Σύνδεση συνδρομητών

Μεσαίωνας και Αναγεννήσεις

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2022 06:26
Συνάντηση γιατρών στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού, εικόνα από χειρόγραφο του 16ου αιώνα. Το συγκεκριμένο Πανεπιστήμιο ήταν ανάμεσα στα πρώτα που ιδρύθηκαν τον ενδέκατο αιώνα, και ήδη από τον δωδέκατο η πανεπιστημιακή κοινότητα διεκδίκησε την αυτονομία της ως κέντρο πνευματικής  εξουσίας απέναντι στην κοσμική εξουσία και σε αυτήν του αυτοκράτορα.
Bibliothèque Nationale - Paris
Συνάντηση γιατρών στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού, εικόνα από χειρόγραφο του 16ου αιώνα. Το συγκεκριμένο Πανεπιστήμιο ήταν ανάμεσα στα πρώτα που ιδρύθηκαν τον ενδέκατο αιώνα, και ήδη από τον δωδέκατο η πανεπιστημιακή κοινότητα διεκδίκησε την αυτονομία της ως κέντρο πνευματικής  εξουσίας απέναντι στην κοσμική εξουσία και σε αυτήν του αυτοκράτορα.

Luther Blissett, Εκκλησιαστής, μετάφραση από τα ιταλικά: Άννα Γρίβα, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα 2022, 832 σελ.

Το 1999, στην Ιταλία, η συλλογικότητα Ιταλών αναρχικών που υπογράφουν ως Wu Ming («ανώνυμος» ή «κανένας» στα κινεζικά) ή ως Luther Blissett, κυκλοφορεί το τελευταίο από μια σειρά βιβλία. Ο Εκκλησιαστής είναι ένα βλάσφημο μυθιστόρημα, ένα «θρησκευτικό θρίλερ», με φόντο τη μεσαιωνική Ευρώπη και το πέρασμα στη Μεταρρύθμιση. Πώς άλλαξε όμως η Ευρώπη και τι την άλλαξε; (Τεύχος 134)

Το  1514, ο Αλβέρτος του Οίκου των Χοεντσόλερν  γίνεται, στα 23 του, αρχιεπίσκοπος του Μαγδεμβούργου, αγοράζοντας και την αρχιεπισκοπή του Χάλμπρεστατ. Τρία χρόνια αργότερα, η Μαγεντία, το πλέον εκτεταμένο εκκλησιαστικό πριγκιπάτο της Γερμανίας, περιμένει να διοριστεί και να χειροτονηθεί  ο νέος επίσκοπος, οπότε ο Αλβέρτος θα ελέγχει το ένα τρίτο της γερμανικής επικράτειας. Προσφέρει 14.000 δουκάτα και επιπλέον 10.000 ως παπική επιχορήγηση. Η συμφωνία ολοκληρώνεται με παρέμβαση της Τράπεζας των Φούγκερ της Αυγούστας, η οποία προκαταβάλλει το αρχικό ποσό. Ο Αλβέρτος χρωστάει στους Φούγκερ 30.000 δουκάτα, οι τραπεζίτες υποδεικνύουν στον Αλβέρτο τον τρόπο πληρωμής. Ο Αλβέρτος δεσμεύεται να προωθήσει στα υπό τον έλεγχό του εδάφη το κήρυγμα του πάπα Λέοντος Ί για τα συγχωροχάρτια. Οι πιστοί οφείλουν να αποδώσουν ένα ποσό για την κατασκευή της Βασιλικής του Αγίου Πέτρου και, έτσι, θα αποκτήσουν ένα πιστοποιητικό άφεσης αμαρτιών. Η όλη αποστολή ανατίθεται στον πλέον ικανό ιεροκήρυκα την εποχή εκείνην, τον Γιόχαν Τέτσελ. Όμως, ένας  νεαρός αυγουστιανός μοναχός, δόκτωρ του Πανεπιστημίου της Βυτεμβέργης,  γίνεται έξαλλος.  Ονομάζεται Μαρτίνος Λούθηρος και, στις 31 Οκτωβρίου 1517, αναρτά στη βόρεια πύλη του Καθεδρικού της Βυτεμβέργης, του «πιο περισπούδαστου βούρκου όλης της χριστιανοσύνης», τις περίφημες σήμερα 95 θέσεις του, πράξη ιδρυτική της Μεταρρύθμισης.

 

Η Ευρώπη κατά τη Μεταρρύθμιση

Από εδώ πιάνει το νήμα της αφήγησης η συλλογικότητα Ιταλών αναρχικών που υπογράφουν ως Wu Ming («ανώνυμος» ή «κανένας» στα κινεζικά) για μας ξεναγήσουν στην Ευρώπη  κατά τη Μεταρρύθμιση, εποχή έντονων κοινωνικών συγκρούσεων, μέσα από την αναδρομική αφήγηση του  κεντρικού ήρωα και πρωτοπρόσωπου αφηγητή της ιστορίας, από το 1555 προς τα πίσω –«σας υποσχέθηκα να μην ξεχάσω»– ο οποίος μας συστήνεται με  διάφορα ονόματα και είναι γνωστός ως «Χερτ», ένας «αιρετικός». Μισθοφόροι, τραπεζίτες, τυπογράφοι απαγορευμένων βιβλίων, ιεροκήρυκες, μεσσιανικοί ζηλωτές, διωκόμενοι Εβραίοι φιλελεύθεροι, πάπες, έμποροι και πρίγκιπες, η Ιερά Εξέταση –«οι εξωτερικοί εχθροί είναι χρήσιμοι για να έχει κανείς υπό τον έλεγχό του τους εσωτερικούς»– συνθέτουν ένα λεπτοδουλεμένο μωσαïκό, μια τοιχογραφία της Μεσαιωνικής Ευρώπης στην πορεία προς την Αναγέννηση. Πορεία που εκτείνεται από τη Γερμανία του Λούθηρου (τη Νυρεμβέργη, λόγου χάριν, όπου «στο τυπογραφείο επικρατεί μια φρενήρης κινητικότητα», μέχρι την Αλσατία, το Στρασβούργο, όπου οι τυπογράφοι δεν έχουν αντίρρηση να τυπώσουν «κείμενα με επαναστατικές ιδέες», και μέχρι το αναβαπτιστικό βασίλειο του Μύνστερ, όπου «οι άνθρωποι είναι ανοιχτοί με τους ξένους, ίσως επειδή ο αναβαπτισμός έφτασε εδώ από τους περιπλανώμενους  Ολλανδούς εμπόρους»)  και από τις αγορές της Αμβέρσας (όπου πολλοί κρυφά υποστηρίζουν τις ιδέες του Λούθηρου, κυρίως οι έμποροι, μπουχτισμένοι από την ισπανική κατοχή, «που παράγουν, βγάζουν λεφτά, κατασκευάζουν κτίρια και δρόμους»)  και του Άμστερνταμ μέχρι τις ιταλικές πόλεις, λόγου χάριν τη Βενετία, στο «έλεος της οποίας παραδίδεσαι». Η πολυσχιδής διαδρομή του «Χερτ» –«αργά ή γρήγορα η Φλάνδρα και οι Κάτω Χώρες θα τιναχτούν στον αέρα σαν μπαρουταποθήκη»…– εξηγεί, βέβαια, και τα πολλά ονόματα με τα οποία μας συστήνεται στο ανά χείρας μυθιστόρημα, που μπορεί να διαβαστεί, χάρη στην ψιλοκεντημένη πλοκή του και   ως αστυνομικό, αλλά, το υπαινιχτήκαμε ήδη, και ως μαρτυρία: «Θέλω να τα συγκροτήσω όλα, από την αρχή, από τις λεπτομέρειες, τις συνθήκες, τη ροή των γεγονότων. Προτού η απόσταση θολώσει το βλέμμα που στρέφεται προς τα πίσω, εξασθενίζοντας τον πάταγο των φωνών, των όπλων, των στρατών, το γέλιο, τις κραυγές».

Ο «Χερτ» συντρίβεται ξανά και πάλι, αλλάζει ονόματα, μένει χωρίς συντρόφους που φεύγουν για Αλλού, αλλά επιμένει να μάχεται. Αντίπαλός του, ο σκιώδης Ε., μάλλον ένας κοινωνικός χειραγωγός. Τα διασταυρούμενα πεπρωμένα τους διαπιστεύουν ιστορίες εξεγέρσεων και άγριας καταστολής, αφού δεν προτείνονται ως αθύρματα της ιστορίας αλλά, ο καθείς με τον τρόπο του, σε  τρόπον τινά διαμορφωτές της. Διαμορφωτές της πορείας προς την Αναγέννηση, εποχής μεταιχμιακής.   Αν, σύμφωνα με τον Ζακ Λε Γκοφ, η Αναγέννηση  συνιστά  «το τελευταίο αναγεννησιακό φαινόμενο ενός μακρού Μεσαίωνα».

Πράγματι, από τον 12ο έως τον 15ο αιώνα σημειώνεται βραδεία αλλά σαφής εξέλιξη. Στον τομέα της γεωργίας παρατηρείται τεχνική πρόοδος, χάρη στο άροτρο με σιδερένιο υνί,  την αντικατάσταση του βοδιού από το άλογο  έλξης, το αρτεσιανό πηγάδι, την εκτροπή  χειμάρρων και άλλων υδάτινων οδών, το  πιεστήριο σταφυλιών,  την αύξηση του παραγόμενου αγροτικού προϊόντος, χάρη στην τριετή αμειψισπορά,  με αποτέλεσμα να αυξηθεί ο πληθυσμός στις πόλεις και να αναζωογονηθούν. 

Γενικότερα, η γενίκευση της χρήσης του σιδήρου και η ανάπτυξη της μεταλλουργίας συνέβαλαν στη βελτίωση των καλλιεργητικών εργαλείων – ο σιδηρουργός ήταν πρόσωπο σημαντικό στον μεσαιωνικό κόσμο. Ήδη από τον 9ο αιώνα,  γραπτές μαρτυρίες και αρχαιολογικά ευρήματα επιβεβαιώνουν τη χρήση του σιδερένιου πετάλου, μία από τις καινοτομίες στην πολεμική τεχνική, όπως και οι σιδερένιοι αναβολείς, «που αιωρούνται από τη σέλα με αρτάνες», λόγου χάριν στο ιππικό υπό τον Βελισάριο. Οι μύλοι πολλαπλασιάζονται, το υδραυλικό πριόνι κάνει την εμφάνισή του, όπως και οι ανεμόμυλοι, από τον 12ο αιώνα. Συγχρόνως, οι υποδομές του ρωμαϊκού κόσμου, οι δρόμοι και ιδίως το αστικό δίκτυο εξακολουθούν να διατηρούν τη σημασία τους, σε όλη τη διάρκεια των Μέσων Χρόνων (500-1500), ενώ οι μηχανικοί μεγαλουργούν με τους επιβλητικούς  καθεδρικούς ναούς – το  ουσιαστικό «μηχανικός»   καταγράφεται πρώτη φορά το 1170.

Ο εκχριστιανισμός του μεγαλύτερου μέρους της Ευρώπης   συνιστά μείζονα μεταβολή, ειδικά κατά το δεύτερο τέταρτο των Μέσων Χρόνων, και ο εκχριστιανισμός έφερε μαζί του τις εκκλησιαστικές δομές. Συγχρόνως, οι εγγράμματες πρακτικές εξαπλώθηκαν σε όλο και μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, ενώ η ανταλλαγή πληροφοριών γινόταν σε πολύ ευρύτερη βάση. Ο κομβικός ρόλος αυτής που ο Κρις Γουίκαμ έχει χαρακτηρίσει «βασιλοκεντρική δημόσια σφαίρα» για τους πολιτικούς δρώντες κληρονομήθηκε απευθείας από το ρωμαϊκό παρελθόν, αλλά τα  δυτικά πολιτικά καθεστώτα ξεπεράστηκαν από μια Βυζαντινή Αυτοκρατορία, όπου η απώλεια των ανατολικών της επαρχιών από τους Άραβες κατά τη διάρκεια του 7ου αιώνα δεν είχε αποτέλεσμα την κατάρρευση των παραδοσιακών πολιτικών και δημοσιονομικών δομών – το βυζαντινό αυτοκρατορικό σύστημα αποτέλεσε ένα γνήσιο εναλλακτικό πρότυπο ευρωπαϊκής ανάπτυξης,  σε  σχέση με αυτό που βίωσαν οι δυτικές δυνάμεις· το παράδειγμα του Βυζαντίου το συναγωνίστηκε σε λαμπρότητα και συνοχή το Χαλιφάτο των Ομμεϋαδών – στα τέλη του 15ου αιώνα, το ισχυρότερο και πλουσιότερο κράτος στην Ευρώπη δεν ήταν άλλο από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία βασίστηκε σε δημοσιονομικά μοντέλα που είχε κληρονομήσει από τη Βυζαντινή  Αυτοκρατορία, αλλά και από το Χαλιφάτο.

 

Αναγέννηση και Αναγεννήσεις    

Αν έτσι έχουν τα πράγματα,  σε όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα  υπήρξαν περισσότερες από μία  αναγεννήσεις, περισσότερο ή λιγότερο σύντομες, περισσότερο ή λιγότερο νικηφόρες. Λόγου χάριν, υπήρξαν οι «τρόποι του τραπεζιού», για να θυμηθούμε τον Νόρμπερτ Ελίας. Ή η ανάδυση των μαθηματικών ως μεθόδου, με τις νέες, ακριβέστερες εκδόσεις, με τα σχόλια στον Ευκλείδη και με την εισαγωγή του μηδέν στις αρχές του 13ου αιώνα με το κρίσιμο Liber Abaci του Λεονάρντο Πιζάνο, που γράφτηκε το 1208 και αναθεωρήθηκε το 1228. Αλλά υπήρξαν ακόμα η εμφάνιση των συναλλαγματικών στο τέλος του 12ου αιώνα, η  ανακάλυψη της διπλογραφίας –μάλλον, η σημαντικότερη ανακάλυψη στη λογιστική–,  η εισαγωγή των εννοιών της «τοκογλυφίας», της «σπάνεως» του «κεφαλαίου». Άλλωστε, ήδη από τα 1250, ο όρος  «αξία» είχε πλέον αποκτήσει θεωρητική σημασία, στο πλαίσιο της μετάφρασης  των Ηθικών Νικομαχείων από τον Αλβέρτο Μεγάλο.

Στα τέλη του 12ου και στις αρχές του 13ου αιώνα, εμφανίζεται, εξάλλου, ένα νέο είδος λογίων που ομαδοποιούνται στις συσσωματώσεις δασκάλων και φοιτητών οι οποίοι θα αποτελέσουν τα πανεπιστήμια. Τα πανεπιστήμια ήταν θεσμός που γεννήθηκε στο πλαίσιο των μεσαιωνικών πόλεων, μια περίοδο κατά την οποία το εμπόριο, η αγορά και το χρήμα συνδέονταν με τον νέο καταμερισμό εργασίας και με ανακατατάξεις στην ιεραρχία και  στην αξία που αποδίδεται σε διαφορετικά επαγγέλματα. Για παράδειγμα, ο χρόνος των εμπόρων πρέπει πια να υπολογίζεται με ακρίβεια, γι’ αυτό και τα μηχανικά ρολόγια κάνουν την εμφάνισή τους εκεί όπου τα έχουν περισσότερο ανάγκη, εκεί όπου οι έμποροι είναι περισσότεροι, στην Ιταλία πρώτα, πέρα από τις Άλπεις αργότερα, δεδομένης της ανάδειξης των πόλεων σε κέντρα   οικονομικής δραστηριότητας.

Στις πόλεις-λιμάνια, τον 12ο αιώνα, τα πλοία εξοπλίζονται με πηδάλια και έναν αιώνα αργότερα τα εμπορεύματα  φορτώνονται με γερανούς. Την ίδια εποχή, η πανεπιστημιακή κοινότητα διεκδικεί την αυτονομία της ως κέντρο πνευματικής  εξουσίας απέναντι στην κοσμική εξουσία και σε αυτήν του αυτοκράτορα – τα πρώτα πανεπιστήμια ιδρύθηκαν τον 11ο αιώνα: Μπολόνια, Σαλέρνο, Παρίσι, Οξφόρδη, από μορφωμένους κληρικούς που δίδασκαν σε διάφορες σχολές. 

Αν συμφωνήσουμε με όλα αυτά, η εικόνα  της μετάβασης από τον Μεσαίωνα στους  νεότερους χρόνους «δεν είναι αυτή  της περιστροφής ενός  τροχού, αλλά η εικόνα μιας μακράς διαδοχής κυμάτων που κυλούν στην παραλία και καθένα  τους σπάζει σε διαφορετικό σημείο και σε διαφορετική στιγμή. Οι γραμμές ανάμεσα στο παλιό και στο καινούργιο είναι παντού διαφορετικές· κάθε σκέψη ακολουθεί τον δικό της ρυθμό και ο μετασχηματισμός ποτέ  δεν αφορά ολόκληρο το σύμπλεγμα του    πολιτισμού», διείδε ήδη το 1920  ο Γιόχαν Χουιζίνγκα.

«Η περιοδολόγηση της ιστορίας δεν είναι ποτέ ουδέτερη ή αθώα πράξη», παρατηρεί ο Ζακ Λε Γκοφ. «Η περιοδολόγηση είναι έργο ανθρώπινο, και γι’ αυτό τεχνητό και προσωρινό. Εξελίσσεται μαζί με την ίδια την ιστορία. Η χρησιμότητά της είναι […] διπλή: επιτρέπει καλύτερο έλεγχο επί του παρελθόντος χρόνου, αλλά επίσης  υπογραμμίζει το εύθραυστο αυτού του μέσου ανθρώπινης γνώσης», που συνιστά η ιστορία. Το πώς την αντιλαμβανόμαστε  συνδέεται  άρρηκτα με το πώς αντιλαμβανόμαστε την έννοια του έθνους και  πώς  δομούμε τον εθνικό χρόνο.  Η ιστορία είναι εξ ορισμού κοινωνική

Στη μελέτη της Ιστορίας  φτάνουμε από στενωπούς, γι’ αυτό και συχνά πρέπει να κάνουμε βήματα επί τόπου, αν θέλουμε να αναθεωρήσουμε τις επιβεβλημένες εκδοχές της μνήμης και της ιστορίας. Η Ιστορία πάντοτε ποιείται.  Η Ιστορία, δηλαδή, δεν είναι κάτι που αφορά το παρελθόν, η Ιστορία αφορά το παρόν. Οι ιστορικοί δημιουργούν την ιστορία μέσα από τους τρόπους διά των οποίων οι κοινωνίες εξιστορούν το παρελθόν: από το πώς, δηλαδή, μελετούν τη σχέση τους με το παρελθόν και το πώς διαλαμβάνουν τη σχέση μας μαζί του. Ξέρουμε, εξάλλου, χάρη και στον Ζαν Λε Γκοφ, πως «μία από ύψιστες φροντίδες των τάξεων, των ομάδων και των ατόμων που κυριάρχησαν και κυριαρχούν στις ιστορικές κοινωνίες είναι να γίνουν κύριοι της μνήμης και της λήθης». Επομένως, δηλαδή, «το ερμάρι της ιστορίας ποτέ δεν άνοιξε με ένα μόνο κλειδί», για να προσφύγω στον Κ. Θ. Δημαρά και στα «πολλαπλά αίτιά» του. 

Η ιστορία, προσπαθώ να πω, είναι η ιχνηλάτηση μιας διαδρομής αντιφάσεων, διχοστασιών, ρωγμών, ασυνεχειών, «του θραύσματος και του προβληματικού»,  σύμφωνα με τη λέξη του Αντώνη Λιάκου, η απο-οικειοποίηση όσων θεωρούνται δεδομένα, η αποδόμηση του κανονικού, του κανόνα. Έργο της ιστορίας, μια συνεχής ερωτηματοθεσία, «μια λογοδοσία της κοινωνίας στον εαυτό της».  

Αυτή τη ζωηρή ερωτηματοθεσία, με τους τρόπους του μυθιστορήματος, θέτει ο ανά χείρας Εκκλησιαστής. Και μας συνεγείρει. 

Ηλίας Καφάογλου

Δημοσιογράφος, επιμελητής, συγγραφέας, κριτικός. Πρόσφατα βιβλία του: Ελληνική αυτοκίνηση 1900-1940 (2013), Ελύτης εποχούμενος (2014), Πεζός. Ένας μικρός επαναστάτης (2016), Η δημοκρατία στην παραλία (2018), Η Γυφτοπούλα. Μια γυναίκα ερωτευμένη και η εποχή της (2019).

Τελευταία άρθρα από τον/την Ηλίας Καφάογλου

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.