Ποίηση
Τα περισσότερα ποιήματα της Μαρίας Λαϊνά εμφανίζονται ως παρουσίες άρτιες και πλήρεις που αίφνης στέκουν μπρος μας. Και επιβάλλονται με τα μουσικά σφυράκια των λέξεών τους – ακόμα και όταν μοιάζουν να μην επιθυμούν να επιβληθούν ακριβώς: μάλλον να θωπεύσουν, με γοργά ακροδάχτυλα· ή να κυλήσουν: υποδορίως. Στις 11 Δεκεμβρίου 2024, έναν χρόνο παρά κάτι μέρες μετά το θάνατό της (στις 27 Δεκεμβρίου 2023), το «Με τα λόγια (γίνεται)» τίμησε (στο θέατρο της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης) καί τη σπουδαία ποίησή της, αλλά και την παρομοίως σημαντική καθοδήγησή της στο ποιητικώς αξιόλογο· καθοδήγηση που εκείνη καλλιέργησε επίμονα αν και σχεδόν αθόρυβα, μέσα από ραδιοφωνικές εκπομπές, μιαν ανθολογία ξένης ποίησης και μια σειρά λαμπρών δοκιμίων εν είδει επιφυλλίδων. Γι’ αυτό το λογοτεχνικό μνημόσυνο (που δημοσιεύτηκε στην έντυπη μορφή του Books' Journal), το «Με τα λόγια (γίνεται)» είχε προσκαλέσει έντεκα ποιητ/ρι/ες να αναδείξουν το ποιητικό της έργο σε διάλογο με ποιήματα άλλων που εκείνη είχε ξεχωρίσει. Θα δημοσιευτούν και ηλεκτρονικά οι παρεμβάσεις όλων
Ξαναδιαβάζοντας όλα τα ποιήματα του Νίκου Φωκά γι’ αυτό το αφιέρωμα (που δημοσιεύτηκε στο τχ. 158 και, αποσπασματικά, τις προηγούμενες ημέρες στην ιστοσελίδα του Books' Journal), πολλά ήσαν αυτά που ξεχώρισα. Με εξέπληξε, ωστόσο, πόσο ομοιόμορφα, με αδιακύμαντη πυκνότητα, ήσαν κατανεμημένα σε όλο το χρονικό εύρος του έργου του: δεν είναι συχνό φαινόμενο, μια ποιητική φωνή όχι μόνο να πρωτοεμφανίζεται διακριτή κι ενδιαφέρουσα, αλλά και να μη φθίνει μετά, ας πούμε, την όγδοη δεκαετία της.
Διονύσης Καψάλης, Ελεγεία και επιτύμβιο. Μεταμορφώσεις του Πένθους. Άγρα 2024, 272 σελ.
«Αντικείμενό μου», λέει ο Διονύσης Καψάλης παρουσιάζοντας τη μελέτη του Ελεγεία και επιτύμβιο. Μεταμορφώσεις του Πένθους, «είναι η ελεγειακή και η επιταφική ποίηση, στη διάκριση αλλά και στην αλληλοπεριχώρησή τους· και οι όποιες αναφορές μου σε δείγματα του ενός ή του άλλου είδους άλλο σκοπό δεν έχουν παρά να βοηθήσουν στη δημιουργία ενός συνδετικού ιστού ανάμεσα στα επιλεγμένα ποιήματα, ώστε να μπορούμε να πούμε ότι, με κάποιον τρόπο που μας ενδιαφέρει να τον σκεφτούμε, τα ποιήματα αυτά αποτελούν μέρος μιας κοινής ιστορίας». Η ωμότητα του πένθους, πάντως, δεν αποτρέπει τους ποιητές από το να αναζητούν την αρτιότητα της μορφής. [ΤΒJ]
Διονύσης Καψάλης, Ελεγεία και επιτύμβιο. Μεταμορφώσεις του Πένθους. Άγρα 2024, 272 σελ.
Μπορεί ο θάνατος να μην έχει αλλάξει ουσιωδώς ανά τους αιώνες, αλλά η προετοιμασία των ανθρώπων απέναντι στο θάνατο έχει περάσει από πολλά επιμέρους ιστορικά στάδια, έχει αλλάξει λεξιλόγια, έχει διαμορφώσει διαφορετικές ατομικές στάσεις και συλλογικές συμπεριφορές. Με άλλα λόγια, ο θάνατος υπόκειται και αυτός στην έγχρονη, και άρα ιστορική, διάστασή του. Αντίστοιχα, οι ποιητικές μεταπλάσεις του πένθους, αποτυπώνουν τόσο στο συγχρονικό όσο και στο διαχρονικό επίπεδο τις διαφοροποιημένες πολιτισμικές ωσμώσεις ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο βίωμα. Τις μεταπλάσεις αυτές εξετάζει στη μελέτη του για τα ελεγεία και τα επιτύμβια ποιήματα ο Διονύσης Καψάλης.
Διαβάζω Νίκο Φωκά στο κομμωτήριο. Απεχθάνομαι το κομμωτήριο αλλά, όταν απεχθάνομαι και τη ζωή μου, υπάρχει ένα συγκεκριμένο κομμωτήριο στο οποίο πηγαίνω και διαβάζω ποίηση. Δεν έχει μουσική δυνατά, έχει μονάχα μερικές ήσυχες κυρίες, που απολαμβάνουν αυτό που τους συμβαίνει. Την ώρα που διαβάζω στο ποίημα «Μέση ηλικία»: εκεί στεκόμουν, στην πρώτη μου νεότητα, μ’ έναν/ γέροντα στηριγμένο επάνω μου./ Μισόν επάνω μου σαν κάποιο πληθωρικό παράσιτο:/ μαυροντυμένο, επίσημο σαν ένα που φορούσα πένθος. / Κι όπως σε πένθος έκλαιγα μ’ ένα κλάμα έτσι ασυγκράτητο / σαν να ’θελε η καρδιά μου ν’ αποβάλει / το υπόλοιπο σώμα. Γύρω δεν υπήρχε άλλη ψυχή, / τόσο άπλετο ήτανε το φως, τόσο άπλαστος ο κόσμος, οι ήσυχες κυρίες σιγοτραγουδούν το «Νe me quitte pas» που παίζει στο ραδιόφωνο. Η ζέστη από τα σεσουάρ, από τις ήσυχες κυρίες, κι από κάτι άγνωστο που υπάρχει πάνω στο κεφάλι μου, με οδηγεί στο στίχο πρόσθετε μέσ’ στο σούρουπο τη μαλακότητά της / στη μαλακότητα της φύσης – σαν γελάδα. Και ζωντανεύω.
Γιάννης Ρίτσος, Η σονάτα του σεληνόφωτος, Κέδρος, Αθήνα 1990, 24 σελ.
Γιάννης Ρίτσος, Το νεκρό σπίτι, Κέδρος, Αθήνα 1980, 40 σελ.
Γιάννης Ρίτσος, Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού, Κέδρος, Αθήνα 1982, 40 σελ.
Η βαθύτερη ιδιοσυγκρασία του Γιάννη Ρίτσου είναι ελεγειακή, αν και όχι βαρύθυμη και απαισιόδοξη αλλά συμφιλιωτική με την απώλεια, με εκείνη τη βαθιά συμφιλίωση που αποπνέουν οι πολυύμνητες αττικές επιτύμβιες στήλες. Ο Ρίτσος δεν εξεγείρεται ενάντια στη δυστυχία. Την ατενίζει κι αυτήν ως ένα κομμάτι του μυστηρίου της ζωής. Άλλωστε, από πολύ νωρίς διδάχθηκε την εγκαρτέρηση.
Στο μουσείο Guggenheim της Βενετίας εκτίθεται ο πίνακας του Πικάσο, Ο Ποιητής. Αναπαριστά μια ανθρώπινη μορφή η οποία έχει ανατμηθεί οπτικά ως μια αρχιτεκτονική ευθύγραμμων και καμπυλόγραμμων στοιχείων. Παρά την ασάφεια των οπτικών ενδείξεων, ο θεατής συλλαμβάνει μια πυραμιδική φιγούρα. Στο κέντρο της κορυφής του καμβά υπάρχει ο κύκλος. Ο κύκλος: ο ένας και μοναδικός οφθαλμός της μνήμης ο οποίος καταλήγει σε κλειστά μισοφέγγαρα μάτια. Μόλις γίνει αντιληπτή αυτή η αναγνώριση, εμφανίζεται μια πλήρης εικόνα του σωλήνα του λαιμού, η οπίσθια, που προεκτείνεται σε έναν εξασθενημένο ανθρώπινο κορμό, αγκώνων και βραχιόνων της καρέκλας.