Σύνδεση συνδρομητών

Το τρένο στην Καραφεριέ

Σάββατο, 09 Ιουλίου 2022 09:43
O σιδηροδρομικός σταθμός της Βέροιας το 1918 ή 1919.
Συλλογή Γιώργου Κόβα
O σιδηροδρομικός σταθμός της Βέροιας το 1918 ή 1919.

Γιώργος Λιόλιος, Σιδηρόδρομος σφυρίζων εις την πεδιάδα. Η σιδηροδρομική ιστορία της Βέροιας, Θίνες, Αθήνα 2021, 144 σελ.

 Ο Γιώργος Λιόλιος, δικηγόρος με σπουδές στη δημοσιογραφία και στα νομικά, μελετά συστηματικά την ιστορία των Εβραίων στην Ελλάδα και κυρίως στη γενέτειρά του, τη Βέροια, την παλαιά Καραφεριέ. Για μια ακόμα φορά στρέφει το ιστορικό του βλέμμα στην πόλη του και στους ανθρώπους της και παραδίδει με ποιητική ματιά, σε ένα προσεγμένο βιβλίο, μια πολιτισμική ιστορία των τρένων της Βέροιας. Τεύχος 129.

Όπως σχολιάζει ο Tony Judt (Η δόξα των σιδηροδρόμων, εκδ. ΜΙΕΤ, 2013) και μας υπενθυμίζει ο Γιώργος Λιόλιος στο νέο του βιβλίο: «Κανένας άλλος τεχνολογικός σχεδιασμός ή κοινωνικός θεσμός δεν αντιπροσωπεύει τη νεωτερικότητα όσο ο σιδηρόδρομος». Και αυτό όχι απλά γιατί οι σιδηροδρομικές γραμμές, οι σταθμοί, οι χαράξεις, η προσπέλαση των ορεινών όγκων και των υδάτινων εμποδίων με τούνελ, γέφυρες, ατέρμονες παρακάμψεις και στροφές  εγγράφονται στο φυσικό περιβάλλον και δημιουργούν νέες οπτικές και αισθητικές προσλήψεις του ιστορικού τοπίου. Αλλά ακόμα περισσότερο γιατί ο σιδηρόδρομος διαμόρφωσε νέες προϋποθέσεις και συνθήκες επικοινωνίας, εισάγοντας τη νεωτερικότητα σε πόλεις και χωριά.  Για όλο τον 19ο αιώνα, ακόμα και για τον 20ό, τα σιδηροδρομικά δίκτυα αποτέλεσαν δείκτη οικονομικής ανάπτυξης και προϋπόθεση για κοινωνική κινητικότητα.  Μέσα στα βαγόνια του τρένου άνθρωποι, αγαθά και, πάνω απ’ όλα, ιδέες ανεβοκατεβαίνουν, μετακινούνται, διαδίδονται και φθάνουν από τη μια άκρη στην άλλη. Μπορεί ο σιδηρόδρομος να μην εκμηδένισε τις φυσικές ή τις νοητικές αποστάσεις με τον τρόπο που αργότερα κατόρθωσαν τα οδικά δίκτυα, η αεροπορική συγκοινωνία, το τηλέφωνο και το διαδίκτυο, υπήρξε όμως το πρώτο τεχνολογικό - βιομηχανικό επίτευγμα που επέφερε τέτοιας κλίμακας αλλαγές σε μια εποχή που οι κοινωνίες, εντός και εκτός των εθνικών ή άλλων πολιτικών συγκειμένων, παρέμεναν απροσπέλαστες, αυτόνομες, στεγανές και κατά βάση εσωστρεφείς.

Η μελέτη της ιστορίας του σιδηρόδρομου παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον καθώς εμπλέκει την ιστορία της τεχνολογίας, την κοινωνική και οικονομική ιστορία, την πολιτισμική ιστορία και την πολιτισμική γεωγραφία και, όπως επιτυγχάνει ο Γιώργος Λιόλιος στο νέο του βιβλίο Σιδηρόδρομος σφυρίζων εις την πεδιάδα, ακόμα και τη μικροϊστορία. Η ιστορία των σιδηροδρόμων στην οθωμανική και μετα-οθωμανική Μακεδονία, κυρίως η γραμμή Θεσσαλονίκης - Μοναστηρίου, αποτελεί για το συγγραφέα το έναυσμα για μια εναλλακτική βιογραφία της Βέροιας μέσα από την ιστορία του σιδηροδρομικού της σταθμού. 

Το βιβλίο αναπτύσσεται σε τέσσερα κεφάλαια. Στο πρώτο, περιγράφονται οι απόπειρες του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να ανταποκριθούν στα εκσυγχρονιστικά κελεύσματα της ραγδαία αναπτυσσόμενης τεχνολογίας της ατμοκίνησης, και να προχωρήσουν στην κατασκευή σιδηροδρομικών δικτύων προφανώς με διαφορετικά κίνητρα, πολιτικά, οικονομικά, στρατιωτικά αλλά και συμβολικά, εφόσον η ιδέα της προόδου και του εκσυγχρονισμού περνούσε και μέσα από τις γραμμές του τρένου.

Στο δεύτερο κεφάλαιο παρουσιάζονται οι συνθήκες μέσα από τις οποίες η Εταιρεία Ανατολικών Σιδηροδρόμων, με χρηματοδότηση από την Deutsche Bank, κατασκεύασε τη γραμμή Θεσσαλονίκης - Μοναστηρίου, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας, όπως και της γραμμής Θεσσαλονίκης - Κωνσταντινούπολης, περιήλθε στην ιδιοκτησία του ελληνικού κράτους μετά το 1912. Όψεις της στρατιωτικής, οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας, όπως και της ιστορίας της αρχιτεκτονικής του μεσοπολέμου αλλά και των δεκαετιών του 1940 και του 1950, πλαισιώνουν την αφήγηση για κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης - Μοναστηρίου που περνούσε και έξω από τη Βέροια.

Στο τρίτο και μεγαλύτερο κεφάλαιο, η αφήγηση του Λιόλιου εστιάζει στο σταθμό της Βέροιας (Καραφεριέ στην οθωμανική περίοδο). Με αφορμή την περίπτωση της σιδηροδρομικής σύνδεσης της πόλης με τον έξω κόσμο, ο συγγραφέας υπενθυμίζει το σύνθετο δημογραφικό μωσαϊκό της Βέροιας, παρόμοιο με άλλες μακεδονικές πόλεις της οθωμανικής περιόδου, και ανασυνθέτει πτυχές της κοινωνικής και οικονομικής συγκρότησής της, τη συνύπαρξη και τις σχέσεις των διαφορετικών πολιτισμικών ομάδων, τις αρχιτεκτονικές της μεταλλαγές και τις πληθυσμιακές της μεταμορφώσεις από την πολυεθνική, πολυθρησκευτική και πολυπολιτισμική οθωμανική Καραφεριέ πριν το 1912 σε μια πόλη που σταδιακά εξελληνίζεται με την υποδοχή προσφυγικών πληθυσμών από τη Μικρά Ασία, την αποχώρηση των μουσουλμάνων κατοίκων και τον αφανισμό της εβραϊκής της κοινότητας.

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει το τέταρτο κεφάλαιο, το οποίο αναφέρεται σε ένα «τρένο που δεν σφύριξε ποτέ», δηλαδή στη σιδηροδρομική γραμμή Καλαμπάκας - Βέροιας (μέσω Γρεβενών, Σιάτιστας, Κοζάνης), που ανέλαβε να κατασκευάσει η Βελγική Εμπορική Εταιρεία», ένα σχέδιο το οποίο υπάκουε κυρίως σε στρατιωτικούς σχεδιασμούς του μεσοπολέμου. Οι πολιτικές παλινωδίες των μεσοπολεμικών κυβερνήσεων, οι αρχικές χαράξεις, οι τοπικές αντιδράσεις, οι μικροκομματικές μεταστροφές, η χρηματοδοτική δυσπραγία, η κατασκευή τμημάτων της γραμμής και κάποιων κτιρίων των σταθμών που ακόμα ανιχνεύονται στο τοπίο καταγράφονται από τον συγγραφέα και υπενθυμίζουν παρόμοιες περιπτώσεις άλλων μεγάλων δημόσιων έργων στην Ελλάδα, με πιο πρόσφατες αυτές του μετρό Θεσσαλονίκης.

Αυτό που πετυχαίνει με εξαιρετικό τρόπο ο Γιώργος Λιόλιος στο βιβλίο του είναι να αναπλάσει τη ζωή μιας επαρχιακής πόλης μέσα από την ιστορία του σιδηροδρόμου που περνούσε και περνάει περίπου δύο χιλιόμετρα έξω από την Βέροια. Το τοπικό μπολιάζεται με το περιφερειακό, το κρατικό (Οθωμανική Αυτοκρατορία) και το εθνικό (ελληνικό κράτος) αλλά και το  ευρωπαϊκό ή και το παγκόσμιο (ιστορία του σιδηρόδρομου, Παγκόσμιοι Πόλεμοι, Ολοκαύτωμα). Μέσα από το ιστορικό κείμενο με τη χαρακτηριστική λογοτεχνική αφήγηση, τις ιστορικές πηγές, τις προσωπικές μαρτυρίες και τις αφηγήσεις προσωπικοτήτων της εποχής από το χώρο της τέχνης, της δημοσιογραφίας και της πολιτικής  (Θ. Φλωρά-Καραβία, Σπύρος Μελάς, Γιώργος Σεφέρης, Κωνσταντίνος Ρακτιβάν), τα λογοτεχνικά - ποιητικά αποσπάσματα και το εξαιρετικό φωτογραφικό υλικό αναδύονται μικρές ιστορίες που εκτυλίσσονται στον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Βέροιας, άλλοτε διασκεδαστικές και άλλοτε συγκινητικές και τραυματικές: η μικρή Αντιλέ που συμμετέχει στην υποδοχή του Σουλτάνου Μεχμέτ Ρασάτ, ο οποίος βρισκόταν καθ’ οδόν από το Μοναστήρι στη Θεσσαλονίκη διασχίζοντας τη Μακεδονία με το τρένο, η ειδυλλιακή περιγραφή του σταθμού της Βέροιας  από τον εθελοντή Κύπριο γιατρό Ιωάννη Πηγασίου το 1912, το ταξίδι του κρυφο-αντάρτη Γιώργου από τη Βέροια στη Θεσσαλονίκη το 1943, απ’ όπου δεν επέστρεψε ποτέ αφού συνελήφθη από τους Γερμανούς, η απεγνωσμένη προσπάθεια του Γιάννη Λιόλιου να  αποχαιρετήσει στην αποβάθρα του σταθμού την εβραιοπούλα με την οποία ήταν ερωτευμένος, ο Αναστάσης και ο αδελφός του που μοιράζουν παγωτά στους φίλους τους Εβραίους λίγο πριν το τρένο σφυρίξει για την αναπόδραστη πορεία προς την εξόντωση, οι «αποδράσεις» των νεαρών από την ασφυκτική επαρχιακή πόλη της δεκαετίας του 1970 στη Θεσσαλονίκη με τη Διεθνή της Έκθεση, η σταδιακή εγκατάλειψη και ο σταθμός ως καταφύγιο των αδέσποτων. Με αυτό τον τρόπο, ο Γιώργος Λιόλιος κατορθώνει να αποδώσει το φορτίο ιστορικής και κοινωνικής μνήμης που συσσωρεύει ο σιδηρόδρομος μέσα από την περίπτωση της Βέροιας.

 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.