Σύνδεση συνδρομητών

Όταν οι κατάσκοποι αμφιβάλλουν

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2020 00:35
O Τζον Λε Καρρέ το 1965.
Φωτογραφία Αρχείου
O Τζον Λε Καρρέ το 1965.

John Le Carré, Ένας προδότης στα μέτρα μας, μετάφραση από τα αγγλικά: Νάσος Κυριαζόπουλος, Bell, Αθήνα 2011, 342 σελ.

«Ένας καλός συγγραφέας δεν είναι ειδικός παρά μονάχα στον εαυτό του. Και αν είναι συνετός, φυλάει τα λόγια του πάνω σ’ αυτό το θέμα. Μερικοί από σας ίσως αναρωτιούνται γιατί διστάζω να ενδώσω σε συνεντεύξεις στο ραδιόφωνο, την τηλεόραση, τον Τύπο. Η απάντηση είναι ότι τίποτε απ’ όσα γράφω δεν είναι αληθινό. Είναι η ύλη των ονείρων, όχι η πραγματικότητα. Κι όμως, τα ΜΜΕ με αντιμετωπίζουν σαν να έχω γράψει εγχειρίδια για κατασκόπους. Σ’ ένα βαθμό κολακεύομαι που τα παραμύθια μου τα παίρνουν τόσο σοβαρά. Ωστόσο, ταυτόχρονα, σιχαίνομαι τον ρόλο του γκουρού, μια και δεν έχει καμία σχέση με το ποιος είμαι και το τι κάνω. Οι καλλιτέχνες, από την εμπειρία μου το λέω, έχουν πολύ φτενό πυρήνα. Υποκρίνονται. Δεν είναι το γνήσιο πράγμα. Είναι κατάσκοποι. Κι εγώ δεν αποτελώ εξαίρεση». Μερικά λόγια με τα οποία ο Τζον Λε Καρρέ αυτοπαρουσιαζόταν, μια περιήγηση στο έργο του συγγραφέα που μετέτρεψε την κατασκοπεία σε υπαρξιακό στοίχημα. Αναδημοσίευση από το Books’ Journal, τχ. 16, Φεβρουάριος 2012.

 Αν μου ζητούσε κανείς να διατυπώσω με λίγα λόγια την αναγνωστική μου αυτοβιογραφία, θα υποστήριζα ευθαρσώς ότι έχω μεν αναγνωστικές εμμονές, όχι όμως προκαταλήψεις – εκτός από μία. Για χρόνια αρνιόμουν να διαβάσω τα βιβλία του Τζον Λε Καρρέ, κατατάσσοντάς τον στους συγγραφείς δράσης (που δεν με πολυενδιέφεραν) και κατασκοπείας (που μου φαίνονταν παρατραβηγμένοι), καχύποπτη απέναντι στις λογοτεχνικές αρετές που οι πάντες τού αναγνώριζαν, με άλλα λόγια θεωρώντας τον κάτι σαν τον Ζεράρ ντε Βιλλιέ (ίσως συνέτεινε σ’ αυτό και η σχετικά κοινή ηχητική των τρίπτυχων ονομάτων τους). Κατάπτυστη προκατάληψη.

Βέβαια, είχα δει ταινίες και ταινίες που βασίστηκαν σε βιβλία του – τον γνώρισα, λοιπόν, μέσω του σινεμά. (Αλλη μία προκατάληψη: ο «κινηματογραφικός ρυθμός» δεν μου είναι ιδιαίτερα προσφιλής στη λογοτεχνία). Ωστόσο, η γνωριμία μου μαζί του έγινε μέσα από ένα έργο δωματίου, το Τραγούδι της Ιεραποστολής, με ήρωα τον Σάλβο, έναν από τους ρομαντικούς χαρακτήρες που πρωταγωνιστούν στα βιβλία του Λε Καρρέ, όλοι τους επίμονα αγκυρωμένοι σε μιαν ακεραιότητα σκέψης και αισθήματος, συνείδησης και ορθής δράσης. Ήθελα κι άλλους τέτοιους μυθιστορηματικούς ήρωες. Και ο συγγραφέας μού τους πρόσφερε σε πολλαπλές παραλλαγές, συγκινητικά ατελείς και ανθρώπινους.

Διαβάζοντας το μικρό βιογραφικό που έχει καταχωρίσει ο Τζον Λε Καρρέ στην ιστοσελίδα του συναντιέται κανείς με τη δική του ακεραιότητα. Ο τρόπος που αυτοσυστήνεται, είναι ο τρόπος ενός ρομαντικού επίσης. Ο λόγος σ’ αυτόν:

Επιτρέψτε μου να σας πω λίγα πράγματα για τον εαυτό μου. Όχι πολλά, αλλά αρκετά. Τον παλιό καιρό ήταν βολικό να με παρουσιάζουν σαν συγγραφέα βιβλίων κατασκοπείας. Δεν ήμουν διόλου αυτό. Είμαι ένας συγγραφέας που όταν ήταν πολύ νέος, πέρασε λίγα άκαρπα, αλλά καθοριστικά χρόνια στις βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών.

Δεν γνώρισα τη μητέρα μου πριν φτάσω στα 21 μου χρόνια. Φέρομαι σαν άνθρωπος του καλού κόσμου, αλλά μεγάλωσα σε ένα θαυμαστά κακό περιβάλλον. Ο πατέρας μου ήταν απατεώνας, άνθρωπος του σχοινιού και του παλουκιού. Διαβάστε τό Ένας τέλειος κατάσκοπος.

Μισώ το τηλέφωνο. Δεν ξέρω να πληκτρολογώ. Κάνω τη δουλειά μου με το χέρι. Μένω σ’ έναν βράχο της Κορνουάλης και μισώ τις πόλεις. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες στην πόλη είναι το περισσότερο που μπορώ να αντέξω. Δεν βλέπω πολλούς ανθρώπους. Γράφω, περπατάω, κολυμπάω και πίνω.

Εκτός από την κατασκοπεία, στα νιάτα μου πούλησα πετσέτες, χώρισα, έπλυνα ελέφαντες, το έσκασα από το σχολείο, αποδεκάτισα ένα κοπάδι ουαλικά πρόβατα με ένα βλήμα των είκοσι πέντε, επειδή ήμουν τόσο κουτός που δεν κατάλαβα τις οδηγίες του αξιωματικού του πυροβολικού, δίδαξα παιδιά σε ένα ειδικό σχολείο.

Έχω τέσσερις γιους και δώδεκα εγγόνια. Πάνε σαράντα χρόνια από τότε που κρέμασα τον μανδύα του μυστηρίου. Έγραψα τα πρώτα μου τρία βιβλία όσο ήμουν στοιχειό· τα υπόλοιπα δεκαεπτά όταν πια ελευθερώθηκα.

Ένας καλός συγγραφέας δεν είναι ειδικός παρά μονάχα στον εαυτό του. Και αν είναι συνετός, φυλάει τα λόγια του πάνω σ’ αυτό το θέμα. Μερικοί από σας ίσως αναρωτιούνται γιατί διστάζω να ενδώσω σε συνεντεύξεις στο ραδιόφωνο, την τηλεόραση, τον Τύπο. Η απάντηση είναι ότι τίποτε απ’ όσα γράφω δεν είναι αληθινό. Είναι η ύλη των ονείρων, όχι η πραγματικότητα. Κι όμως, τα ΜΜΕ με αντιμετωπίζουν σαν να έχω γράψει εγχειρίδια για κατασκόπους.

Σ’ ένα βαθμό κολακεύομαι που τα παραμύθια μου τα παίρνουν τόσο σοβαρά. Ωστόσο, ταυτόχρονα, σιχαίνομαι τον ρόλο του γκουρού, μια και δεν έχει καμία σχέση με το ποιος είμαι και το τι κάνω. Οι καλλιτέχνες, από την εμπειρία μου το λέω, έχουν πολύ φτενό πυρήνα. Υποκρίνονται. Δεν είναι το γνήσιο πράγμα. Είναι κατάσκοποι. Κι εγώ δεν αποτελώ εξαίρεση.

 

Κατάσκοπος

Ο Τζον Λε Καρρέ, κατά κόσμον Ντέηβιντ Τζον Μουρ Κόρνγουελ, γεννήθηκε στις 19 Οκτωβρίου 1931 στο Ντόρσετ. Γιος ενός απατεώνα, μετρ της κομπίνας, με καταδίκες για απάτη στο ενεργητικό του αλλά και βλέψεις στην πολιτική, με μια μητέρα που εγκατέλειψε το σπίτι όταν ο ίδιος ήταν μόλις πέντε ετών, «χωρίς ποτέ να του λείψει», μεγάλωσε σε ένα σύμπαν γεμάτο μυστικά και ανεξερεύνητες κόγχες, πράγμα που, σύμφωνα με τον ίδιο, συνέβαλε ιδιαίτερα στην καταγοήτευσή του από τη διπλή όψη των πραγμάτων. Ο χαμαιλεόντιος χαρακτήρας του πατέρα του ενέπνευσε το μυθιστόρημα Ένας τέλειος κατάσκοπος (1986) και οι συνεχείς ανατροπές της ζωής του τον έκαναν «να μην εμπιστεύεται πραγματικά καμιά όψη της πραγματικότητας». Γράφει στο μυθιστόρημά του Σινγκλ και Σινγκλ:

Ένα όπλο δεν είναι ένα όπλο. Ένα μήλο δεν είναι ένα μήλο. Ο Γουίνσερ ανακαλούσε τα σοφά λόγια του καθηγητή του της Νομικής πριν από σαράντα χρόνια, καθώς ο σπουδαίος αυτός άνδρας εμφάνιζε ένα πράσινο μήλο από τα βάθη του φθαρμένου του παλτού και το κράδαινε ψηλά ώστε να το επιθεωρήσει το κατά κύριο λόγο γυναικείο του ακροατήριο: «Μπορεί να φαίνεται σαν μήλο, κυρίες, μπορεί να μυρίζει σαν μήλο, να δίνει την αίσθηση μήλου» –ινουέντο– αλλά κροταλίζει σαν μήλο; –το κουνάει–, κόβεται σαν μήλο; – τραβάει ένα αρχαίο μαχαίρι από ένα συρτάρι του γραφείου του και χτυπά. Το μήλο μεταμορφώνεται σε μια βροχή από πλαστικό.

Φοίτησε στη σχολή Sherborne: τραυματική εμπειρία, αιτία για τη μετέπειτα βαθύτατη καχυποψία του προς τους θεσμούς. Ύστερα έπεισε τον πατέρα του να τον στείλει στην Ελβετία, τελείωσε εκεί το σχολείο, γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της βέρνης (1948-49) και, αφού εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις στην Αυστρία, επέστρεψε στη Βρετανία. Είχε ήδη συναντήσει τον βρετανό διπλωμάτη που συνδεδεμένος πιθανότατα με τις μυστικές υπηρεσίες είχε μυήσει τον νεαρό Ντέηβιντ στην κατασκοπεία. Σπούδασε σύγχρονες γλώσσες στην Οξφόρδη, απ’ όπου αποφοίτησε το 1956· εσωστρεφής, χαμηλότονος και αποσυρμένος, ο νεαρός Κόρνγουελ προκαλούσε την υποψία ότι είχε προσχωρήσει στην κατασκοπεία ήδη από εκείνη την εποχή. Επί δύο χρόνια δίδαξε γαλλικά και γερμανικά στο Κολέγιο του Ήτον και στη συνέχεια συνδέθηκε με την «Υπηρεσία».

Το 1959, ο Λε Καρρέ έγινε μέλος της βρετανικής μυστικής υπηρεσίας στη Δυτική Γερμανία και, αργότερα, υπηρέτησε ως πρόξενος στο Αμβούργο. Τον πρόδωσε, δίνοντας το όνομά του στους Σοβιετικούς, ο Κιμ Φίλμπι (1912-1988), ο πιο διάσημος διπλός πράκτορας της ψυχροπολεμικής περιόδου. Την περίοδο που πρόσφερε τις υπηρεσίες του στον επιχειρησιακό τομέα της ΜΙ5, ο Λε Καρρέ συνάντησε τον Τζον Μπίνγκαμ, ο οποίος τον ενθάρρυνε να γράψει και διάβασε το χειρόγραφο του πρώτου του μυθιστορήματος. Ο Μπίνγκαμ, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Λόρδου Κλανμόρις, ενέπνευσε εν μέρει στον Λε Καρρέ τον περίφημο ήρωά του Τζορτζ Σμάιλι. «Κοντός, παχύς, ήσυχος χαρακτήρας, εμφανιζόταν να ξοδεύει πολλά χρήματα σε πραγματικά άσχημα ρούχα...».

Ο Μπίνγκαμ, συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων, ποτέ δεν αποδέχτηκε την εικόνα των μυστικών υπηρεσιών που έδινε ο Λε Καρρέ στα βιβλία του. «Σύμφωνα με τη γνώμη του Τζον –και πολλών άλλων ακόμη– οι ισχυρισμοί μου περί καλών προθέσεων ήταν για γέλια. Ήμουν ένα κάθαρμα, όμοιος με άλλα καθάρματα, όπως ο Κόμπτον ΜακΚένζι, ο Μάλκολμ Μάγκεριτζ και ο Τζ.Σ. Μάστερμαν, που όλοι τους πρόδωσαν την Υπηρεσία γράφοντας γι’ αυτή», σημειώνει ο Λε Καρρέ στην εισαγωγή του σε ένα μυθιστόρημα του Μπίνγκαμ που εκδόθηκε το 2001.

Επί δεκαετίες, ο Τζον Λε Καρρέ αρνιόταν ότι η παρουσία του στη Γερμανία είχε σχέση με την κατασκοπεία – αν και θα έσπαγε τη σιωπή του και θα μιλούσε για το κατασκοπικό του παρελθόν στο ντοκιμαντέρ του BBC, TheSecretService (2000), χωρίς ωστόσο να πάψει να επιμένει ότι ποτέ δεν υπήρξε Τζέημς Μποντ ή κάτι ανάλογο. «Καθόμουν πίσω από ένα γραφείο», διευκρινίζει. Πάντως, «όταν άρχισε το πανηγύρι», όπως χαρακτηριστικά έγραψε, την εποχή δηλαδή που υψώθηκε το Τείχος του Βερολίνου, ο Λε Καρρέ, έχοντας μετακινηθεί από την ΜΙ5 στην ΜΙ6, βρισκόταν εκεί. Οι εμπειρίες του στις μυστικές υπηρεσίες θα αποτελούσαν την πρώτη ύλη των βιβλίων του. Εξοικειωμένος με τον κόσμο των πρακτόρων, συνδέθηκε με τη μακρά παράδοση των κατασκόπων-συγγραφέων, ξεκινώντας από τον Κρίστοφερ Μάρλοου, τον Μπεν Τζόνσον και τον Ντάνιελ Ντεφόε και φτάνοντας στους σύγχρονους επιγόνους τους, με κυριότερο τον Γκράχαμ Γκρην. Πρώτο του μυθιστόρημα, με το οποίο εισήγαγε τον χαρακτήρα του Σμάιλι, είναι το Callforthedead (1961).

Ακολούθησε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα τοποθετημένο σε ένα σχολείο αρρένων (Ο ποιοτικός φόνος, 1962) και στη συνέχεια Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο (1963), με το οποίο έγινε ευρύτατα γνωστός. Εδώ, ο Λε Καρρέ καθιερώνει έναν νέο τύπο ήρωα, στους αντίποδες του Τζέιμς Μποντ: ταλανισμένο εσωτερικά, στην ουσία ματαιωμένο, επιρρεπή στο αλκοόλ, παγιδευμένο σε έναν κόσμο δόλου και ψευδών, δέσμιο μιας πολυπλόκαμης ίντριγκας που θα καταστρέψει και τον ίδιο και όλα όσα αγαπάει. Ο Γκράχαμ Γκρην είπε πως ήταν η καλύτερη κατασκοπική ιστορία που είχε διαβάσει ποτέ και ο Τζ. Μπ. Πρίστλεϊ έγραψε ότι το βιβλίο ήταν «εξαιρετικά δομημένο σε μια παγερά κολασμένη ατμόσφαιρα». Την ίδια αυτή ατμόσφαιρα απέδωσε υποβλητικά το 1966 ο σκηνοθέτης Μάρτιν Ριτ στην κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου, με ιδανικό πρωταγωνιστή τον Ρίτσαρντ Μπάρτον.

Στο επόμενο βιβλίο του, Looking glass war (1965), συνεχίζει την καταβύθιση στις ίντριγκες των μυστικών υπηρεσιών· τρία χρόνια αργότερα θα έγραφε το Μια μικρή πόλη στη Γερμανία, μια ιστορία που εκτυλίσσεται στη Βόννη ενώ η πόλη συνταράσσεται από τις φοιτητικές διαμαρτυρίες και την ανάδυση του νεο-φασισμού, που πολλοί τη διάβασαν ως προφητική προαναγγελία για το τι έμελλε να συμβεί στο εγγύς μέλλον στη Δυτική Γερμανία. Στο Tinker, tailor, soldier, spy (1974), που μεταφράστηκε στα ελληνικά με τίτλο Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι (εκδ. Καστανιώτη), ο Λε Καρρέ επανεισάγει και εγκαθιστά πανηγυρικά στην καρδιά του μυθιστορηματικού του σύμπαντος τον Τζορτζ Σμάιλι. Θέμα του βιβλίου αυτού ήταν οι σχέσεις δυτικού και ανατολικού μπλοκ· και μολονότι το σκηνικό είναι ο οικείος κόσμος του Σέρκους (η βάση των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών στο Λονδίνο), η πλοκή της ιστορίας περιέχει διδακτικούς περιπάτους σε μια τσέχικη φυλακή, σε μια πλατεία της Μόσχας και σ’ ένα ξενοδοχείο στο Χονγκ Κονγκ, αλλά και αναφορές στη σοβιετική παρουσία στην Τσεχοσλοβακία καθώς και τη γενική ατμόσφαιρα ύποπτων συναλλαγών, αμφίβολων συμφωνιών και διπλών πρακτόρων, που ονομάζονται «τυφλοπόντικες». Η κατασκοπεία αποτυπώνεται στην πιο ωμή μορφή της: το πρώτο αυτό βιβλίο της άτυπης «Τριλογίας του Σμάιλι» είναι μια ιστορία προδοσίας που αντανακλά, κατά τον Λε Καρρέ, την επιτομή των ανθρώπινων σχέσεων. Όπως και στα προηγούμενα έργα του, ο συγγραφέας θέτει εδώ το ζήτημα των διφορούμενων στρατεύσεων και των αμφίβολων όρκων πίστης και υποταγής, τόσο εντός όσο και εκτός κατασκοπείας. Προσπαθώντας κυρίως να διερευνήσει γιατί γίνεται κανείς διπλός πράκτορας. Επειδή μισεί και τις δύο χώρες εξίσου; Από απλή απάθεια; Ή επειδή η διέγερση που γεννά η διπλή ζωή καλύπτει ένα πολύ ουσιαστικό, υπαρξιακό κενό;

Η «Τριλογία του Σμάιλι», ή, αν θέλετε, η «Τριλογία του Κάρλα» (επειδή κεντρικό θέμα και των τριών βιβλίων είναι η διαπάλη ανάμεσα στον Σμάιλι και τον σοβιετικό αρχικατάσκοπο Κάρλα) θα συμπληρωθεί με τα βιβλία Ο εντιμότατος μαθητής και Οι άνθρωποι του Σμάιλι (1979). Αξέχαστος θα μείνει ο Άλεκ Γκίνες στον κεντρικό ρόλο στη σειρά που γυρίστηκε για λογαριασμό του BBC, όπως αναντικατάστατος θα μείνει ο μυθιστορηματικός Σμάιλι στις προτιμήσεις των φανατικών αναγνωστών του συγγραφέα. Παραπονιόταν ο Τζον Λε Καρρέ σε παλιότερη συνέντευξή του:

Όλοι θέλουν πίσω τον Σμάιλι εκτός από μένα. Φυσικά και θα μπορούσα να τον ξεθάψω, να γυρίσω πίσω στο χρόνο και να τον κάνω έναν χαμηλόβαθμο βρετανό κατάσκοπο που κατασκοπεύει τη ναζιστική Γερμανία. Μήπως δεν έζησε στη Γερμανία το 1939; Όμως το να συνεχίσω να χρησιμοποιώ τον Σμάιλι θα ήταν περιοριστικό για μένα: συγκεκριμένος χαρακτήρας, συγκεκριμένη ιστορία, συγκεκριμένα δεδομένα. Χωρίς αυτόν, μπορώ να είμαι ο καθένας, να πηγαίνω παντού, να ταξιδεύω ανέμελα, να εξερευνώ νέες περιοχές. Ποιος δεν θα το έκανε, αν ήταν στη θέση μου;

Γι’ αυτό και αποχαιρέτησε τον Σμάιλι το 1991 (σσ. προσωρινά όπως αποδείχτηκε, αφού ο Σμάιλι επανεμφανίστηκε το 2017, στο μυθιστόρημα Η κληρονομιά των κατασκόπων) με τον Μυστικό προσκυνητή. Είχαν μεσολαβήσει Η μικρή τυμπανίστρια (1983), αφηγημένη σε δεύτερο πρόσωπο και επικεντρωμένη στο παλαιστινιακό πρόβλημα, ο Τέλειος κατάσκοπος (1986) –το πιο αυτοβιογραφικό βιβλίο του– και η Ρωσική εστία (1989), ερωτική ιστορία που εκτυλίσσεται στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου, στην οποία ένας βρετανός εκδότης εμπλέκεται στα γρανάζια της κατασκοπείας μέσω μιας γυναίκας από τη Σοβιετική Ένωση. Η ταινία ευτύχησε στον κινηματογράφο, με πρωταγωνιστές τον Σον Κόννερι και τη Μισέλ Φάιφερ.

 

Όταν έπεσε το Τείχος

Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και η επανένωση της Γερμανίας μετατοπίζουν τα ενδιαφέροντα του συγγραφέα. Στο βιβλίο του The night manager (1993) καταπιάνεται με το λαθρεμπόριο ναρκωτικών, στο Παιχνίδι μας (1995) δύο πρώην κατάσκοποι και μια γυναίκα αναστοχάζονται, στα βουνά του Καυκάσου, τη νέα κατάσταση και το τέλος της διαδρομής τους.

Στον Ράφτη του Παναμά (1996), ο Τζον Λε Καρρέ γίνεται σατιρικός για να μιλήσει για το μέλλον της διώρυγας του Παναμά· στο Σινγκλ και Σινγκλ (1999) σκιαγραφεί τη σχέση πατέρα και γιου υπό τη σκιά της ρωσικής Μαφίας. Το 18ο μυθιστόρημά του, Ο επίμονος κηπουρός (2000), αποκαλύπτει την εκμετάλλευση της Αφρικής και των ανθρώπων της από τις μεγάλες πολυεθνικές φαρμακευτικές εταιρείες· το επόμενο βιβλίο του, Απόλυτοι φίλοι (2004), που κόστισε στον συγγραφέα πολλές κατηγορίες για αντιαμερικανισμό, παρακολουθεί τις ζωές δύο φίλων από τη ριζοσπαστική δεκαετία του 1960, οι οποίοι προσπαθούν να διατηρήσουν τον ιδεαλισμό τους και στη νέα χιλιετία, για να συντριβούν από τις διεθνείς πολιτικές ίντριγκες. Το Τραγούδι της Ιεραποστολής (2006) μεταφέρει τον αναγνώστη στις πολύπλοκες σχέσεις μεταξύ επιχειρήσεων και πολιτικής στο Κονγκό.

Τέλος, το μυθιστόρημα Ένας προδότης στα μέτρα μας, που κυκλοφόρησε στα ελληνικά σε εξαιρετική μετάφραση του Νάσου Κυριαζόπουλου (μόνο μια μικρή παρατήρηση: η συγγραφέας Μπέριλ Μπέινμπριτζ είναι γυναίκα), έτσι, καθώς είναι επικεντρωμένο στη ρωσική μαφία, την τραπεζική κρίση και το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, μοιάζει να βρίσκεται πιο κοντά μας από κάθε άλλο.

 

Προδοσία και πίστη

Ο κόσμος του Τζον Λε Καρρέ είναι από τους πιο γοητευτικούς μυθιστορηματικούς κόσμους. Όχι μόνο για το σασπένς, τη δράση, το χιούμορ, τη λαγαρή αφηγηματικότητα, την οξύτητα του βλέμματος, την ηθική ζέση, αλλά διότι χρησιμοποιεί τον κόσμο των κατασκόπων όπως ο Κόνραντ τη θάλασσα: για να εξερευνήσει τις σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης φύσης. Με 22 μυθιστορήματα στο ενεργητικό του, βιβλία που προϋποθέτουν σοβαρή έρευνα και μελέτη, ο συγγραφέας αποστάζει στις πολυδαίδαλες ιστορίες του ουσιαστικά ζητήματα της εποχής μας – τις φυλετικές εντάσεις, τις ερωτικές σχέσεις, την ηθική του Τύπου, το μεταναστευτικό πρόβλημα, τη σχέση της πλούσιας Δύσης με τις χώρες του Τρίτου Κόσμου, τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας και, ασφαλώς, την κατασκοπεία, που συχνά δεν είναι παρά ιδιότυπη συνειδησιακή αναζήτηση, ηθική περιπλάνηση, δύσκολη άσκηση στη χειραγώγηση των συναισθημάτων, υπαρξιακό στοίχημα.

Ένα από τα πιο ωραία βιβλία του Τζον Μπάνβιλ είναι Ο αδιάφθορος, η μυθιστορηματική εκδοχή της ζωής του Άντονυ Μπλαντ, ιστορικού τέχνης, επιμελητή της Βασιλικής Πινακοθήκης, διευθυντή του Ινστιτούτου Κουρτώ από το 1947 ώς το 1974 και ενός από «τους πέντε του Καίμπριτζ» (Φίλμπι, Μπέρτζες, Μακ Λιν, Κέρνκρος και Μπλαντ) που επί δεκαετίες «πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στον σοσιαλισμό» ως πράκτορες των Σοβιετικών. Εκεί, ο Μπάνβιλ, σε λίγες μόνον αράδες, φιλοτεχνεί αριστοτεχνικά το ψυχολογικό πορτρέτο του κατασκόπου:

Η κατασκοπεία έχει κάτι από τη χροιά των ονείρων. Στον κόσμο των κατασκόπων, όπως και στα όνειρα, το πεδίο είναι πάντα αβέβαιο. Βάζεις το πόδι σου σε έδαφος που μοιάζει στέρεο κι εκείνο υποχωρεί κάτω απ’ τα πόδια σου, ενώ εσύ βρίσκεσαι σε κάτι σαν ελεύθερη πτώση, αναποδογυρίζοντας αργά και πασχίζοντας ν’ αρπαχτείς από αντικείμενα που κι αυτά πέφτουν. Αυτή η αστάθεια, αυτή η πολυμορφία που αποκτά ο κόσμος είναι το θέλγητρο και το φόβητρο του να είσαι κατάσκοπος. Θέλγητρα, γιατί καταμεσής μιας τέτοιας αβεβαιότητας δεν σου ζητούν ποτέ να είσαι ο εαυτός σου· ό,τι κι αν κάνεις, υπάρχει ένας άλλος, εναλλακτικός εαυτός σου, που στέκεται παράμερα αόρατος και παρατηρεί, αξιολογεί, θυμάται. Αυτή είναι η μυστική δύναμη του κατασκόπου, διαφορετική από τη δύναμη που σπρώχνει στρατιές στη μάχη· είναι καθαρά προσωπική· είναι η δύναμη του να είσαι και να μην είσαι, του να αποσπάσαι από τον εαυτό σου, του να είσαι ο εαυτός σου και ταυτόχρονα κάποιος άλλος.

Γιατί μας αρέσει, λοιπόν, ο Τζον Λε Καρρέ; Όχι για την ίντριγκα, την ευφυή πλοκή, το θαυμάσιο, πνευματώδες, σαρκαστικό, στοχαστικό ύφος – ή μάλλον, όχι μόνο γι’ αυτά. Μας αρέσει και μας συγκινεί επειδή τον απασχολεί περισσότερο το γιατί και το πώς της κατασκοπείας· επειδή καταφέρνει να ανασυστήσει τη σαγήνη που ασκεί σε έναν συγκεκριμένο ψυχισμό η πιθανότητα ότι τίποτα, απολύτως τίποτα απ’ όσα τον περιβάλλουν δεν είναι ό,τι φαίνεται. Επειδή τολμά να αναπαραστήσει, με άλλα λόγια, τη γοητεία της διπλής ζωής, μια και ο κόσμος των φαινομένων δεν αποτελεί παρά τη χοντροκομμένη εκδήλωση μιας απείρως πιο εκλεπτυσμένης και ταυτόχρονα περισσότερο πραγματικής πραγματικότητας, που λίγοι και εκλεκτοί (οι κατάσκοποι; οι σχιζοφρενείς;) είναι σε θέση να γνωρίζουν. Η γνώση αυτή, γειωμένη στην πράξη, γίνεται, στην κατασκοπεία, το ισοδύναμο της φροϋδικής αντίληψης για το ασυνείδητο, γι’ αυτόν τον ανομολόγητο και ακαταμάχητο νομοθέτη, αυτό τον «κατάσκοπο της καρδιάς». «Έτσι, λοιπόν, για μας, το κάθε τι ήταν ο εαυτός του και ταυτόχρονα κάτι άλλο», λέει ο ήρωας του Μπάνβιλ. Το ίδιο ισχύει και για τους ήρωες του Λε Καρρέ.

Έχει ενδιαφέρον το μονοπάτι που οδηγεί στην κατασκοπεία. Στην αφετηρία βρίσκεται η αναζήτηση ενός ρόλου ικανού να παράσχει μια ασφαλή αίσθηση του εαυτού. Στη διαδρομή συντελείται η συνταρακτική αποκάλυψη: η κατασκοπεία απλώς ενισχύει την ανασφάλεια. Οι νεόφυτοι μαθαίνουν ότι το να είσαι κατάσκοπος δεν είναι ρόλος αλλά πολλαπλότητα ρόλων· κι ακόμη, το σημαντικότερο, ότι μοίρα τους είναι η προδοσία. Όχι μόνο των οικείων, των φίλων, των ερώτων, της «πατρίδας», αλλά κυρίως του εαυτού – ενός εαυτού που διαλύεται και χάνεται, διασπασμένος σε εφήμερες ταυτότητες. Βέβαια, η προδοσία συχνά δεν είναι παρά η κατάληξη της αφοσίωσης, το άλλο πρόσωπο της πίστης. Η προδοσία, ως υπέρτατη χειρονομία αυτοπραγμάτωσης, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Μάγκνους Πιμ στον Τέλειο κατάσκοπο.

Καμία σχέση δεν έχουν, λοιπόν, οι ήρωες του Τζον Λε Καρρέ με τη φανταχτερή περσόνα του Τζέημς Μποντ, μια καρικατούρα που πίνει ακριβά κρασιά, οδηγεί γρήγορα αυτοκίνητα, ερωτοτροπεί με τις ωραιότερες γυναίκες και χρησιμοποιεί τεχνολογικά τερτίπια για να τη γλιτώσει. Εδώ έχουμε εσωτερικά ταλανισμένους ανθρώπους, εισελθόντες σε μιαν επικράτεια όπου τα παρανοϊκά όνειρα συχνά αντικαθιστούν την πραγματικότητα και οι αφηρημένες αρχές της συντεχνίας χαλκεύουν τη βιωμένη εμπειρία. Η «ελεγχόμενη σχιζοφρένεια» των ηρώων του (ο χαρακτηρισμός ανήκει στον συγγραφέα) αντιπροσωπεύει την ανθρώπινη κατάσταση στη σύγχρονη εποχή: αλλοτριωμένοι, ασταθείς, αποξενωμένοι, οι «κατάσκοποι» του Λε Καρρέ μοιάζει να πατούν με το ένα πόδι στον Κάφκα και με το άλλο στους υπαρξιστές.

Αλλά αν το καφκικό πνεύμα του παραλόγου διαπερνά πολλά από τα βιβλία του, με την αίσθηση μιας αόρατης και αόριστης απειλής να ελλοχεύει παντού, ο Λε Καρρέ δεν αφήνει τους ήρωές του –επαγγελματίες και ερασιτέχνες κατασκόπους– εντελώς μετέωρους, όπως ο συγγραφέας της Μεταμόρφωσης. Αντίθετα, τους προικίζει με ένα ασφαλές μέτρο το οποίο τους προστατεύει από τη ρευστότητα της νεωτερικότητας: τη συνείδησή τους. Έγραψα στην αρχή πως η επίμονη ακεραιότητά τους θυμίζει τους ρομαντικούς. Ωστόσο, θα ήταν λάθος να αντιμετωπίζαμε ως ρομαντικούς τον Τζορτζ Σμάιλι, τον Μάγκνους Πιμ, τον Τζάστιν Κουέιλ ή τον Μπρούνο Σαλβαντόρ, τους πρωταγωνιστές της «Τριλογίας του Σμάιλι», του Τέλειου κατασκόπου, του Επίμονου κηπουρού, του Τραγουδιού της Ιεραποστολής. Ο Μάικλ Σέιλερ σημείωνε στο TLS:

Είναι πολύ ειλικρινείς, πολύ αφοσιωμένοι στο καθήκον, πολύ ηθικοί μέσα στην επιδίωξη των ανήθικων σκοπών τους για να είναι, έστω και κατά τι, βυρωνικοί. Συγγενεύουν περισσότερο με τους άμεσους προγόνους των ευρωπαίων ρομαντικών, με τους γερμανούς ευσεβιστές και με τους άγγλους προτεστάντες.

Ενδιαφέρουσα παρατήρηση. Πράγματι, οι ατελείς ήρωες του Λε Καρρέ, γεμάτοι ρωγμές και ψεγάδια, αβέβαιοι για την ταυτότητά τους και γι’ αυτό εναγωνίως αναζητητές ενός μεγέθους πιο μεγάλου από τους ίδιους το οποίο θα τους γεννήσει το αίσθημα του ανήκειν, καταβυθίζονται στη συνείδησή τους αναζητώντας ίχνη σωτηρίας και πασχίζουν για το κοινό καλό. Δεν είναι υπεράνθρωποι, συχνά όμως επιδεικνύουν συγκινητικό ηρωισμό. Κι αυτός, σύμφωνα με τον συγγραφέα, «δεν έγκειται στη συμμόρφωση με τους κανόνες ή στον πατριωτισμό, αλλά σε πράξεις μοναχικού ηθικού θάρρους».

Πότε πότε, ο Τζον Λε Καρρέ ενδίδει στη θεολογική γλώσσα – όταν π.χ. περιγράφει τη ροπή του Τζορτζ Σμάιλι προς την αμφιβολία ως «μάλλον θρησκευτική υποχρέωση – η αμφιβολία, κατά μία έννοια, είναι αντι-εκκλησιαστική», ή όταν, σε παλαιότερες συνεντεύξεις του, συνδέει το ηθικό θάρρος με τη χριστιανική αγωγή. «Ακόμη και τα πολιτικά μηνύματα που διαπερνούν πολλά από τα βιβλία του πηγάζουν από ένα κατάλοιπο θρησκευτικού ορμέμφυτου», σημειώνει ο Σέιλερ, αναφερόμενος, προφανώς, στην επιμονή με την οποία ο συγγραφέας υπογραμμίζει τη σημασία της αμφιβολίας, τονίζοντας παράλληλα πόσο αναγκαίες είναι η προσωπική ευθύνη και η συμμετοχή. Πρόκειται για θέματα που απασχόλησαν τον Κίρκεργκωρ και που διαπερνούν τα βιβλία του Λε Καρρέ – ιδίως όσα εκτυλίσσονται στην Αφρική, όπως ο Επίμονος κηπουρός και Το τραγούδι της ιεραποστολής: τη γεμάτη πάθος αδιαλλαξία της εσωτερικής ζωής, την υποκειμενικότητα που τα βάζει με όλους και όλα, το φόβο και τον τρόμο.

Εξαπάτηση, υποψία, πίστη και προδοσία (που συχνά μεταστρέφεται σε έσχατη αφοσίωση) ήταν οι κύριοι άξονες της θεματικής του Λε Καρρέ την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, όταν οι παλιοί κατάσκοποι μένουν ανεπάγγελτοι και οι νεότεροι ανασκουμπώνονται για να αντιμετωπίσουν την τρομοκρατία, ο συγγραφέας γίνεται ακόμη περισσότερο πολιτικός και οξύς, βαθύτερα σατιρικός και σαρκαστής, για να πει με το όνομά του το μεγαλύτερο πρόβλημα που κατά τη γνώμη του αντιμετωπίζει σήμερα ο κόσμος:

Το πρόβλημα είμαστε εμείς. Η δυτική μας απληστία. Η παρανοϊκή ιδέα ότι μπορεί να επεκτεινόμαστε διαρκώς σε έναν πλανήτη που συρρικνώνεται. Τώρα που ξεμπερδέψαμε με τα κακά του κομμουνισμού, μήπως θα έπρεπε επιτέλους να καταπιαστούμε με τα κακά του καπιταλισμού;

Η εναέρια έκρηξη με την οποία τελειώνει το Ένας προδότης στα μέτρα μας, το πικρό αυτό μυθιστόρημα του Λε Καρρέ, είναι σαν να επισφραγίζει φαντασμαγορικά την απόλυτη στυγνότητα της σύγχρονης πολιτικο-οικονομικής διαπλοκής. Και τη χρεοκοπία του μοντέλου της.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.