Σύνδεση συνδρομητών

Ο Καβάφης από τα μέσα προς τα έξω

Τρίτη, 01 Απριλίου 2014 03:00

Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Κ. Π. Καβάφης. Η ποίηση και η ποιητική του, Κίχλη, Αθήνα 2013, 252 σελ.

 

Ένα σύνολο καβαφικών μελετών που επικοινωνούν οργανικά μεταξύ τους μολονότι έχουν γραφτεί και δημοσιευτεί κατά τη διάρκεια μίας και πλέον τριακονταετίας. Μια πορεία η οποία ξεκινάει από τα θεματικά και τα γλωσσικά χαρακτηριστικά του ποιητικού έργου του Αλεξανδρινού, για να φτάσει μέχρι την κριτική του υποδοχή και να ολοκληρωθεί με την περιδιάβαση στους δεσμούς τους οποίους θα συνάψει όχι μόνο με το κοινωνικοπολιτικό του περιβάλλον, αλλά και με την πόλη που έθρεψε τα ποιήματά του.  

 

Λέμε συχνά για τις συναγωγές δοκιμιακών κειμένων πως μπορεί να έχουν κάτι το άτονο ή και το διεκπεραιωτικό (για να μην πω αποκαρδιωτικό), υποχρεωμένες καθώς είναι να συνταιριάξουν κείμενα διαφορετικής ηλικίας και ετερογενούς βάρους, σε μια προσπάθεια του συγγραφέα να διασώσει απλώς τα σκόρπια πονήματά του σ’ έναν ενιαίο τόμο. Το βιβλίο του Δημήτρη Δασκαλόπουλου για τον Καβάφη θα μας πάει στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση, συγκεντρώνοντας μελέτες οι οποίες  επικοινωνούν οργανικά μεταξύ τους μολονότι έχουν γραφτεί κατά τη διάρκεια ενός διαστήματος το οποίο υπερβαίνει την τριακονταετία.

Ο μελετητής παρατηρεί στον πρόλογο πως τα κείμενα παρατίθενται όχι κατά χρονολογική σειρά γραφής ή πρώτης δημοσίευσης, αλλά «με τέτοιον τρόπο ώστε να παρακολουθούν, στο μέτρο του δυνατού, την πορεία της ζωής και του έργου του ποιητή». Το σχήμα που προτείνει ο Δασκαλόπουλος ισχύει, αλλά προσωπικά θα προτιμήσω να τα διαβάσω με μιαν άλλη διάταξη, που νομίζω πως επίσης ισχύει. Αυτό, άλλωστε, είναι το ενδιαφέρον με τις καλές συναγωγές: πρώτον, μας συστήνονται με ένα πλέγμα παλαιότερων κειμένων που μοιάζουν ικανά να αρθρώσουν ένα βιβλίο εξυπαρχής και δεύτερον, επειδή κανένα από τα κείμενά τους δεν είναι τυχαίο, μας επιτρέπουν να ανακαλύψουμε κι άλλες, δικές μας οδούς πρόσβασης στο περιεχόμενό τους.

Κλείνοντας τον τόμο με τα καβαφικά δοκίμια του Δασκαλόπουλου, μένω με την αρκετά βέβαιη εντύπωση πως μαζί με άλλα μάς παροτρύνουν να σκεφτούμε κατά βαθμίδες το ποιητικό φαινόμενο το οποίο εκπροσωπεί ο Αλεξανδρινός. Αν τα αντικρίσουμε σαν ένα σύνολο με διαδοχικές επιστρώσεις, το βιβλίο που τα φιλοξενεί θα μας βοηθήσει να διατρέξουμε μια διαδρομή από τα μέσα προς τα έξω: ξεκινώντας από τα χαρακτηριστικά του ποιητικού έργου του Καβάφη (τη θεματική, τη γλώσσα, τη σκηνογραφία, τη ρητορική και τη σκηνοθεσία του), είναι εύκολο κατόπιν να αναψηλαφήσουμε την κριτική υποδοχή του (από την εποχή των πρώτων δημοσιεύσεων μέχρι τον πακτωλό των σημερινών ερμηνειών και υπερερμηνειών του), για να προχωρήσουμε εν συνεχεία στις περιπέτειες των καβαφικών εκδόσεων και να κρατήσουμε για το τέλος, σαν ένα είδος επιδορπίου χωρίς την παραμικρή σκιά σκανδαλισμού, το πρόσωπο του ποιητή. Σημειωτέον ότι, παρακολουθώντας τα μελετήματα για το πρόσωπο του ποιητή, θα καταλάβουμε αμέσως και τους δεσμούς τους οποίους θα συνάψει, θετικά ή αρνητικά, με τον δημόσιο χώρο: από το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον της Αιγύπτου και τον Τύπο της Αλεξάνδρειας ή της Αθήνας μέχρι την πόλη η οποία έθρεψε τα ποιήματά του.

ΕΙΡΩΝΕΙΑ ΚΑΙ ΔΡΑΜΑ, ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ο Καβάφης, μας θυμίζει ο Δασκαλόπουλος, άργησε να διαμορφωθεί και να βρει τον τόνο του. Όταν, όμως, το κατόρθωσε ήταν κιόλας ένας ώριμος ποιητής: σαν να μη χρειαζόταν να διανύσει πλέον οποιοδήποτε άλλο στάδιο. Κι ένα ευδιάκριτο δείγμα αυτής της ωριμότητας είναι η γλώσσα του: μια γλώσσα που αρνήθηκε πάντοτε να κάνει χάρες είτε στη δημοτική, η οποία στάθηκε το ιδανικό των περισσότερων συγκαιρινών και ομοτέχνων του, είτε στην καθαρεύουσα, η οποία εξακολούθησε να αντιπροσωπεύει, στο ξεκίνημά του, αλλά και αργότερα, το προπύργιο ενός επίμονου κοινωνικού και πνευματικού συντηρητισμού. Το άλλο παράδειγμα της καβαφικής ωριμότητας είναι ο ποιητικός της ρεαλισμός, που θα αντλήσει εν πολλοίς τη δύναμή του από τον τρόπο λειτουργίας της εικόνας. Αντί για τη μεταφορά, ο Καβάφης θα προτιμήσει τη ζωγραφιά και την εικόνα, που θα σχηματίσουν με τη σχεδόν φωτογραφική περιγραφή τους ένα υποβλητικά απτό τοπίο.

Προεκτείνοντας τα προηγούμενα, ο Δασκαλόπουλος θα ομολογήσει κάτι που ήδη ξέρουμε, πως ο Καβάφης είναι ένας ποιητής ιστορικός, δραματικός και ερωτικός. Το θέμα, όμως, δεν είναι τι ξέρουμε, αλλά το πώς θα συνδέσει εσωτερικά ο μελετητής τις τρεις αυτές παραμέτρους. Ο Καβάφης είναι δραματικός γιατί τα ιστορικά ή τα ψευδοϊστορικά του πρόσωπα δεν κυκλοφορούν επί της σκηνής σαν ήρωες που θέλουν να αναμετρηθούν με την κοσμική τους μοίρα, αλλά σαν υπάρξεις που δοκιμάζουν επί ματαίω να καταλάβουν τον εαυτό τους και πληρώνουν σκληρά, χάρη στην οξύτητα της ποιητικής ειρωνείας, την αποτυχία τους. Και είναι επιπροσθέτως ο Καβάφης ερωτικός, συνεχίζει ο Δασκαλόπουλος, επειδή μολονότι οι πρωταγωνιστές του καταβυθίζονται στο μακρινό, θαμπωμένο αντικείμενο της αισθησιακής τους μνήμης, μας κάνουν να νιώθουμε και να κατανοούμε τα γεγονότα του παρελθόντος σαν να συμβαίνουν τώρα. Κι ας μην ξεχνάμε επιπλέον, θα συμπληρώσει ο Δασκαλόπουλος, πως ο Καβάφης είναι ένας ποιητής γεροντικός, που θρηνεί (αν γίνεται να μιλήσουμε περί θρήνου στην περίπτωσή του) απαρηγόρητος για την απώλεια της νιότης και τη φθορά του παρόντος, χωρίς, ωστόσο, οι γέροντές του να καταλήξουν ποτέ σε αγαθά και σεβάσμια ρετάλια.

ΟΙ ΚΑΒΓΑΔΕΣ ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ

Και η κριτική; Πώς αντιμετώπισε και πώς υποδέχτηκε τον Καβάφη η κριτική; Η ιστορία της αντικαβαφικής κριτικής είναι μακρά. Άλλο τόσο μακρά είναι, εντούτοις, και η ιστορία του φιλοκαβαφικού χειροκροτήματος. Από την αντικαβαφική κριτική, ο Δασκαλόπουλος θα διαλέξει τον Τίμο Μαλάνο, τον Γλαύκο Αλιθέρση, τον Γιάννη Ψυχάρη, τον Πέτρο Βλαστό, τον Φώτο Πολίτη και τον Γιώργο Θεοτοκά (μια μορφή αρνητικής κριτικής θα αποτελέσουν και οι καβαφικές ποιητικές παρωδίες). Από το φιλοκαβαφικό χειροκρότημα θα ξεχωρίσει τον Ε. Μ. Φόρστερ, τον Πόλυ Μοδινό, τον Τέλλο Άγρα, τον Γιώργο Βρισιμιτζάκη, τον Ι. Α. Σαρεγιάννη και τον Νικ. Κάλας. Κάπου στη μέση, μακριά και την ίδια ώρα κοντά σε όλους, ο Σεφέρης. Όσο για τους νεότερους, που θα καθιερώσουν το σημερινό στάτους του ποιητή, την αρχή θα κάνουν ο Γ. Π. Σαββίδης, ο Δ. Ν. Μαρωνίτης, ο Γιάννης Δάλλας και η Σόνια Ιλίνσκαγια, για να ακολουθήσουν στρατιές ελλήνων και ξένων νεοελληνιστών. Τη συζήτηση, όμως, περί κριτικής ο Δασκαλόπουλος θα την επικεντρώσει στο αντιθετικό δίδυμο Παλαμά και Ξενόπουλου. Ο πρώτος είναι κριτικός ολκής, αλλά ο ποιητικός του ανταγωνισμός με τον Καβάφη δεν θα του αφήσει κανένα περιθώριο ανοχής. Ο δεύτερος θα βιαστεί να κλίνει το γόνυ στον Αλεξανδρινό, αλλά για κάποιαν αιτία που έχει μείνει άδηλη δεν θα επαναλάβει σε υστερότερους καιρούς την έκφραση του ενθουσιασμού του.

Αν με την κριτική δεν έχουμε βγει ακόμη καλά από τον εσώτερο κύκλο του καβαφικού έργου, με τις καβαφικές εκδόσεις ο Δασκαλόπουλος θα μετακινηθεί στις μεθόδους τις οποίες θα χρησιμοποιήσουν πρώτα ο ποιητής και ύστερα οι επιγονοί του προκειμένου να προβάλουν και να προωθήσουν στο αναγνωστικό κοινό τη δουλειά του. Ως γνωστόν, ο Καβάφης δεν θα εκδώσει ποτέ βιβλίο: κάθε του ποίημα θα κυκλοφορήσει μόνο του, τυπωμένο σ’ ένα εξαιρετικά λιτό μονόφυλλο, επιδιώκοντας να λειτουργήσει σαν μια εντελώς αυτοδύναμη μονάδα. Η γραμμή αυτή θα ανατραπεί θεαματικά από τον Αλέκο και τη Ρίκα Σεγκοπούλου, που θα αναθέσουν στον ζωγράφο Τάκη Καλμούχο να επιμεληθεί τυπογραφικά την πρώτη έκδοση των καβαφικών ποιημάτων σε βιβλίο, μια έκδοση η οποία θα κυκλοφορήσει το 1935. Η έκδοση μπορεί να μοιάζει καλλιτεχνικά άψογη, αλλά το πνεύμα του Καβάφη έχει αποδράσει θεαματικά από τις σελίδες της. Ο φόρτος του σχεδιασμού, τα βαριά υλικά και ο διαχωρισμός ανάμεσα σε κοινά, ημιπολυτελή και πολυτελή αντίτυπα θα θέσουν τέρμα στη φιλοδοξία του Καβάφη να διατηρήσει χαμηλό το εκδοτικό του προφίλ, παρουσιάζοντάς τον στους υποψήφιους αγοραστές του με ένα άσχετο, εντελώς ξένο περιτύλιγμα.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΟΚΡΑΤΙΑ

Αφήνοντας πίσω μας τα βιβλία και τις εκδόσεις, φτάνουμε εκ των πραγμάτων στον πιο εξωτερικό φλοιό της υπόθεσης Καβάφη, που είναι, όπως το σημείωνα και προεισαγωγικά, το πρόσωπο του ποιητή. Ο Δασκαλόπουλος θα μιλήσει για τους κόλπους της εμπορικής οικογένειας εντός της οποίας γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Καβάφης, για την περίοδο της παραμονής του στην Κωνσταντινούπολη, για την αγγλική του αγωγή και παιδεία, όπως και για το δημοσιοϋπαλληλίκι του, που θα του προσφέρει όσον χρόνο τού είναι αναγκαίος για να αφοσιωθεί απερίσπαστος στην τέχνη του. Ο μελετητής θα μνημονεύσει ακόμα την καβαφική ομοφυλοφιλία και τις τεράστιες αντιδράσεις τις οποίες θα προκαλέσει στον Τύπο, τόσο της Αλεξάνδρειας όσο και της Αθήνας, χωρίς να εξαιρεθούν από αυτόν το χορό και οι ομόλογες αντιδράσεις ή και επιθέσεις της λογιοσύνης. Παρ’ όλα αυτά, ο Δασκαλόπουλος θα πλησιάσει το πρόσωπο επειδή εκείνο το οποίο πρωτίστως τον ενδιαφέρει είναι να καταλάβει το ποιητικό έργο. Η καλύτερη απόδειξη γι’ αυτό είναι τα δοκίμιά του για τη σχέση του Καβάφη με την Αλεξάνδρεια και την Αίγυπτο της εποχής του. Ως προς την Αλεξάνδρεια, θα σπεύσει να υποδείξει τους δρόμους διαμέσου των οποίων η πόλη θα ενσταλάξει στο στίχο του την καθημερινότητά της, το πώς η βοή και οι εικόνες της θα μεταμορφωθούν σε συστατικό στοιχείο και ζωντανή ανάσα της ποιητικής δράσης. Ως προς την Αίγυπτο, ο μελετητής θα πιαστεί από τον Τσίρκα για να αποδείξει πως μόνο αδιάφορος δεν υπήρξε ο Καβάφης για το πολιτικό πλαίσιο της αγγλοκρατίας, που θα γίνει κεντρικό θέμα σε ένα από τα ποιήματα των Κρυμμένων.

Ο Δασκαλόπουλος είναι συστηματικός και αφοσιωμένος καβαφολόγος, αλλά αρνείται πεισμόνως να πέσει θύμα της οποιασδήποτε καβαφολογίας. Τα δοκίμιά του δεν παρουσιάζουν κανένα από τα συμπτώματα που παρουσιάζει συχνά η περίπλοκη ερμηνευτική η οποία έχει αναπτυχθεί τις τελευταίες δεκαετίες γύρω από τον Καβάφη: δεν υιοθετούν τις ακραίες υποθέσεις (τις λέει κανείς και φαντασιώσεις) των συγκριτικών γραμματολόγων, δεν παγιδεύονται στα δυναστικά σχήματα της θεωρίας της λογοτεχνίας, δεν κάμπτονται από την επισπεύδουσα κοινωνιολογία και φυλετολογία των πολιτισμικών και των μετααποικιακών σπουδών και δεν εντυπωσιάζονται από τα ομοφυλοφιλικά ευρήματα των queerstudies. Ίσως γιατί ο ενσώματος και φύσει πολυπρισματικός και πολυσυλλεκτικός Καβάφης του Δασκαλόπουλου προϋποθέτει μιαν ερμηνευτική σύνθεση ικανή να περικόψει τις ακροβασίες των θεωριών και να μετατρέψει ό,τι έχει απομείνει από την περικοπή τους σε λειτουργική συνιστώσα του κριτικού στοχασμού της.

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου

Κριτικός λογοτεχνίας. Βιβλία του: Μίλτος Σαχτούρης: Η παράκαμψη του υπερρεαλισμού (1991), Οδόσημα (1999), Σύγχρονη Ελληνική Πεζογραφία (επιμ. με την Ελισάβετ Κοτζιά, 1995), Η κίνηση του εκκρεμούς. Άτομο και κοινωνία στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, 1974-2017 (2018), Αντώνης Φωστιέρης (2020).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.