Σύνδεση συνδρομητών

Η οικογεωγραφία του μυθιστορήματος

Σάββατο, 15 Μαϊος 2021 00:36
Ο Μιχάλης Μοδινός.
Σπύρος Κατωπόδης
Ο Μιχάλης Μοδινός.

Μιχάλης Μοδινός, Παραγουάη. Μυθιστόρημα, Καστανιώτη, Αθήνα 2020, 375 σελ. 

Με το νέο μυθιστόρημά του, ο Μιχάλης Μοδινός φαίνεται να επιστρέφει στη δοκιμιακή αφετηρία των νεανικών χρόνων του, στην οικογεωγραφία. Από τα πρώτα του δοκίμια αναδυόταν ένας  τρόπος γραφής και αφήγησης που νομοτελειακά τον οδηγούσε στην περιπέτεια του μυθιστορήματος.

Το 1986, τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών τον κέρδισε μια περίεργη όσο και εντυπωσιακή ταινία, τα γυρίσματα της οποίας έγιναν σε φυσικούς χώρους: The Mission (Η αποστολή) του Ρολάν Ζοφέ. Ήταν η πρώτη δική μου επαφή με την ιστορία της σχεδόν άγνωστης Παραγουάης, που κατέληξε σε μια κινηματογραφική κριτική στο ιστορικό περιοδικό Νέα Οικολογία, έπειτα και από μια ενδιαφέρουσα συζήτηση σε παρακείμενο μπαρ της Μαυρομιχάλη για τους «μύθους ανάπτυξης στους τροπικούς» με τον τότε διευθυντή σύνταξης του περιοδικού, Μιχάλη Μοδινό. Η μυθολογία των τροπικών θα αποτελούσε, χρόνια αργότερα, την  εναρκτήρια συγγραφική πορεία του Μοδινού, με την οποία θα εισαγάγει τον όρο οικογεωγραφία στις σχετικές αναζητήσεις της εποχής.[1]

Αντίθετα, η πρώτη επαφή με την Παραγουάη του κεντρικού ήρωα της αφήγησης, ενός γεωπόνου από την Καρδίτσα, ήταν μια ορεινή συναυλία των Λος Παραγουάιος, σε «ένα συμπαθητικό θεατράκι που είχε φτιαχτεί τα χρόνια εκείνα της λεγόμενης ολοκληρωμένης πολιτιστικής ανάπτυξης της υπαίθρου μιας περιόδου ευφορίας και σταδιακής υπερχρέωσης». Τελικά, αρκετά χρόνια αργότερα και συμβολικά λίγο πριν από την έναρξη της κρίσης, αποφασίσει να δραπετεύσει –η φυγή είναι χαρακτηριστικό όλων σχεδόν των λογοτεχνικών ηρώων του Μοδινού– από τα επαγγελματικά του αδιέξοδα, τη γενικευμένη περιρρέουσα παρακμή και από έναν σχεδόν διαλυμένο γάμο, με προορισμό αυτή «την απέραντη επίπεδη γη, όπου το μάτι πλανιέται ανεμπόδιστα», ελκυστική κυρίως επειδή δεν έχει θάλασσα. Είναι μια συνειδητή λογοτεχνική αποδέσμευση από την ερωτική μυθολογία της ακρογιαλιάς που ξεχειλίζει στις ελληνικές, κυρίως ποιητικές, λογοτεχνικές καταθέσεις.

Μπορεί η Παραγουάη να μην έχει θάλασσα, είναι όμως η χώρα των τριών μεγάλων ποταμών που καθορίζουν τα σύνορά της με την Αργεντινή και τη Βραζιλία – ο μεγαλύτερος από αυτούς, ο Ρίο Παραγουάη, της δίνει το όνομά της. Με έκταση 407.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, είναι τρεις φορές η Ελλάδα, αλλά έχει μόλις 7,5 εκατομμύρια κατοίκους, στην πλειονότητα μιγάδες από μια εκτεταμένη διασταύρωση εποίκων με τους ιθαγενείς. Βιολογική έκφραση ενός ιστορικού γεγονότος που ουσιαστικά διαμόρφωσε τη χώρα: τις αποστολές των Ιησουιτών στους Τροπικούς.

Η ιστορική προσέγγιση του Μοδινού και η σύνδεση με το σήμερα γίνεται σε μια παράλληλη αφήγηση, μέσω ενός προγόνου του κεντρικού ήρωα, ο οποίος τον 18ο αιώνα άφησε τα αλπικά βοσκοτόπια της Πίνδου για να καταλήξει, μετά από περιπλάνηση (τύφλα να έχει η παγκοσμιοποίηση), στον Ρίο ντε Λα Πλάτα, από εκεί στην Ασουνσιόν, σημερινή πρωτεύουσα της χώρας, και τελικά  στις ιεραποστολές των Ιησουιτών. Ο χρόνος συνυπάρχει με το χώρο και τις εξαντλητικές περιγραφές του, καθορίζοντας την αφήγηση. Στη γλώσσα των τοπικών ιθαγενών Γκουαρανί, η λέξη αράντου σημαίνει «αίσθηση του χρόνου»: «Τον χρόνο πρέπει να τον σέβεσαι γιατί δεν μπορείς να τον νικήσεις – αν και  μπορείς όμως να τον αφηγηθείς», παρατηρεί ο συγγραφέας.    

Αυτές οι ιεραποστολές, οι μισσιόνες, με την έγκριση και του ισπανικού Στέμματος, διέφεραν από τις συνηθισμένες ιεραποστολές των άλλων ταγμάτων που είχαν μοναδικό στόχο τον προσηλυτισμό των ιθαγενών στον χριστιανισμό. Οι πανεπιστήμονες εκείνη την εποχή Ιησουίτες –οι παλαιότεροι εξ ημών θα θυμούνται τις φροντιστηριακές αναφορές στη Γεωμετρία τους–, έχοντας βασική αποστολή την προστασία των αυτοχθόνων από τη δουλεία, θα ξεκινήσουν ένα τεράστιο για την εποχή εποικιστικό πρόγραμμα με την ίδρυση παραγωγικών οικιστικών μονάδων, των Reducciones. 

Οι οικισμοί ήταν ορθογώνιοι,  με μια μεγάλη δενδροφυτευμένη κεντρική πλατεία, στη μια άκρη της οποίας ήταν οι αποθήκες και τα οπλοστάσια,  στην άλλη η μπαρόκ εκκλησία και εκατέρωθεν οι κατοικίες, πλινθόκτιστες ή ξύλινες, με φαρδιές κοινόχρηστες βεράντες, όπως τις ανασυστήνει ο Μοδινός που έχει επισκεφτεί τα σημερινά τους ερείπια «μέσα στην εξοντωτική υγρή ζέστη, όπου κολυμπούν μονάχα οι τοπικές ιγκουάνα σαν προϊστορικά τέρατα σε μικρογραφία». Οι χιλιάδες Ινδιάνοι κατέφυγαν σε αυτούς τους οικισμούς, οι οποίοι επεκτείνονταν με τις καλλιέργειες σε δυο ή τρία τετραγωνικά χιλιόμετρα, για να προφυλαχθούν από τις ομάδες των Μπαντεϊράντες (από την λέξη μπαντέιρα, σημαία, στα πορτογαλικά) που αναζητούσαν φθηνά εργατικά χέρια, δούλους δηλαδή για τα τεράστια αγροκτήματα που προέκυπταν από τις αποψιλώσεις των εδαφών στις  γειτονικές πορτογαλικές κτήσεις (Βραζιλία).

Σε αυτές τις παραγωγικές μονάδες, όπου εκτός από τις γεωργικές δραστηριότητες άνθισαν και αντίστοιχες μεταποιητικές με υψηλά πλεονάσματα, οι ιθαγενείς έμαθαν γράμματα αλλά και μουσική – με ιδιαίτερο ταλέντο σ’ αυτή. Δεξιότητες που αμφισβητούσαν στην πράξη το διαδεδομένο εκείνη την εποχή δίλημμα κατάταξης των ιθαγενών, δηλαδή αν ήταν  άνθρωποι ή ζώα.  

Τελικά αυτή την άνιση μάχη την κέρδισαν οριστικά οι μεγάλοι γαιοκτήμονες, όταν το Βατικανό και οι δυο μεγάλες αποικιακές Αυλές της εποχής αποφάσισαν  ότι η σωτηρία των αγροκτημάτων ήταν πολυτιμότερη από τη σωτηρία των ψυχών. Όμως, σήμερα, εκτός από τα ερείπια των κτιρίων, έχει μείνει και το βιολογικό αποτύπωμα αυτής της συνύπαρξης, της διασταύρωσης των λευκών με τους ιθαγενείς αλλά και των ενδιάμεσων ανθρωπότυπων που προέκυπταν. Διασταυρώσεις που δεν απαγόρευαν, αν δεν ενθάρρυναν, οι ιησουιτικές ιεραποστολές. Σήμερα η πλειονότητα των κατοίκων, όπως προαναφέραμε, είναι μιγάδες.

 

Ξέρει καλά

Σε μια συνέντευξή του ο Τζακ Λόντον είχε δηλώσει για τους συγγραφείς ότι πρέπει να γράφουν μόνο για πράγματα που ξέρουν καλά[2]. Ο Μιχάλης Μοδινός, ο μοναδικός ίσως έλληνας συγγραφέας που μπορεί να διακτινίζεται λογοτεχνικά σε όλο τον πλανήτη, δεν καταγράφει ιστορίες και πραγματικότητες από τη φαντασιακή θαλπωρή ενός γραφείου, αλλά μεταφέρει τη βιωμένη εμπειρία του από χρόνια εργασίας και οδοιπορικά σε άγνωστες ενδοχώρες της περιφέρειας, αλλά και τον διαρκή προβληματισμό του για τα μοντέλα ανάπτυξης. Με την Παραγουάη του, έπειτα από μια μεγάλη λογοτεχνική διαδρομή (εννέα μυθιστορημάτων, αν δεν κάνω λάθος), φαίνεται να επιστρέφει στη δοκιμιακή αφετηρία του, στην οικογεωγραφία. Ίσως πάλι να επισφραγίζει αυτό το υβρίδιο λογοτεχνικής οικογεωγραφίας, γιατί από τα πρώτα του δοκίμια αναδυόταν ένας  τρόπος γραφής και αφήγησης που νομοτελειακά τον οδηγούσε στην περιπέτεια του μυθιστορήματος.

Πάντως, για τους σινεφίλ αναγνώστες, συνιστάται η προαναφερθείσα ταινία, καθώς το φόντο στο οποίο πρωταγωνιστούν ο Ρόμπερτ ντε Νίρο και ο Τζέρεμι Άιρονς, θα μπορούσε να εικονογραφεί τη μυθιστορηματική γραφή του Μοδινού.

 

[1] Μιχάλης Μοδινός, Μύθοι της Ανάπτυξης στους Τροπικούς, Στοχαστής, Αθήνα 1990. 

[2] Τζακ Λόντον, Ιστορίες του μποξ, μετάφραση: Ανδρέας Αποστολίδης, Άγρα, Αθήνα 2006.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.