Σύνδεση συνδρομητών

Ντάνιελ Κάνεμαν: ψυχολόγος με Νόμπελ οικονομίας

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2024 14:46
Ο Ντάνιελ Κάνεμαν στο βήμα του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός, τον Ιανουάριο του 2012.
Remy Steinegger
Ο Ντάνιελ Κάνεμαν στο βήμα του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός, τον Ιανουάριο του 2012.

Ο Ντάνιελ Κάνεμαν, ψυχολόγος, η βραβευμένη με Νόμπελ έρευνα του οποίου ανέτρεψε βεβαιότητες των οικονομικών επιστημών, πέθανε σε ηλικία 90 χρόνων. Ήταν μια σπουδαία περίπτωση επιστήμονα, γι’ αυτό άλλωστε το βιβλίο του Σκέψη, αργή και γρήγορη, έγινε μπεστ σέλερ. Τη συνεισφορά του στην επιστήμη τη συνόψισε η Επιτροπή των Νόμπελ η οποία τον επιβράβευσε «για την ενσωμάτωση εννοιών από την ψυχολογική έρευνα στην οικονομική επιστήμη, ειδικά όσον αφορά την ανθρώπινη κρίση και τη λήψη αποφάσεων υπό αβεβαιότητα». Μια αναλυτική παρουσίαση της σκέψης του είχε παρουσιάσει στο BooksJournal, τχ. 35, Σεπτέμβριος 2013, ο καθηγητής Κώστας Π. Αναγνωστόπουλος. Αναδημοσιεύουμε σήμερα εδώ το κείμενό του.

Daniel Kahneman, Σκέψη, αργή και γρήγορη. Συμπεριφορική οικονομική, μηχανισμοί λήψης αποφάσεων, γνωσιακή επιστήμη, μετάφραση από τα αγγλικά: Βίκυ Παπαδοπούλου, Kάτοπτρο, Aθήνα 2013, 722 σελ.

 «Αυτός θα γράψει ιστορία», σκέφθηκα, όταν πρωτόπεσε στα χέρια μου ένα επιστημονικό άρθρο του Ντάνιελ Κάνεμαν.[1] Σήμερα, καμιά τριανταριά χρόνια μετά, και η παραμικρή αμφιβολία έχει εξαχνωθεί. Το βιβλίο του Σκέψη, αργή και γρήγορη (όπως μεταφράστηκε στα ελληνικά το Thinking, Fast and Slow, Farrar, Straus and Giroux, New York 2011, σελ. 512) είναι ο απολογισμός του μνημειώδους έργου ενός εκ των κορυφαίων ψυχολόγων από τη γέννηση της επιστήμης τους.

H δήλωση «αυτός θα γράψει ιστορία» ακούγεται ίσως υπερβολική, αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για μηδαμινού ρίσκου. Είναι τέτοιο το εύρος, το βάθος και η ποιότητα του έργου του, ώστε είναι αδύνατον πλέον να μιλήσει κανείς για διαισθητικές κρίσεις και αποφάσεις δίχως να αναρωτηθεί: «τι λέει ο Κάνεμαν γι’ αυτό;». Υπ’ αυτό το πρίσμα, ακόμη και η βράβευσή του με το Νόμπελ Οικονομίας 2002 φαίνεται ήσσονος σημασίας γεγονός.

Ωστόσο, ανακύπτει μια εύλογη απορία. Πώς γίνεται ένας ψυχολόγος να τιμηθεί με βραβείο Νόμπελ Οικονομίας; Πώς παρεισέφρησε ένας ψυχολόγος στο σεράι της «κορωνίδας των κοινωνικών επιστημών» (P. Samuelson); Στην ιστοσελίδα των Νόμπελ διαβάζουμε ότι το βραβείο απενεμήθη «για την ενσωμάτωση εννοιών από την ψυχολογική έρευνα στην οικονομική επιστήμη, ειδικά όσον αφορά την ανθρώπινη κρίση και τη λήψη αποφάσεων υπό αβεβαιότητα». Αυτή η κομψή μεν, αλλά ουδέτερη διατύπωση αποκρύπτει το γεγονός ότι ο Κάνεμαν αποδιάρθρωσε τα «άγια των αγίων» της οικονομικής επιστήμης – την κρατούσα άποψη περί οικονομικής ορθολογικότητας. Yπονόμευσε το δεσπόζον μεταπολεμικό παράδειγμα στα οικονομικά. Kαι άνοιξε τον δρόμο προς την επανασύνδεση της οικονομικής επιστήμης με την ψυχολογία μετά το εκατονταετές διαζύγιό τους.

Το βιβλίο Σκέψη, αργή και γρήγορη περιγράφει αυτή τη διανοητική περιπέτεια. Λίγες σελίδες αν διαβάσει κανείς θα διαπιστώσει με τι μαεστρία εξηγούνται στρυφνές έννοιες και δύσληπτες γνωσιακές διεργασίες. Kαι θα δικαιώσει τον Κάνεμαν που γράφει αυτοβιογραφούμενος: «μου άρεσε να διδάσκω προπτυχιακούς φοιτητές, και ήμουν καλός σε αυτό». Πάντως, δεν είναι βιβλίο για την ακρογιαλιά. Οι επτακόσιες σελίδες του περιέχουν τεράστιο όγκο πληροφοριών και καινοφανών ιδεών που χρειάζονται τον χρόνο τους μέχρι να αφομοιωθούν. Η ανταμοιβή, όμως, για τον υπομονετικό αναγνώστη δεν είναι ευκαταφρόνητη: ουδέποτε θα ξανασκεφθεί όπως σκεπτόταν για το πώς σκέπτεται.

Το κείμενό μου περιορίζεται στο κορυφαίο, αλλά όχι και μοναδικό, επίτευγμα του Κάνεμαν: τον εντοπισμό και την ανάλυση των γνωσιακών διεργασιών που καθορίζουν το πώς κρίνουν και αποφασίζουν οι άνθρωποι στην καθημερινή τους δράση.[2] Ο Κάνεμαν φέρνει εις πέρας τούτο το έργο τη δεκαετία του 1970, ολοκληρώνοντας τρία ερευνητικά προγράμματα. Κατ’ αρχάς, μελετά πώς κρίνουν (πώς διαμορφώνουν τις πεποιθήσεις τους) οι άνθρωποι σε πιθανοκρατικές καταστάσεις, χρησιμοποιώντας ευρετικές, δηλαδή απλούς εμπειρικούς κανόνες. Kαι πόσο επιρρεπείς είναι σε γνωσιακές μεροληψίες, δηλαδή σε συστηματικά, άρα προβλέψιμα, σφάλματα.[3] Κατόπιν, επικεντρώνεται στη λήψη αποφάσεων υπό αβεβαιότητα, και διατυπώνει τη θεωρία των προοπτικών. Τέλος, εστιάζει στα φαινόμενα της πλαισίωσης (framing) και τις συνέπειές τους για τα μοντέλα των ορθολογικώς δρώντων. Στο τέλος αυτής της πορείας έχουν τεθεί τα θεμέλια για αυτό που σύντομα θα ονομαζόταν συμπεριφορική οικονομική – «η σημαντικότερη ίσως διανοητική καινοτομία στα οικονομικά τα τελευταία τριάντα χρόνια» (Andrei Shleifer).[4]

 

Tο γρήγορο και το αργό σύστημα

Από αυτές αλλά και μετέπειτα μελέτες του ιδίου και άλλων προέκυψαν εντυπωσιακά, διάσπαρτα ευρήματα, τα οποία ο Κάνεμαν θα «τσιμεντάρει» με τις δυικές διεργασίες της σκέψης – μια θεωρία που υποστηρίζει ότι σε κάθε άνθρωπο συνυπάρχουν το γρήγορο, διαισθητικό Σύστημα 1 και το αργό, συλλογιστικό Σύστημα 2[5].

Το Σύστημα 1 είναι ολιστικό, παράλληλης και άρα γρήγορης επεξεργασίας, αυτόματο, άμοχθο, υποσυνείδητο, συγκινησιακό και αυταπόδεικτης ισχύος, και χρησιμοποιεί συσχετίσεις και κωδικοποιημένες εικόνες και μεταφορές. Χάρη στις διεργασίες του αναγνωρίζουμε άμεσα κάποιον γνωστό μας που έχουμε να τον δούμε μήνες, καταλαβαίνουμε αν ο προϊστάμενός μας είναι θυμωμένος ή όχι, σκύβουμε ενστικτωδώς να αποφύγουμε ένα αντικείμενο το οποίο έρχεται καταπάνω μας, κατανοούμε τον συνομιλητή μας δίχως να κάνουμε συντακτική ανάλυση των λεγομένων του. Μακρόχρονη εξάσκηση εξασφαλίζει ένα ισχυρό Σύστημα 1, το οποίο επιτρέπει στους μαιτρ να επιλέγουν την κατάλληλη κίνηση, ρίχνοντας μια ματιά στη σκακιέρα σε αγώνες σιμουλτανέ, και τον Μέσι να κάνει ξαφνικά τα «μαγικά» του που αφήνουν άφωνη την κερκίδα.

Από την άλλη, το Σύστημα 2 είναι αναλυτικό, σειριακής και άρα αργής επεξεργασίας, και επίμοχθο, απαιτεί προσοχή και συγκέντρωση, αντλεί την ισχύ του από τη λογική και τα γεγονότα, και χρησιμοποιεί συμβολικές κωδικοποιήσεις και κανόνες που έχει μάθει. Το Σύστημα 2 ενεργοποιείται όταν πρόκειται να αποφασίσουμε πώς θα μετακομίσουμε, πώς θα στήσουμε σε εξελόφυλλο τον προϋπολογισμό ενός έργου, πώς θα πάμε από το Σύνταγμα στο Περιστέρι.

Οι άνθρωποι σκέπτονται πρωτίστως διαισθητικά, αλλά η διαίσθησή τους είναι ατελής: «Αν και το Σύστημα 2 θεωρεί ότι βρίσκεται στο επίκεντρο της δράσης, ο πρωταγωνιστής του βιβλίου είναι το αυτόματο Σύστημα 1» (κεφ. 1). Χάρη στο Σύστημα 1 αντιμετωπίζονται με ενστιγματική ακρίβεια και εξαιρετική ταχύτητα ποικίλες καταστάσεις. Ο έλεγχος περνάει στο Σύστημα 2, όταν οι απαντήσεις του Συστήματος 1 θεωρούνται ανεπαρκείς ή εσφαλμένες, όπως δείχνει το επόμενο παράδειγμα του Shane Frederick: «Αν 5 μηχανές χρειάζονται 5 λεπτά για να κατασκευάσουν 5 μαραφέτια, σε πόσα λεπτά 100 μηχανές θα κατασκευάσουν 100 μαραφέτια;» Στο μυαλό των περισσοτέρων αυθόρμητα έρχεται από το Σύστημα 1 η απάντηση «100 λεπτά». Ωστόσο, ενεργοποιώντας το Σύστημα 2, μάλλον γρήγορα βρίσκεται η σωστή απάντηση («5 λεπτά»). Παρομοίως, αν πείτε ότι ο Γιάννης Αντετοκούμπο έχει ύψος 2,06 μέτρα, ο μεν Γάλλος της παρέας σας θα εκτιμήσει αμέσως τα σωματικά προσόντα του ταλαντούχου καλαθοσφαιριστή, ενώ ο Αμερικανός θα πρέπει να καταφύγει στο Σύστημα 2 του προκειμένου να αποκτήσει μιαν αίσθησή τους. Πάντως, «τα διαισθητικά σφάλματα εμφανίζονται όταν και το Σύστημα 1 παράγει το σφάλμα και το Σύστημα 2 αποτυγχάνει να το διορθώσει» (Ντ. Κάνεμαν), όπως π.χ. στο περιλάλητο «πρόβλημα των γενεθλίων»: αν 25 άτομα βρίσκονται σε ένα δωμάτιο, ποια είναι η πιθανότητα τουλάχιστον δύο άτομα να έχουν γενέθλια την ίδια μέρα; Σχεδόν όλοι όσοι το πρωτάκουσαν, εμού συμπεριλαμβανομένου, υπολόγισαν πολύ χαμηλές τιμές πιθανοτήτων – η ορθή απάντηση είναι πάνω από 50%.

 

Kανονιστικό και περιγραφικό

Δύο είδη όντων αντιπαρατίθενται στο βιβλίο. Από τη μια βρίσκεται ο «οικονομικός άνθρωπος», ο άνθρωπος της θεωρίας. Kι από την άλλη, οι άνθρωποι με σάρκα και οστά. Τα δύο αυτά όντα ενσαρκώνουν το «πρέπει» και το «είναι», τα κανονιστικά και τα περιγραφικά μοντέλα του οικονομικώς δρώντος. Η κανονιστική ανάλυση ασχολείται με τη φύση της ορθολογικότητας και τη λογική της λήψης των αποφάσεων. Αντιθέτως, η περιγραφική ανάλυση διερευνά τις πεποιθήσεις, τις προτιμήσεις και τις επιλογές των ανθρώπων όπως είναι, όχι όπως θα έπρεπε να είναι. Κανονιστικά και περιγραφικά μοντέλα ουσιαστικά ταυτίζονται στη θεωρία της ορθολογικής επιλογής, τη δεσπόζουσα θεωρία στα οικονομικά. Ο Κάνεμαν θα αποδεχθεί την κανονιστική της διάσταση, αλλά θα αντιταχθεί σθεναρά στην υποτιθέμενη ικανότητά της να περιγράψει την πραγματική συμπεριφορά των δρώντων.

Δύσκολα μπορεί να εκτιμήσει κανείς το μέγεθος της διανοητικής καινοτομίας που εισήγαγε ο Κάνεμαν, αν δεν γνωρίζει πόσο ισχυρός και σημαντικός ήταν ο «αντίπαλός» του. Ο Jon Εlster, που δεν μασάει τα λόγια του εναντίον της, αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι «η θεωρία της ορθολογικής επιλογής γενικά, και η θεωρία των παιγνίων ειδικά, παρήγαγαν τη μεγαλύτερη διανοητική επανάσταση στις κοινωνικές επιστήμες από τη γένεσή τους».[6] Ποιος, λοιπόν, είναι αυτός ο «θρασύς» ψυχολόγος; Και ποια είναι αυτή η περιώνυμη θεωρία τού οικονομικώς δρώντος με την οποία τα έβαλε;

 

Ο ψυχολόγος Ντάνιελ Κάνεμαν

Ο Ντάνιελ Κάνεμαν γεννήθηκε το 1934 από Εβραίους γονείς οι οποίοι είχαν μεταναστεύσει στο Παρίσι. Τα παιδικά του χρόνια υπήρξαν πολύ δύσκολα, λόγω της γερμανικής κατοχής – επί ένα διάστημα όλη η οικογένεια έζησε κρυμμένη στον ορνιθώνα ενός αγροκτήματος, κάπου στο κέντρο της Γαλλίας. Δύο περιστατικά, εξομολογείται, του έδειξαν ότι ο ανθρώπινος νους δεν είναι καθόλου απλό πράγμα.

Ο πατέρας του, που εργαζόταν ως διευθυντής χημικών ερευνών στη L’Οreal, συνελήφθη από τους ναζί και κρατήθηκε στο διαβόητο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ντρανσύ. Γλίτωσε την τελευταία στιγμή τη μεταφορά του σε στρατόπεδο εξόντωσης, χάρη στην παρέμβαση του αφεντικού του Eugène Schueller – η κόρη του Liliane Bettencourt θεωρείται η πλουσιότερη γυναίκα στον κόσμο σήμερα. Ο Schueller υπήρξε ο κύριος χρηματοδότης προπολεμικά των φασιστών στη Γαλλία και συνεργάτης των Γερμανών. Ωστόσο, αγαπούσε τον πατέρα τού Κάνεμαν και τους προστάτευσε. Τους βοήθησε προμηθεύοντάς τους τρόφιμα ακόμη και μετά το θάνατο του πατέρα του, λίγες βδομάδες πριν από την απόβαση στη Νορμανδία.

Το δεύτερο περιστατικό έχει να κάνει με τον ίδιο τον Κάνεμαν. Ένα βράδυ, στα τέλη του 1941-αρχές του 1942, έχοντας παραβιάσει την απαγόρευση κυκλοφορίας, βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με έναν SS. Ήταν έντρομος, διότι φορούσε το αστέρι του Δαυίδ κάτω από το πανωφόρι του και γνώριζε ότι οι μελανοχίτωνες ναζί ήταν «οι χειρότεροι των χειρότερων». Ο Γερμανός τον σήκωσε στην αγκαλιά του και τον φίλησε. Κατόπιν, έβγαλε το πορτοφόλι του και του έδειξε τη φωτογραφία του μικρού του αγοριού, ενώ μιλούσε συγκινημένος στα γερμανικά. Τελικά, του έδωσε χρήματα και τον άφησε να φύγει. «Επέστρεψα στο σπίτι πιο βέβαιος από ποτέ ότι η μητέρα μου είχε δίκαιο: οι άνθρωποι είναι απέραντα περίπλοκοι και ενδιαφέροντες».

Ο Κάνεμαν θυμάται από την παιδική του ηλικία ότι «είχε κάποια κλίση προς την ψυχολογία, και μεγάλη ανάγκη για κανονική ζωή». Μετά τον πόλεμο θα μεταναστεύσει με τη μητέρα και την αδελφή του στην τότε βρετανική Παλαιστίνη, όπου σύντομα θα ανακηρυχθεί το κράτος του Ισραήλ. Έκτοτε θα ζήσει μια κανονική ζωή. Θα σπουδάσει ψυχολογία, θα υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία –κατά τη διάρκεια της οποίας θα ανακαλύψει την «πλάνη της εγκυρότητας», την πρώτη γνωσιακή πλάνη στην καριέρα του– και θα ξεκινήσει την ακαδημαϊκή του καριέρα εστιάζοντας το ερευνητικό του ενδιαφέρον στην οπτική αντίληψη.

Το 1968 γνωρίστηκε με τον Έιμος Τβέρσκι (βλ. σημ. 1), ο οποίος τον εισήγαγε στη θεωρία των αποφάσεων. Θα ακολουθήσει μια σπάνια στον ακαδημαϊκό χώρο συνεργασία, η οποία θα φέρει τα πάνω κάτω στις διαισθητικές κρίσεις και τη λήψη των αποφάσεων, και θα παράγει πληθώρα από κοινού δημοσιεύσεων.[7] Διαβάζοντας το Σκέψη, αργή και γρήγορη διαπιστώνει κανείς τη βαθιά φιλία τους και την ανυπόκριτη αναγνώριση της συμβολής του Τβέρσκι σε ό,τι πέτυχαν μαζί. Και κατανοεί πλήρως γιατί του αφιέρωσε ο Κάνεμαν το βιβλίο που αποτυπώνει τον επιστημονικό του βίο.

Ο Κάνεμαν διετέλεσε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ (1961-1978), της Βρετανικής Κολούμπια (1978-1986), του Μπέρκλεϋ (1986-1994) και του Πρίνστον (1993-2007), στο οποίο είναι ομότιμος καθηγητής από το 2007. Ουδέποτε διεκδίκησε άλλον τίτλο από αυτόν του ψυχολόγου. Πάντως, δεν πιστεύει ότι οι ναζί τον επηρέασαν στην επιλογή της καριέρας του: «Οι άνθρωποι λένε ότι η παιδική μας ηλικία έχει τεράστια επίδραση στο τι θα γίνουμε. Δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι αυτό ισχύει». Άλλωστε, ο Ζίγκμουντ Φρόυντ απουσιάζει από το ευρετήριο του βιβλίου του, Σκέψη, αργή και γρήγορη

 

Ένας πανίσχυρος αντίπαλος

Έχοντας αποδεχθεί ότι «η πρώτη αρχή των Οικονομικών είναι ότι κάθε δρων δραστηριοποιείται μόνον από το ίδιον συμφέρον» (F. Y. Εdgeworth), η νεοκλασική οικονομική του 19ου αιώνα μελετούσε τις οικονομικές συμπεριφορές υπό το πρίσμα της ψυχικής ευχαρίστησης και δυσαρέσκειας.

Η ρήξη μεταξύ οικονομικής επιστήμης και ψυχολογίας συντελείται στις αρχές του 20ού αιώνα. Μέσα σε μια διανοητική ατμόσφαιρα διαποτισμένη από τον θετικισμό, οι οικονομολόγοι θέλησαν –και οι περισσότεροι εξακολουθούν να επιθυμούν– να θεμελιώσουν τον κλάδο τους κατά το πρότυπο των φυσικών επιστημών. Προς τούτο, η επιστήμη τους έπρεπε να αποτοξινωθεί από υποκειμενικές, μη άμεσα παρατηρήσιμες εμπειρίες και να υιοθετήσει την αντικειμενικότητα των παρατηρούμενων επιλογών. Η μεγάλη στροφή φαίνεται πως γίνεται από τον Βιλφρέντο Παρέτο, ο οποίος υποδεικνύει ξεκάθαρα ότι «η καθαρή πολιτική οικονομία, συνεπώς, έχει μεγάλο συμφέρον να βασίζεται κατά το δυνατόν λιγότερο στο πεδίο της ψυχολογίας».[8] Περί το 1940, οι βασικές παραδοχές της ορθολογικής επιλογής είχαν ουσιαστικά αποσαφηνιστεί και οι ψυχολογικές έννοιες είχαν εξοστρακιστεί από τα οικονομικά.

Η ιδέα ήταν ευφυής: αντί να ψάχνει κανείς να βρει πώς διατάσσονται οι επιλογές με βάση τη συμβολή τους στην ευζωία των ατόμων, πρέπει να εστιαστεί σε αυτή καθ’ εαυτή τη διάταξή τους. Για να έχει νόημα αυτό, το μόνο προαπαιτούμενο είναι η απόλυτη συνέπεια του οικονομικώς δρώντος στις διατάξεις του. Άπαξ και θεωρηθεί ότι τα άτομα συμπεριφέρονται με συνέπεια, οι μη παρατηρούμενες προτιμήσεις (επιθυμίες) μπορούν να ταυτιστούν με τις παρατηρούμενες επιλογές (αποκαλυπτόμενες προτιμήσεις): αν διαπιστώθηκε ότι προτιμώ το Α από το Β, δεν θα προτιμήσω το Β από το Α σε επόμενες επιλογές. Κοντολογίς, όπως παρατηρεί ο Αμάρτια Σεν, οι οικονομικώς δρώντες «ουδέποτε μιλούν»: πρέπει να δούμε τι επιλέγουν προκειμένου να συναγάγουμε τι προτιμούν, τι βελτιώνει τη ζωή τους κ.ο.κ. Στο πλαίσιο αυτό, πρώτον, οι προτιμήσεις είναι πλέον αδιάφορο αν είναι εγωιστικές, αλτρουιστικές, αυτοκαταστροφικές κ.ο.κ., εφόσον εξασφαλίζεται η συνέπεια στις επιλογές. Και, δεύτερον, όταν λέγεται ότι η χρησιμότητα του Α είναι μεγαλύτερη από εκείνη του Β για το πρόσωπο Χ, είναι ακριβώς σαν να λέγεται ότι ο Χ προτιμά το Α από Β – από μιαν άποψη, η «χρησιμότητα» θυμίζει τον «αιθέρα» της φυσικής του 19ου αιώνα.

Δεδομένου ότι κάθε απόφαση πρακτικά ενέχει αβεβαιότητα, η επόμενη πρόκληση ήταν η λήψη αποφάσεων υπό αβεβαιότητα. Το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε με την προσέγγιση της προσδοκώμενης χρησιμότητας (ένας συνδυασμός πιθανοτήτων και χρησιμοτήτων), πρώτα από τους John von Νeumann και Ο. Μorgenstern (1944) και λίγο αργότερα με την επέκταση του μοντέλου τους από τον L. Savage (1953). Βασισμένη σε ευλογοφανή αξιώματα και στο κύρος της αξιωματικής θεμελίωσης, η πλήρης ορθολογικότητα των δρώντων επεβλήθη κατά κράτος: οι αποφασίζοντες εκτιμούν τις («υποκειμενικές») πιθανότητες των ενδεχομένων μιας απόφασης βάσει των πεποιθήσεών τους, τις αναπροσαρμόζουν με τον κανόνα του Βayes όταν ανακύψουν νέες πληροφορίες, και επιλέγουν εκείνη την ενέργεια που μεγιστοποιεί την προσδοκώμενη χρησιμότητα.

Η σιγουριά που παρείχε η αξιωματική θεμελίωση των επιλογών και το as if επιχείρημα του Μίλτον Φρίντμαν, που ανέπτυξε σε μια λίαν αμφιλεγόμενη μελέτη[9], αφ’ ενός απελευθέρωσαν τους οικονομολόγους από κάθε έγνοια σχετικά με τους υποκείμενους ψυχολογικούς μηχανισμούς των αποφάσεων, αφ’ ετέρου τους επέτρεψαν να χρησιμοποιούν ένα κανονιστικού χαρακτήρα μοντέλο για περιγραφικούς σκοπούς. Ο δυναμισμός της ορθολογικής επιλογής ήταν τέτοιος ώστε θα επιβληθεί σε όλους σχεδόν τους κλάδους των οικονομικών (π.χ. με τα μοντέλα των ορθολογικών προσδοκιών στη μακροοικονομική), θα εισχωρήσει στις άλλες κοινωνικές επιστήμες, και θα φθάσει μέχρι και τη φιλοσοφία[10].

Φυσικά, υπήρξαν αντιδράσεις. Γρήγορα διατυπώθηκαν τα παράδοξα του Μ. Αllais (1953) και του D. Ellsberg (1961), τα οποία ανάγκασαν τους ερευνητές να σηκώσουν τα μανίκια προκειμένου να ξεπεραστούν αυτές οι «ανωμαλίες», δίχως να θιγεί ο σκληρός πυρήνας της θεωρίας της προσδοκώμενης χρησιμότητας[11]. Η μεγάλη, όμως, αμφισβήτηση του μοντέλου της ορθολογικής επιλογής προήλθε από τον Herbert Simon, ο οποίος ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 υποστήριξε ότι οι δρώντες έχουν περιορισμένες γνωσιακές και υπολογιστικές ικανότητες και, συνεπώς, ότι η ορθολογικότητά τους είναι περιορισμένη. Σε καταστάσεις που απαιτούν αποφάσεις, οι άνθρωποι χρησιμοποιούν ευρετικές και δεν μεγιστοποιούν κάποια συνάρτηση χρησιμότητας, αλλά αναζητούν το ικανοποιητικό (satisficing), δηλαδή χρησιμοποιούν στρατηγικές αναζήτησης λύσεων που ικανοποιούν τα κριτήρια επιλογής[12].

Η θεωρία της ορθολογικής επιλογής εδράζεται σε μιαν «ολύμπια» άποψη της ανθρώπινης ορθολογικότητας (H. Simon). Ή, παρομοίως, κατά τον Κάνεμαν, προδιαγράφει τους δρώντες σαν να διαθέτουν μόνο ένα γνωσιακό σύστημα, το οποίο λειτουργεί με την ταχύτητα και το αμελητέο κόστος του Συστήματος 1, και τις ικανότητες λογικής ανάλυσης του Συστήματος 2. Το ενδεχόμενο το γνωσιακό σύστημα του ανθρώπου να υπόκειται σε σοβαρούς περιορισμούς, και συνεπώς – παραλλάσσοντας τον γνωστό αφορισμό– να μην υπάρχει δωρεάν γνωσιακό γεύμα, αγνοείται παντελώς.

Τα πράγματα, όμως, αλλάζουν: ο μπιχεβιορισμός καταρρέει, ο ανθρώπινος νους αντιμετωπίζεται ως σύστημα επεξεργασίας πληροφοριών και η γνωσιακή επιστήμη ενηλικιώνεται. Σχετικά σύντομα θα καταδειχθεί ότι οι άνθρωποι δεν λειτουργούν σαν μπεϋζιανοί επεξεργαστές των πληροφοριών, δεν έχουν πλήρως ορισμένες και σταθερές προτιμήσεις, δεν μεγιστοποιούν συναρτήσεις χρησιμότητας. Η ανατροπή αυτή πιστώνεται στον Κάνεμαν.

Επί αιώνες, η δεσπόζουσα άποψη για την ανθρώπινη συμπεριφορά υποστήριζε ότι οι άνθρωποι είναι ορθολογικά όντα, ότι έχουν έλεγχο στη σκέψη τους. Απομακρύνονται από τη λογική μόνον όταν η κρίση τους στρεβλώνεται από κάποιο πάθος – ο Λα Ροσφουκώ έλεγε ότι «το πνεύμα είναι πάντα το κορόιδο της καρδιάς» και εμείς λέμε ότι «το πάθος τυφλώνει». Ο Κάνεμαν έρχεται σε ρήξη με τούτη την παράδοση αποδεικνύοντας ότι, ακόμη και δίχως πάθη, οι άνθρωποι συχνά υποπίπτουν σε σημαντικά γνωσιακά σφάλματα.

 

καλβιν

Homo Heuristicus

Προκειμένου να αντεπεξέλθουν σε διάφορες περιστάσεις, τα άτομα χρησιμοποιούν «νοητικές συντομεύσεις», τις ευρετικές, «οι οποίες περιστέλλουν πολύπλοκα έργα εκτίμησης πιθανοτήτων και πρόβλεψης τιμών σε απλούστερες λειτουργίες κρίσεων. Γενικά, αυτές οι ευρετικές είναι πολύ χρήσιμες», επειδή εξοικονομούν χρόνο και προσπάθεια, «ενίοτε όμως οδηγούν σε σοβαρά και συστηματικά σφάλματα» (Ντ. Κάνεμαν). Οι πρώτες ευρετικές που εντοπίστηκαν ήταν η αντιπροσωπευτικότητα (representativeness), η διαθεσιμότητα

(availability) και η αγκύρωση και προσαρμογή (anchoringandadjustment)[13]. Η αντιπροσωπευτικότητα είναι ίσως η ευρετική με τις βαθύτερες ιστορικές ρίζες. Ο Laplace, λόγου χάρη, θεωρούσε ότι οι αναλογικές κρίσεις είναι ένα από τα «διάφορα μέσα για να προσεγγίσουμε τη βεβαιότητα» και ότι, «όσο μεγαλύτερη η ομοιότητα, τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα». Στην ερώτηση «πόσο πιθανόν είναι το Α να ανήκει στην κατηγορία Β;», προσπαθούμε να εντοπίσουμε πόσο αντιπροσωπευτικό είναι το Α, πόσο μοιάζει με την εικόνα ή το στερεότυπο του Β. Το Α μπορεί να είναι κάποια περίπτωση (ένα άτομο) ή δείγμα και το Β αντιστοίχως μια κατηγορία (ομάδα ατόμων) ή πληθυσμός. Ή το Α μπορεί να είναι ένα γεγονός (ήρθε τρεις συνεχόμενες φορές «κορώνα») και το Β μια διεργασία ή αιτία (στρίψιμο ενός νομίσματος).

Εάν δούμε κάποιον να διαβάζει το Books’ Journal σκεπτόμαστε ότι έχει μόρφωση πανεπιστημιακού επιπέδου, και αυτό κατά κανόνα είναι σωστό. Ωστόσο, υπάρχει εγγενής τάση υπερχρησιμοποίησης της ευρετικής της αντιπροσωπευτικότητας όταν εκτιμώνται πιθανότητες και συνεπώς υποχρησιμοποίηση του βασικού ποσοστού (βασικό ποσοστό είναι η σχετική συχνότητα με την οποία εμφανίζεται κάποιο γεγονός). Αν ακούσουμε ότι υπήρξαν τρία περιστατικά γαστρεντερίτιδας, μπορεί εσφαλμένα να συμπεράνουμε ότι πρόκειται περί επιδημίας, ξεχνώντας το χαμηλό ποσοστό των περιστατικών στο σύνολο του πληθυσμού. Γενικότερα, η ευρετική της αντιπροσωπευτικότητας χρεώνεται με διάφορες γνωσιακές μεροληψίες, όπως δείχνει το επόμενο πρόβλημα, ένα από τα διασημότερα του Κάνεμαν (κεφ. 15).

 

Λίντα, η διάσημη φεμινίστρια

Στους συμμετέχοντες σε ένα πείραμα δόθηκε η ακόλουθη περιγραφή: «Η Λίντα είναι 31 ετών, ανύπαντρη, ελευθερόστομη και πολύ ευφυής. Σπούδασε φιλοσοφία. Ως φοιτήτρια, ασχολείτο ενεργά με ζητήματα διακρίσεων και κοινωνικής δικαιοσύνης και επίσης συμμετείχε σε διαδηλώσεις κατά των πυρηνικών». Κατόπιν ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να πουν ποια θεωρούν πιθανότερη από οκτώ δηλώσεις, μεταξύ των οποίων υπήρχαν και οι εξής: (α) «Η Λίντα εργάζεται ως ταμίας τράπεζας», (β) «Η Λίντα εργάζεται ως ταμίας τράπεζας και δραστηριοποιείται στο φεμινιστικό κίνημα». Το 85% απάντησε το (β). Η απάντηση αυτή είναι εσφαλμένη διότι παραβιάζει τον κανόνα της σύζευξης, μια βασική πρόταση της θεωρίας των πιθανοτήτων: η πιθανότητα κάποιος να ανήκει συγχρόνως στις κατηγορίες Α και Β είναι μικρότερη ή ίση από το να ανήκει μόνο στην κατηγορία Β (είναι πιθανότερο να φέρετε 6 ρίχνοντας ένα ζάρι, παρά 5 και 6 ρίχνοντας δύο ζάρια). Η περιγραφή της Λίντα ταίριαζε στο προφίλ της φεμινίστριας, άρα ο συνδυασμός «ταμίας τράπεζας και φεμινίστρια» φαινόταν πιο «αντιπροσωπευτικός» από το να ήταν μόνο ταμίας τράπεζας. Σημειωτέον, το πείραμα πραγματοποιήθηκε και σε άτομα με γνώσεις θεωρίας πιθανοτήτων και έδωσε παρόμοια αποτελέσματα. Βάσει τέτοιων ευρημάτων και απαντώντας σε σχετικές αιτιάσεις, ο Κάνεμαν επανειλημμένως θα διευκρινίσει ότι οι μελέτες του αποδεικνύουν ότι ευεπίφοροι σε εσφαλμένες διαισθήσεις είναι τόσο οι «απλοί», όσο και οι ευφυείς και οξυδερκείς άνθρωποι.

Παρομοίως, η πιθανoφάνεια ενός συγκεκριμένου γεγονότος μπορεί να εκτιμάται μικρότερη από τη σύζευξη αυτού του γεγονότος και του συγκεκριμένου αιτίου που πιθανόν θα το παρήγαγε. Λέγεται ευρέως, λόγου χάρη, ότι το φθινόπωρο (γράφω τον Αύγουστο) θα υπάρξουν νέα μέτρα και ότι ο κόσμος θα βγει στους δρόμους. Ρωτήστε γνωστούς σας τι είναι πιθανότερο να συμβεί τους επόμε νους μήνες: (α) η κυβέρνηση θα πέσει, (β) θα υπάρξουν μαζικές κινητοποιήσεις και η κυβέρνηση θα πέσει. Οι περισσότεροι μάλλον θα απαντήσουν ότι θα συμβεί το (β), όπως απάντησαν σχεδόν όλοι όσους ρώτησα.

 

Η τύχη δεν αυτοδιορθώνεται

Είναι γεγονός ότι δεν τα πάμε καλά με την έννοια του τυχαίου. Επί παραδείγματι, τόσο οι περιστασιακοί όσο και οι συστηματικοί παίκτες πέφτουν στην «πλάνη του τζογαδόρου»: αν βγουν συνεχόμενα «μαύρα» στη ρουλέτα, πολλοί πιστεύουν ότι τώρα «πρέπει» να βγει «κόκκινο», διότι το «κόκκινο» θα διαμορφώσει μια πιο αντιπροσωπευτική ακολουθία από εκείνη που θα διαμορφώσει ένα πρόσθετο «μαύρο». Η τύχη θεωρείται ότι αυτοδιορθώνεται: απόκλιση προς μια κατεύθυνση πιστεύεται ότι συνεπάγεται απόκλιση προς την αντίθετη κατεύθυνση προκειμένου να αποκατασταθεί η ισορροπία, παρότι τα περασμένα γεγονότα δεν έχουν επίδραση στα μελλοντικά αποτελέσματα – με άλλα λόγια, η ρουλέτα στερείται μνήμης.

Οι ανωτέρω και άλλες εντοπισθείσες γνωσιακές μεροληψίες προκάλεσαν την αντίδραση πολλών, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι τέτοιες προσεγγίσεις προωθούν την ανορθολογικότητα, τον παραλογισμό. Η απάντηση του Κάνεμαν δεν αφήνει περιθώρια παρεξήγησης: «η αμφισβήτηση της ανθρώπινης ορθολογικότητας δεν είναι το έργο της ζωής μου», όσοι δούλεψαν δε στην παράδοση των ευρετικών και των μεροληψιών πρωτίστως ενδιαφέρθηκαν «να κατανοήσουν την ψυχολογία των διαισθητικών κρίσεων και επιλογών»[14].

Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να υπάρχει ένα σημείο αναφοράς, ένας κανόνας (στα προηγούμενα παραδείγματα ήταν η θεωρία των πιθανοτήτων/στατιστικής), προκειμένου να αξιολογηθούν ως ορθές ή εσφαλμένες οι κρίσεις και να εντοπιστεί η ύπαρξη συστηματικών ή μη σφαλμάτων. Δίχως την ύπαρξη τέτοιου κανόνα, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τι είδους αξιολόγηση μπορεί να υπάρξει. Τούτου δοθέντος, η «ανορθολογικότητα» ακούγεται πολύ πιο ήπια από όσο συνήθως[15]. Το κατά πόσον, όμως, το χρησιμοποιούμενο κανονιστικό μοντέλο είναι κατάλληλο, και με τι θα μπορούσε να αντικατασταθεί ενδεχομένως, είναι μια συζήτηση που τραβάει σε μάκρος.

 

Τι πραγματικά θέλουμε;

Ο κατάλογος του εστιατορίου στο οποίο βρεθήκατε έχει μόνο κοτόπουλο και ψάρι. Διαλέγετε το ψάρι. Έρχεται ο σερβιτόρος για την παραγγελία, ο οποίος σας ενημερώνει ότι σήμερα έχει και αρνάκι, οπότε παραγγέλνετε κοτόπουλο! Το χοντροειδές αυτό παράδειγμα αποτυπώνει τη λεγόμενη αντιστροφή των προτιμήσεων. Τέτοιες ασυνέπειες όσον αφορά τις προτιμήσεις είναι καταλυτικής σημασίας, διότι η ύπαρξή τους πλήττει τον σκληρό πυρήνα της ορθολογικής επιλογής – αν προτιμούμε το Α από το Β, είμαστε διατεθειμένοι να πληρώσουμε περισσότερο για το Α. Το δυστύχημα για την ορθολογική επιλογή είναι ότι η αντιστροφή των προτιμήσεων έχει εντοπιστεί σε σωρεία μελετών.

Μια θεμελιώδης, κανονιστικού χαρακτήρα, παραδοχή της ορθολογικής επιλογής είναι η αρχή της αμεταβλητότητας (invariance): διαφορετικές διατυπώσεις του ιδίου προβλήματος επιλογής πρέπει να οδηγούν στις ίδιες προτιμήσεις ή, με την ορολογία του Κάνεμαν, οι προτιμήσεις θα πρέπει να είναι ανεξάρτητες από την «πλαισίωση» των επιλογών. Ωστόσο, δεν ισχύει αυτό. Ο Κάνεμαν το απέδειξε με το επόμενο, εξίσου διάσημο με τη Λίντα, πείραμα.

 

Η ασιατική νόσος

«Φανταστείτε ότι οι ΗΠΑ προετοιμάζονται για το ξέσπασμα μιας ασυνήθιστης ασιατικής νόσου, η οποία αναμένεται να προκαλέσει τον θάνατο 600 ατόμων. Δύο εναλλακτικά προγράμματα έχουν προταθεί για την αντιμετώπισή της. Υποθέτουμε ότι οι ακριβείς επιστημονικές εκτιμήσεις των συνεπειών τους έχουν ως εξής: (α) Αν υιοθετηθεί το πρόγραμμα Α, θα σωθούν 200 άνθρωποι. (β) Αν υιοθετηθεί το πρόγραμμα Β, υπάρχει πιθανότητα 1/3 να σωθούν 600 άνθρωποι, και πιθανότητα 2/3 να μη σωθεί κανείς». Το 72% των ερωτηθέντων επέλεξε το πρόγραμμα Α.

Μια δεύτερη ομάδα ατόμων ρωτήθηκε επίσης, αλλά με διαφορετική διατύπωση των επιλογών: (γ) Αν υιοθετηθεί το πρόγραμμα Γ, θα πεθάνουν 400 άνθρωποι. (δ) Αν υιοθετηθεί το πρόγραμμα Δ, υπάρχει πιθανότητα 1/3 να μην πεθάνει κανείς και πιθανότητα 2/3 να πεθάνουν 600 άνθρωποι. Το 78% των ερωτηθέντων επέλεξε το πρόγραμμα Δ.

Και λοιπόν; Το περίεργο είναι ότι οι επιλογές Α και Γ ταυτίζονται, όπως και οι Β και Δ. Στην πρώτη περίπτωση της πλαισίωσης με όρους «σωζόμενων ζωών», οι ερωτηθέντες μάλλον σκέφθηκαν ότι είναι καλύτερα να σωθούν σίγουρα 200 άνθρωποι παρά κάποιος αβέβαιος αριθμός ίσος κατά μέσο όρο με 200 ανθρώπους. Στη δεύτερη περίπτωση, η πλαισίωση της επιλογής με όρους δυνητικών θανάτων έκανε ελκυστικότερη την αποφυγή των θανάτων.

Μια ερμηνεία της αντιστροφής των προτιμήσεων θεωρεί ότι, ως όντα περιορισμένης ορθολογικότητας, ενδεχομένως εστιαζόμαστε σε διαφορετικές πτυχές ενός προβλήματος επιλογής και απομακρυνόμαστε από τις πραγματικές προτιμήσεις μας. φαίνεται, όμως, ότι τα πράγματα είναι ακόμη πιο σοβαρά όσον αφορά την παραδοχή περί σταθερών προτιμήσεων: η πλαισίωση ενός προβλήματος μπορεί ουσιαστικά να «κατασκευάζει» τις προτιμήσεις μας. Πέραν των ζητημάτων ηθικής και πολιτικής τάξεως που εγείρονται (πώς «πλασάρονται» οι επιλογές στους πολίτες, π.χ. σε δημοψήφισμα), η κατασκευή των προτιμήσεων επιφέρει θανάσιμο πλήγμα στη θεωρία της ορθολογικής επιλογής και τη συνέπεια των προτιμήσεων που επαγγέλλεται.

 

Επιλογές υπό αβεβαιότητα

Όπως φαίνεται και από τα προηγούμενα, οι προβλέψεις της θεωρίας της προσδοκώμενης χρησιμότητας έχουν επανειλημμένως διαψευστεί σε εργαστηριακά πειράματα. Η θεωρία των προοπτικών (νοούμενες ως ενδεχόμενα, προσδοκίες, δυνατότητες) προτάθηκε προκειμένου να ερμηνευθούν τόσο αυτές οι ασυνέπειες όσο και οι συμπεριφορές που παρατηρούνται όταν λαμβάνονται αποφάσεις υπό αβεβαιότητα[16]. Η θεωρία είναι περιγραφική και όχι κανονιστική: εξηγεί πώς αποφασίζουν τα άτομα σε συνθήκες αβεβαιότητας, αλλά δεν υποδεικνύει τι πρέπει να κάνουν στη μια ή την άλλη περίπτωση.

Η θεωρία των προοπτικών εδράζεται σε τέσσερις καινοτόμες παραδοχές.

  • Πρώτον, το σημείο αναφοράς: οι άνθρωποι αξιολογούν κέρδη και ζημίες ως προς κάποιο σημείο αναφοράς (μια γενική αίσθηση της ευζωίας τους, επηρεαζόμενη από προηγούμενες εμπειρίες, προσδοκίες κ.λπ.) παρά ως προς το απόλυτο μέγεθος του αποτελέσματος της απόφασής τους.
  • Δεύτερον, την αποστροφή προς την απώλεια: οι άνθρωποι αποστρέφονται περισσότερο τις απώλειες ως προς το σημείο αναφοράς τους παρά ελκύονται από ισομεγέθη κέρδη. Οι περισσότεροι, φερ’ ειπείν, αρνούνται να παίξουν μονά-ζυγά, ακόμη και όταν το στοίχημα είναι σε εσφαλμένη πρόβλεψη να χάνουν 100 ευρώ, και σε ορθή να κερδίζουν 110 ευρώ. Ο Κάνεμαν θεωρεί την αποστροφή προς την απώλεια τη σημαντικότερη συνεισφορά της θεωρίας των προοπτικών στη συμπεριφορική οικονομική. Πάντως, πρόκειται για βαθιά ριζωμένη στον άνθρωπο στάση. Ο Άνταμ Σμιθ ήδη έγραφε στη Θεωρία των Ηθικών Συναισθημάτων ότι «υποφέρουμε περισσότερο [...] όταν περιπίπτουμε από καλύτερη σε χειρότερη κατάσταση, από όσο χαιρόμαστε όταν ανεβαίνουμε από χειρότερη σε καλύτερη». Σύμφωνα μάλιστα με εκτιμήσεις, η απώλεια προξενεί περίπου διπλάσια δυσαρέσκεια από την ευχαρίστηση που προκαλεί ένα ανάλογο κέρδος.
  • Τρίτον, η φθίνουσα ευαισθησία: η αντικατάσταση κέρδους (ζημίας) π.χ. 100 ευρώ με κέρδος (ζημία) 200 ευρώ έχει μεγαλύτερη επίδραση στα άτομα από την αντικατάσταση ενός κέρδους (ζημίας) 1.000 ευρώ με κέρδος (ζημία) 1.100 ευρώ. Τέταρτον, η στάθμιση πιθανοτήτων: οι άνθρωποι δεν χρησιμοποιούν άμεσα τις πιθανότητες των ενδεχομένων, αλλά τις μετασχηματίζουν μέσω στάθμισής τους. Έτσι, αγνοούν γεγονότα πολύ μικρής πιθανότητας, αλλά στα υπόλοιπα, μικρές πιθανότητες υπερσταθμίζονται, ενώ μέτριες και υψηλές πιθανότητες υποσταθμίζονται. Τελικώς, οι άνθρωποι αποστρέφονται τον κίνδυνο (επιζητούν τον κίνδυνο) όσον αφορά κέρδη (ζημίες) υψηλής πιθανότητας. επιζητούν τον κίνδυνο (αποστρέφονται τον κίνδυνο) όσον αφορά κέρδη (ζημίες) μικρής πιθανότητας.

Η αποστροφή προς την απώλεια εξηγεί σειρά επίμονων οικονομικών φαινομένων, μπρος στα οποία η καθιερωμένη οικονομική θεωρία σηκώνει τα χέρια.

 

Το φαινόμενο της κτητικότητας

Κάποιος είχε αγοράσει κάμποσα μπουκάλια καλό κρασί αντί 5 ευρώ έκαστο. Πότε πότε πίνει κανένα ποτηράκι. Λίγα χρόνια αργότερα ο ιδιοκτήτης της κάβας από την οποία τα προμηθεύτηκε του πρότεινε να αγοράσει το κρασί αντί 100 ευρώ το μπουκάλι. Αρνήθηκε, μολονότι ουδέποτε πλήρωσε πάνω από 35 ευρώ για ένα μπουκάλι κρασί.

Δεν πρόκειται για εκπαιδευτικό παράδειγμα. Ο ιδιοκτήτης του κρασιού ήταν συνάδελφος του συνεργάτη του Κάνεμαν, καθηγητή Richard Thaler. Ξεκινώντας από αυτή την περίπτωση, ο Thaler εντόπισε παρόμοιες συμπεριφορές, τις στέγασε κάτω από το όνομα «φαινόμενο της κτητικότητας», το οποίο εξήγησε με βάση την αποστροφή προς την απώλεια: μόλις κάποιος αποκτήσει την κυριότητα ενός αγαθού, αμέσως θεωρεί ότι η αξία του είναι μεγαλύτερη από εκείνη που είχε πριν το αποκτήσει. Η αποτίμηση της αξίας δεν θα έπρεπε κανονικά να εξαρτάται από την ιδιοκτησία σύμφωνα με την καθιερωμένη θεωρία. Παρά ταύτα, η ύπαρξη του φαινομένου έχει επιβεβαιωθεί τόσο με εργαστηριακά πειράματα, όσο και με μελέτες πεδίου. Το κύριο αποτέλεσμα της κτητικότητας δεν είναι η αύξηση της θελκτικότητας του αγαθού που κατέχει κάποιος, αλλά η δυσαρέσκεια που προκαλεί ο αποχωρισμός του.

 

Η πλάνη του μη ανακτήσιμου κόστους

Πάτε στον κινηματογράφο και στο πρώτο δεκάλεπτο ανακαλύπτετε ότι η ταινία είναι ανυπόφορη. Παρά ταύτα δεν φεύγετε, διότι σκέπτεστε ότι «πρέπει να βγάλω τα λεφτά μου». Δικαίωμά σας, αλλά δεν συμπεριφέρεστε [...] σύμφωνα με τις απαιτήσεις της καθιερωμένης οικονομικής θεωρίας, η οποία σωστά υποδεικνύει ότι στις αποφάσεις μόνο τα μελλοντικά κόστη και οφέλη πρέπει να μετράνε. Το εισιτήριο που πληρώσατε είναι μη ανακτήσιμο κόστος: το πληρώσατε, κι αυτό δεν αλλάζει. Το μόνο που θα έπρεπε να μετρήσει στην απόφασή σας είναι η ενόχληση την οποία θα υποστείτε επί μιάμιση ώρα. Γενικότερα, το φαινόμενο του μη ανακτήσιμου κόστους αναφέρεται στην τάση να συνεχίσουμε κάτι στο οποίο έχουμε επενδύσει χρήμα, κόπο ή χρόνο, μολονότι αυτή η «επένδυση» δεν θα έπρεπε να επηρεάζει την απόφασή μας. Τα φαινόμενα του μη ανακτήσιμου κόστους είναι πολύ συνηθισμένα, ενοχλητικά για την καθιερωμένη οικονομική θεωρία, αλλά εξηγήσιμα βάσει της αποστροφής προς την απώλεια. Υπ’ αυτό το πρίσμα, είναι παράλογο το σύνηθες, δήθεν λογικό επιχείρημα: «ρίξαμε τόσα λεφτά μέχρι σήμερα στο έργο Χ. θα πάνε χαμένα. Δώστε ένα εκατομμύριο να το τελειώσουμε» ή, σε πολύ πιο ακραία εκδοχή, «τόσα παλικάρια μας χάθηκαν στον πόλεμο, τώρα θα συνθηκολογήσουμε;»

 

Εντιμότητα

Η αποστροφή προς την απώλεια επηρεάζει ουσιαστικά επίσης την αντίληψη της εντιμότητας (fairness) που διαμορφώνουν οι άνθρωποι. Αντίθετα προς φιλοσοφικές και άλλες προσεγγίσεις που δίνουν έμφαση σε κανονιστικές προτάσεις, ο Κάνεμαν και οι συνεργάτες του επεδίωξαν μέσω εμπειρικών ερευνών να μελετήσουν τις κρίσεις περί εντιμότητας και τη σημασία τους για την οικονομία. Επί παραδείγματι, βρήκαν ότι γενικά οι καταναλωτές κρίνουν αποδεκτό οι επιχειρήσεις να ανεβάζουν τις τιμές τους ή να μειώνουν τους μισθούς όταν αυξάνονται τα κόστη τους, αλλά ανέντιμο όταν αυξάνεται η ζήτηση ή παρατηρούνται ελλείψεις. Έτσι, θεωρείται ανέντιμο μια επιχείρηση να ανεβάζει τις τιμές ενός προϊόντος του οποίου διαθέτει ποσότητες σε απόθεμα, μόλις ανακοινωθεί αύξηση της γενικής του τιμής – το τυπικό παράδειγμα είναι η άμεση αύξηση της τιμής της βενζίνης στα πρατήρια, αμέσως μόλις ανακοινωθεί αύξηση της τιμής του πετρελαίου. Γενικότερα, αποδείχθηκε ότι οι προτιμήσεις απομακρύνονται ποικιλοτρόπως από το καθαρό ίδιο συμφέρον, λόγου χάρη, οι πολίτες επιδεικνύουν αλτρουιστική συμπεριφορά και είναι διατεθειμένοι να συμβάλλουν στα δημόσια αγαθά.

 

Φιλελευθεριστικός πατερναλισμός
Εάν ο ανθρώπινος νους ρέπει προς συστηματικά, προβλέψιμα σφάλματα, μπορούν να υπάρξουν ρυθμίσεις οι οποίες θα βοηθούσαν τα άτομα ώστε να βελτιωθεί η ευημερία τους; Εξ ορισμού οι «ρυθμίσεις» περιορίζουν την ελευθερία των επιλογών και παραπέμπουν στον πατερναλισμό. Αυτός είναι ένας πολύ καλός λόγος για διαμάχες, διότι όσο ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι των πατερναλιστών ακούγοντας περί αχαλίνωτης ελευθερίας, άλλο τόσο εξοργίζονται οι φιλελευθεριστές (libertarians) όταν ακούν περί πατερναλισμού.

Εντούτοις, οι Cass Sunstein και Richard Thaler ισχυρίζονται ότι ο «φιλελευθεριστικός πατερναλισμός» που προτείνουν, αφ’ ενός, μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά τα άτομα και, αφ’ ετέρου, να γίνει αποδεκτός από πατερναλιστές και φιλελευθεριστές[17]. Συνεπώς, ο φιλελευθεριστικός πατερναλισμός τους δεν είναι οξύμωρο σχήμα.

Οι αντιδράσεις προέρχονται από δογματικούς αντιπατερναλιστές. Οι φιλελευθεριστές, πρώτον, θεωρούν ότι οι άνθρωποι κάνουν μόνοι τους καλύτερες επιλογές όσον αφορά τον εαυτό τους από οιονδήποτε άλλον. Σήμερα γνωρίζουμε πως πρόκειται για εσφαλμένη άποψη: οι άνθρωποι υποπίπτουν άθελά τους σε σφάλματα και πλάνες. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η «αρχιτεκτονική των επιλογών» –ο σχεδιασμός του πλαισίου εντός του οποίου λαμβάνουν τα άτομα τις αποφάσεις– μπορεί να βελτιώσει τις επιλογές τους.

Δεύτερον, πιστεύουν ότι ο πατερναλισμός δεν είναι αναπόφευκτος. Πολλάκις, ωστόσο, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα πρέπει υποχρεωτικά να γίνει μια κεντρική επιλογή, η οποία ούτως ή άλλως θα επηρεάζει τις επιλογές άλλων ατόμων. Το αγαπημένο αντιπαρά- δειγμα των Sunstein και Thaler είναι ο διευθυντής του εστιατορίου ενός οργανισμού, ο οποίος ανακάλυψε ότι η σειρά με την οποία τοποθετούνται τα φαγητά επηρεάζει τις επιλογές των πελατών του. Εξετάζει, λοιπόν, τρεις δυνατότητες όσον αφορά τη διάταξη των φαγητών: (α) Τα τοποθετεί ούτως ώστε οι πελάτες να κάνουν τις επιλογές που πιστεύει ότι θα βελτιώσουν την ευζωία τους (π.χ. πρώτα τις σαλάτες και μετά τα γλυκά). (β) Τα τοποθετεί τυχαία. (3) Από κακεντρέχεια ή συμφέρον τα τοποθετεί ούτως ώστε οι πελάτες του να επιλέγουν παχυντικές τροφές. Το (α) έχει πατερναλιστικό άρωμα, αλλά οι άλλες δύο δυνατότητες συντελούν, λιγότερο ή περισσότερο, στην παχυσαρκία, την οποία ουδείς επιθυμεί.

Τρίτον, οι φιλελευθεριστές υποστηρίζουν ότι ο πατερναλισμός είναι εξ ορισμού καταναγκαστικός. Εάν, όμως, τα άτομα μπορούν να στραφούν με ένα «σκούντημα» προς επιλογές που τα ίδια εν τέλει θεωρούν καλές και δίχως να περιορίζεται η ελευθερία των επιλογών τους, τότε η διάσταση του καταναγκασμού εξαφανίζεται.

Τούτων δοθέντων, η εμμονή σε έναν στείρο αντιπατερναλισμό είναι στενόμυαλη, πόσο μάλλον που ο φιλελευθεριστικός πατερναλισμός μπορεί με μηδαμινό κόστος να βελτιώσει πολλά πράγματα. Πρώτη μεγάλη επιτυχία του υπήρξε η αρχιτεκτονική των επιλογών που πρότειναν οι Thaler και Βenartzi σε συνταξιοδοτικά προγράμματα. Ο σχεδιασμός τους βασίστηκε στην εκμετάλλευση της αποστροφής προς την απώλεια, την υπερβολοειδή προεξόφληση, την αναβλητικότητα και άρα την αδράνεια που χαρακτηρίζουν τους περισσότερους από εμάς, καθώς και την τάση να προτιμούμε την προεπιλογή. Το 2006 ορισμένες κεντρικές ιδέες σχετικά με τις συνταξιοδοτήσεις ενσωματώθηκαν σε νομοθετικές ρυθμίσεις στις ΗΠΑ και ο Ντέηβιντ Κάμερον μετά την εκλογή του συνέστησε το «Behavioural Insights Team» με αντικείμενο την αρχιτεκτονική των επιλογών σε δημόσιες πολιτικές[18].

 

Επίλογος

Το ήδη προφανές σε πολλούς γινόταν συν τω χρόνω ευρέως αποδεκτό: η θεωρία της ορθολογικής επιλογής δεν μπορεί να περιγράψει την πραγματική συμπεριφορά των οικονομικώς δρώντων. Δεν αρκεί, όμως, η άρνηση. Ο Κάνεμαν ήταν αυτός που τεκμηρίωσε την ύπαρξη καταστροφικών αστοχιών στο οικοδόμημα της ορθολογικής επιλογής. Έκτοτε, «το όνειρο να κατασκευαστεί μια θεωρία η οποία θα είναι αποδεκτή συγχρόνως κανονιστικά και περιγραφικά φαίνεται ανέφικτο»[19]. Δεν αντικαθίσταται, όμως, το κάτι με το τίποτα: σαθρές θεωρίες μπορεί να ζουν και να βασιλεύουν, ενόσω δεν έχει διατυπωθεί πειστική αντιπρόταση. Ο Κάνεμαν πιστώνεται επίσης με τη διατύπωση μιας εναλλακτικής περιγραφικής θεωρίας.

Ο οικονομικώς δρων της ορθολογικής επιλογής ανήκει στα υπό εξαφάνιση είδη. Όσες αυταπάτες είχαν απομείνει περί της απόλυτης ορθολογικότητας των ανθρώπων εξαερώθηκαν από την πρόσφατη χρηματοπιστωτική κρίση. και μαζί τους, τα μοντέλα και οι συνακόλουθες πολιτικές που εδράζονταν πάνω της. Παρά ταύτα, η αδράνεια των ιδεών είναι μεγάλη. Ορισμένοι θα εξακολουθήσουν να θεωρούν ότι οι οικονομίες μπορούν να περιγραφούν σαν να αποτελούνται από «ανθρώπους του Σικάγου» (D. McFadden) – υπερφυσικά όντα με απεριόριστες γνωσιακές ικανότητες και πλήρη συνέπεια πεποιθήσεων και προτιμήσεων. Δεν είναι καινοφανής αυτή η ιδεοληπτική προσκόλληση σε απαξιωμένες απόψεις. Πολλοί πιστεύουν στον Ευφυή Σχεδιασμό. Ας έχουν ακούσει και για τον Δαρβίνο.

[1] Η σωστή έκφραση είναι «αυτοί θα γράψουν ιστορία». Επρόκειτο για το άρθρο: A. Tversky & D. Kahneman (1974), «Judgment under uncertainty: Heuristics and biases», Science, 185: 1124-1131. O Έιμος Τβέρσκι γεννήθηκε στη Χάιφα το 1937, σπούδασε Ψυχολογία στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ και διετέλεσε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ από το 1978 μέχρι τον θάνατό του το 1996 από μεταστατικό μελάνωμα. Τιμήθηκε με το ανώτερο στρατιωτικό παράσημο του Ισραήλ, όταν έσωσε από βέβαιο θάνατο έναν στρατιώτη της μονάδας αλεξιπτωτιστών που διοικούσε, διακινδυνεύοντας άμεσα τη ζωή του. Ουδείς αμφιβάλλει ότι, αν ζούσε, θα μοιραζόταν το Νόμπελ με τον Κάνεμαν, δεδομένου ότι «το βραβείο Νόμπελ απενεμήθη για το έργο που παραγάγαμε κατά τη διάρκεια εκείνης της εντατικής συνεργασίας περιόδου» (Ντ. Κάνεμαν). Βλ. σχ. «Daniel Kahneman – Autobiography», www.nobelprize.org και «Memorial resolution Amos Tversky (1937- 1996)» http://math5.net/m/memorialresolution-amos-tversky---stanford-university-w6884. Στο μεγαλύτερο μέρος του κειμένου μου, ο αναγνώστης όπου διαβάζει «Κάνεμαν» θα πρέπει να καταλαβαίνει «Κάνεμαν και Τβέρσκι».

[2] Συνοπτικά, το επιστημονικό έργο του Κάνεμαν μπορεί να χωριστεί σε δύο μεγάλα ερευνητικά αντικείμενα, τρία δε εννοιολογικά δίπολα διαπερνούν το βιβλίο του: δύο φανταστικοί χαρακτήρες (Σύστημα 1/Σύστημα 2), δύο είδη (οικονομικά όντα/ανθρώπινα όντα) και δύο εαυτοί (βιωματικός)/ενθυμητικός). Το κείμενό μου αναφέρεται αποκλειστικά στο πρώτο ερευνητικό αντικείμενο, τις κρίσεις και τις αποφάσεις. Το δεύτερο αφορά σχετικά πρόσφατες μελέτες του εστιασμένες στην ευτυχία/ευζωία. Ο Κάνεμαν απηύθυνε κάλεσμα για «επιστροφή στον bentham», με την έννοια μιας εκ νέου θεώρησης της χρησιμότητας με όρους ευχαρίστησης/δυσαρέσκειας. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρεί ότι δύο εαυτοί συνυπάρχουν σε κάθε άτομο: ο βιωματικός –αυτός που ζει τη ζωή– και ο ενθυμητικός – αυτός που αξιολογεί τις εμπειρίες, και «παίρνει αποφάσεις» για το μέλλον.

[3] Η σχετική ορολογία δεν έχει ακόμη σταθεροποιηθεί στη γλώσσα μας. Δύο παρατηρήσεις: Πρώτον, η ευρετική (heuristic) –και όχι «ευριστική» όπως επιμένουν ορισμένοι– είναι αντιδάνειο από τα αγγλικά (ευρίσκω, heuristicus). Χρησιμοποιείται και ως επίθετο (ευρετικός αλγόριθμος, ευρετική αναζήτηση) και ως ουσιαστικό για να δηλώσει έναν κανόνα, ένα «τρικ» ή/και μια διαδικασία, π.χ. για να διανύσεις κατά το δυνατόν λιγότερα χιλιόμετρα όταν περιοδεύεις σε δέκα πόλεις, ας πούμε, επέλεξε από κάθε πόλη την πλησιέστερη ως επόμενο προορισμό. Γενικά, οι ευρετικές είναι τεχνικές επίλυσης προβλημάτων της τεχνητής νοημοσύνης και της συνδυαστικής βελτιστοποίησης, οι οποίες εξασφαλίζουν την εύρεση καλών, αλλά όχι κατ’ ανάγκη των βέλτιστων λύσεων – στο παράδειγμα, όχι τη συντομότερη περιοδεία, αλλά μια αρκετά κοντά σε αυτή. Δεύτερον, χρησιμοποιώ παντού το «γνωσιακός» για το «cognitive», επειδή η «γνωσιακή επιστήμη» θα βρίσκεται επί μακρόν μαζί μας και είναι σκόπιμο οι βασικοί τουλάχιστον όροι της να αναγνωρίζονται εύκολα (λέμε ήδη γνωστική φιλοσοφία, γνωστικός άνθρωπος). Δεν θεωρώ πετυχημένη την απόδοση του «biases» με το εννοιολογικά βεβαρημένο «προκαταλήψεις» που υιοθετήθηκε στο βιβλίο. Οι «biases» είναι αποτέλεσμα των ευρετικών. Το εν χρήσει «μεροληψίες» αποδίδει ικανοποιητικά το γεγονός ότι οι «biases» είναι συστηματικές, δηλαδή μη τυχαίες, αποκλίσεις από ό,τι προβλέπει κατά περίπτωση το χρησιμοποιούμενο κανονιστικό μοντέλο.

[4] Σημειωτέον ότι η συμπεριφορική οικονομική ουδεμία σχέση έχει με τον «μπιχεβιορισμό». Τα επόμενα είναι δύο πολυδιαβασμένα κείμενα με αντικείμενο τη συμπεριφορική οικονομική: C. F. Camerer, G. Loewenstein (2003), «Behavioral Economics: Past, Present, Future» στο C. F. Camerer, G. Loewenstein, M. Rabin (eds.), Advances in Behavioral Economics, Princeton University Press και M. Rabin (2002), «A Perspective on Psychology and economics», European Economic Review, 46: 657-685.

[5]Χρησιμοποιούνται επίσης οι όροι «εμπειρικό και ορθολογικό σύστημα» και«εμπειρικό και αναλυτικό σύστημα». Βλ. σχ. K. E. Stanovich & R. F. West (2000), «Individual Differences in Reasoning: Implications for the Rationality Debate», Behavioral and Brain Sciences, 23: 645–665. Το άρθρο αυτό, από το οποίο ο Κάνεμαν υιοθέτησε τη σχετική ορολογία, συστηματοποίησε θεωρίες των δυικών διεργασιών της σκέψης.

[6] Jon Elster (2009), «Excessive Ambitions», Capitalism and Society, 4(2): article 1. «Μεγαλύτερη διανοητική επανάσταση», κατά τον Elster, διότι η θεωρία της ορθολογικής επιλογής πρόσφερε τα εργαλεία για την κατανόηση του πώς οι άνθρωποι αντισταθμίζουν τις δυνατές, πολυδιάστατες επιλογές τους (π.χ. πώς ο καταναλωτής επιλέγει αγαθά υπό τον περιορισμό του προϋπολογισμού του), αποδεσμεύοντας τοιουτοτρόπως τους μελετητές, λόγου χάρη, «από τον άγονο στρουκτουραλισμό του Μαρξ».

[7] Τρία από αυτά τα άρθρα θεωρούνται κλασικά:«Judgment under uncertainty: Heuristics and biases», ό.π.  «Prospect Theory: an analysis of decision under risk», Econometrica, 47(2), 1979: 263- 292. «The Framing of decisions and the Psychology of Choice», Science, 211, 1981: 453-458.

[8] Βλ. L. Bruni & R. Sugden (2007), «The Road not Taken: How Psychology Was removed from economics, and How it might be brought back», The Economic Journal, 117: 146–173. Για ιστορικές επισκοπήσεις βλ. E. Angner & G. Loewenstein (2012), «Behavioral Economics», στο U. Mäki (ed.), Handbook of the Philosophy of Science: Philosophy of Economics, elsevier: 641–690. W. M. Goldstein & R. M. Hogarth (1997), «Judgment and decision research: some Historical Context», στο W. M. Goldstein & R. M. Hogarth (eds.), Research on Judgment and Decision Making: Currents, Connections, and Controversies, Cambridge University Press: 3–65. Σημειωτέον ότι ο Κέυνς δεν υπέκυψε στο πνεύμα των καιρών. Βλ. σχ. Κ. Π. Αναγνωστόπουλος (2013), «Zωικά Πνεύματα και Αβεβαιότητα στον Τζον Μέιναρντ Κέυνς», The Books’ Journal, τεύχος 27: 62-66.

[9] M. Friedman (1953), «The Methodology of Positive Economics», στο M. Friedman, Essays in Positive Economics, University of Chicago Press, Chicago: 3- 43. Σύμφωνα με το as if επιχείρημα, οι σχετικές με τη συμπεριφορά των ατόμων παραδοχές μπορεί να είναι από ανακριβείς έως και αβάσιμες, εφόσον τα συνολικά μεγέθη (τιμές, ποσότητες) συμπεριφέρονται ως εάν οι παραδοχές να είναι ακριβείς.

[10] Οι άνθρωποι κρίνουν και αποφασίζουν συνεχώς είτε ενσυνειδήτως είτε, όπως θα έλεγε και ο κ. Zουρντέν του Μολιέρου, δίχως να το γνωρίζουν. Επομένως, είναι ευεξήγητο γιατί η λήψη των αποφάσεων αποτελεί αντικείμενο μελέτης πολλών επιστημονικών κλάδων. Πάντως, ορθά ο R. Nozick (The Nature of Rationality, Princeton University Press, 1993) υποστηρίζει ότι η μελέτη της ορθολογικότητας έχει μετασχηματιστεί σε τεχνικό αντικείμενο, ότι σε τούτο συνέβαλε, μεταξύ άλλων, η ανάπτυξη της θεωρίας των αποφάσεων και ότι δεν μπορεί να γίνει υπεύθυνη πραγμάτευση του θέματος δίχως να υπεισέλθει κανείς στην ουσία των τεχνικών προσεγγίσεων.

[11] Το παράδοξο του Allais εξετάζεται στο κεφ. 29 του Σκέψη, αργή και γρήγορη, στο δε Διαδίκτυο υπάρχει πληθώρα άρθρων για τα δύο αυτά παράδοξα. Ειρήσθω εν παρόδω, ο D. Ellsberg είναι o Έντ Σνόουντεν της δεκαετίας του 1970. Το 1971 αποκάλυψε στον Tύπο τα λεγόμενα «έγγραφα του Πενταγώνου», μια άκρως απόρρητη μελέτη για τον πόλεμο στο Βιετνάμ –«το χειρότερο κρυμμένο μυστικό της Ιστορίας» κατά τους New York Times– που προκάλεσαν πολιτικό σάλο.

[12] Βλ. σχ. H. A. Simon (2006), Οι Επιστήμες του Τεχνητού, Εισαγωγή, μετάφραση και σημειώσεις Κ. Π. Αναγνωστόπουλος, Επίκεντρο. Τόσο ο Κάνεμαν, όσο και ο σημαντικότερος επικριτής του, Γερμανός ψυχολόγος G. Gigerenzer τοποθετούν το έργο τους στο πλαίσιο της περιορισμένης ορθολογικότητας. Βλ. σχ. D. Kahneman (2003), «Maps of Bounded Rationality: a Perspective on Yntuitive Judgment and Choice», American Psychologist, September: 697-720. G. Gigerenzer, P. M. Todd & The ABC Research Group (1999), Simple Heuristics that Make Us Smart, Oxford University Press.

[13] Εάν ρωτήσετε κάποιον ποια είναι η σχετική συχνότητα της διαφθοράς στους πολιτικούς μας, θα μπορούσε να κάνει μιαν εκτίμηση βασισμένος στο πόσο εύκολα μπορεί να θυμηθεί παραδείγματα τέτοιων πολιτικών (διαθεσιμότητα). Uα μπορούσε επίσης να απαντηθεί ξεκινώντας από κάποια τιμή (π.χ. 40% ή 100%, δηλαδή «όλοι είναι λαμόγια!»…) και να προσαρμοστεί, προς τα πάνω ή προς τα κάτω, προκειμένου να βρεθεί μια τελική απάντηση (αγκύρωση και προσαρμογή). Εάν τον ρωτήσετε, αν ο τάδε πολιτικός είναι «λαμόγιο», μπορεί να χρησιμοποιήσει την ομοιότητα με το στερεότυπο «λαμόγιο» (αντιπροσωπευτικότητα). Τέτοιες εκτιμήσεις μπορούν να οδηγήσουν σε μεγάλα σφάλματα.

[14] D. Kahneman, «A Psychological Point of View: Violations of Rational Rules as a Diagnostic of Mental Processes», Open Peer Commentary / K. E. Stanovich & r. F. West (2000), ό.π.

[15] Με την έννοια αυτή χρησιμοποιεί την ανορθολογικότητα ο Dan Ariely (Predictably Irrational, Revised and Expanded Edition: The Hidden Forces That Shape Our Decisions, Harper Collins, 2010). Η προσέγγιση του Jon Elster (L’Irrationalit: Trait Critique de L’Homme Économique, ii, Editions du Seuil, 2010) είναι πιο σύνθετη. Παρεμπιπτόντως, ερώτηση προς ζηλωτές των αγορών και Ηρακλείς ενός άμπρα κατάμπρα ορθολογισμού που ευδοκιμεί εσχάτως στη χώρα μας: πόσο ορθολογική είναι η πεποίθηση ότι οι δυνάμεις της αγοράς διορθώνουν τις «ανορθολογικές» ατομικές συμπεριφορές;

[16] Για έναν απολογισμό της εφαρμογής της θεωρίας των προοπτικών, βλ. N. C. Barberis (2013), «Thirty Years of Prospect Theory in economics: a review and assessment», Journal of Economic Perspectives, 27(1): 173-196.

[17] Βλ. σχ.C. R. Sunstein & R. H. Thaler (2003), «Libertarian Paternalism is not an oxymoron», The University of Chicago Law Review, 70(4): 1159-1202. R. H. Thaler & C. R. Sunstein (2008), Nudge: Improving Decisions about Health, Wealth, and Happiness, Yale University Press. Παρόμοιες προσεγγίσεις συναντώνται ως «ασύμμετρος πατερναλισμός», «ήπιος πατερναλισμός» και «libertarian welfarism».

[18] Βλ. R. H. Thaler & S. Benartzi (2004), «Save More Tomorrow: Using behavioral economics to increase employee savings», Journal of Political Economy 112(1): s164-s187. Thaler & Sunstein (2008). Kαι «The nudge unit – has it worked so far?», The Guardian, 2/5/2013. Παράδειγμα «προεπιλογής» είναι η εγκατάσταση προγραμμάτων στον υπολογιστή: οι περισσότεροι εγκαθιστούν την προτεινόμενη («τσεκαρισμένη») επιλογή, πατώντας κατευθείαν ΟΚ. Η υπερβολοειδής προεξόφληση αναφέρεται στο γεγονός ότι τα άτομα προεξοφλούν τις διαχρονικές τους προτιμήσεις χρησιμοποιώντας φθίνοντες συντελεστές προεξόφλησης.

[19] A. Tversky & D. Kahneman (1986), «Rational Choice and the Framing of decisions», Journal of Business, 59: s251- s278.

Κ. Π. Αναγνωστόπουλος

Καθηγητής Οικονομικής και Διοικητικής για Μηχανικούς στην Πολυτεχνική Σχολή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Τελευταία βιβλία του: Το ορατό και το αόρατο χέρι (2011), Ανάμεσα στο ρομάντζο της επανάστασης και το στερέωμα της αντίδρασης (2016).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.