθηκαν τόσα χρόνια; words, words, words…) επειδή δήλωσα ότι είμαι με την Τουρκία. Προφανώς και είμαι, ο φασίστας Πούτιν πρέπει να μάθει να παίζει με τον πολιτισμένο κόσμο, και στην περίπτωσή μας να μη βγάζει γλώσσα στο ΝΑΤΟ, μια συμμαχία στην οποία τυχαίνει να είναι μέλος η φίλη Τουρκία — και, για κάποιο καιρό ακόμα, και η Ελλαδίτσα. Παιδάκια: όταν έχεις μπει στο υπόγειο του παλιού Super-3, του Κεντρικού, του μεγαλύτερου συνδέσμου τού ΑΡΕΩΣ, χωρίς να τρέμουν τα πόδια σου, κι ενώ όλη του η ηγεσία σε μισεί, τι να μου πείτε κι εσείς; :-D [§] Δεν έχει θέμα σήμερα (και πότε είχε, θα πεις), πάω για δουλειά: πρέπει να προσποιηθούμε ότι μπορούμε να προλάβουμε οτιδήποτε. Και να το πιστέψουμε. 

25 Νοεμβρίου 2015

Είναι κάτι περίεργο που μου συμβαίνει εδώ και κάμποσους μήνες τις νύχτες, όταν περπατώ στον δρόμο: νιώθω μια ζεστή, στερεή παρουσία να αναπνέει βαριά δίπλα μου και να με ακολουθεί, στερεή αλλά και πάλι κάπως ρευστή, με άνετο έλεγχο των κινήσεών της, που ποτέ δεν χάνει την περπατησιά μου, και που με κάνει να πιστεύω πως ξέρει από πριν αν θα στρίψω στη γωνία ή αν θα συνεχίσω ίσια. Όποτε γυρίσω απότομα να τη δω, παίρνει μιαν άυλη μορφή: γίνεται μια γκριζάδα ανάμεσα στις άλλες, και κοιτάζει αλλού, αδιάφορη, σταματώντας και να αναπνέει για λίγο. Είναι κάτι πιο λίγο από καπνός και πιο πολύ από μια ιδέα του μυαλού. Κι έπειτα πάλι, όταν ξαναστρέφω το κεφάλι και το σκύψω αναστενάζοντας, και συνεχίσω το περπάτημα, μαζεύει κι εκείνη πάλι τους ώμους και συνεχίζει να με ακολουθεί, κολλημένη πίσω από τον αριστερό μου ώμο, ζεστή και σαν στερεή, ωσότου κάτι συμβαίνει κάποια στιγμή, κάτι άσχετο από τη σχέση μας αυτή, ένας οποιοσδήποτε περισπασμός, και χάνεται λίγο μετά, δευτερόλεπτα αφότου βγει από το μυαλό μου. Θα πεις, είμαι τρελός. Και μπορεί να ’χεις δίκιο. Πόσο μάλλον που τώρα πια δεν τη νιώθω μονάχα τις νύχτες, αλλά και όταν ίσα-ίσα που αρχίζει να πέφτει το σούρουπο, εκεί κοντά κατά τις πέντε ή ώρα που βραδιάζει, κι ας είναι νωρίς, κι ας μην έχει πέσει ακόμη το σκοτάδι, γιατί εδώ και καιρό μάς κλείνει το μάτι ο χειμώνας, από την άνοιξη, πες, και πάει και μισοκλείνει τα φώτα νωρίς. Κι ακόμα, ακόμα χειρότερα: είναι τώρα κάτι μέρες που τη νιώθω —αυτή τη στερεή σκιά που λαχανιάζει στον ώμο μου— και μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, να γλιστράει πίσω από τις κουρτίνες, να κρύβεται στην ντουσιέρα, να παραμονεύει δίπλα από τα ράφια με τα βιβλία. Συχνά νομίζω πως δεν θέλει καν να κρύβεται πια, και ίσα-ίσα που, έτσι να κάνω, θα μπορέσω να τη δω, ή να την πιάσω στα πράσα, να κάθεται στο γραφείο μου, να ανακατεύει τις σημειώσεις μου, να ψαχουλεύει μέσα στην ντουλάπα με τα πουκάμισα, να σκαλίζει το πατάρι με τις βαλίτσες. Ίσως (αν και δεν ξέρω να πω με σιγουριά) αυτή η ζεστή, στερεή σκιά να γράφει και τα σημειώματα που βρίσκω πια εδώ κι εκεί, πάνω στο τραπέζι του σαλονιού ή σάμπως περασμένα κάτω από την εξώπορτα, ή μέσα στις τσέπες των παντελονιών μου, γραμμένα όλα τους με το ίδιο μελάνι και από το ίδιο χέρι. Όλα λένε μια λέξη μόνο: «ΦΥΓΕΤΕ», κι αν κάτι ξέρω να πω με σιγουριά είναι πως δεν συνιστούν απειλή, όχι: είναι προτροπή. Η σκιά με συμβουλεύει, μας πονάει. [§] Αλλά κι αυτό το ΦΥΓΕΤΕ μια κουβέντα είναι, σχεδόν γλυκιά. Μακάρι να ’ταν στ’ αλήθεια απειλή. [§] Θα φύγουμε όταν γίνει.

23 Νοεμβρίου 2015

Nathaniel Philbrick, Στην καρδιά της θάλασσας, μετάφραση από τα αγγλικά: Κέλλυ Χονδροδήμα, Ωκεανίδα, Αθήνα 2002, β΄ έκδ. Αθήνα 2015, 383 σελ.

 

Το 1819, το φαλαινοθηρικό πλοίο Έσσεξ ξεκίνησε από το νησί Ναντάκετ της Μασαχουσέτης, στον Ατλαντικό, για το σύνηθες κυνήγι φαλαινών. Δεκαπέντε μήνες αργότερα, συνέβη κάτι που έως τότε ουδείς θεωρούσε ότι θα μπορούσε να συμβεί: μια εξαγριωμένη φάλαινα εμβόλισε και βύθισε το πλοίο. Οι είκοσι άντρες του πληρώματος πρόλαβαν να επιβιβαστούν σε τρεις μικρές βάρκες προκειμένου να σωθούν. Έπειτα από τρεις μήνες, μόνο οκτώ είχαν μείνει ζωντανοί... Η ιστορία που ενέπνευσε στον Χέρμαν Μέλβιλ τον Μόμπι-Ντικ και στον Έντγκαρ Άλαν Πόε την Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πυμ, ειπώθηκε θαυμάσια από τον Ναθάνιελ Φίλμπρικ ενώ, σε λίγο, θα κυκλοφορήσει και σε ταινία, σε σκηνοθεσία Ρον Χάουαρντ – στην ελληνική αγορά θα αρχίσει να προβάλλεται την παραμονή της πρωτοχρονιάς... [ΤΒJ]

23 Νοεμβρίου 2015

Αν ορίζαμε τον, ας τον πούμε, μαχόμενο φιλελευθερισμό (λέω: αν) σαν τον διαρκή αγώνα υπέρ του δικαιώματος να είναι ελεύθερος κάποιος τρίτος, ο Άλλος, και όχι εμείς, σαν μία ογκώδη ηθική υποχρέωση να προασπίζουμε τα ανθρώπινα δικαιώματα των άλλων, των εκάστοτε μειονοτικών και των αδυνάτων, θα βλέπαμε πως δεν γίνεται να περιορίσουμε αυτόν τον τρίτο και αυτές τις ομάδες ανθρώπων με κανέναν τρόπο, εφόσον οι πράξεις του ή οι πράξεις τους δεν επηρεάζουν άλλους, μη συναινούντες — για παράδειγμα, κανείς μπορεί να έχει το δικαίωμα της απόλυτης αυτοδιάθεσης του σώματός του (της σύνολης ύπαρξής του), οπότε, φέρ’ ειπείν, δεν μπορεί να κατηγορηθεί, θα λέγαμε, αν εκπορνεύεται, αν κάνει χρήση ναρκωτικών ή αν φοράει ό,τι ρούχα θέλει, σε όποιον ιδιωτικό ή δημόσιο χώρο θέλει, μια μπούργκα ας πούμε ή ένα λοφίο στο κεφάλι. Κάποια Δυτικά κράτη απαγορεύουν το κάλυμμα της κεφαλής στις γυναίκες για μία σειρά από λόγους, πολύ σοφούς όλους τους, όπως επίσης και την οπλοφορία: δεν μπορείς να κυκλοφορείς με τελετουργικό χατζάρι ή στιλέτο στη ζώνη, όσο και να σε καίει αυτό. Όμως… Όμως πραγματικά δεν έχω άποψη επ’ αυτού. Και θα ’ναι κρίμα να συνεχίσω με επιχειρήματα (υπέρ του δικαιώματος του άλλου να φορά ό,τι θέλει, υποθέτω — ή, αίφνης, να οπλοφορεί) όταν ολόκληρες σχολές σκέψης έχουν καταλήξει πως, όχι, δεν γίνεται να φοράς τσαντόρ σε ένα σχολείο των Παρισίων, και αλλού — ξέχνα το. Οπότε κλίνω την κεφαλή, και… Και αλλάζω θέμα. Ας πούμε, είχε γενέθλια ο σκύλος μας χθες, και του πήραμε ένα «γλυκό» σαν μικρή τούρτα, και του ανάψαμε κερί, και βγήκαμε φωτογραφίες, και μετά το ’φαγε. Αυτά. [§] ΥΓ. Ναι: εκχωρώ μετά λόγου γνώσεως μέρος των δικών μου ατομικών ελευθεριών, των Δυτικών δηλαδή, για να παταχθεί η τρομοκρατία. Και δεν το κάνω τώρα, με τους ισλαμοναζήδες, το κάνω μια ζωή, με καθετί. Η δικιά μου ιδεολογία (βάσει της οποίας, απροπό δεν ψηφίζω ποτέ) θα αμολούσε ένα τέρας στους δρόμους έτσι και εφαρμοζόταν: την έχω για να ακονίζω επάνω της τη συνείδησή μου, όχι για να την ασκώ — με τον ίδιο τρόπο που κανείς μπορεί να είναι δάσκαλος μιας εξαιρετικά σκληρής και αποτελεσματικής πολεμικής τέχνης χωρίς ποτέ σε όλη του τη ζωή να έχει χτυπήσει άνθρωπο. Ας προστατευτούμε, και ας προστατεύσουμε την Ελευθερία της ζωής.

23 Νοεμβρίου 2015

Στις Εθνικές Εκλογές του Ιανουαρίου, πολλοί καλοί φίλοι, και γενικώς καλοί άνθρωποι, και πολλοί, πάρα πολλοί, συνέστηναν στους ψηφοφόρους να κάνουν κάτι μην τυχόν και βγει ο Τσίπρας και έχουμε δράματα. Οι ίδιοι σιχαίνονταν τους σαμαροβενιζέλους, και δεν θα τους ψήφιζαν που να τους κοπεί το χέρι. Κυρίως, δε, δεν θα ψήφιζαν με τίποτα Σαμαρά, Νέα Δημοκρατία, δηλαδή τον βασικό αντίπαλο του ΣΥΡΙΖΑ, αυτόν που κατά τούς ίδιους θα ανέκοπτε την επέλαση των επικίνδυνων τρελών τού Τσίπρα, επειδή που να τους κοπεί το χέρι αυτοί Δεξιά δεν ψηφίζουν. Θα ψήφιζαν πολίτευμα, θα κάθονταν σπίτι τους, θα πήγαιναν εκδρομή, θα το ριχναν κάπου χαβαλέ, θα προτιμούσαν μικρά κόμματα, θα, θα, θα. Δεν ψήφισαν την επάρατο λοιπόν, και μπράβο τους, βγήκε πανηγυρικώ τω τρόπω και άνευ αντιπάλου ο Τσίπρας, μπήκε από την πίσω πόρτα στη Βουλή και ο σημερινός ΗΕΘΑ που την επομένη του εμπιστεύτηκαν (όχι αυτοί που τον ψήφισαν, όχι αυτοί που ψήφισαν τον Τσίπρα: αλλά οι άλλοι) τα τανκς, και δώσ’ του διαπραγμάτευση, δώσ’ του πανηγύρια με αρνιά και κοντοσούβλια και Αμαλίες να χορεύουν καλαματιανούς το Πάσχα, δώσ’ του non passaran στους εβραιομασόνους ανθέλληνες δανειστές τοκογλύφους, δώσ’ του χαρά και οίηση, δώσ’ του περήφανα νιάτα και τιμημένα γηρατειά, δώσ’ του αξιοπρέπεια και κοιλιακούς Βαρουφάκη, δώσ’ του και το υπερέξυπνο διαπραγματευτικό ατού και υπερτέλειο μέτρο του δημοψηφίσματος, δώσ’ του δεκαεφτά ώρες σερί δουλειά για τον Αλέξη, δώσ’ του μετά τα capitalcontrolsκαι οι τιμημένες και περήφανες ουρές στα ΑΤΜ, δώσ’ του το φευγιό δεκάδων χιλιάδων επιχειρήσεων σε Βουλγαρία, Κύπρο, Αλβανία, δώσ’ του χορό οι Αγορές, , και ξαναδώσ’ του χορό οι Αγορές στον ζουρνά, στο νταούλι και στο κλαρίνο που τους παίζαμε, δώσ’ του η μετανάστευση αξίων ων ουκ έστιν αριθμός, δώσ’ του πρώτες κατοικίες και κούρεμα μισθών και συντάξεων οριζόντιο και ωραίο (ζήτω η ισότητα), φάε τώρα και την ΕΘΝΙΚΗ ΠΡΟΔΟΣΙΑ του ξεπουλήματος του τραπεζικού συστήματος έναντι εφτακοσίων… εκατομμυρίων ευρώ (!!!), όσο κάνει η Μπαρτσελόνα πάνω-κάτω, κι όλα καλά: όλα με το χαμόγελο. Δεν πάθαμε και τίποτα, δόξα τω Θεώ. Τουλάχιστον όμως οι ως άνω φίλοι δεν βούτηξαν το χέρι τους στα σκατά της Δεξιάς. Το βουτήξαμε μόνο εμείς, που την πολεμάμε από τότε που θυμόμαστε τον εαυτό μας με λύσσα. [§] Δεν θα πω άλλα. Τα ίδια ακριβώς ισχύουν και για τις σημερινές εκλογές. Μας αφορούν όλους εξίσου. Πάτε να ψηφίσετε κανέναν σοβαρό άνθρωπο, γιατί θα σας βγει κάνας Τζιτζικώστας που ’ναι κλώνος τού Τσίπρα διά τού δύο, και δεν θα «φταίνε» οι ψηφοφόροι του, ούτε αυτός: εσείς θα φταίτε.

21 Νοεμβρίου 2015

Όπως σε ένα ναύαγιο εν αιθρία τα λάθη πλοήγησης τα χρεώνεται ο κυβερνήτης —αλλά πνίγονται οι επιβάτες—, έτσι και τα «λάθη» του Τσίπρα και του τρομώδους θιάσου του θα καταλογιστούν σε δαύτους — αλλά (θα) έχουμε πνιγεί εμείς. Μέσα σε μόλις ένα εξάμηνο θρασύτατων θηριωδιών και λιτότητας, η χώρα έχει μπει μέσα μέσα όσο σπατάλησε μέσα σε μία ολόκληρη δεκαετία ξέφρενης σπατάλης (και όταν λεμε η χώρα εννοούμε και οι πολίτες, όχι τάχα μου εκατό πολιτικοί και διακόσιοι επιχειρηματίες: άπαντες), υποχωρώντας σε όλους τους οικονομικούς δείκτες, στους ίδιους ακριβώς δείκτες που πρώτη φορά από το ξέσπασμα της Κρίσης είχαν ανακάμψει πριν από ένα περίπου χρόνο από τώρα που μιλάμε, επί των «τρισκαταράτων Σαμαροβενιζέλων», δίνοντας δουλειές στους νέους, ανοίγοντας δρόμους για τις επιχειρήσεις και κομίζοντας επενδύσεις, δηλαδή επιπλέον δουλειές, επιπλέον πλούτο και, επιτέλους, αξιοπρέπεια. Αυτά όλα πετάχτηκαν. Για ένα καπρίτσιο κάποιων μανικών. Και όχι μόνο πετάχτηκαν: κατρακύλησαν στον γκρεμό, μαζί με το κάρο και, κυρίως, μαζί με τη γαλαρία.  Όμως δεν πήγαν μόνο οι πενταετείς θυσίες έντεκα εκατομμυρίων ανθρώπων στον βρόντο: πήγαν στον βρόντο οι πενταετείς τους θυσίες επί δέκα. Η Ελλάδα δεν θα επανακάμψει. Οι άνθρωποι που έφυγαν δεν θα ξαναγυρίσουν. Αυτοί που φεύγουν (άτομα και εταιρείες) δεν θα το ξανασκεφτούν. Οι δε πιθανότητες να γλιτώσουμε το Grexitείναι στατιστικά ασήμαντες. Και όλα αυτά δεν είναι πράγματα που διορθώνονται με χειραψίες και με ψελλίσματα γυμνασιόπαιδα που έχει κάτω από τη βάση σε όλα τα μαθήματα, πλην των Θρησκευτικών και χαμογελάει κι από πάνω — του βλάκα τού σχολείου, δηλαδή. Αυτά διορθώνονται με την αποβολή του. [§] ΥΓ. Σε περίπτωση που κληθεί μία νέα οικουμενική κυβέρνηση να εφαρμόσει το επαχθές Μνημόνιο της Αριστεράς (και να γλιτώσει τη χώρα και από πολιτειακά προβλήματα, τα οποία όλοι ξεχνάμε — όπως ξεχάσαμε όλοι ότι έχουμε capital controls, και ότι θα τα έχουμε για όλο το υπόλοιπο της δεκαετίας), η Αριστερά (η Αριστερά του εν λόγω γυμνασιόπαιδα, that is) κατ’ ανάγκην θα συμμετέχει, λένε. Αυτό όμως δεν θα την απαλλάξει: γιατί το κακό ήταν μέγα, θα μεγαλώσει τρομερά πολύ σύντομα, και είναι από την πρώτη στιγμή προσωπικό.

20 Νοεμβρίου 2015

Το περισσότερο που αισθάνομαι απέναντι στους ασήμαντους που κυβερνούν (ποτέ στην ιστορία της χώρας δεν υπήρξαν τόσοι ασήμαντοι μαζί σε μία δημοκρατική κυβέρνηση, και σε τουλάχιστον μία μη δημοκρατική: και δεν υπολήπτομαι κανέναν ασήμαντο, ούτε με θεωρώ ίσο απέναντί του — είμαι ανώτερος, δεν είμαστε ίσοι), το περισσότερο που αισθάνομαι απέναντι στο freakshow είναι αδυναμία. Γιατί έχουν την αμέριστη και άνευ όρων στήριξη του Σοφού Λαού, αυτού του ιερού και σεπτού πράματος που αγαπά και επιδιώκει την αέναη αυτοσυντριβή του: αυτής της πρωτεϊκής οντότητας που μπορεί, όχι να αλλάζει σχήμα και μορφή, αλλά να αλλάζει κολαούζο, όπως αλλάζει βρακί όποτε παίρνει, πια, να ζέχνει. Αδυναμία μόνο. Ένας τυφλός χαζούλης πλην απατεωνίσκος που ακούει Φωνές, του Κυρίου και άλλες, οδηγεί το κίτρινο σχολικό που γράφει ΕΛΛΑΣ απέξω, και ο συνοδηγός του, ο Μέγας Βλαξ, αλλάζει κασέτες με λαϊκά (ποπάκια ελληνάκια) στο ηχοσύστημα ξύνοντας την κοιλιά του, ανάμεσα από δύο ρεψίματα. Στις μπροστά θέσεις τσακώνεται η Αγία Πλέμπα, τα λούμπεν στρατιωτάκια του κομματικού-κυβερνητικού στρατού, άνθρωποι μετρίως καλοί για παρέα σε παρακμιακό ουζερί —και πολύ λέω—, εκ των οποίων μπόλικοι δεν είναι απλώς ηλίθιοι, αλλά είναι και… κομουνιστές! Δεν ξέρουν καν τι πά’ να πει κομουνισμός, ή μαρξισμός-λενινισμός, αλλά είναι. Πώς; ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ. Και; Και κάπου στη γαλαρία είμαστε στριμωγμένοι όλοι οι υπόλοιποι, Έλληνες, μειονοτικοί, ξένοι μετανάστες — όλοι εμείς. Και είναι κατηφόρα, κι έχει και γκρεμούς. Και στον δρόμο μας μπροστά κυκλοφορούν πρόσφυγες, παραλοϊσμένοι και ανήμποροι και τους πατάμε. Και κυρίως: πάμε ανάποδα στον δρόμο. Όλη η Ευρώπη πάει προς την άλλη μεριά. Κι ούτε καν μόνο η Ευρώπη. [§] Δεν υπάρχει καμία δυνατότητα, αν μείνουν ένα εξάμηνο ακόμη αυτοί οι προϊστορικοί κρατιστές και παροιμιωδώς άνοες στην εξουσία, να αποφύγουμε την καταστροφή. Ούτε μία. [§] Αδυναμία. Μόνο. Και αηδία.

19 Νοεμβρίου 2015

Δεν χωρεί αμφιβολία πως και ο πιο κουτός στην κυβέρνηση (δεν μπορώ να βρω ποιος είναι αυτός, χρειάζεται πολλή σκέψη) έχει ήδη καταλάβει πως οποιαδήποτε προσπάθεια είτε διαπραγμάτευσης με οποιονδήποτε τρίτο, είτε, απλώς, σκέψης για να βρεθούν, φέρ’ ειπείν, «ισοδύναμα», άλλες πηγές εσόδων ή λύσεις στα προβλήματα που η ίδια δημιούργησε σε όποιον μιλά ελληνικά, ανεξαρτήτως γλωσσικού επιπέδου (και όχι η προηγούμενη κυβέρνηση της ΝΔ με το ΠΑΣΟΚ, σε καμία περίπτωση όχι αυτοί), ακόμη και ο πιο κουτός, λέω, στην κυβέρνηση, όποιος και να ’ναι αυτός, έχει πια καταλάβει πως οποιαδήποτε πολιτική κίνηση, σκέψη, πράξη, παράσταση, ενδεχομένως και αναπνοή, αυτού του κυβερνώντος πράγματος μοιάζει με την προσπάθεια κάποιου ερωτοχτυπημένου και προδομένου που πάνω στο πάθος του έχει κρεμαστεί στην τροχαλία ενός πηγαδιού να κόψει, μετανιωμένος, με ένα μαχαίρι το σχοινί που του κόβει την ανάσα, ξεχνώντας πως, έτσι και τα καταφέρει, θα πέσει στο βάθος και θα πνιγεί ή, αν δεν πνιγεί, γιατί το πηγάδι μπορεί να ’ναι ξερό, ξεχνώντας πως θα πέσει και θα σπάσει τα πόδια του ή το σβέρκο του, και πως, ακόμη κι αν πέσει στα μαλακά, σαν τη γάτα, πάντως ποτέ δεν θα μπορέσει να βγει από εκεί κάτω. Είναι καλύτερο να αρχίσει να φωνάζει, μπας και τον ακούσει κανείς, θα έλεγε κανείς. Ή απλώς να μην κάνει τίποτε. Ίσως καλύτερα θα είναι να τελειώνει μιαν ώρα αρχύτερα. [§] Ο δικός μας κρεμασμένος, ο δικός μας αυτόχειρ, κουβαλάει βέβαια και μια χώρα στο τσεπάκι του, κι έχει και τη φωτογραφία της μαζί, κάτω ακριβώς από της έρμης της Ρόζας Λούξεμπουργκ, που τον βλέπει μέσα από τον τάφο της και θέλει η ίδια να πάει και να του κόψει το σχοινί. Και όχι για να τον σώσει, αλλά από ντροπή.

18 Νοεμβρίου 2015

Αφήνω όλα τα άλλα κατά μέρος: το αρχικό σχέδιο για την κατάληψη της εξουσίας και που απέβλεπε κλπ. κλπ. Μιλώ για τον Τσίπρα μόνο, όχι για το κόμμα και τον μηχανισμό, όχι για ό,τι απεργάζονταν και εξακολουθούν να απεργάζονται. Για τον Τσίπρα απλώς. Αυτό λοιπόν που είναι πραγματικά εντυπωσιακό, και που δεν το συνηθίζει κανείς, δεν είναι η παράδοξη σιγουριά του πως είναι κατάλληλος για τη θέση (ο καθένας μπορεί να πιστεύει ό,τι θέλει για τον εαυτό του, και όλοι ξέρουμε ανθρώπους που ισχυρίζονται ότι κατέχουν την απόλυτη αλήθεια για τα πάντα, ενώ δεν είναι σε θέση να θυμηθούν από πού ανοίγει η πόρτα του ασανσέρ, από δεξιά ή από αριστερά), αλλά το ότι, εντελώς φανερά, δείχνει πως δεν είναι σε θέση να καταλάβει, να μυριστεί, να ψυλλιαστεί τη μνημειώδη ανεπάρκειά του σε μια σειρά από θέματα — ανάμεσα στα οποία πρώτο-πρώτο τοποθετώ, όσο και να μη φαίνεται σημαντικό από μια πρώτη ματιά, καθώς θεωρείται από πολλούς περισσότερο εθιμοτυπικό παρά ουσίας, τις συναντήσεις του με ξένους ηγέτες. Κατανοώ ότι είναι μέρος της δουλειάς, κάτι που δεν μπορεί να αποφύγει όπως εμείς ένα τηλέφωνο που δεν θέλουμε να σηκώσουμε, αλλά ο ίδιος, κι αυτό μόνο έχει σημασία, δεν το βλέπει έτσι. Το αντίθετο: δεν εννοεί να καταλάβει πως δεν διαθέτει ούτε ποσοστό της αναγκαίας σκευής για να παρίσταται σε τετ-α-τετ, κρίσιμα τετ-α-τετ από τα οποία αναμένεται να κερδίσει κάτι ο ίδιος (εντέλει η Ελλάδα, υποτίθεται), ή, πόσο δε μάλλον, διαμέσου των οποίων επιζητεί να περάσει μία εθνική (δηλαδή στενά κομματική) θέση. Και δεν εννοώ πράγματα όπως τα περιβόητα κόκκινα δάνεια, ας πούμε, ή για τη σύνολη καταστροφή που επέφεραν αυτός και οι δικοί του στη χώρα — εννοώ, και επιμένω σ’ αυτό, μόνο την αφελώς αγέρωχη στάση του δίπλα σε ανθρώπους ξεσκολισμένους στην πολιτική και στη διπλωματία — και εξόχως καλλιεργημένους: μορφωμένους. Ο προσωπικός μεγαλοϊδεατισμός του είναι ανατριχιαστικός. Καλά-καλά εμείς σκεφτόμαστε διπλά και τρίδιπλα πώς θα μιλήσουμε σε μια έκτακτη κοινωνική εκδήλωση, με φίλους και με δυο-τρεις αγνώστους, και εκείνος δεν διστάζει να συζητά θέματα πολύ σημαντικά, όπως το προσφυγικό, με τους καλύτερους, την αφρόκρεμα — όπως είναι οι Τούρκοι. Δεν ξέρω τι να πω. [§] Είχα την τύχη να διαβάσω αυτό: «Μερικές φορές, ένας ζωγράφος βάζει μέσα στον μεγάλο πίνακά του, ή ένας ποιητής μέσα στο μακροσκελές ποίημά του, έναν ασήμαντο δευτερεύοντα χαρακτήρα που είναι ο ίδιος. Έτσι, ο ποιητής της Οδύσσειας έχει, πιστεύω, ταυτίσει τον εαυτό του με τον τυφλό βάρδο που στην αίθουσα των Φαιάκων τραγουδά τις μάχες της Τροίας, συγκινώντας μέχρι δακρύων τον κακοπαθημένο ήρωα. Με τον ίδιο τρόπο, συναντούμε στο Τραγούδι των Νιμπελούνγκεν, όταν διασχίζουν τη γη της Αυστρίας, έναν ποιητή που υποψιαζόμαστε ότι είναι ο δημιουργός του έπους. Στον πίνακα των Αγίων Πάντων του Dürer, δύο κύκλοι πιστών προσεύχονται γύρω από την Αγία Τριάδα ψηλά στους ουρανούς: ένας κύκλος των ευλογημένων ψηλά και ένας κύκλος ανθρώπων στη γη. Ανάμεσα στους τελευταίους, υπάρχουν βασιλείς και αυτοκράτορες και Πάπες, αλλά και, αν δεν κάνω λάθος, το πορτρέτο του ίδιου του καλλιτέχνη, σαν μία ταπεινή δευτερεύουσα μορφή που θα μπορούσε και να λείπει» (είναι του Σρέντιγκερ). Είμαι σίγουρος πως ο Τσίπρας, ανάμεσα στις μορφές των μεγάλων επαναστατών που φυλά στο εικονοστάσι του, έχει και μια δικιά του: μια σέλφι τραβηγμένη κρυφά στις τουαλέτες της Κομισιόν, όπου πήγε για να φρεσκαριστεί, να χαμογελά θριαμβευτικά μετά από άλλη μια ήττα, μπροστά στον καθρέφτη. Βέβαια, έχει ωραίο χαμόγελο.

17 Νοεμβρίου 2015
Σελίδα 14 από 57