Ποίηση
Επιτρέψτε μου να πω εξαρχής ότι οι σκέψεις που πρόκειται να καταθέσω έχουν περισσότερο το χαρακτήρα ελεύθερης εξερεύνησης, παρά συστηματικής χαρτογράφησης σχέσεων – κάτι που θα ήταν ούτως ή άλλως ανέφικτο στο πλαίσιο του παρόντος αφιερώματος, δεν νομίζω εξάλλου ότι ήταν και το ζητούμενο. Αφετηρία είναι τα ίδια τα ποιήματα, και προσωπικά θα ήμουν απόλυτα ευχαριστημένος αν απλώς τα άφηνα να μιλήσουν χωρίς να παρεμβάλλεται η δική μου φωνή και ματιά. Αναλαμβάνω την ευθύνη για τυχόν αυθαιρεσίες, ανακολουθίες και αναδιπλώσεις στο ξετύλιγμα των σκέψεών μου.
Μέτρησα τη ζωή μου σε κουταλάκια του καφέ, μας λέει ο Eliot, Έλυσα τη ζωή μου σε λεπτομέρειες επίπλων, έρχεται να παραλλάξει η Λαϊνά. Η ποιήτρια έχει δηλώσει η ίδια την αγάπη της για τον T. S. Eliot, λέγοντας πως είναι από τους ποιητές που την καθόρισαν διαβάζοντάς τον στα δεκαοκτώ της, μια σχέση που επισφράγισε αργότερα μεταφράζοντας τα Επτά δοκίμια για την ποίηση και ανθολογώντας τον στην Ποίηση από τον 20ό αιώνα.
Στην οντολογία της γραφής, το τέλος του ποιήματος κατέχει μια θέση ιδιαίτερη. Αντανακλά τη στιγμή που ο γράφων έρχεται αντιμέτωπος με τις εκβολές ενός ποταμού. Εκεί, λίγο πριν από τον τελευταίο στίχο – μια ιλιγγιώδης ματιά στη γραφή, στη γλώσσα, καθώς γράφεις – όχι ακριβώς στοχασμός, περισσότερο παφλασμός – προσπαθώντας να δεις πού εκβάλλεις, κι αν αντέχεις να γίνεις κύμα, ή βράχος, ή ατμός, αν αντέχεις να θυμηθείς την πηγή σου.
Η Λαϊνά καλλιέργησε ως γνωστόν επίμονα και εξίσου τη θεατρική γραφή πλάι και μαζί με την ποίηση. Εύλογα, η ποιητική της φωνή προβάλλει σε φυσική σχεδόν συγγένεια με τη σκηνική τέχνη, τα γνωρίσματα ή τους τρόπους του θεάτρου, τα μοτίβα και τις εμμονές του: η εξομολογητική διάθεση λόγου χάρη, η σωματικότητα, η έντεχνη χρήση της σιωπής ή των παύσεων κ.ά.· αλλά κυρίως αυτό, προγραμματικό θα μπορούσαμε να πούμε: η αίσθηση (και η αυτοαντίληψη) της τέχνης όχι ως μάχη με το εφήμερο και το φθαρτό, μα ως αγκάλιασμά τους.
Ένα πρωινό Δευτέρας, πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια, βρισκόμουν στο γραφείο των καθηγητών του 1ου Λυκείου Ταύρου, είχα κενό και άνοιξα το ένθετο της Ελευθεροτυπίας, που είχα πάρει μαζί μου, για να διαβάσω το «Πεντάλ» της Μαρίας Λαϊνά. Τότε κεραυνοβολήθηκα για πρώτη φορά από την ποίηση της Νίκης-Ρεβέκκας Παπαγεωργίου. Η αντίδρασή μου ήταν καθαρά σωματική, οπότε άνοιξα το τετράδιό μου και αντέγραψα πάραυτα τα ποιήματα.
Αριστέα Παπαλεξάνδρου, Δρέποντας τα όστρακα των διθυράμβων τους, Για την ποίηση των Ελληνίδων 1974-2000, Ενύπνιο, Αθήνα 2024, δύο τόμοι, 1.210 σελ.
Είναι ένα έργο μοναδικό. Η Αριστέα Παπαλεξάνδρου καταγράφει, τεκμηριώνει και αξιολογεί την κριτική που γράφτηκε γύρω από την ποίηση των Ελληνίδων, από την αρχή της μεταπολίτευσης έως και το τέλος του 20ού αιώνα. Το υλικό της έχει συλλεγεί σε διάστημα 15 χρόνων από περιοδικά και εφημερίδες και, συνολικά, αριθμεί περί τα 2.000 κείμενα, που όλα δίνουν την εικόνα της γυναικείας ποίησης και των αιτημάτων της στα τέλη του προηγούμενου αιώνα. Φιλόδοξο και πρωτότυπο εγχείρημα. [ΤΒJ]
Τα περισσότερα ποιήματα της Μαρίας Λαϊνά εμφανίζονται ως παρουσίες άρτιες και πλήρεις που αίφνης στέκουν μπρος μας. Και επιβάλλονται με τα μουσικά σφυράκια των λέξεών τους – ακόμα και όταν μοιάζουν να μην επιθυμούν να επιβληθούν ακριβώς: μάλλον να θωπεύσουν, με γοργά ακροδάχτυλα· ή να κυλήσουν: υποδορίως. Στις 11 Δεκεμβρίου 2024, έναν χρόνο παρά κάτι μέρες μετά το θάνατό της (στις 27 Δεκεμβρίου 2023), το «Με τα λόγια (γίνεται)» τίμησε (στο θέατρο της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης) καί τη σπουδαία ποίησή της, αλλά και την παρομοίως σημαντική καθοδήγησή της στο ποιητικώς αξιόλογο· καθοδήγηση που εκείνη καλλιέργησε επίμονα αν και σχεδόν αθόρυβα, μέσα από ραδιοφωνικές εκπομπές, μιαν ανθολογία ξένης ποίησης και μια σειρά λαμπρών δοκιμίων εν είδει επιφυλλίδων. Γι’ αυτό το λογοτεχνικό μνημόσυνο (που δημοσιεύτηκε στην έντυπη μορφή του Books' Journal), το «Με τα λόγια (γίνεται)» είχε προσκαλέσει έντεκα ποιητ/ρι/ες να αναδείξουν το ποιητικό της έργο σε διάλογο με ποιήματα άλλων που εκείνη είχε ξεχωρίσει. Θα δημοσιευτούν και ηλεκτρονικά οι παρεμβάσεις όλων
Ξαναδιαβάζοντας όλα τα ποιήματα του Νίκου Φωκά γι’ αυτό το αφιέρωμα (που δημοσιεύτηκε στο τχ. 158 και, αποσπασματικά, τις προηγούμενες ημέρες στην ιστοσελίδα του Books' Journal), πολλά ήσαν αυτά που ξεχώρισα. Με εξέπληξε, ωστόσο, πόσο ομοιόμορφα, με αδιακύμαντη πυκνότητα, ήσαν κατανεμημένα σε όλο το χρονικό εύρος του έργου του: δεν είναι συχνό φαινόμενο, μια ποιητική φωνή όχι μόνο να πρωτοεμφανίζεται διακριτή κι ενδιαφέρουσα, αλλά και να μη φθίνει μετά, ας πούμε, την όγδοη δεκαετία της.
Διονύσης Καψάλης, Ελεγεία και επιτύμβιο. Μεταμορφώσεις του Πένθους. Άγρα 2024, 272 σελ.
«Αντικείμενό μου», λέει ο Διονύσης Καψάλης παρουσιάζοντας τη μελέτη του Ελεγεία και επιτύμβιο. Μεταμορφώσεις του Πένθους, «είναι η ελεγειακή και η επιταφική ποίηση, στη διάκριση αλλά και στην αλληλοπεριχώρησή τους· και οι όποιες αναφορές μου σε δείγματα του ενός ή του άλλου είδους άλλο σκοπό δεν έχουν παρά να βοηθήσουν στη δημιουργία ενός συνδετικού ιστού ανάμεσα στα επιλεγμένα ποιήματα, ώστε να μπορούμε να πούμε ότι, με κάποιον τρόπο που μας ενδιαφέρει να τον σκεφτούμε, τα ποιήματα αυτά αποτελούν μέρος μιας κοινής ιστορίας». Η ωμότητα του πένθους, πάντως, δεν αποτρέπει τους ποιητές από το να αναζητούν την αρτιότητα της μορφής. [ΤΒJ]