Σύνδεση συνδρομητών

Μητέρα, τάφος, φάντασμα

Σάββατο, 15 Μαϊος 2021 07:01
O Όσιαν Βουόνγκ το 2019.
flickr
O Όσιαν Βουόνγκ το 2019.

Όσιαν Βουόνγκ, Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα αγγλικά: Έφη Φρυδά, Gutenberg, Αθήνα 2021, 328 σελ.

 Ένα βιβλίο που αγαπήθηκε πολύ και ανέδειξε τον συγγραφέα του, μετανάστη στις ΗΠΑ από το Βιετνάμ, στο καινούργιο είδωλο της αμερικανικής λογοτεχνίας. Λυρικός, λεπτός, με ποιητική αφαίρεση, γράφει στη μητέρα του (που δεν θα τον διαβάσει ποτέ, επειδή είναι αναλφάβητη) για να περιγράψει τα τραύματα της ζωής του, αλλά και τις προσπάθειές του, μέσα στην κοινωνία, να τα επουλώσει, να συγχωρήσει και να αγαπήσει. Να ζήσει.

Αγαπημένη μου μαμά. Μέσα στο μυαλό του Όσιαν Βουόνγκ –ή ίσως και στην καρδιά του– η λέξη μαμά έχει έναν ήχο πένθιμο, όμοιο με αυτόν της καμπάνας. «Σου γράφω σε μια προσπάθεια να σε πλησιάσω – ακόμα και αν κάθε λέξη που βάζω κάτω στο χαρτί με απομακρύνει περισσότερο από εσένα», συνεχίζει, απευθυνόμενος στην αναλφάβητη (η εκπαίδευσή της σταμάτησε σε ηλικία πέντε ετών, όταν το σχολείο της καταστράφηκε από αμερικανικές βόμβες) μητέρα του. Ο Όσιαν Βουόνγκ γεννήθηκε το 1988 σε έναν ορυζώνα στο Βιετνάμ. Όταν ήταν μόλις δύο ετών, η οικογένειά του εκδιώχθηκε από τη χώρα, καθώς η μητέρα του ανήκε σε «μεικτή» φυλή, και μετανάστευσε στις ΗΠΑ.

Ο τριαντατριάχρονος σήμερα συγγραφέας και ποιητής, Όσιαν Βουόνγκ, τα δύο βιβλία του οποίου –η ποιητική συλλογή Νυχτερινός Ουρανός με τραύματα εξόδου και η νουβέλα Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι– κυκλοφόρησαν στις αρχές του έτους στα ελληνικά από τις εκδόσεις Gutenberg, υπογράφει ένα βιβλίο, στην ουσία μια επιστολή διακοσίων πενήντα σελίδων, προς έναν άνθρωπο που ο γράφων γνωρίζει εξαρχής πως δεν θα καταφέρει ποτέ να το διαβάσει: την αναλφάβητη μητέρα του. 

 

Ενας συγγραφέας πολύ αγαπητός

Το αμερικανικό κοινό επιφύλαξε θερμή υποδοχή στον Όσιαν Βουόνγκ, καθώς ήδη από το 2016, οπότε και κυκλοφόρησε η ποιητική του συλλογή, το έργο και η γραφή του υμνήθηκαν από την κριτική, ενώ ο ίδιος δημοσίευσε έργα του στα πιο γνωστά και έγκυρα έντυπα: στον New Yorker, στους New York Times, στην Boston Review, στο Narrative Magazine, στο Poetry, στο Nation – και όχι μόνο. Για την ποιητική συλλογή Νυχτερινός ουρανός με τραύματα εξόδου, τιμήθηκε με το ζηλευτό T.S. Elliot Prize αλλά και με το Whiting Award.  Το βιβλίο για το οποίο μιλάμε, το μυθιστόρημα Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι, είναι ήδη παγκόσμιο μπεστ σέλερ, ήταν ένα από τα καλύτερα βιβλία του 2019 για το New Yorker, βρέθηκε στη βραχεία λίστα για το βραβείο Dylan Thomas, ενώ είναι ήδη στα σκαριά μια κινηματογραφική μεταφορά του.

Κάνοντας χρήση της ασιατικής αφηγηματικής τεχνικής “kishōtenketsu” (μιας τεχνικής που αγαπά πολύ και ο σπουδαίος ιάπωνας σκηνοθέτης κινουμένων σχεδίων, Χαγιάο Μιγιαζάκι), εξηγώντας δηλαδή τον λόγο για τον οποίο αποφασίζει να αφηγηθεί κάτι, ο Βουόνγκ, απευθυνόμενος στη μητέρα του, αποκρυσταλλώνει τα βιώματά του σε μια αφήγηση η οποία μπορεί να διαβαστεί όχι μόνο ως εξιστόρηση των εμπειριών ενός νεαρού βιετναμέζου μετανάστη στις ΗΠΑ, αλλά και ως αφήγημα ενηλικίωσης, πόνου, μα κυρίως ανακάλυψης και νοηματοδότησης της προσωπικής και της εθνικής ταυτότητας του συγγραφέα. Στην ουσία, μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι περιστρέφεται γύρω από το ερώτημα «Τι σημαίνει να είσαι Αμερικανός», με τον Βουόνγκ να εξηγεί τη θέση του:

Είναι μια όμορφη χώρα η Αμερική, ανάλογα από ποιά πλευρά την κοιτάζεις. [...] Είναι μια όμορφη χώρα, ανάλογα με το ποιος είσαι.

Η αφηγηματική τεχνική έχει το σκοπό της και το αποτέλεσμα δικαιώνει την άποψη του συγγραφέα, όπως την εξέφρασε σε μια συνέντευξή του στους New York Times, ότι «η αφηγηματική τεχνική μπορεί να διασώσει και να διεγείρει την εγγύτητα, και η εγγύτητα, με τη σειρά της, να δημιουργήσει ένταση».  

Μέσα από τα μάτια του Μικρού Σκύλου –ψευδώνυμο που έδωσε η γιαγιά Λαν στον μικρό Βουόνγκ, τηρώντας το έθιμο που ήθελε τους Βιετναμέζους να δίνουν ένα τρομακτικό όνομα στα παιδιά τους, έτσι ώστε να μένουν ανέγγιχτα από τα κακά πνεύματα– βλέπουμε σημεία της ζωής του Όσιαν, σκέψεις και συναισθήματα, με μια παράλληλη μα συνάμα σπαρακτική αναψηλάφηση τραυμάτων του παρελθόντος (προσωπικού και οικογενειακού). Η αναψηλάφηση αυτή προκαλεί σκέψεις που αποκαλύπτουν στη μητέρα του τους φόβους του και τις σκοτεινές πλευρές του εαυτού του.

Ο Μικρός Σκύλος, που μετανάστευσε στις ΗΠΑ σε ηλικία δύο ετών, περνάει ζόρια. Μένει με την –ψυχικά τραυματισμένη από τον πόλεμο– μητέρα του και τη σχιζοφρενή γιαγιά του σε ένα φτωχικό διαμέρισμα, στο Χάρτφορντ του Κονέκτικατ. Η μητέρα του δουλεύει σε ένα κέντρο αισθητικής, ως μανικιουρίστα, και τον χτυπάει συχνά. Ο Μικρός Σκύλος δεν μιλά ούτε γράφει αγγλικά ώς τα έντεκα. Το μεγαλύτερο μέρος της πλοκής επικεντρώνεται στην παιδική και εφηβική ζωή του Μικρού Σκύλου, αλλά ο Βουόνγκ, μέσω της γραφής του, εκθέτει ατρόμητα και τις προσωπικές και τις οικογενειακές μνήμες. Μέσα Στη γη [όπου] είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι, θίγονται πολλά θέματα: η βία, που τη βίωσε η οικογένεια του Βουόνγκ στον πόλεμο του Βιετνάμ, αλλά και η ενδοοικογενειακή εκδοχή της (όπως τη βίωσε ο Όσιαν από τη στοργική αλλά συχνά κακοποιητική μητέρα του και από τον απόντα πατέρα του). Θίγονται ακόμα η ομοφυλοφιλία και η διαχείριση της εξωτερίκευσής της, η φυλετική ταυτότητα, το ίδιο το σώμα, η έκσταση, η φτώχεια, η χαρά και, φυσικά, ο έρωτας.

Μέσα από τη λαβυρινθώδη αφήγηση του βιβλίου του, ο Βουόνγκ, ανακαλώντας εικόνες και μνήμες του παρελθόντος, ξεδιπλώνει με μαεστρία τον λυρισμό του, μιλώντας γλυκά και ανθρώπινα. Ειδικά στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, κομμάτια της αφήγησης προσιδιάζουν σε μια εκδοχή λυρικού ποιήματος. Αν έχεις διαβάσει την περίληψη του βιβλίου, τα συνήθως δυο λόγια που γράφονται γι’ αυτό στον Τύπο, μένεις με την εντύπωση ότι πρόκειται για κάτι βαρύ, μια δραματική εξομολόγηση δεινών που δύσκολα αντέχονται. Ο λυρισμός όμως του συγγραφέα γιατρεύει μαγικά τον πόνο και την οδύνη που κουβαλούν τα βιώματά του. Η φτώχεια, για παράδειγμα, δεν παρουσιάζεται ως η συνθήκη που οδηγεί καταστάσεις μιζέριας – συνθήκη στην οποία πολλοί συγγραφείς καταφεύγουν επιδιώκοντας την ταύτιση των αναγνωστών τους. Όχι, ο Όσιαν Βουόνγκ παρουσιάζει γλυκά τις σπάνιες στιγμές απόλαυσης της φτωχής ζωής του σε ένα μικρό διαμέρισμα μιας γκετοποιημένης περιοχής του Κονέκτικατ, με τη μητέρα του, Ρόουζ, και τη γιαγιά του, Λαν (ο κακοποιητικός πατέρας του απουσιάζει). 

 

Το βιβλίο του έρωτα

Και φυσικά, περιγράφει τον έρωτα. «Αυτό που ένιωσα δεν ήταν επιθυμία, αλλά η συσπειρωμένη φόρτιση της πιθανότητάς της» γράφει. Και πιο κάτω στην αφήγηση, όταν ο έρωτάς του για τον νεαρό Τρέβορ είναι πλέον ισχυρός, αναφέρει: «ήταν το αγόρι, από το οποίο έμαθα πως υπάρχει κάτι πιο βάναυσο και ολοκληρωτικό από τη δουλειά – η επιθυμία». Ο Όσιαν Βουόνγκ δείχνει έτσι την ανάγκη που έχει ο καταπιεσμένος έφηβος ομοφυλόφιλος να κάνει το αυτονόητο: να ζήσει. Περιγράφει χαρακτηριστικά, στις εξομολογήσεις προς τη μητέρα του:

Υπήρχαν χρώματα, μαμά. Ναι, ένιωθα πως υπήρχαν χρώματα όταν ήμουν μαζί του.

Διαβάζοντας τη λέξη «μαμά» σε αυτή την πρόταση (“Ma” στην αγγλική έκδοση), θυμήθηκα το τραγούδι της Μέλανι Σάφκα, “Look what They’ve done to my song, Ma” (οι νεότεροι το μάθαμε από την ακουστική εκτέλεση της Μάιλι Σάιρους). Τόσο στο τραγούδι αυτό, όσο και στη γραφή του Βουόνγκ, όλη η δύναμη κρύβεται στη λέξη «μαμά», όπως και σε κάθε συναισθηματικά φορτισμένη περίοδο λόγου που ψάχνει να βρει κάπου καταφύγιο. Σαν να πρόκειται η λέξη «μαμά», η τρυφερή απόδοση της μητέρας στην παιδική ηλικία, και σε κάθε περίοδο που κάποιος αισθάνεται ευάλωτος, να φιλήσει τον πόνο του ψυχικού τραύματος, διώχνοντάς τον μακριά. Η σχέση του Μικρού Σκύλου με τη μαμά του είναι ο κώδικας που διαπερνά ολόκληρη τη ζωή του –από την εργασία και την καθημερινότητα, μέχρι τον έρωτα: όταν ο Τρέβορ παρατηρεί για πρώτη φορά τον Όσιαν, ο συγγραφέας είναι σοκαρισμένος από τη διαπίστωση ότι κάποιος τον παρατήρησε – η μητέρα του, άλλωστε, του είχε μάθει να προστατεύει τον εαυτό του με το να μένει αόρατος. 

Ο τρόπος που γράφει ο Όσιαν Βουόνγκ είναι εντυπωσιακά ειλικρινής, και εξομολογητικός, αποφεύγοντας τις προσποιήσεις και τις εξιδανικεύσεις. Πιέζει τις λέξεις και τις έννοιες, ψάχνει το νόημα που κρύβεται μέσα σε μια άλλη λέξη, σε μια προσπάθεια να αποτυπώσει στο χαρτί φευγαλέες στιγμές της καθημερινότητάς του, έστω την ψευδαίσθηση της πραγματικότητας, της ζωής. Ευθύς και ακριβής στη διήγηση και στην αποτύπωση εικόνων, συγχρόνως ατρόμητος καθώς δεν διστάζει να δώσει και πιο «ενοχλητικές», τρόπον τινά, λεπτομέρειες του έρωτά του με τον Τρέβορ, συγκλονιστικός στην αφήγηση του θανάτου της γιαγιάς Λαν. Η αφήγησή του καθηλώνει και σαγηνεύει με τη λεπτότητά της και της έλλειψη προσποίησης. Ο Βουόνγκ θεωρεί πλεονέκτημά του το ότι μιλά βιετναμέζικα, καθώς είναι μια γλώσσα τονική. Αυτό σημαίνει πως ο ακροατής πρέπει να έχει τεταμένη την προσοχή του, μιας και, για παράδειγμα, οι λέξεις “má, mả, ma” στα βιετναμέζικα σημαίνουν «μητέρα, τάφος, φάντασμα». Για τον ίδιο, το να ακούει και να καταλαβαίνει αυτές τις διαφορές, σημαίνει να γράφει με την απόλυτη δυνατή ακρίβεια. Η εξαιρετική μετάφραση της Έφης Φρυδά, μεταφέρει στη γλώσσα μας με ακρίβεια την ομορφιά του λόγου του Βουόνγκ.

Το μυθιστόρημα Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι είναι το έργο –ή μάλλον ο προσωπικός άθλος– ενός ανθρώπου που έχει κατορθώσει να καλλιεργήσει τον κήπο των συναισθημάτων του, να κατακτήσει την προσωπική αυτοδυναμία, να αντικρίσει κατάματα το φρικτό εθνικό και οικογενειακό παρελθόν του, να κατανοήσει το προσωπικό του παρελθόν, να επουλώσει τις όποιες πληγές, να συγχωρήσει, να αγαπήσει.

 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.