Σύνδεση συνδρομητών

Ένας κόσμος που τελειώνει

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2023 11:19
O Γουίλλιαμ Φώκνερ το καλοκαίρι του 1924.
The Four Seas Company
O Γουίλλιαμ Φώκνερ το καλοκαίρι του 1924.

William Faulkner, Καθώς ψυχορραγώ, μετάφραση από τα αγγλικά: Παναγιώτης Κεχαγιάς, Gutenberg, Αθήνα 2023, 287 σελ.

Το Καθώς ψυχορραγώ είναι μια φιλοσοφική διαμάχη ανάμεσα στον νατουραλισμό και τον ανθρωπισμό. Ο θάνατος, οι οικογενειακοί δεσμοί, τα βάσανα των φτωχών και, ακόμη περισσότερο, των γυναικών, η αίσθηση καθήκοντος, η (αν)ειλικρίνεια, τα ένστικτα και τα ενδόμυχα συναισθήματα, η αμφισβητούμενη αποτελεσματικότητα της γλώσσας αποτελούν τις βασικές θεματικές του μυθιστορήματος. Θεωρήθηκε από τα πιο περίπλοκα μυθιστορήματα του μοντερνιστικού κανόνα στην αμερικανική λογοτεχνία – κι η εκ νέου έκδοσή του στα ελληνικά εξυπηρετεί την ανάγκη να διαβαστεί σε ένα ιδίωμα κοντινό στη σημερινή καθομιλουμένη γλώσσα.

Η Άντι Μπάντρεν ψυχορραγεί. Μαζί της ψυχορραγεί η (όποια) ενότητα των μελών της οικογένειάς της. Μαζί της ψυχορραγεί η αίγλη του βαθιού Νότου. Ο μύθος λέει πως χρειάστηκαν εξήμιση εβδομάδες, τουτέστιν 47 νύχτες (για την ακρίβεια τετράωρα) για να γραφτεί το Καθώς ψυχορραγώ. Στα τέλη του Οκτωβρίου του 1929, τις μέρες ακριβώς που το Μεγάλο Κραχ οδήγησε σε κατάρρευση το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης και σε απόγνωση τους πολίτες των ΗΠΑ, ο τριανταδυάχρονος τότε Γουίλλιαμ Φώκνερ εργαζόταν ως επιστάτης στους λέβητες που παρείχαν ζεστό νερό στις φοιτητικές εστίες του Πανεπιστημίου του Μισισιπή. Από τις δώδεκα ώς τις τέσσερις τα χαράματα και ενώ ταυτόχρονα επέβλεπε τους δύο μαύρους εργάτες της νυχτερινής βάρδιας, είχε μετατρέψει σε γραφείο του μια χειράμαξα και έγραφε αδιάκοπα αυτό που, όπως θα δήλωνε αργότερα, ήταν βέβαιος από τη στιγμή που έγραψε την πρώτη πρόταση ότι θα αποτελούσε το tour de force του.[1] Η ημερομηνία που έγραψε ο Φώκνερ στη σελίδα τίτλου είναι η 25η Οκτωβρίου 1929, μια μέρα μετά τη «Μαύρη Πέμπτη», και η ημερομηνία που το χειρόγραφο ήταν έτοιμο για αποστολή στον επιμελητή και μετέπειτα εκδότη του, Χάρισον (Χαλ) Σμιθ, ήταν η 12η Ιανουαρίου 1930· ο Φώκνερ μάλιστα του αφιέρωσε το έργο. Τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου κυκλοφόρησε με ελάχιστες διορθώσεις και, όπως τα προηγούμενα έργα του συγγραφέα, αρχικά έλαβε ανάμεικτες κριτικές.

Η απλή –αν όχι απλοϊκή για τον σύγχρονο αναγνώστη, που είναι εθισμένος σε ευρηματικές πλοκές και αναζητά απεγνωσμένα το plot twist της υπόθεσης– ιστορία τοποθετείται στην επαρχία Γιοκναπατόφα, μια περιοχή που έχει επινοήσει ο Φώκνερ και στην οποία τοποθετεί τη δράση αρκετών έργων του[2]. Η Άντι Μπάντρεν, σύζυγος ενός αγρότη και μητέρα πέντε παιδιών, βλέπει το τέλος της να πλησιάσει. Ο πρωτότοκός της, Κας, ο φιλότιμος και εργατικός ξυλουργός, φτιάχνει το φέρετρό της καθώς εκείνη παρακολουθεί από το νεκροκρέβατό της. Η Ντιούι Νταλ, η μοναχοκόρη, φροντίζει την ετοιμοθάνατη μητέρα της. Ο Ανς, ο φυγόπονος και σφιχτοχέρης σύζυγος της Άντι, δέχεται να φωνάξουν το γιατρό Πίμπορντι όταν κάθε ελπίδα έχει πια χαθεί. Παρά τη σοβαρή κατάσταση της υγείας της μητέρας, στέλνει δυο από τους γιους τους, τον Νταρλ και τον Τζούελ, να δουλέψουν για να βγάλουν λίγα παραπάνω δολάρια. Ο Τζούελ, το αγαπημένο παιδί της μητέρας, και ο ψυχικά ασταθής Νταρλ θα χάσουν τον ύστατο αποχαιρετισμό γιατί υπάκουσαν τον πατέρα. Ο Βάρνταμαν, ο μικρότερος, ψαρεύει.

Όταν πια η μητέρα αφήνει την τελευταία της πνοή ξεκινούν την τιτάνια, όπως θα αποδειχτεί, προσπάθεια να μεταφέρουν το φέρετρό της στο Τζέφερσον, σαράντα μίλια μακριά από την οικογενειακή εστία, προκειμένου να εκπληρώσουν την ύστατη επιθυμία της, τον ενταφιασμό της στην πατρώα γη. Αψηφώντας τη ζέστη, την υγρασία και την πνιγηρή ατμόσφαιρα του Ιουλίου, σύσσωμη η οικογένεια ξεκινά το ταξίδι εννέα ημερών που περιλαμβάνει μια σειρά από περιπέτειες, κακουχίες, συγκρούσεις, τραγικά αλλά και κωμικά περιστατικά. Η άγρια καταιγίδα της ημέρας του θανάτου της μητέρας θα ανατρέψει τα σχέδιά τους: το ποτάμι έχει πλημμυρίσει, η γέφυρα έχει καταρρεύσει και ένας από τους γιους θα τραυματιστεί. Εξαντλημένοι, θα φτάσουν στον τελικό προορισμό τους όπου κι εκεί θα αναμετρηθούν με το Κακό, όχι πια της φύσης, αλλά το ανθρώπινο, εξωτερικό και εσωτερικό. Κατά τραγική ειρωνεία της τύχης, λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία του μυθιστορήματος, στις αρχές του 1931, ο ίδιος ο Φώκνερ θα αναλάμβανε ολομόναχος το θλιβερό έργο της μεταφοράς και ταφής της πρόωρα γεννημένης κορούλας του που έφυγε από τη ζωή λίγες μέρες μετά τη γέννησή της.

 

«αφού όλοι δειλοί είναι και από φυσικού τους προτιμούν το ψέμα»[3]

Η διήγηση της ιστορίας δεν ακολουθεί την πεπατημένη οδό: το έργο διαιρείται σε πενήντα εννέα κεφάλαια, το καθένα από τα οποία έχει διαφορετικό αφηγητή (δεκαπέντε ήρωες συνολικά), με αποτέλεσμα η εστίαση να μετατοπίζεται από τον ένα χαρακτήρα στον άλλο και ο χρόνος να παραμορφώνεται μέσω της χρήσης του εσωτερικού μονολόγου. Στα περισσότερα κεφάλαια μιλούν σε πρώτο πρόσωπο τα μέλη της οικογένειας και σε κάποια άλλα γείτονες, όπως η θρησκευόμενη Κόρα που επιθυμεί απεγνωσμένα να συγχωρεθεί το αμάρτημα της μητέρας, συντοπίτες ή άλλοι παρατηρητές, όπως ο γιατρός της μητέρας και ο φλεγματικός γιατρός στο Τζέφερσον, που αντιμετωπίζουν τα γεγονότα με την απόσταση και την ενίοτε πιο οξυδερκή ματιά ενός ξένου. Κάθε αφηγητής μοιάζει ειλικρινής και η μαρτυρία του αληθοφανής, αλλά, ταυτόχρονα, μέσα από τα λεγόμενα των άλλων, αναξιόπιστος – έτσι αναγκάζονται οι αναγνώστες να αποφασίσουν μόνοι τους τι από όλα τελικά ισχύει και τι όχι στην «πραγματικότητα».[4]

Όπως στο Η βουή και η μανία που προηγήθηκε, εδώ ο Φώκνερ αξιοποιεί τον εσωτερικό μονόλογο και την αφηγηματική τεχνική της ροής συνείδησης[5] –τεχνικές προσφιλείς και σε άλλους μοντερνιστές όπως ο Τζέημς Τζόυς,  η Βιρτζίνια Γουλφ και ο Τόμας Γουλφ– παραδίδοντάς μας ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα όπου οι ήρωες-αφηγητές του αφηγούνται εναλλάξ την πικρή αυτή ιστορία, σιγά σιγά, μέσα από αντανακλάσεις και αντικατοπτρισμούς, αλλά και από αντικρουόμενες προσλήψεις των γεγονότων. Καθώς ξετυλίγουν τον μίτο των σκέψεων τους μαρτυρούν κρυμμένα μυστικά του παρελθόντος, αποκαλύπτουν και τα βαθύτερα κίνητρα και τις επιδιώξεις τους – μη επιτρέποντας στην τεχνική να επικρατήσει της υπόθεσης.

Έτσι, βλέπουμε πως ο πατέρας επιθυμεί διακαώς να πάει στο Τζέφερσον, όχι μόνο για να εκπληρώσει την επιθυμία της νεκρής γυναίκας του αλλά και για να αγοράσει επιτέλους μια μασέλα και, γιατί όχι, να βρει μια νέα σύζυγο. Ο μεγαλύτερος και πιο εργατικός γιος, ο Κας, σκοπεύει να δουλέψει στο αγρόκτημα του κυρίου Τας που βρίσκεται στο δρόμο τους για το Τζέφερσον. Η κόρη της οικογένειας, ανίκανη να σχηματίσει έστω και έναν συγκροτημένο συλλογισμό, ανυπομονεί να βρει κάποιον γιατρό στο Τζέφερσον για να απαλλαγεί από το ανεπιθύμητο παιδί που κουβαλά στα σπλάχνα της. Οι δυο μεσαίοι γιοι, ο Νταρλ που αντιμετωπίζει με χλευασμό τους πάντες και ο Τζούελ που εκφράζει τη στοργή του με βίαιο τρόπο, παραπέμποντας στη φύση της παράνομης σχέσης της μητέρας του με τον αληθινό του πατέρα, προσπαθούν, ο καθένας με τον τρόπο του, να διαχειριστούν την απώλεια της μητέρας, να ελέγξουν την εύθραυστη ψυχολογική τους κατάσταση και να αντιμετωπίσουν τους δικούς τους δαίμονες. Μόνο ένας εκ των δύο δεν θα καταρρεύσει.

Τέλος, υπάρχει κι ο Βενιαμίν της οικογένειας, ο Βάρνταμαν, που, όπως επισημαίνει ο μεταφραστής στα σχόλια, χρωστά το όνομά του στον Τζέιμς Βάρνταμαν (1861-1930), τον ιδιαίτερα αγαπητό αλλά απίστευτα ρατσιστή και υπέρμαχο της λευκής υπεροχής κυβερνήτη του Μισισιπή. Ο Βάρνταμαν επιθυμεί διακαώς το τρενάκι που η αδερφή του του είπε πως είχε δει σε μια χριστουγεννιάτικη βιτρίνα στο Τζέφερσον. Από τους ακατάληπτους μονολόγους του μένει απροσδιόριστο αν είναι απλώς πολύ μικρότερος από τα αδέρφια του ή αν τελεί σε πνευματική σύγχυση λόγω της απώλειας της μητέρας και της εύθραυστης συναισθηματικής κατάστασης των αδερφών του, καθώς σε όλο το μυθιστόρημα μπερδεύει τη μητέρα του με το ψάρι που κατάφερε να πιάσει την ημέρα του θανάτου της. Ένα κεφάλαιο μάλιστα που έχει αυτόν ως αφηγητή αποτελείται αποκλειστικά και μόνο από την πρόταση «Η μαμά μου είναι ψάρι» (σελ. 94). Στο συγκλονιστικότερο, όμως, από όλα τα κεφάλαια, περίπου στο μέσον του βιβλίου, εν είδει ιντερμέδιου, μιλά η ίδια η νεκρή μητέρα και, με ανάγλυφο τρόπο, αφηγείται τη ζωή της ως δασκάλα πριν από το γάμο της με τον Ανς, τα συναισθήματα που της προκάλεσε ο συζυγικός βίος και η μητρότητα, μιλά για τον μεγάλο έρωτά της, αποκαλύπτει το μυστικό και την αμαρτία της και την αλήθεια για τον Τζούελ, το αγαπημένο από τα παιδιά της, καρπό της απιστίας της με τον πάστορα του χωριού.

Το Καθώς ψυχορραγώ είναι μια φιλοσοφική διαμάχη ανάμεσα στον νατουραλισμό και τον ανθρωπισμό. Ο θάνατος, οι οικογενειακοί δεσμοί, τα βάσανα των φτωχών και, ακόμη περισσότερο, των γυναικών, η αίσθηση καθήκοντος, η (αν)ειλικρίνεια, τα ένστικτα και τα ενδόμυχα συναισθήματα, η αμφισβητούμενη αποτελεσματικότητα της γλώσσας αποτελούν τις βασικές θεματικές του μυθιστορήματος. Η τεχνική των πολλαπλών αφηγητών επιτρέπει την αποκάλυψη των πολλαπλών εμμονών που διακατέχουν τα μέλη της οικογένειας Μπάντρεν. Διαβάζουμε για μια οικογένεια σε αποσύνθεση, τέτοια που ο σύγχρονος ψυχοθεραπευτής θα χαρακτήριζε δυσλειτουργική. Το Καθώς ψυχορραγώ θεωρήθηκε από τα πιο περίπλοκα μυθιστορήματα του μοντερνιστικού κανόνα στην αμερικανική λογοτεχνία και μερίδα των κριτικών εγκωμίασε τις μορφολογικές και τις λογοτεχνικές καινοτομίες του κειμένου, την ευρηματική επιλογή συμβόλων (άλογο, ψάρι, φέρετρο, εργαλεία, εκτός από τα κλασικά όπως το ποτάμι και ο δρόμος), παρότι κάποιοι άλλοι θεώρησαν πως ήταν υπερβολικά ρητορικό και δυσνόητο.

 

«όπως ο Φώκνερ […] που έχει τον Νότο ως το απόλυτο λογοτεχνικό του περιβάλλον και θεματική»

Λογοτέχνες από τον Νότο υπάρχουν και σήμερα πολλοί, ανάμεσα τους αρκετοί αξιόλογοι. Μεταξύ αυτών η συγγραφέας της Μυστικής Ιστορίας και της Καρδερίνας, Ντόνα Ταρτ, επίσης από τον Μισισιπή, στην οποία οφείλουμε την παραπάνω παρατήρηση για τη σχέση του Φώκνερ με τον κοινό τόπο καταγωγής τους. Ο Νότος, όμως, δεν είναι για τους περισσότερους απ’ αυτούς ο καμβάς πάνω στον οποίο κεντούν το υφαντό τους. Αντίθετα, για τον νομπελίστα συγγραφέα ίσχυε αυτό ακριβώς. Η καταγωγή του από παλιά ιστορική οικογένεια του Νότου είχε μεγάλη επίδραση στη διαμόρφωση του Φώκνερ. Δήλωνε περήφανος που ήταν Νότιος και, ως παιδί και ως έφηβος, θαύμαζε πολύ τον προπάππου του, ο οποίος υπηρέτησε ως συνταγματάρχης στον Αμερικανικό Εμφύλιο (1861-1865).

Ο Νότος της παλιάς Συνομοσπονδίας, συχνά αρνούμενος την ανοικοδόμηση και το συμβιβασμό που ακολούθησε τον Εμφύλιο, είναι το βασικό θέμα στην πλειονότητα των έργων του. Η στρατηγική ήττα του Νότου και η απόγνωση που ακολούθησε προκάλεσαν την ανάγκη για μια εξήγηση των αυτονομιστικών του τάσεων, δίχως όμως ο Φώκνερ να καταφεύγει στη δοξολογία του προπολεμικού αφηγήματος. Η λογοτεχνία των ηττημένων αναγνώρισε τα μειονεκτήματα του Νότου: το απάνθρωπο της δουλείας, την εξόντωση των οικονομικά ασθενέστερων λευκών από τους μεγαλοκτηματίες του “old boy network”, το ρατσισμό που έμεινε ζωντανός με τη δράση της Κου Κλουξ Κλαν. Ο Φώκνερ περιγράφει έναν Νότο που παραμένει αργός και νωχελικός, μια εστία ανομίας που περιφρονεί την ενσωμάτωση, τη χειραφέτηση των πρώην σκλάβων και τις «εισαγόμενες» αξίες από τον Βορρά. Ας μην ξεχνάμε πως μιλάμε για μια βαθιά ρατσιστική κοινωνία, ρατσιστική όχι μόνο απέναντι στους μαύρους (με τους οποίους δεν καταπιάνεται στο Καθώς ψυχορραγώ ο συγγραφέας, αλλά το κάνει σε πολλά άλλα έργα του) αλλά και απέναντι σε αυτούς που υποτιμητικά αποκαλούνταν white trash τόσο από τους πλούσιους γαιοκτήμονες όσο και από όσους αυτοπροσδιορίζονταν ως έντιμοι, ηθικοί και εργατικοί μικρομεσαίοι. Αυτοί ήθελαν πάση θυσία να διαχωρίσουν τη θέση τους από εκείνους που περιφρονούσαν ως «τεμπέληδες, αχάριστους και βρωμερούς» φτωχούς συμπολίτες τους, τους κολίγους της εποχής, η κατάσταση των οποίων έφτασε σε πρωτοφανές επίπεδο εξαθλίωσης την περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης. Σε αντίθεση με τις αξίες του Παλιού Νότου, δηλαδή με τον ιπποτισμό, την εντιμότητα, την αρχοντιά, το θάρρος, τη βαθιά πίστη στη θρησκεία, την οικογένεια και την παράδοση, οι ήρωες του Καθώς ψυχορραγώ ενσαρκώνουν και την ίδια στιγμή έρχονται αντιμέτωποι με το ψέμα, τη δολιότητα, την ψυχική αποξένωση, τον ανταγωνισμό, την περιφρόνηση, την επιθετικότητα, την ατιμία και την ατίμωση, την απιστία, την τεμπελιά και την τσιγγουνιά, την εκδικητικότητα και την παραφροσύνη.

Αυτό το καθηλωτικό, μικρής κλίμακας μυθιστόρημα, με όρους χρονικούς και θεματολογίας, που περιστρέφεται γύρω από ένα γεγονός, την ταφή της μητέρας, δικαίως συγκαταλέγεται σήμερα στα αριστουργήματα του Φώκνερ, καθώς με αφορμή το οδοιπορικό ενταφιασμού της Άντι Μπάντρεν –ένα είδος μακρόσυρτης τελετουργίας διάβασης– καταφέρνει να αποτυπώσει μια ολοκληρωμένη τοιχογραφία της αμερικανικής κοινωνίας του Νότου και να πλάσει μια ιστορία που συγκινεί.[6]

Εύλογα ο συγγραφέας αναγνωρίζεται ως μια από τις σπουδαιότερες μορφές του νεωτεριστικού κινήματος στις ΗΠΑ, αλλά και ως ο πατέρας της λογοτεχνίας του αμερικανικού Νότου – southern gothic, όπως ονομάζουν οι φιλόλογοι και οι λογοτεχνικοί κριτικοί το μοντερνιστικό αυτό ρεύμα, την ξεχωριστή λογοτεχνική σχολή που υπηρέτησαν μεγάλες μορφές των γραμμάτων όπως ο Τενεσί Ουίλλιαμς, η Χάρπερ Λι, ο Έρσκιν Κάλντγουελ, η Κάρσον ΜακΚάλλερς.

Στο αναγεννημένο γοτθικό μυθιστόρημα του Νότου, ο τρόμος δεν προκύπτει από το μεταφυσικό στοιχείο (αν και δεν λείπει η πίστη στην επικοινωνία με τα πνεύματα των νεκρών και η χρήση της μαγείας σε ορισμένες περιπτώσεις), από το άγνωστο και το απρόσμενο, αλλά από τον ηθικά παρηκμασμένο ήρωα, τα ταπεινά του κίνητρα, την κοινωνία σε αποσύνθεση, το έγκλημα, την τρέλα, τον θρησκευτικό φανατισμό και τη βία. Στο έργο του Φώκνερ δεν υπάρχουν φαντάσματα και μεταφυσικό κακό. Είναι όλα εδώ, ανάμεσά μας, φαντάσματα με σάρκα και οστά. Η πανταχού παρούσα Φύση, που ο άνθρωπος προσπαθεί να τιθασεύει, αλλά παραμένει απειλητική, ανυπότακτη και επικίνδυνη, αντανακλά τις ψυχικές διαθέσεις των ανθρώπων. Καθάρματα, ραδιούργοι και απατεώνες που αυτοπαρουσιάζονται ως θύματα, ευάλωτοι και κατατρεγμένοι ώσπου να αποκαλυφθεί τι κρύβεται κάτω από το προσωπείο τους, εκκεντρικοί χαρακτήρες και γκροτέσκο καταστάσεις είναι επαναλαμβανόμενα συστατικά του σύμπαντος της Γιοκναπατόφα. Ο Φώκνερ μας παραδίδει ιστορίες βαθιά, αν όχι αφόρητα, ανθρώπινες, σε αντίθεση με την απανθρωπιά που αντιμετωπίζουν οι ήρωές του· μελέτες της ψυχοσύνθεσης του ηττημένου Νότου των αρχών του 20ού αιώνα. Αποκαλύπτει τις εμμονές, την κακία, τη μιζέρια και την αθλιότητα των ανθρώπων που παρασύρονται και αφήνονται να οδηγηθούν σακατεμένοι στον προορισμό τους. Οι ήρωες φτάνουν στα όριά τους, τα ανακαλύπτουν και τα ξεπερνούν. Αρνούνται την πραγματικότητα και φαντασιώνονται μιαν άλλη, αλληλοκατηγορούνται, διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους, προσπαθούν μάταια να δικαιολογήσουν τη μικρότητά τους, ψεύδονται, εξοργίζονται, φθονούν, ποθούν, απατούν και μισούν με μεγάλη ένταση η οποία αποτυπώνεται στην πυρετώδη γραφή του Φώκνερ.

 

Φώκνερ, ο εκκεντρικός

Ποιος ήταν όμως «ο πατέρας της λογοτεχνίας του Νότου»; Σύμφωνα με τους μελετητές και τους κριτικούς του έργου του, ο συγγραφέας του Καθώς ψυχορραγώ ήταν μια ιδιαίτερη και larger than life προσωπικότητα. Ο κοντός, νευρώδης και ελλιποβαρής Γουίλλιαμ Κάθμπερτ Φώκνερ, πρωτότοκος γιος του Μάρεϊ Κάθμπερτ Φώκνερ και της Μοντ Μπάτλερ, γεννήθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 1897 στο Νιου Όλμπανυ στην κομητεία Γιούνιον του Μισισιπή, σε μια εποχή που η συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού ήταν μαύροι. Ο προπάππους του, ο πρώην Συνταγματάρχης Γουίλλιαμ Κλαρκ Φώκνερ, από τον οποίο πήρε το όνομά του, ήταν επίσης συγγραφέας[7] και βιοποριζόταν από τα έσοδα της σιδηροδρομικής εταιρείας που είχε ιδρύσει την εποχή της Ανοικοδόμησης, στη διοίκηση της οποίας εργαζόταν αργότερα και ο Μάρεϊ. Στις αρχές του 20ού αιώνα, η σιδηροδρομική εταιρεία πουλήθηκε και η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Όξφορντ της κομητείας Λαφαγιέτ. Εκεί ο Φώκνερ ανατράφηκε με τον παραδοσιακό τρόπο που εκπαίδευαν οι λευκοί γονείς του Νότου τα παιδιά τους: είχε δικό του πόνυ και, εκτός από την ιππασία, ασχολούνταν με τα όπλα και το κυνήγι. Φύση ανυπότακτη και απειθάρχητος ως μαθητής, εγκατέλειψε το σχολείο χωρίς να αποφοιτήσει και αφοσιώθηκε στο «μη κατευθυνόμενο διάβασμα» που είχε αγαπήσει από τότε που του διάβαζε η μητέρα του παιδική λογοτεχνία και έκανε τις πρώτες του απόπειρες να γράψει ποίηση.

Έπειτα από μια ερωτική απογοήτευση, τον Απρίλιο του 1918, ο νεαρός Γουίλλιαμ στράφηκε στο αλκοόλ, συνήθεια που τον ακολούθησε ώς το τέλος της ζωής του, και κατατάχθηκε στην Καναδική και στη Βρετανική Βασιλική Πολεμική Αεροπορία όσο ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν εν εξελίξει, χωρίς ωστόσο να προλάβει να πολεμήσει – προηγουμένως δεν είχε καταφέρει να υπηρετήσει στο στρατό λόγω ύψους. Στο διάστημα της εκπαίδευσής του στο Τορόντο, πρόσθεσε το u στο επώνυμό του (Faulkner, ως τότε γραφόταν Falkner), γιατί πίστευε πως έτσι μοιάζει περισσότερο αγγλικό και θα περνούσε για Βρετανός. Με τη  νέα εκδοχή του επωνύμου του δημοσίευσε το πρώτο του ποίημα, ένα χρόνο μετά. Χάρη στην τιμητική του αποστρατεία τού δόθηκε η ευκαιρία να παρακολουθήσει μαθήματα στο Πανεπιστήμιο, παρότι στην πραγματικότητα δεν είχε υπηρετήσει. Έπειτα από τρία εξάμηνα φοίτηση, εγκατέλειψε και το πανεπιστήμιο και εργάστηκε για σύντομα διαστήματα σε βιβλιοπωλείο της Νέας Υόρκης και σε εφημερίδα στη Νέα Ορλεάνη. Επέστρεψε στην Όξφορντ και ανέλαβε τη διεύθυνση του πανεπιστημιακού ταχυδρομείου· ήταν, όμως, από τους πιο αναποτελεσματικούς υπαλλήλους που πέρασαν από εκεί: αρνούνταν να διακόψει το διάβασμά του για να ασχοληθεί με τους πελάτες, ενώ οι συμπολίτες του τον χαρακτήριζαν στριφνό, δύσκολο και σκυθρωπό. Στο τέλος αναγκάστηκε να παραιτηθεί.

Το 1929 ήταν μια χρονιά σταθμός στη ζωή του καθώς εξέδωσε το Σαρτόρις, το Η βουή και η μανία και ξεκίνησε να γράφει το Καθώς ψυχορραγώ. Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε την πρώτη του αγάπη, Εστέλ Όλντχαμ, διαζευγμένη πια με δύο μικρά παιδιά, εξαιτίας της οποίας είχε καταταγεί. Με την Εστέλ απέκτησαν μία κόρη (μετά το βρέφος που έχασαν νωρίς) και μετακόμισαν στο Ρόουν Όουκ, ένα αγρόκτημα στην Όξφορντ. Με εξαίρεση κάποια ταξίδια σε Ευρώπη και Ασία και το πέρασμά του από το Χόλιγουντ όπου εργάστηκε ως σεναριογράφος για βιοποριστικούς λόγους, ο Φώκνερ αφοσιώθηκε για το υπόλοιπο της ζωής του, συστηματικά, στη συγγραφή λογοτεχνικών έργων. Το 1949 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ. Με τα χρήματα του Βραβείου δημιούργησε το Ίδρυμα Γουίλλιαμ Φώκνερ, που χορηγούσε υποτροφίες σε νέους αξιόλογους αμερικανούς συγγραφείς. Εκτός από το ποτό, αγαπούσε το κομψό ντύσιμο, την ιππασία και τη φροντίδα των αλόγων. Αγαπούσε, επίσης, να πιλοτάρει, και τα τελευταία χρόνια της ζωής του απολάμβανε το κυνήγι της αλεπούς. Με επιβαρυμένη υγεία από την κατανάλωση αλκοόλ και τις πολλές πτώσεις από άλογα, παρά τις νουθεσίες γιατρών και οικείων, πέθανε από καρδιακή ανακοπή, στις 6 Ιουλίου 1962, σε ηλικία 64 ετών. Ο ίδιος είχε αναφέρει σε επιστολή του ότι θα ήθελε να αναγραφεί στον τάφο του η εξής φράση, ως απαύγασμα της ύπαρξής του: «Έγραψε βιβλία και πέθανε».[8]

 

«Για τους νέους της Γαλλίας ο Φώκνερ είναι Θεός»

Τάδε έφη ο Σαρτρ για τον αμερικανό λογοτέχνη,[9] όπως του μετέφερε με χαρά ο Μάλκολμ Κόλεϊ επιστρέφοντας από το Παρίσι το 1945. Και ήταν αλήθεια· όσο κι αν αυτό έφερνε σε αμηχανία τον Σαρτρ,  το γαλλικό αναγνωστικό κοινό είχε ενθουσιαστεί με το έργο του Φώκνερ και ειδικά οι νέοι, συνεπαρμένοι από το σύμπαν της Γιοκναπατόφα, αναζητούσαν μεταφράσεις των έργων του. Η αναγνώριση που ήρθε από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού χαροποίησε ιδιαίτερα τον Φώκνερ, μια και, παρότι είχε αρχίσει να δημοσιεύει τα έργα του από τη δεκαετία του 1920 στην πατρίδα του, έγινε διάσημος αρκετά αργότερα, κυρίως χάρη στη βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1949.

Οι σύγχρονοί του, και ειδικά οι νότιοι συντοπίτες του, τον αγνοούσαν επί μακρόν επιδεικτικά, επειδή η εικόνα του παρηκμασμένου Νότου στο έργο του ερχόταν σε σύγκρουση με τους ευγενείς, νοσταλγικούς τους πόθους.[10]

Αντίστοιχα, σήμερα, σχολεία στις πιο συντηρητικές και θρησκευόμενες πολιτείες των ΗΠΑ έχουν απαγορεύσει έργα του. Το Καθώς ψυχορραγώ έχει απαγορευτεί σε σχολεία του Κεντάκι και του Μέριλαντ, γιατί επικρατεί η άποψη πως μιλά για την άμβλωση χωρίς να την καταδικάζει, για την αυτοϊκανοποίηση και τη μετενσάρκωση, ενώ το έργο του βρίθει βωμολοχιών και βλασφημιών και περιλαμβάνει αναφορές επί ματαίω του ονόματος του Θεού.[11] Πώς αλλιώς, όμως, να συμβεί, όταν η δράση των έργων του τοποθετείται σε πολιτείες της Ζώνης της Βίβλου, όπου ήταν γεγονός η καταπίεση των παθών και η συμμόρφωση προς τις επιταγές των διαφόρων Προτεσταντικών Εκκλησιών και οι καθημερινές συνομιλίες των πολιτών είναι κατάφορτες από βιβλικές αναφορές;

Ο Φώκνερ έγραψε μυθιστορήματα, διηγήματα, ένα θεατρικό έργο, ποιήματα, δοκίμια και σενάρια κινηματογραφικών ταινιών.[12] Η επιτυχία όμως δεν ήρθε εύκολα για τον Νότιο, που ήδη από τα σχολικά του χρόνια είχε δηλώσει ότι ήθελε να γίνει συγγραφέας σαν τον συνονόματο προπάππου του τον οποίο θαύμαζε απεριόριστα – αξιοποίησε, μάλιστα, την προσωπικότητα και τις περιπέτειές του ως πρώτη ύλη για χαρακτήρες των έργων του. Ο πρώτος που αναγνώρισε το ταλέντο του νεαρού Γουίλλιαμ και τον ενθάρρυνε να συνεχίσει ήταν ο φίλος του Φιλ Στόουν, ένας οικογενειακός φίλος, νομικός, που υπήρξε συναναγνώστης, αδιάκοπος προμηθευτής του επίκαιρων βιβλίων και, το 1924, τον βοήθησε  να εκδώσει σε 1.000 αντίτυπα τη συλλογή ποιημάτων του Ο μαρμάρινος Φαύνος. Την επόμενη χρονιά και πριν από την αναχώρησή του για μια πεντάμηνη περιοδεία στην Ευρώπη (που περιλάμβανε αρκετές εβδομάδες στο Παρίσι), κατά την εξάμηνη παραμονή του στη Νέα Ορλεάνη, σημαντικό λογοτεχνικό κέντρο της εποχής, γνωρίστηκε με ένα κύκλο συγγραφέων στον οποίο συμμετείχε ο Σέργουντ Άντερσον ο οποίος τον ενθάρρυνε να στραφεί στην πεζογραφία. Ο Φώκνερ είχε ήδη γράψει κάποια πρωτόλεια διηγήματα, αλλά το πρώτο του ολοκληρωμένο μυθιστόρημα,  Η πληρωμή του στρατιώτη, εκδόθηκε το 1926. Την επόμενη χρονιά εκδόθηκαν Τα Κουνούπια. Τα πρώτα αυτά έργα του δεν είχαν θερμή υποδοχή ούτε από τους κριτικούς ούτε από το αναγνωστικό κοινό. Η διαφορά έγινε με την έκδοση των Σαρτόρις (1929) – και ακολούθησε Η βουή και η μανία (1929), κείμενο που το δούλεψε πέντε φορές. Στην αρχή, ούτε αυτά έκαναν μεγάλες πωλήσεις, εντούτοις οι κριτικοί αναγνώρισαν πως ο Φώκνερ είχε πια βρει τον τόπο που θα τοποθετούσε τα έργα του: τον Μισισιπή, τόπο καταγωγής του, την εποχή της ηθικής και οικονομικής παρακμής. Ακολούθησε το Καθώς Ψυχορραγώ (1930) που επίσης δεν σημείωσε αξιόλογες πωλήσεις.

Η εμπορική αποτυχία των προηγούμενων βιβλίων του, που οδηγούσε τον Φώκνερ σε οικονομικό αδιέξοδο, υπερκεράστηκε με την κυκλοφορία του επόμενου μυθιστορήματός του με τίτλο Το Ιερό (1931). Ήταν μια συνειδητή προσπάθεια του συγγραφέα να διευρύνει το αναγνωστικό κοινό του, γι’ αυτό επέλεξε ένα θέμα σκανδαλοθηρικό, έναν βιασμό. Η προσπάθειά του στέφθηκε με επιτυχία και άρχισε να γίνεται σχετικά γνωστός, παρότι το έργο δίχασε την κοινότητα των κριτικών: ορισμένοι θαύμασαν τη δύναμη του ύφους και τον τρόπο γραφής του, ενώ άλλοι τον κατέκριναν αποκαλώντας τον «νατουραλιστικό τέρας». Στην πραγματικότητα, τα διαστροφικά πάθη, η βία –σεξουαλική και μη–,  η σεξουαλική ανικανότητα και τα απωθημένα, η απιστία, η αιμομιξία και ο σαδισμός είναι θεματικές που δεν εκλείπουν από τα άλλα έργα του.

Με την έκδοση του επόμενου μυθιστορήματος, Φως τον Αύγουστο (1932), ο Φώκνερ βλέπει πια κριτικούς και κοινό να ενδιαφέρονται αρκετά για το έργο του, οι χαμηλές όμως πωλήσεις και τα αυξημένα έξοδα της ευρύτερης οικογένειάς του, που στηρίζεται απ’ αυτόν, τον αναγκάζουν να στραφεί, όποτε προέκυπτε μεγάλη ανάγκη, στη συγγραφή σεναρίων στα «ορυχεία άλατος», όπως αποκαλούσε το Χόλιγουντ. Αποδείχθηκε εξαιρετικά παραγωγικός στη συγγραφή σεναρίων. Μεταξύ άλλων, συνεργάστηκε κυρίως με τον σκηνοθέτη Χάουαρντ Χοκς στις ταινίες Σήμερα ζούμε (Today we live, 1933), βασισμένη σε δικό του διήγημα, Η σειρήνα της Μαρτινίκα (To Have and Have Not, 1944), βασισμένη στο ομώνυμο διήγημα του Έρνεστ Χέμινγουεϊ (με τον οποίο είχαν αμφίθυμη σχέση), και Πάθος και Αίμα (Ο Μεγάλος Ύπνος, The Big Sleep, 1946), βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ρέιμοντ Τσάντλερ. Οι δύο τελευταίες ταινίες σημείωσαν μεγάλη επιτυχία, καθώς εκτός των άλλων πρωταγωνιστούσαν σε αυτές ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και η Λορίν Μπακόλ.

Παράλληλα, ο Φώκνερ έγραφε ασταμάτητα, στο αγρόκτημα και ησυχαστήριό του. Το 1936 παρέδωσε το αριστούργημά του, το Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ! (1936), μια αλληγορική ιστορία, γραμμένη και αυτή κατά τον προσφιλή του τρόπο, με πολλούς αφηγητές και πολλαπλές οπτικές γωνίες της ίδιας ιστορίας. Ακολούθησαν άλλα έργα, κάποια όχι τόσο σημαντικά, και η τριλογία των Σνόουπς: To χωριουδάκι (1940), Η πόλη (1957), Το μέγαρο (1959). Οι λευκοί ακτήμονες Σνόουπς, αδίστακτοι, επικρατούν έναντι των παλιών αριστοκρατών του Νότου οι οποίοι βρίσκονταν σε οικτρή κατάσταση μετά την ήττα στον Εμφύλιο και την παρακμή του θεσμού της δουλείας που εξασφάλιζε την οικονομική τους υπεροχή. Ο Φώκνερ συνεχίζει να αποτυπώνει με αριστοτεχνικό τρόπο τις φυλετικές, τις οικονομικές και τις κοινωνικές διακρίσεις σε όλα σχεδόν τα έργα του, αναδεικνύοντας με τρόπο μοναδικό το ανάγλυφο του παρηκμασμένου Νότου, στοιχείο που συνέβαλε στο να καθιερωθεί, μαζί με τον Τζον Στάινμπεκ και τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ, ως κορυφαία μορφή της αμερικανικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα.[13]

Παρότι τα έργα του από πολύ νωρίς χαρακτηρίζονται από το ιδιάζον ύφος και τον πειραματικό τρόπο γραφής, επηρεασμένος καθώς ήταν από την ευρωπαϊκή πρωτοπορία, η καταξίωση ήρθε κατά τη δεύτερη συγγραφική του περίοδο που, με κάποιες εξαιρέσεις, δεν τη χαρακτηρίζουν η δύναμη, η έμπνευση και η πρωτοτυπία της πρώτης. Η ταραγμένη προσωπική ζωή του και η σωματική του εξουθένωση που ακολούθησε δεν του επέτρεψαν να γράψει εξίσου κορυφαία έργα τα επόμενα χρόνια, υποστηρίζουν οι κριτικοί. Ωστόσο οι βραβεύσεις διαδέχονταν πια η μία την άλλη. Το 1949 τιμήθηκε με το Νόμπελ λογοτεχνίας για «την επιδραστική και καλλιτεχνικά μοναδική συνεισφορά του στο σύγχρονο αμερικανικό μυθιστόρημα», το 1951 τιμήθηκε ως Ιππότης και έλαβε το Παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής από τη Γαλλική Κυβέρνηση, το 1955 με το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου των ΗΠΑ και με το Βραβείο Πούλιτζερ για το μυθιστόρημα Ο φαύνος (1954)[14], το 1962 με το Χρυσό Μετάλλιο Λογοτεχνίας της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Γραμμάτων και –μετά θάνατον– για δεύτερη φορά με το Βραβείο Πούλιτζερ, για το μυθιστόρημα Οι κλέφτες (1962). Το 1957 έγινε δεκτός από το Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια ως συγγραφέας διαμονής (writer-in-residence). Στο ίδιο Πανεπιστήμιο δώρισε το 1961 το προσωπικό του αρχείο για τη δημιουργία του William Faulkner Foundation. Προς τιμήν του, έχει θεσμοθετηθεί και το σημαντικό Βραβείο PEN/Faulkner.

Η αναγνώριση που κέρδισε με το βραβείο Νόμπελ και η μετατροπή του σε δημόσιο πρόσωπο τον έφερναν σε αμηχανία, παρότι απολάμβανε τον θαυμασμό. Αντιπαθούσε τις συνεντεύξεις, αλλά τις αξιοποίησε με μαεστρία για να πλάσει το μύθο του. Με δικά του λόγια:

Ο λόγος που δεν μου αρέσουν οι συνεντεύξεις είναι ότι φαίνεται να αντιδρώ βίαια στις προσωπικές ερωτήσεις. Αν οι ερωτήσεις αφορούν το έργο, προσπαθώ να τις απαντήσω. Όταν αφορούν εμένα, μπορεί να απαντήσω ή να μην απαντήσω, αλλά ακόμη και αν απαντήσω, αν η ίδια ερώτηση γίνει αύριο, η απάντηση μπορεί να είναι διαφορετική.[15]

Μια βράβευση ήταν και η αφορμή για την επίσκεψή του στην Ελλάδα. Στις 17 Μαρτίου 1957 ο Φώκνερ ήρθε στη χώρα μας αποδεχόμενος την πρόσκληση του Πανεπιστημίου Αθηνών για να παραλάβει το Αργυρό Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών και να παραστεί στην πρεμιέρα του θεατρικού του έργου Ρέκβιεμ για μια Μοναχή, που ανέβαζε ο Δημήτρης Μυράτ στο θέατρο «Κοτοπούλη». Ο συγγραφέας πέρασε δύο γεμάτες εβδομάδες στην Ελλάδα, γοητευμένος από τους ανθρώπους (ιδιαίτερα τις γυναίκες), τη φυσική της ομορφιά και… το ούζο. Όντας λάτρης του ποτού, σύμφωνα με τις φήμες, το μεγαλύτερο διάστημα της παραμονής του ήταν σε κατάσταση ευφορίας αν όχι μέθης. Μετά την επίσκεψη στους Δελφούς, τη συνέντευξη Τύπου, μια σύντομη κρουαζιέρα στον Σαρωνικό και τις Κυκλάδες και επισκέψεις στο Ναύπλιο και τις Μυκήνες, παρευρέθηκε στην τελετή απονομής του Αργυρού Μεταλλίου. Στον ευχαριστήριο λόγο που εκφώνησε, μεταξύ άλλων, είπε: «Όταν ο ήλιος του Περικλή δημιούργησε τον πολιτισμένο κόσμο η σκιά λύγισε και έφθασε ώς την Αμερική. Τώρα ένας Αμερικανός φέρνει τη σκιά αυτή πίσω στην πηγή του φωτός». Επίσης, αποδεχόμενος την πρόταση του αμερικανού πρέσβη Τζορτζ Άλεν να παραστεί σε δείπνο στην οικία του Άγγελου και της Λητώς Κατακουζηνού,  προοδευτικών  μεγαλοαστών που κρατούσαν επαφή με την πρωτοπορία της ευρωπαϊκής διανόησης, αποφάνθηκε: «η μοναδική ευφρόσυνη βραδιά της ζωής μου που τη χάρηκα από τα βάθη αυτού του χάους που λέγεται ψυχή… μια βραδιά που την έζησα με όλες τις ίνες της ψυχής μου, ξέροντας πως δεν θα την ξαναζήσω ποτέ πια». Υπερβολή ή όχι, η Ελλάδα του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση και μιλούσε συχνά στους φοιτητές στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια, όπου έδινε διαλέξεις, για το ταξίδι του στη χώρα του Ομήρου.[16]

 

Μεταφραστικός άθλος

Στη χώρα μας, μαζί με τον Κάφκα, ο Φώκνερ παραμένει ο συγγραφέας που έχει μεταφραστεί περισσότερο από κάθε άλλον ξένο λογοτέχνη από ομότεχνούς του: Κοσμάς Πολίτης (Άγρια φοινικόδεντρα), Κωστούλα Μητροπούλου (Άνυδρος Σεπτέμβρης), Άρης Αλεξάνδρου (Οι αδούλωτοι), Νίκος Μπακόλας (Βουή και πάθος, Ένα ρόδο για την Έμιλι), Παύλος Μάτεσις (Η βουή και η μανία).[17]

Το ίδιο συνέβη και με το Καθώς ψυχορραγώ. Πώς μεταφράζεται όμως ένα έργο με τόσους διαφορετικούς αφηγητές, που εναλλάσσονται διαρκώς και ο καθένας έχει το δικό του ιδιόλεκτο; Πρώτος το επιχείρησε το 1970 ο Μένης Κουμανταρέας (1931-2014), σαράντα χρόνια ακριβώς μετά την πρώτη του έκδοση. Τόλμησε να καταπιαστεί με ένα κείμενο στριφνό και δύσκολο και να παραδώσει μια ομολογουμένως επιτυχημένη μετάφραση, όσο το δυνατόν πιο κοντά στην προφορικότητα και τους ιδιωματισμούς της γλώσσας του επαρχιακού Νότου, αλλά και την αποσπασματικότητα, τα σκόπιμα γραμματικά και συντακτικά λάθη. Εκτός των άλλων, του χρωστάμε την ευρηματική μετάφραση του τίτλου του έργου στα ελληνικά.

Σύμφωνα με τους επιμελητές και μεταφραστές του έργου, ο Φώκνερ εμπνεύστηκε τον πρωτότυπο τίτλο As I lay dying από τη μετάφραση της Οδύσσειας του William Marris (1925) και συγκεκριμένα από τα λόγια που απευθύνει ο Αγαμέμνων στον Οδυσσέα περιγράφοντας τη δολοφονία του από την Κλυταιμνήστρα στη Νέκυια (ραψωδία λ 423-424): «αὐτὰρ ἐγὼ ποτὶ γαίῃ χεῖρας ἀείρων / βάλλον ἀποθνήσκων περὶ φασγάνῳ». Ο Marris είχε μεταφράσει: «while I, as I lay dying / upon the sword, raised my hands to smite her».[18]  Έχει άλλωστε επισημανθεί συχνά πως ο Φώκνερ αντλεί τη μυθολογία του από αυτή των Ελλήνων και των Εβραίων.

Πέντε δεκαετίες μετά, η γλώσσα του Κουμανταρέα στα μάτια των νεότερων αναγνωστών ίσως μοιάζει «παλιακή»: είναι διάσπαρτη από εκφράσεις της ελληνικής υπαίθρου, από λεξιλόγιο και σύνταξη της γλώσσας της επαρχίας, με τα οποία δεν είναι τόσο εξοικειωμένος ο σημερινός αναγνώστης του 2023. Οι γνώστες, ασφαλώς, συνεχίζουν να αναγνωρίζουν πως πρόκειται για μεταφραστικό άθλο. «Άφησα τη γλώσσα να εξελιχθεί καταπώς θα μιλιόταν από έναν απλό μέσο άνθρωπο στις κωμοπόλεις και στα χωριά μας, χωρίς να ξεχνώ πάντα πως βασικά πρόκειται για μια οικογένεια αγροτών. [...] Βασικά δε θέλησα ν' απομακρυνθώ από ένα ύφος απλοϊκό και συνάμα λόγιο που χαρακτηρίζει τον πεζό λόγο του Φώκνερ...», ανέφερε ο ίδιος ο Κουμανταρέας που βρέθηκε αντιμέτωπος με πληθώρα μεταφραστικών επιλογών και διλημμάτων: φέρετρο ή κιβούρι, στο διάολο ή σιχτίρ, για να αναφέρουμε μερικά.

Το Καθώς ψυχορραγώ μόλις εκδόθηκε ξανά από τις εκδόσεις Gutenberg σε νέα υποδειγματική μετάφραση από τον Παναγιώτη Κεχαγιά, που έλαβε υπόψη του την αλλαγή στη σύνθεση του αναγνωστικού κοινού, αλλά και την ακαδημαϊκή έρευνα επάνω στο έργο του Φώκνερ των δεκαετιών που μεσολάβησαν από την πρώτη του μετάφραση στα ελληνικά. Αποτελεί επίτευγμα το ότι η ανάγνωση δεν «σκαλώνει» πουθενά και δεν δημιουργείται η ανάγκη να ανατρέξεις στο πρωτότυπο, κάτι σπάνιο για μεταφράσεις του Φώκνερ. Είναι το δεύτερο έργο του αμερικανού συγγραφέα στη σειρά Orbis Literae, που περιλαμβάνει προσεκτικά επιλεγμένα κλασικά αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Για κάποιον που είναι η πρώτη του επαφή με τον Φώκνερ αρχικά ίσως μοιάζει απλό και εύκολο, αλλά το πολυπρισματικό αυτό μυθιστόρημα γρήγορα αποδεικνύεται απαιτητικό, καθώς διεκδικεί την εγρήγορση του αναγνώστη, τον παρασέρνει και ασυναίσθητα οδηγεί στη συναισθηματική του εμπλοκή. Ο «κόπος» της ανάγνωσης όμως τον ανταμείβει, μια και πρόκειται για ένα έργο που δύσκολα θα τον αφήσει ανεπηρέαστο.

 

ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ WILLIAM FAULKNER ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ

Η πληρωμή του στρατιώτη (1926), μετάφραση: Ερρίκος Μπαρτζινόπουλος, Άγκυρα, 1978, 1998

Σαρτόρις (1929/1973), μετάφραση: Εύη Γεωργούλη, Ίνδικτος, 2001

Η βουή και το πάθος (1929), μετάφραση: Νίκος Μπακόλας, εισαγωγή: Μάλκολμ Κάουλυ, Γκόνη, 1963 [Εξάντας, 1980, 1993] – Η βουή και η αντάρα, μετάφραση: Τάκης Μενδράκος, Πάπυρος, 1974, 1995 – Η βουή και η μανία, μετάφραση: Παύλος Μάτεσις, Καστανιώτη, 2002, 2010, 2018 [Έθνος, 2013, Το Βήμα, 2007]

Καθώς ψυχορραγώ (1930), μετάφραση: Μένης Κουμανταρέας, Κέδρος, 1970 [ανατ. 1983, 1990, 1999, 2011] – μετάφραση: Παναγιώτης Κεχαγιάς, Gutenberg, 2023

Το ιερό (1931), μετάφραση: Γιάννης Λάμψας, πρόλογος: Αντρέ Μαλρώ, Εκδόσεις των Φίλων, 1965, 1975 – Άδυτο, μετάφραση: Τάσος Δαρβέρης & Κώστας Νικολαΐδης, Μέδουσα, 1993 – Ιερό, μετάφραση: Ιωάννα Καρατζαφέρη, πρόλογος: Αναστάσης Βιστωνίτης, Μεταίχμιο, 2011

Φως Αυγούστου (1932), μετάφραση: Στ. Ντώνιας, Ανοιχτή Γωνιά, Θεσσαλονίκη, 1982 – Φως τον Αύγουστο, μετάφραση: Βικτώρια Τράπαλη, Εξάντας, 1987, 1994

Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ! (1936), μετάφραση: Έλλη Μαρμαρά, Οδυσσέας, 1980, 1997 – μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Gutenberg 2021

Οι αδούλωτοι (1938), μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου, Αφοί Συρόπουλοι & Κ. Κουμουνδουρέας, 1960 – Οι ακατανίκητοι, μετάφραση: Ντίνα Σάπκα, επιμέλεια: Γρηγόρης Παπαδογιάννης, Σύγχρονη Εποχή, 1991

Άγρια φοινικόδεντρα (το πρώτο μέρος του If I forget thee, Jerusalem, 1939), μετάφραση: Κοσμάς Πολίτης, Φοντάνα, 1971, Γράμματα, 1986, Κωστοπούλου, 2010

Ο γέρος (το δεύτερο μέρος του If I forget thee, Jerusalem, 1939), μετάφραση: Μαρία Γεωργουσοπούλου, Το Ροδακιό, 1998

Το χωριό (1940), μετάφραση: Δ. Κωστελένος, Δίδυμοι, 1969 [αυτοτελώς: το τρίτο μέρος, Μακρύ καλοκαίρι, και το τέταρτο μέρος, Οι χωριάτες, Πέλλα, 1984] – Το χωριουδάκι, μετάφραση: Γρηγόρης Παπαδογιάννης, Δελφίνι, 1991

Ο ξένος στο χώμα (1948), μετάφραση: Αύγουστος Κορτώ, Καστανιώτη, 2014

Οι κλέφτες (1962), μετάφραση: Βασίλης Καζαντζής, Φέξη, 1966, Πέλλα, 1984 – Οι αλήτες, μετάφραση: Βασίλης Καζαντζής, Καρανάσης, 1982 – Κλέφτες, μετάφραση: Εύη Γεωργούλη, Ίνδικτος, Αθήνα, 1999, 2004 

 

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Το μαγικό δέντρο (1927), μετάφραση: Κυριάκος Ντελόπουλος, εικονογράφηση: Σάββας Κωνσταντινίδης, Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις, Θεσσαλονίκη 1986 [Καστανιώτη 1997]

Ένα ρόδο για την Έμιλυ (1930), μετάφραση: Νίκος Μπακόλας, εικονογράφηση: Μανώλης Ζαχαρουδιάκης, Κέδρος, 1995

Κόκκινα φύλλα (1930), μετάφραση-επίμετρο Γιάννης Παλαβός, Κίχλη, 2021.

Άνυδρος Σεπτέμβρης (1931) [περιλαμβάνει και τα: «Κένταυρος από χαλκό» (1932), «Μαλλιά» (1931), «Πέρσυ Γκριμ» {από: Φως τον Αύγουστο}, Ένα ρόδο για την Έμιλυ], μετάφραση: Κωστούλα Μητροπούλου, Παϊρίδης, 1970

Χάλκινος κένταυρος και άλλα διηγήματα [«Μαλλιά», «Άνυδρος Σεπτέμβρης»], μτφ. Εύη Γεωργούλη, Πατάκη, 1996

Ο αχυρώνας φλέγεται (1939), μετάφραση-επίμετρο Γιάννης Παλαβός, Κίχλη, 2018

Η αρκούδα (1942), μετάφραση: Βασίλης Καλλιπολίτης, επίμετρο: Michel Butor, Εξάντας, 1980, 2005

Έξι ιστορίες μυστηρίου [Knight’s Gambit (1949): «Ο καπνός» (1932), «Ο παρίας», «Χειρ υπεράνω των υδάτων» (1939), «Αύριο» (1940), «Λάθος συνταγή» (1946), «Το άλογο» (1949)], μετάφραση: Στέλλα Τσίρκα, Γράμματα, 1988

Ο Καπνός και άλλα διηγήματα [«Αύριο», «Το σκάκι της ζωής» (1949), «Ένα χέρι πάνω στο νερό»], μετάφραση: Βασίλης Καζαντζής, Πεχλιβανίδης, χ.χ. 

AS I LAY DYING

Millenium Films 

To Χόλιγουντ ενδιαφέρθηκε με πολύ μεγάλη καθυστέρηση για το Καθώς ψυχορραγώ του Φώκνερ. Το As I lay dying γυρίστηκε μόλις το 2013, σε σκηνοθεσία του Τζέιμς Φράνκο. Στη φωτογραφία, ο Λόγκαν Μάρσαλ-Γκριν, ο Τζέιμς Φράνκο, ο Τζιμ Πάρακ, η Άννα Ο’Ράιλι και ο Τιμ Μπλέικ Νέλσον.

 

 

 

 

[1] Προφορική συνέντευξη στις 30 Μαΐου 1957, https://faulkner.lib.virginia.edu/display/wfaudio18_2.html#wfaudio18_2.20.

[2] Πρόκειται για μία περιοχή πλούσια σε κυνήγι που καλύπτει μια περιοχή 2.400 τετρ. μιλίων και έχει 15.611 κατοίκους, τη διασχίζει ένας ποταμός, έχει σκονισμένους δρόμους, παλιά αρχοντικά, έλη, ένα κοιμητήριο και σιδηρόδρομο. Την κατοικούν Ινδιάνοι, σκλάβοι, στρατιώτες, πλούσιοι γαιοκτήμονες με βαμβακοφυτείες, καλλονές του Νότου, βετεράνοι του εμφυλίου και, με το πέρασμα των χρόνων, βετεράνοι και των δύο παγκοσμίων πολέμων. Το Καθώς ψυχορραγώ είναι το τρίτο μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στην περιοχή αυτή, όμως σε αντίθεση με το Σαρτόρις και το Η βουή και τη μανία δεν αφορά τους αριστοκράτες αλλά τους αγρότες της.

[3] Καθώς ψυχορραγώ, σελ. 145.

[4] Λόγω της φύσης των πολλαπλών προοπτικών και της αφήγησης μέσω της τεχνικής της ροής συνείδησης, το Καθώς Ψυχορραγώ δεν θεωρήθηκε ιδανικό κινηματογραφικό υλικό. Ωστόσο, το 2013 ο ηθοποιός/σκηνοθέτης James Franco σκηνοθέτησε την κινηματογραφική του μεταφορά,  χρησιμοποιώντας split-screens, voiceover και άλλες τεχνικές για να προσπαθήσει να διατηρήσει το πνεύμα της σπασμένης σε θραύσματα ιστορίας.

[5] Η πατρότητα της τεχνικής της ροής συνείδησης πιστώνεται στον αμερικανό φιλόσοφο και ψυχολόγο William James και συγκεκριμένα στο έργο του Αρχές της ψυχολογίας (1890).

[6] Η πιο ενδιαφέρουσα πρόσφατη συλλογή μελετών που βοηθά στην κατανόηση, αν όχι και στην απόλαυση, του έργου είναι το ειδικό τεύχος του περιοδικού Cycnos (Νίκαια) 34/2 (2018), “‘The Wagon Moves’: New Essays on William Faulkner’s As I Lay Dying”.

[7] Το γνωστότερο έργο του, το περιπετειώδες μυθιστόρημα με τίτλο Το λευκό ρόδο της Μέμφιδας (1880), έκανε 36 εκδόσεις μέσα σε 30 χρόνια και πούλησε πάνω από 160.000 αντίτυπα.

[8] Βλ. Robert Hamblin, Myself and the World: A Biography of William Faulkner (Jackson: University Press of Mississippi, 2016), σελ. xi.

[9] Ο ίδιος ο Σαρτρ, βέβαια, είχε ασκήσει κριτική στο έργο του Φώκνερ στο πολυδιαβασμένο δοκίμιό του «Για το μυθιστόρημα Η βουή και η μανία: Η χρονικότητα στον Φώκνερ» (1939), στο Situations I (Παρίσι: Gallimard, 1947). Στην παλιά μετάφραση των Καταστάσεων του Κώστα Σταματίου (Αθήνα: Αρσενίδης, χ.χ., σελ. 307-315) περιέχεται το δοκίμιο «Ο Ουίλλιαμ Φώκνερ κι τέχνη του μυθιστορήματος (“Sartoris”)» (1938). Πρόσφατα και τα δύο δοκίμια μεταφράστηκαν φροντισμένα από τον Αντώνη Χατζημωυσή, στο Jean-Paul Sartre, Χούσερλ, Φώκνερ, Καρτέσιος: τέσσερα κείμενα (Αθήνα: ΜΙΕΤ, 2020), σελ. 23-53.

[10] Τιτίκα Δημητρούλια, «Φώκνερ, ο μεγάλος Νότιος που επηρέασε τους Έλληνες. Το αποκαλυπτικό μυθιστόρημα Η βουή και η μανία σε μετάφραση του Π. Μάτεσι», Καθημερινή 5/10/2003,  https://www.dimitroulia.gr/fwkner_megalos_notios_poy_epirease_toys_ellines_to_apokalyptiko_mythistorima-article-617.html?category_id=65.

[11] https://pen.org/on-william-faulkners-as-i-lay-dying.

[12] Η πλούσια εργογραφία του περιλαμβάνει 19 μυθιστορήματα, 125 διηγήματα, 20 κινηματογραφικά σενάρια –9 εκ των οποίων έγιναν ταινίες–, 2 θεατρικά έργα, 5 ποιητικές συλλογές, καθώς και κάποια δοκίμια. Από την πλούσια βιβλιογραφία για τον Φώκνερ ας αρκεστώ σε δύο εισαγωγικά βοηθητικά έργα, A Companion to William Faulkner, επιμ. R. C. Moreland (Οξόρδη: Blackwell, 2007) και A William Faulkner Encyclopedia, επιμ. R. W. Hamblin & C. A. Peek (Westport: Greenwood Press, 1999). Αξίζει να σημειωθεί, για τις προσεγγίσεις που προσφέρει σε νέα πεδία (οπτική κουλτούρα, σπουδές φύλου και «μαύρες σπουδές» κ.ά.), το The New William Faulkner Studies, επιμ. S. Gleeson-White & P. Dabashi (Cambridge: CUP, 2022).

[13] Χρήσιμες μαρτυρίες για την υποδοχή των έργων του είναι οι σύγχρονες κριτικές τους, μέρος των οποίων συγκεντρώνεται στον τόμο William Faulkner: The Contemporary Reviews, επιμ. M. Thomas Inge (Cambridge: CUP, 1995), ειδικά σελ. 45-50 για το Καθώς ψυχορραγώ.

[14] Ήταν μια αμφιλεγόμενη επιλογή, μια και Ο Φαύνος δεν συγκαταλέγεται στα αριστουργήματά του.

[15] Από τη συνέντευξη που έδωσε στην Jean Stein στη Νέα Υόρκη για το Paris Review και δημοσιεύτηκε την άνοιξη του 1956: https://www.theparisreview.org/interviews/4954/the-art-of-fiction-no-12-william-faulkner. Με τον τίτλο «Η τέχνη της μυθοπλασίας» περιλαμβάνεται στο βιβλίο Η τέχνη της γραφής: 10 κορυφαίοι συγγραφείς αποκαλύπτουν τα μυστικά της τέχνης τους στο Paris Review, επιμ. Φίλιπ Γκούρεβιτς, μτφ. Μαρίνα Τουλγαρίδου (Αθήνα: Τόπος, 2010), ενώ αποσπάσματά της είχαν δημοσιευτεί αμέσως στην Επιθεώρηση Τέχνης 19 (1956), σελ. 85-86.

[16] Για τη ζωή του Φώκνερ το ελληνικό κοινό μπορεί να συμβουλευτεί, με προσοχή όμως, το αφιέρωμα στον συγγραφέα του περιοδικού Διαβάζω 54 (1982), όπου και ενδιαφέροντα σύντομα άρθρα για το έργο του. Η έως το 1984 ελληνική βιβλιογραφία του συγκεντρώθηκε από την Κάτια Γεωργουδάκη, «Ο Ουίλλιαμ Φώκνερ στην Ελλάδα: Βιβλιογραφία 1946-1984», Νέα Πορεία 359-361 (Ιαν.-Μάρτ. 1985) 31-39· δεν γνωρίζω ανάλογη νεότερη βιβλιογραφία. Η επίδρασή του, ιδίως σε θεσσαλονικείς πεζογράφους, από τον Ξεφλούδα έως τον Μπακόλα, είναι μια ενδιαφέρουσα πτυχή της πρόσληψής του στην Ελλάδα.

[17] Βλ. τον Πίνακα της ελληνικής εργογραφίας του Φώκνερ.

[18]  Βλ. Καθώς ψυχορραγώ, σελ. 281, σημείωση του μεταφραστή, A William Faulkner Encyclopedia, σελ. 21.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.