Λογοτεχνία
Jenny Erpenbeck, Η συντέλεια του κόσμου, μετάφραση από τα γερμανικά Αλέξανδρος Κυπριώτης, Καστανιώτη, Αθήνα, 2017, 304 σελ.
Η λογοτεχνία της Τζένι Έρπενμπεκ δεν είναι μονότονη. Έχει βεβαίως ορισμένα μόνιμα θεματικά χαρακτηριστικά. Την ενδιαφέρουν η ιστορία, η απώλεια και το πέρασμα του χρόνου, η μεταμόρφωση και η αέναη εξέλιξη, το τυχαίο και το αναπόφευκτο. Επίσης, η λογοτεχνία της μιλάει συχνά για την αλληλεπίδραση μεταξύ της προσωπικής μνήμης και της συλλογικής ιστορίας, δείχνοντας πώς οι ατομικές ζωές καθορίζονται από τις ευρύτερες ιστορικές δυνάμεις. Στο κείμενο που ακολουθεί, μαθαίνουμε τι έχει γράψει πέραν του πολυσυζητημένου Καιρού. [ΤΒJ]
Paul Auster, Μπαουμγκάρτνερ. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα αγγλικά: Ιωάννα Ηλιάδη, Μεταίχμιο, Αθήνα 2024, 246 σελ.
Η ζωή του Σάι Μπαουμγκάρτνερ έχει καθοριστεί από τη βαθιά, διαρκή αγάπη του για τη γυναίκα του, την Άννα, που σκοτώθηκε σε ένα δυστύχημα στη θάλασσα πριν από εννιά χρόνια. Το τελευταίο μυθιστόρημα του Πολ Όστερ, πριν πεθάνει, κινείται στον γνώριμο κόσμο του συγγραφέα του. Αλλά θέτει ερωτήματα για το θάνατο και τη μνήμη. Μπορεί η μνήμη ενός αγαπημένου προσώπου να είναι αντίδοτο στο θάνατο; Αρκεί να θυμόμαστε κάποιους για να τους διατηρούμε ζωντανούς εκεί στο Απέραντο Πουθενά; Το τελευταίο έργο του Πολ Όστερ είναι συμπύκνωση των θεμάτων του και της στοχαστικότητάς του, που θα λείψει από πολλούς. [ΤΒJ]
Ζορζ Περέκ, W ή Η παιδική ανάμνηση, μετάφραση από τα γαλλικά: Αχιλλέας Κυριακίδης, ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 2024
Το βιβλίο W ή Η παιδική ανάμνηση θεωρείται ένα από τα μείζονα έργα της αυτοβιογραφικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα. Η αρθρογραφία που αφορά το εν λόγω βιβλίο είναι τεράστια. Στο κείμενο αυτό, με αφορμή την πρόσφατη ελληνική έκδοση στην εξαιρετική μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη, καταθέτω την προσωπική μου ματιά για κάποιες πτυχές του έργου που με ενδιαφέρουν περισσότερο.
Επτά σκέψεις για τις προσευχές του Μισέλ Φάις
Μισέλ Φάις, Αμήν. Προσευχές στο Κενό. Διηγήματα, Πατάκη, Aθήνα 2024, 168 σελ.
Αποφθέγματα, αυτοαναφορικές ιστορίες, σπαράγματα σοφίας, εσωτερικοί μονόλογοι, συνταγές ζωής, το βιβλίο του Mισέλ Φάις έχει όλα τα δομικά στοιχεία για να μη μας αρέσει. Με αυτά τα υλικά χτίζεις μια κερδοφόρα αλλά ευτελή σχέση με το κοινό, εμπορεύεσαι ψευτοεργαλεία αυτοβοήθειας και αναστυλώνεις φθαρμένους νάρκισσους, δεν κάνεις λογοτεχνία. Αυτός μας λέει η ειδολογική εμπειρία και η αναγνωστική μας ενημέρωση. Έτσι δεν είναι; Έτσι είναι. Έτσι είναι εκτός αν είσαι ο Μισέλ Φάις, 67 χρονών στην Ελλάδα μετά τη χρεοκοπία και την ανάκαμψη, με ένα παιδί, ένα μικρό αγόρι, τον Μάρκο ή αλλιώς μικρό Ραβί στη μυθοπλαστική του περσόνα.
Μισέλ Φάις, Αμήν. Προσευχές στο Κενό. Διηγήματα, Πατάκη, Aθήνα 2024, 168 σελ.
Το ότι ο Φάις γυροφέρνει σε όλα του σχεδόν τα γραπτά την έννοια του θανάτου είναι κοινός τόπος για τον προσεκτικό αναγνώστη του. Ο θάνατος κυκλώνει κι εδώ, στο σημερινό βιβλίο του, τους 87 μικρούς ή μεγαλύτερους αφηγηματικούς σπασμούς που συναπαρτίζουν αυτή τη λιτανεία, μια μονότονη ακολουθία ιστοριών με στερεότυπη έναρξη (Κάποιες στιγμές νιώθεις ότι πεθαίνεις στη θέση ενός άλλου) και ομοιόμορφη αυλαία (Αμήν). Αυτό το τελικό είθε, μακάρι, γένοιτο –όπως μπορεί κανείς να μεταφράσει το ικετευτικό εβραϊκό αμέν– σφαλίζει μονότροπα και υπνωτιστικά την καθεμία μυθοπλαστική προσευχή που έπεται μιας προηγούμενης και δίνει τη θέση της σε μια επόμενη, σκηνοθετώντας μια ατελεύτητη σκυταλοδρομία. Τόσο η αρχή λοιπόν όσο και το τέλος σε τούτο το ξεκούκισμα των αφηγηματικών ψηφίδων λειτουργεί κατευναστικά, επιχειρεί να παραλάβει πατερναλιστικά τον αναγνώστη από το χέρι και να τον οδηγήσει με ασφάλεια στο μονοπάτι μιας μηχανικής συνήθειας, μιας καθημερινής προσευχής.
Kōbō Abe, Το πρόσωπο του άλλου, μετάφραση από τα ιαπωνικά - εισαγωγή: Στέλιος Παπαλεξανδρόπουλος, Άγρα, Αθήνα 2024, 328 σελ.
Ένας επιστήμονας πέφτει θύμα εργαστηριακού ατυχήματος με αποτέλεσμα τη φρικτή παραμόρφωση του προσώπου του, που για να μην είναι αποκρουστικό αποφασίζει να το καλύψει με μια μάσκα. Αλλ’ επειδή η πρώτη που ένιωσε απέχθεια, η γυναίκα του και σταθερή ερωτική σύντροφός του, δεν μπορούσε πια να συνδέεται μαζί του, το σώμα επανασυνδέεται μαζί της μέσω της μάσκας. Είναι όμως το πρόσωπο που απεικονίζει η μάσκα το δικό του πρόσωπο – ή ο επιστήμονας έχει γίνει πλέον ένας άλλος; [ΤΒJ]
Oliver Gloag, Ξεχάστε τον Καμύ, μετάφραση από τα αγγλικά: Γιώργος Καράμπελας, Εκδόσεις του Εικοστού πρώτου, Αθήνα 2024, 176 σελ.
Γιάννης Κιουρτσάκης, Σεφέρης και Καμύ. Ζήτημα φωτός, Πατάκη, Αθήνα 2024, 128 σελ.
Ένα δοκίμιο πολεμικής εναντίον του Καμύ γράφει ο Όλιβερ (Ολιβιέ) Γκλόαγκ, απολύτως στο πνεύμα των καιρών. Ως καθηγητής αμερικανικού πανεπιστημίου, υπογράφει ένα τεκμηριωμένο δοκίμιο για να πραγματευτεί στενά τις σχέσεις του Καμύ με την αποικιακή Γαλλία, αλλά στην ουσία μια πολεμική συλλήβδην κατεδαφιστική, «ακυρωτική»: τη θέση του στιβαρού σημερινού πολέμιου της αποικιοκρατίας για την πνευματική περιπέτεια ενός συγγραφέα που έζησε μόλις 47 χρόνια. Ευτυχώς, απέναντι, ο Γιάννης Κιουρτσάκης γράφει για τον Καμύ όχι για να στηλιτεύσει ατοπήματα και να τον απομυθοποιήσει, αλλά για να τον φέρει στα καθ’ ημάς, συζητώντας τον πλάι στον Σεφέρη.
Όταν ξεκινούσαμε τη ραδιοφωνική σειρά «Φιλολογικοί περίπατοι στο Μεσοπόλεμο» με τον Μανόλη Αναγνωστάκη, την άνοιξη του 1986, είχαμε συγκεντρώσει σχεδόν όλη την ύλη αλλά ψάχναμε τη φόρμα. Αυτός θα υποδυόταν, και του πήγαινε, το ρόλο του δημοσιογράφου που θα έκανε τις ερωτήσεις. Μας απασχολούσε όμως η άλλη πλευρά: εκείνοι που θα αναλάμβαναν να ζωντανέψουν τις πνευματικές μορφές του παρελθόντος στις «συνεντεύξεις» διαβάζοντας εκφραστικά τις απαντήσεις τους. Θέλαμε, εκτός από την ικανότητά τους αυτή, η συγγραφική ή η καλλιτεχνική τους υπόσταση να ταιριάζει κατά κάποιον τρόπο με των αυθεντικών. Ο πρώτος που προσφέρθηκε ήταν από τους κοντινούς μας, ο συγγραφέας, με επίδοση στον δοκιμιακό λόγο, Γιάννης Κιουρτσάκης. Διάβασε εξαιρετικά Ξενόπουλο, Γληνό και Καραγάτση. Εκείνος που στερέωσε τη δομή της εκπομπής ήταν ο πεζογράφος Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος.
Οι [συνομήλικοι συγγραφείς] Μένης Κουμανταρέας, Γιώργος Ιωάννου και Χριστόφορος Μηλιώνης αντίκρισαν την εποχή τους με ένα βλέμμα μελαγχολικά πικρό· ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος (γ. 1930) όχι. Στα 88 διηγήματά του γραμμένα στο μακρύ διάστημα μιας εξηνταετίας (Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη 1973, Θερμά θαλάσσια λουτρά 1980, Ο γενικός αρχειοθέτης 1989, Ροζαμούνδη 1995, Τόποι τέσσερις συν τρεις 2001, Ο οβολός 2004, Ο θησαυρός των αηδονιών 2009, Αποκοπή πλατάνου 2010 και Μπάνιο με τον Γιάννη 2019), ο συγγραφέας συνέθεσε ένα σύμπαν λιτής δομικής διευθέτησης, απλών καθαρών γραμμών, ανεξάντλητης δροσιάς και λεπταίσθητου χιούμορ. Οι περισσότερες θεματικές του ανήκουν άλλωστε στον ιδιωτικό, και όχι στον δημόσιο χώρο. Στο κέντρο κάθε κειμένου βρίσκεται πάντοτε το αφηγηματικό εγώ, μια διακριτική παρουσία που με πνευματώδη οξυδέρκεια και παγίως αγαθή προαίρεση παρατηρεί, σχολιάζει και ανακαλεί, δημιουργώντας το μείγμα παλαιικής λεπτότητας και σύγχρονης λιτότητας, που χαρακτηρίζει σταθερά τον μοντέρνο Η.Χ.Π.
Τζένι Έρπενμπεκ, Καιρός. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης, Καστανιώτη, Αθήνα 2024, 422 σελ.
Ο Καιρός της Τζένι Έρπενμπεκ είναι το τυχερό της βιβλίο. Της έφερε το Μπούκερ και ταυτόχρονα την παγκόσμια επιτυχία. Υπήρχαν λόγοι γι’ αυτή. Ο πρώτος, είναι η διάπλατη θέα που μας αποκαλύπτει η Έρπενμπεκ στη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας. Ο δεύτερος, η ιδιοφυής συνύφανση της προσωπικής ιστορίας ενός παράνομου ζευγαριού και της ιστορίας της Ανατολικής Γερμανίας. Ο τρίτος, το ύφος της συγγραφέως που είναι συχνά συναρπαστικό, σε ιστορικό ενεστώτα και με γρήγορες, αναπάντεχες και συχνά συμπληρωματικές ή ταυτόσημες εναλλαγές οπτικής γωνίας της αφήγησης. Κάποιοι μπορεί να αναζητούν και την εξήγηση της ανόδου ακροδεξιών και αντισυστημικών κομμάτων στην πρώην Ανατολική Γερμανία. Η λογοτεχνία, βεβαίως, δεν είναι για να εμβαθύνουν οι αναγνώστες της σε πολιτικά ζητήματα. Ή είναι και γι’ αυτό;
Santiago Gamboa, Colombian Psycho, μετάφραση από τα ισπανικά: Δήμητρα Σταυρίδου, Διόπτρα, Αθήνα 2024, 694 σελ.
Η Κολομβία είναι μια βίαιη, διεφθαρμένη χώρα. Ένας πολύνεκρος εμφύλιος στη χώρα έχει τελειώσει, αλλά ο πόλεμος συνεχίζεται με άλλα μέσα. Ιδανικό σκηνικό, δηλαδή, για νουάρ – που ακόμα μια φορά το αξιοποιεί ο Σαντιάγο Γκαμπόα, μπαίνοντας και ο ίδιος στη δράση του βιβλίου του.