Σύνδεση συνδρομητών

Μια πολιτική τομογραφία της κατοχικής Κρήτης

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2024 00:31
Μάιος 1943, Χορδάκι, Κρήτη. Ο Πάτρικ Λι Φέρμορ (δεξιά) και ο Γιάννης Τσαγκαράκης, μια περίοδο που κρύβονταν στα βουνά, λίγους μήνες πριν την απαγωγή του γερμανού διοικητή των δυνάμεων κατοχής, Χάινριχ Κράιπε.
Sir Patrick Leigh Fermor Archive/National Library of Scotland
Μάιος 1943, Χορδάκι, Κρήτη. Ο Πάτρικ Λι Φέρμορ (δεξιά) και ο Γιάννης Τσαγκαράκης, μια περίοδο που κρύβονταν στα βουνά, λίγους μήνες πριν την απαγωγή του γερμανού διοικητή των δυνάμεων κατοχής, Χάινριχ Κράιπε.

Γιάννης Σκαλιδάκης, Η Κρήτη στα χρόνια της κατοχής (1941-1945). Πολιτικές μεταβολές στο «Φρούριο Κρήτη», Ασίνη, Αθήνα 2023, 664 σελ.

Πέρα από τη γραφικότητα, τις ωραιοποιήσεις και τα λογιών-λογιών προσωποκεντρικά αφηγήματα ανασυντίθεται βήμα βήμα η μεγάλη εικόνα της Κρήτης μέσα στις συμπληγάδες της Κατοχής. Η Κρήτη –μέσα σε ένα περιβάλλον σημαντικά διαφορετικό από εκείνο της υπόλοιπης Ελλάδας– προβάλλει ως αυτόνομο πολιτικό σύμπαν, όπου βασικοί παίκτες είναι ο γερμανός κατακτητής, ο βρετανός οργανωτής της Αντίστασης και ο κρητικός καπετάνιος, ένας τοπάρχης με οικογενειακή επιρροή. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εγγράφονται όλες οι πολιτικές δράσεις, που κατάγονται στο μεγαλύτερο μέρος τους από την προπολεμική περίοδο και αποσκοπούν στη μεταπολεμική.

Ως ιστοριογραφικό θέμα η Κρήτη του Πολέμου, της Κατοχής, της Αντίστασης σίγουρα δεν είναι κάτι πρωτότυπο. Η ποιότητα όμως της ιστορικής βιβλιογραφίας για την Κρήτη της δεκαετίας του 1940 είναι, δυστυχώς, αντιστρόφως ανάλογη της πληθωρικής ποσότητάς της. Αυτό είχε αποτέλεσμα να μη διαθέτουμε –μέχρι πρόσφατα – μια συνθετική επιστημονική εργασία για τις πολιτικές επιπτώσεις των πολεμικών συνθηκών στην Κρήτη. Το κενό αυτό, όμως, ευτυχώς έχει έρθει να καλύψει η από καιρό αναμενόμενη δουλειά του Γιάννη Σκαλιδάκη.

Ιστορικός της νέας γενιάς, ο Γιάννης Σκαλιδάκης, με καταγωγή από τα Χανιά και ερευνητικό έργο που επικεντρώνεται αφενός στην συγκρότηση των δομών εξουσίας στην κατεχόμενη Ελλάδα, αφετέρου στη νεότερη και σύγχρονη Κρήτη, είχε δώσει από χρόνια δείγματα της επερχόμενης σύνθεσης, μέσα από σχετικές ανακοινώσεις σε συνέδρια και ημερίδες. Με τη σφραγίδα των γυμνασμένων στη σύγχρονη ιστοριογραφία εκδόσεων Ασίνη, το βιβλίο Η Κρήτη στα χρόνια της Κατοχής (1941-1945). Πολιτικές μεταβολές στο «Φρούριο Κρήτη» ήρθε την άνοιξη του 2023 με διάθεση να δικαιώσει και τον κύριο και πολύ ειδικότερα τον δευτερεύοντα τίτλο του.

Ο συγγραφέας ορθώς αντιλαμβάνεται την αναγκαιότητα της πολιτικής ιστοριογραφίας για τον υπό έρευνα χωροχρόνο και εξίσου ορθώς προσλαμβάνει ως εξόχως πολιτικά στοιχεία τις επιλογές, αποφάσεις και κινήσεις τόσο των δυνάμεων Κατοχής, όσο και των Συμμαχικών Δυνάμεων, αλλά ακόμα ειδικότερα και των εκατέρωθεν συνεργατών. Ο χαρακτηρισμός των αντιστασιακών δυνάμεων στην Κρήτη ως συνεργάτες των Συμμάχων δεν είναι υπερβολικός, ούτε έχει σκοπό τον υποβιβασμό τους, καθώς θα φανεί παρακάτω… Ξεκινώντας, πάντως, αξίζει να έχουμε κατά νου ότι ο Γιάννης Σκαλιδάκης αντιλαμβάνεται τα δρώντα πρόσωπα και πολύ περισσότερο τις συλλογικότητες ισχύος –ακόμα κι όταν έχουν στρατιωτικό χαρακτήρα– ως πολιτικά υποκείμενα, μια επιλογή που βρίσκει τον γράφοντα απόλυτα σύμφωνο. Στη διάθεση αυτή αποδίδεται και το ενδιαφέρον του συγγραφέα να εκκινήσει την ιστορική ανάλυση όχι από την Μάχη ή την κατάληψη της Κρήτης την 20ή Μαΐου ή την 1η Ιουνίου 1941, ούτε από την είσοδο της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέσω της ιταλικής επίθεσης στις 28 Οκτωβρίου 1940, ούτε καν από την έναρξη του Πολέμου την 1η Σεπτεμβρίου 1939, αλλά πολύ νωρίτερα, τουλάχιστον από το 1935, όταν και οι συνέπειες του αποτυχημένου βενιζελικού κινήματος καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη δημιουργία ενός κρίσιμου παράγοντα, την ύπαρξη ενός σημαντικού αριθμού αποτάκτων και συνειδησιακά αποσυνδεδεμένων από τους θεσμούς της κρατικής εξουσίας βενιζελικών αξιωματικών. Ορίζοντας ολοκλήρωσης, πάντως, αναμενόμενα παραμένει η έναρξη του θέρους 1945, όταν και αποχωρούν οριστικά τα τελευταία υπολείμματα του γερμανικού στρατού από την Κρήτη.

 

Ο κρητικός εξαιρετισμός…

Η αντίληψη των βασικών δημογραφικών και οικονομικών δεδομένων για την Κρήτη πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι ασφαλώς απολύτως αναγκαία για την κατανόηση του κατοχικού συγκειμένου. Εξίσου ή και περισσότερο αναγκαία η αντίληψη του μεταβαλλόμενου μεταξύ 1935 και 1941 πολιτικού περιβάλλοντος, που μας διαφωτίζει, αλλά και μας εκπλήσσει, όταν λ.χ. φανερώνει ήδη προπολεμικά την έκρηξη ενός πλήθους εκδοχών του βενιζελισμού από την εθνική νομιμοφροσύνη μέχρι τον ρεπουμπλικανικό ριζοσπαστισμό, αλλά και τις ρίζες ενός δυστροπικού αδικαίωτου ρεβανσισμού μερίδας Λαϊκών έναντι του βασιλικού τεταρταυγουστιανού καθεστώτος, που αντιλαμβάνονται ως αδικαιολόγητα «συμπεριληπτικό» έναντι των βενιζελικών. Πρόκειται για πολιτικές ορμές που θα εκδηλωθούν απρόσκοπτα μέσα στο συμπεριφορικά ελευθεριακό φάσμα της Κατοχής. Συνεπώς, ήδη από την οριοθέτηση του περιγράμματος, το βιβλίο αποδεικνύεται πολύτιμο βοήθημα.

Μετά τη σύντομη εισαγωγή, που κυρίως καθορίζει τη σχέση της εργασίας με το υλικό της, θα μπορούσαμε να χωρίσουμε τα έντεκα κεφάλαια του βιβλίου σε πέντε ομάδες. Τα δύο πρώτα κεφάλαια (1, 2) θέτουν ακριβώς αυτό το γενικό πλαίσιο, όπου αφενός ερχόμαστε σε γνωριμία με τη «Νέα Ευρώπη» του Άξονα που το 1941 είχε ήδη σχηματοποιηθεί, μαθαίνουμε όσα αφορούν την ίδια την Κρήτη και το πολιτικό της οικοσύστημα, αλλά και ανακαλύπτουμε την ιδιόμορφη σχέση της με τον κορυφαίο συμμαχικό παράγοντα της Μεσογείου τη Βρετανική Αυτοκρατορία – να μια σχέση που μας καλεί ερευνητικά σε εμβάθυνση. Τα ακόλουθα δύο κεφάλαια (3, 4) μας περιγράφουν τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές δομές και τις λειτουργίες της κατοχικής Κρήτης, όπως αυτές σχηματοποιούνται το πρώτο διάστημα μετά την κατάληψη του νησιού. Στη συνέχεια, για δύο κεφάλαια (5, 6) γνωρίζουμε όλα όσα αφορούν τον συμμαχικό παράγοντα, δηλαδή τον βρετανικό, και τον σχεδιασμό του να καθορίζει στην εντέλεια την πολεμική προσπάθεια κατά των κατοχικών δυνάμεων στο νησί, ενώ στα επόμενα δύο κεφάλαια (7, 8) τραβιέται η κουρτίνα του αποτρόπαιου, καθώς πλέον μας απασχολεί η πολιτική του κατακτητή για τη διατήρηση του ελέγχου και η συμμετοχή ελληνικών πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών στοιχείων στην υλοποίηση των σκοπών του. Τέλος, τα εναπομείναντα τρία κεφάλαια (9, 10, 11) είναι αφιερωμένα στη μετάβαση από την Κατοχή στον «μη Εμφύλιο» της Κρήτης.

Ο Γιάννης Σκαλιδάκης βασίζει το ερμηνευτικό του σχήμα σε κάποια βασικά σημεία. Το πρώτο απ’ αυτά είναι ο εξαιρετισμός της Κρήτης, τα στοιχεία διαφοροποίησής της από τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο. Πρόκειται για ένα σύνθετο σχήμα που οφείλεται τόσο στις ιδιόμορφες ιστορικές προκείμενες συνάντησης της Κρήτης του 19ου αιώνα με τον 20ό, στις βασικές αρχές της βρετανικής μεσογειακής πολιτικής που καλλιέργησαν τις ιδιαίτερες αντιλήψεις και σχέσεις της με την Κρήτη, αλλά και στις προτεραιότητες του σχεδιασμού του Άξονα που έθετε την Κρήτη στο ξεχωριστό και ιδιάζον πλαίσιο του «φρουρίου», αποκόπτοντάς το de facto από τον χώρο και κυρίως την πολιτική και οικονομική κατάσταση της υπόλοιπης κατεχόμενης Ελλάδας. Ένα μόνο από τα χαρακτηριστικά σημεία που προκύπτουν από αυτή τη συγκυρία είναι η ελάχιστη επιρροή που παράγεται στην Κρήτη από τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας τον Σεπτέμβριο του 1943, γεγονός που επηρέασε βαθύτατα και πολύπλευρα την υπόλοιπη Ελλάδα, ηπειρωτική και νησιωτική.

Έτερη βασική παράμετρος διαμόρφωσης της sui generis κρητικής κατοχικής εμπειρίας υπήρξε η βρετανική πολιτική παρέμβασης. Πρόκειται για στάση πολύ διαφορετική από οτιδήποτε έχουμε στο μυαλό μας για όσα ίσχυσαν στην ηπειρωτική Ελλάδα με τη Βρετανική Στρατιωτική Αποστολή εκεί. Το βρετανικό στοιχείο είναι οργανικό στην κατοχική Κρήτη, κατά περίπτωση μάλιστα με ολιστικές διαστάσεις. Όλα ξεκινούν αρκετά πριν φτάσουν στον ουρανό της Κρήτης τα τμήματα εφόδου των αλεξιπτωτιστών της Λουφτβάφε. Η Κρήτη έχει καταστεί αρκετά νωρίς πεδίο δραστηριότητας των βρετανικών υπηρεσιών, που οργανώνουν δίκτυα επιρροής και ελέγχου παραστρατιωτικών ομάδων με δυνατότητα ανάπτυξης πολεμικής δραστηριότητας σε περίπτωση επίθεσης των δυνάμεων του Άξονα. Προοδευτικά και μετά την κατάληψη της Κρήτης, τον εγκλωβισμό χιλιάδων διάσπαρτων Βρετανών στρατιωτικών και την εφαρμογή του πέπλου της Κατοχής, τα βρετανικά δίκτυα παραμένουν ενεργά και γρήγορα στελεχώνονται από εξειδικευμένο προσωπικό με σκοπό τον πλήρη έλεγχο της αντιστασιακής δραστηριότητας.

Η Κρήτη είναι το μοναδικό μέρος που οι Βρετανοί επιτυγχάνουν αυτό τον στόχο, τον ουσιώδη έλεγχο της Αντίστασης. Και τον επιτυγχάνουν χτίζοντας ουσιαστικά από ένα χρονικό σημείο και μετά με περίτεχνο τρόπο ένα ανθεκτικό πλαίσιο, την Εθνική Οργάνωση Κρήτης (ΕΟΚ), ένα πλέγμα αντιστασιακών ομάδων από το οποίο θα αυτοεξαιρεθεί μόνο το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ). Η κρίσιμη λεπτομέρεια που έκρινε όλη την εικόνα της Αντίστασης στην Κρήτη –άρα σε μεγάλο βαθμό προοικονόμησε και την εικόνα της μετά την απελευθέρωση– υπήρξε η αδυναμία του ΕΑΜ να αναπτύξει το πλαίσιο κυριαρχίας που γνωρίζουμε στις περισσότερες περιοχές της υπόλοιπης Ελλάδας. Η σοβαρά αποκλίνουσα αντιστασιακή πραγματικότητα της Κρήτης δεν υπήρξε ασφαλώς απότοκος αποκλειστικά της βρετανικής πρωτοβουλίας. Οι Βρετανοί είχαν «διαβάσει» πολύ καλά τα ιδιαίτερα ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας της κρητικής υπαίθρου, αλλά και είχαν παράλληλα ιδιαίτερα ισχυρά ερείσματα στους σχολάζοντες βενιζελικούς αξιωματικούς που ζούσαν στην Κρήτη και εργάζονταν σε αλλότρια έργα. Συνεπώς, τα δομικά στοιχεία της κρητικής Αντίστασης –τόσο στην κυρίαρχη, όσο παραδόξως σε μεγάλο βαθμό και στην εαμική εκδοχή της– είναι οι ισχυρές ακόμα προνεωτερικές επιρροές των δικτύων της υπαίθρου και δη των ορεινών όγκων του νησιού, όσο και το απόθεμα πρώην επαγγελματιών αξιωματικών που δεν είχαν στη μεγάλη πλειοψηφία τους την ευκαιρία να μετάσχουν στον ελληνοϊταλικό πόλεμο.

 

Αντίσταση και βρετανική πολιτική

Ο Γιάννης Σκαλιδάκης συλλαμβάνει όλα αυτά τα στοιχεία και τα συνθέτει για πρώτη φορά σε ένα επαρκώς συμπαγές ερμηνευτικό σχήμα, που όμοιό του δεν είχαμε ώς τώρα. Η κατανόηση του πλαισίου ανάπτυξης της Αντίστασης στην Κρήτη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη βρετανική πολιτική, που εμφανίζει ξεχωριστές πρόνοιες για την Κρήτη τόσο πριν, όσο στη διάρκεια, αλλά ουσιαστικά και μετά την αποδρομή της ισχύος του Άξονα στο νησί, κάτι που αποδεικνύεται από την ιδιόμορφη συγκατοίκηση των Συμμάχων, της Αντίστασης και των Γερμανών στα Χανιά στα τέλη του 1944 και ώς τα μέσα του 1945. Η απολιτική προσωποκεντρική και οικογενειοκρατική συγκρότηση της Αντίστασης στην Κρήτη υπήρξε σταθερά το πλέον χρήσιμο για τους στόχους των Βρετανών στοιχείο και εξίσου το πιο καθοριστικό για την προετοιμασία των μετακατοχικών συσχετισμών. Οι γρήγορες και καταλυτικά σαφείς για το πολιτικό τοπίο εκκαθαριστικές κινήσεις των δυνάμεων της ΕΟΚ την περίοδο 1944-45 ήταν άμεση συνέπεια όλων αυτών των εν πολλοίς αφανών διαδικασιών που εκτείνονται στο χρόνο ενοποιώντας το προπολεμικό με το μεταπολεμικό τοπίο. Από αυτή την άποψη, η εργασία αυτή δεν είναι ιστορία μόνο της Κατοχής, αλλά και του «μη Εμφυλίου» στην Κρήτη, κάτι που επίσης είχαμε πολλή ανάγκη.

Οι αρετές και τα δώρα του βιβλίου δεν εξαντλούνται στην ανίχνευση και στην αποτύπωση του κανόνα: βρετανική πολιτική - Αντίσταση - εμφύλιος ανταγωνισμός. Αντίθετα, το φάσμα του είναι σαφώς ευρύτερο. Αναφερθήκαμε ήδη στον ξεχωριστό χαρακτήρα που διατήρησε η Κρήτη στη στρατηγική αντίληψη του Άξονα. Η περιγραφή των εσωτερικών λειτουργιών και σχέσεων μεταξύ των δυνάμεων Κατοχής και των ντόπιων θεσμικών και παραθεσμικών οντοτήτων, η αποκάλυψη για πρώτη φορά σε ουσιώδη έκταση των οικονομικών συνεπειών της Κατοχής, αλλά και των τάσεων σύμπραξης και δράσης των οικονομικών δυνάμεων με τις κατοχικές αρχές, η στελέχωση και η συμπεριφορά των δωσιλογικών δομών, όλα αυτά συντείνουν στην εμφάνιση μιας εικόνας πολύ πιο πλούσιας και ουσιαστικής σε υλικό και δυνατότητες συνάψεων από όσα είχαμε ώς τώρα. Η δυνατότητα του συγγραφέα να ενσωματώσει στην εργασία του συμπεράσματα από ερευνητικά σχήματα άλλων ιστορικών της γενιάς του, που βρίσκονται σε εξέλιξη, είναι σημαντικό στοιχείο διεύρυνσης της οπτικής, ιδίως σε οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα. Με τον τρόπο αυτό η εργασία του Γιάννη Σκαλιδάκη καθίσταται εκ των πραγμάτων μια κιβωτός πύκνωσης όλων των σύγχρονων ερευνητικών τάσεων, συμπεριλαμβάνοντας και κατευθύνσεις που πιθανότατα θα συνεχίσουμε να βλέπουμε να εμπλουτίζονται τα επόμενα χρόνια.

Ο συγγραφέας υπήρξε επιμελής στη συγκέντρωση, συμπερίληψη και έκθεση του υλικού, φροντίζοντας να μην παραπέσουν στοιχεία που εύκολα θα θεωρούνταν δευτερεύοντα στη μεγάλη εικόνα, πλην όμως έχουν μεγάλη σημασία. Παράδειγμα, η σημασία που αποδίδει στη συγκρότηση και λειτουργία των «Λαϊκών Επιτροπών», ενός άτυπου στοιχείου διεπαφής των αστικών κοινωνιών με τις Αρχές Κατοχής. Παράλληλα, φροντίζει να μην πέσει σε δημοφιλείς «παγίδες», όπως η υπερβολική επικέντρωση σε οπωσδήποτε σημαντικά και εντυπωσιακά επεισόδια της Κατοχής, που όμως συνηθέστερα συσκοτίζουν, παρά διαφωτίζουν την εξέλιξη των πραγμάτων, όπως χαρακτηριστικά είναι τα ιδιαίτερα σκληρά στην περίπτωση της Κρήτης αντίποινα. Συνολικά, είναι εμφανές ότι παραμένει σταθερός στόχος –και ευτυχώς!– σε όλη τη σύνθεση η επένδυση στη μεγάλη εικόνα, στην εποπτική αντίληψη του ιστορικού πεδίου. Όχι χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα επιμέρους, το αντίθετο, αλλά χωρίς να επιτρέπεται στην επιλεκτική επικέντρωση να διασπάσει και να κατακερματίσει τη μεγάλη εικόνα. Έτσι επιτυγχάνεται και η ανάδειξη σημαντικών πτυχών της επίδρασης των πολιτικών δικτύων, των οικονομικών συμφερόντων και των κοινωνικών δομών, έτσι αποκτούμε συνεκτική αντίληψη των δωσιλογικών συμπεριφορών, των αντιστασιακών προτεραιοτήτων, των εξωτερικών και ενδογενών ανταγωνισμών.

 

Οι «ιστορικές αναθεωρήσεις»

Συνοψίζοντας, η δουλειά του Γιάννη Σκαλιδάκη είναι ευεργετική για τον φιλίστορα αναγνώστη γενικά, ενώ είναι απολύτως αναγκαίο βοήθημα για οποιονδήποτε έχει ειδικότερο ενδιαφέρον για την Κρήτη του 20ού αιώνα και την Ελλάδα της δεκαετίας του 1940. Οι ευεργετικές ιδιότητές της και το υλικό που έρχεται η εργασία αυτή να συμβάλει στο πλαίσιο κατανόησης ενός εμβληματικού από πολλές απόψεις χώρου και χρόνου, καθιστούν επουσιώδεις και τις όποιες αφηγηματικές αδυναμίες και ιδεολογικές οξύτητες θα είχαν μια κάποια αρνητική χροιά. Θα αναφέρω μόνο από τα εισαγωγικά την έννοια της «ιστορικής αναθεώρησης», ως μιας τάχα υποβολιμαίας ιστοριογραφικής μεθοδολογίας, μια αντίληψη που –κατά την ταπεινή άποψη του γράφοντος– αδικεί οποιαδήποτε σύγχρονη ερευνητική αποτύπωση. Χαρακτήρα «αναθεώρησης» θα μπορούσαν, άλλωστε, να αποδώσουν και στην εργασία τούτη εδώ που εξετάζουμε όσοι αρκετοί παραμένουν προσκολλημένοι σε μια αντίληψη της κρητικής Αντίστασης σχηματική και εξευγενισμένη. Δεν είναι όμως αναθεώρηση η διαρκής αναζήτηση της πιστότερης αποτύπωσης των πραγμάτων… Είναι ιστοριογραφική ανάγκη, άσχετα από το πόσο κάθε φορά ευτυχεί. Στην προκειμένη περίπτωση, Η Κρήτη στα χρόνια της Κατοχής (1941-1945) μας ξανασυστήνεται αποκαλυπτικά.

crete propaganda

Αρχείο Κωνσταντίνου Κουτουλάκη / Δήμος Μαλεβιζίου 

Κρήτη, περίοδος γερμανικής κατοχής. Εικόνες που έδειχναν Γερμανούς σε αρμονικές πόζες με ντόπιους ήταν συχνά σκηνοθετημένες για προπαγανδιστική χρήση.

 

Γιάννης Χαραλαμπίδης

Ιστορικός, με ερευνητικά ενδιαφέροντα τη σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία, την ιστορία της Κρήτης του 20ού αιώνα και την ιστορία των ιδεών στο πλαίσιο του Νέου Ελληνισμού. Εργάζεται στο Radio me Ηρακλείου Κρήτης.  

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.