Βασίλι Γκρόσσμαν, Η κόλαση της Τρεμπλίνκα, εισαγωγή - μετάφραση από τα ρωσικά: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, Άγρα, Αθήνα 2020, 134 σελ.
Το στρατόπεδο της Τρεμπλίνκα, άρχιζε να χτίζεται τον Μάιο του 1942 κι ήταν τεράστιος ο αριθμός που δολοφονήθηκαν εκεί: κατά τη βιβλιογραφία, οι νεκροί κυμαίνονται από 700.000 έως 900.000. Η Τρεμπλίνκα, δηλαδή, είναι το στρατόπεδο όπου εξοντώθηκαν περισσότεροι άνθρωποι μετά το Άουσβιτς. Οι άνθρωποι εκεί δολοφονούνταν συστηματικά επί ένα χρόνο, το διάστημα Ιουλίου 1942 με 2 Αυγούστου 1943, μέχρι να εξεγερθούν κρατούμενοι που κατάφεραν να πυρπολήσουν το στρατόπεδο.
Μαρίκε Λούκας Ράινεφελντ, Δυσφορεί η νύχτα, μετάφραση από τα ολλανδικά: Άγγελος και Μαρία Αγγελίδου Ίκαρος, Αθήνα 2021, 332 σελ.
Το Booker για το 2020 δόθηκε σε πρωτοεμφανιζόμενο/η συγγραφέα, τον/την Μαριέκε Λούκας Ρίνεβελντ από την Ολλανδία. Αφηγείται την ιστορία της δεκάχρονης Τζάκετ που μια μέρα, νευριασμένη με τον αδελφό της, τον Μάτις, ο οποίος δεν την πήρε μαζί του σε αγώνες παγοδρομίας και φοβούμενη, συγχρόνως, πως ο πατέρας της, σκληρός οπαδός μιας προτεσταντικής σέχτας, θα ετοιμάσει το κουνέλι της για το γιορτινό τραπέζι, καθώς δεν είχε αγοράσει κρέας, απευθύνει μια διεστραμμένη προσευχή: «Παρακάλεσα τον Θεό να μην πάρει το κουνέλι μου, να πάρει αν μπορούσε τον αδελφό μου τον Μάτις: “Αμήν”». Και ο αδελφός της πεθαίνει όντως σε δυστύχημα, κατά τη διάρκεια των αγώνων... Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. #119*.
Γιόζεφ Ροτ, Οι εκατό μέρες, μετάφραση από τα γερμανικά: Μαρία Αγγελίδου, Άγρα, Αθήνα 2020, 279 σελ.
«Πάντα οι απλοί και ασήμαντοι νιώθουν πρώτοι τα χτυπήματα της συμφοράς, αυτοί πρώτοι αρχίζουν να τρέμουν. Οι απλοί και ασήμαντοι είναι αθώοι, καμία σχέση δεν έχουν με τα λάθη, τα σφάλματα, τις αμαρτίες και το πεπρωμένο των ισχυρών. Μα αυτοί πληρώνουν ακριβότερα από τους σπουδαίους. Οι θύελλες κάνουν σκόνη τα φτωχικά καλύβια, αλλά περνούν μουγκρίζοντας έξω από τα πέτρινα αρχοντικά, χωρίς να τα χαλάσουν». Ακόμα μια περίτεχνη σύνθεση του Γιόζεφ Ροτ, με φόντο μια Αυτοκρατορία, για την ανθρώπινη μοίρα.
The 1821 - Η Επιθεώρηση, Επιθεώρηση των Φοίβου Δεληβοριά, Δημήτρη Καραντζά. Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς. Ερμηνεύουν: Μ. Παπακωνσταντίνου, Ελ. Κοκκίδου, Ν. Καραθάνος, Γ. Γάλλος, Γ. Χατζηπασχάλη, Γ. Νιάρρος, Μ. Οικονόμου, Γ. Κουκουράκης, Γ. Κλίνης, Β. Καβαλιεράτου, Π. Παπαδόπουλος. Συμμετέχουν: Λ. Φωτοπούλου, Μ. Καβογιάννη, Μ. Φριντζήλα, Χρ. Λούλης. Σκην.: Μ. Πανουργιά, Μ. Λάμπρου. Guest stars: Χρ. Λούλης (2-4/7), Μ. Φριντζήλα (9-11/7). Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη. Μουσική: Φ. Δεληβοριάς. Φωτ.: Αλ. Αναστασίου. Κατάλληλο με γονική συναίνεση για κάτω των 15 ετών. Διάρκεια: 140 λεπτά.
Μια επιθεώρηση για το 1821 από τον Φοίβο Δεληβοριά και τον Δημήτρη Καραντζά. Ανανεωτική της θεατρικής φόρμας, παρεμβατική ως προς την αποτίμηση της δημιουργίας και της εξέλιξης του ελληνικού κράτους αλλά και, συχνά, παραδομένη στα κλισέ του λαϊκισμού. [ΤΒJ]
Ο αμερικανικός κινηματογράφος είχε ανέκαθν υποδειγματική σχέση με τον ρεαλισμό και ιδιαίτερες επιδόσεις στην κοινωνικοπολιτική περιπέτεια. Σήμερα θα σας παρουσιάσουμε τέσσερις από τους σημαντικότερους σύγχρονους σκηνοθέτες με παρεμβατική γραφή στην πραγματικότητα: Γκας Βαν Σαντ, Σπάικ Λι, Άαρον Σόρκιν, Κλιντ Ίστγουντ.
T. J. Clark – Alberto Toscano, H αριστερά ως τραγωδίa, μετάφραση από τα αγγλικά: Γιώργος Καράμπελας, Ηριδανός, Αθήνα 2020, 90 σελ.
Γιώργος Ν. Πολίτης, Εξουσιαστική αριστερά και η κρυφή γοητεία της ανοησίας, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2019, 315 σελ.
Δύο πρόσφατες εκδόσεις (ανα)τέμνουν τα μείζονα ζητήματα της αριστεράς, ως ιδεολογία και πολιτική, και προσδιορίζουν με ενάργεια τον εκφυλισμό ενός κινήματος, οι καλύτερες προθέσεις του οποίου « οδήγησαν στην κόλαση». Καλές προθέσεις επικαλούνταν και οι εκπρόσωποι της ελληνικής εκδοχής «αριστερής κυβερνησιμότητας».
Όλγκα Τοκάρτσουκ, Πλάνητες. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα πολωνικά: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, Καστανιώτη, Αθήνα 2020, 464 σελ.
Περιήγηση σε μιαν έκκεντρη, πολυμερή και πολυδιασπασμένη Ευρώπη, όπου κανένα ψηφίο της αφήγησης δεν μπορεί να συναντήσει κάποιο άλλο, και απ’ όπου η παλαιότερη έννοια της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας μοιάζει να έχει αποδράσει οριστικά. Όταν ο όγκος των ιστορικών, των γεωγραφικών και των πολιτιστικών πληροφοριών έρχεται να δώσει τη θέση του στην υποκειμενικότητα της αφήγησης και στην ένταση την οποία διεκδικούν ο χώρος και ο χρόνος της ατομικής στιγμής.
Πλάτωνος, Γοργίας, εισαγωγή - μετάφραση – σχόλια: Παύλος Καλλιγάς, στιγμή, Αθήνα 2020, 338 σελ.
Είναι ο Γοργίας μια πραγματεία περί ρητορικής; «Ήδη κατά την αρχαιότητα», σημειώνει ο καθηγητής και ο υπεύθυνος για την πρώτη άρτια μεταφορά του πλατωνικού διαλόγου στη νεοελληνική Παύλος Καλλιγάς, «είχε γίνει αντιληπτό ότι οι βλέψεις και η στόχευση του Γοργία εκτείνονται πολύ πέραν του θέματος της ρητορικής, η φύση της οποίας αποτελεί απλώς το έναυσμα που οδηγεί στην πραγμάτευση των βασικών προβλημάτων που απασχολούσαν τον συγγραφέα, και που δεν είναι άλλα από την ηθική θεμελίωση της πολιτικής πρακτικής και η με βάση αυτήν συγκρότηση του τρόπου ζωής του ατόμου έτσι ώστε τούτη να συνεισφέρει στην αληθινή του ευτυχία».
Δημήτριος Καπετανάκης, Έργα. Τόμος πρώτος: Τα δημοσιευμένα (1933-1944), Βιβλίο Α΄, Βιβλίο Β΄, εισαγωγή - φιλολογική επιμέλεια: Εμμανουέλα Κάντζια, Eταιρεία Κοινωνικού Έργου και Πολιτισμού / Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2020, 470 και 390 σελ. αντιστοίχως.
Ικανός αρχαιογνώστης, γνήσιος ρομαντικός, φιλόσοφος, μεταφυσικός, ποιητική μορφή μεγάλης ευαισθησίας, αξιόλογος τεχνοκριτικός, γνώστης της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας ίσως όσο κανένας άλλος στον καιρό του αλλά και σήμερα, τακτικός συνομιλητής των Συκουτρή, Τσάτσου, Κανελλόπουλου και Θεοδωρακόπουλου, άτομο ευγενέστατο και απροσποίητο και αιωνίως χαμογελαστό, δοκιμιογράφος πανευρωπαϊκού επιπέδου, ο Δημήτριος Καπετανάκης έγινε ασμένως αποδεκτός σε κύκλους των γραμμάτων στο Λονδίνο, όπου βρέθηκε από το 1939. Πέθανε νέος, το 1944. Αλλά γιατί, αυτόν, έναν λαμπρό πρέσβη των ελληνικών γραμμάτων στην Αγγλία, τον σκέπασε η σιωπή; [ΤΒJ]
O Mπομπ Ντύλαν είχε εμφανισθεί στο φεστιβάλ του Νιούπορτ και το 1963 και το 1964, και είχε κάνει πολύ καλή εντύπωση. Ήταν άλλωστε το ετήσιο φεστιβάλ της folk μουσικής και αυτός ήταν το ανερχόμενο αστέρι της. Αυτόκλητος μαθητής και μιμητής του Γούντι Γκάθρι, φίλος με τους άσημους και τους διάσημους τραγουδιστές της, το αγαπημένο παιδί της Τζόαν Μπαέζ. Όταν λοιπόν εμφανίστηκε στο ίδιο φεστιβάλ και το 1965, το κοινό περίμενε με ανυπομονησία να τον ακούσει. Στο πρώτο μέρος της εμφάνισής του έπαιξε τρία τραγούδια με την ακουστική του κιθάρα και τη φυσαρμόνικα και όλα πήγαν καλά. Όταν όμως βγήκε στη σκηνή για το δεύτερο μέρος της παράτασης κρατούσε μια ηλεκτρική κιθάρα, κάτι που εξέπληξε και μπέρδεψε τους ακροατές του. Και όταν τη συνέδεσε στον ενισχυτή, η έκπληξη έγινε ακόμη μεγαλύτερη. Στη συνέχεια ο Ντύλαν έπαιξε με ηλεκτρικό ήχο το τραγούδι Maggies Farm και το τραγούδι Like a Rolling Stone, το οποίο είχε γράψει και ηχογραφήσει πρόσφατα. Η συνέχεια της αντίδρασης του κοινού ήταν όμως μάλλον δυσάρεστη και αρνητική. Κάποιοι επευφήμησαν αλλά οι περισσότεροι άρχισαν να φωνάζουν, να γιουχάρουν. Ο Ντύλαν έπαιξε και το τρίτο του τραγούδι, το Phantom Engineer, και ταραγμένος κατέβηκε από τη σκηνή. Ο παρουσιαστής του φεστιβάλ, Πήτερ Γιάρροου, δεν ήξερε τι να κάνει. Φώναξε πάλι τον Ντύλαν στη σκηνή και αυτός ανέβηκε με ακουστική κιθάρα αυτή τη φορά και φυσαρμόνικα. Έπαιξε δύο τραγούδια, το It’s All Over Now Baby Blue και το Mr Tambourine Man και κέρδισε τις ανεπιφύλακτες τώρα επευφημίες των ακροατών του.