Σύνδεση συνδρομητών

Ο «ψωροφαναριώτης» Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος 

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2022 23:24
Johann Jakob Εberspach, λιθογραφία του Αλεξάνδρου Ιωάννου Μαυροκορδάτου (Γ. Βενδότης, Βιέννη 1790).
Ιδιωτικό αρχείο
Johann Jakob Εberspach, λιθογραφία του Αλεξάνδρου Ιωάννου Μαυροκορδάτου (Γ. Βενδότης, Βιέννη 1790).

Ένα κείμενο του Peter Mackridge από το αρχείο του Books' Journal

Georgios N. Soutsos, Alexandrovodas the unscrupulous (1785), introduction and translation: Anna Stavrakopoulou, The Isis Press, istanbul 2012, 124 σελ.

Κύριος στόχος της κωμωδίας του Γεωργίου Ν. Σούτσου Αλεξανδροβόδας ο ασυνείδητος, είναι ο Αλέξανδρος Ιωάννου Μαυροκορδάτος (1754-1819), ο οποίος είχε περάσει κάποια χρόνια της νεότητάς του στη Ρωσία, υπηρέτησε ως «διερμηνευτής της κραταιάς των Οθωμανών Βασιλείας» και στη συνέχεια διετέλεσε ηγεμόνας της Μολδαβίας από τον Φεβρουάριο 1785 μέχρι τον Δεκέμβριο του 1786. Εκθρονίστηκε από τον Σουλτάνο μετά από διένεξη του Μαυροκορδάτου με τον Πατριάρχη Προκόπιο και, αντί να γυρίσει στην Κωνσταντινούπολη, αποφάσισε να βρει καταφύγιο στη Ρωσία, όπου διέμεινε μέχρι τον θάνατό του. Στο έργο, ο γραμματικός Χριστόδουλος περιφρονεί τους «ψωροφαναριώτες που δεν αξίζει η χολή τους πέντ’ άσπρα»,ενώ ο Αρμένιος Νικόδημος δηλώνει με περηφάνια: «κολοβερέντζιες [sic] φαναριώτικες δεν έμαθα». Το έργο, που το 1985 κυκλοφόρησε επιμελημένο από τον Δημήτρη Σπάθη (Κέδρος), πριν από λίγους μήνες μεταφράστηκε στα αγγλικά, για λογαριασμό εκδοτικού οίκου της Κωνσταντινούπολης. (Aναδημοσίευση από το τεύχος 39, Απρίλιος 2013)

Σε πρόσφατο άρθρο του ο βιολόγος Κώστας Κριμπάς παρουσιάζει τα «αντικρουόμενα στοιχεία» που έπρεπε να συγχωνευτούν στην ελληνική εθνική ταυτότητα της μεταοθωμανικής περιόδου. Εκτός από την Εκκλησία και τον Διαφωτισμό, γράφει, έπρεπε να βρουν τη θέση τους «οι στρατιωτικοί, αρματολοί και κλέφτες, οι καπετάνιοι του στόλου των ναυτικών νήσων, οι κοτζαμπάσηδες και άλλοι γαιοκτήμονες και τοπικοί ηγέτες που συμμετείχαν στην επανάσταση».[1] Από τον κατάλογο αυτόν απουσιάζουν οι Φαναριώτες και οι περί αυτούς, τουλάχιστον ως ξεχωριστή κατηγορία. Η απουσία αυτή είναι, νομίζω, συμπτωματική της δυσκολίας της ένταξης των Φαναριωτών στην ελληνική εθνική αφήγηση. 

Θα έπρεπε να γίνει μια διάκριση ανάμεσα στους καθαυτούς Φαναριώτες (τους ηγεμόνες, τους Μεγάλους Διερμηνείς και τους Διερμηνείς του Στόλου, μαζί με τους συγγενείς τους, όπως οι Μαυροκορδάτοι και οι Σούτσοι) και αυτούς που θα ονόμαζα «παραφαναριώτες», δηλαδή τα άλλα μέλη των φαναριώτικων κύκλων, τους διαφόρους αξιωματούχους και υπαλλήλους που τους υπηρέτησαν, όπως οι λογοθέτες Δημήτριος Καταρτζής και Αθανάσιος Χριστόπουλος, ο ποστέλνικος Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός, και οι γραμματικοί Ρήγας Βελεστινλής και Παναγιώτης Κοδρικάς.[2] 

Συνήθως ο ηγεμόνας της Βλαχίας ή της Μολδαβίας δεν έμενε για περισσότερο από δυο χρόνια στην έδρα του, καθώς ο Σουλτάνος τον αντικαθιστούσε με άλλον, ώστε να πάρει το καθιερωμένο πεσκέσι από τον νεοδιορισθέντα. Γι’ αυτό και η διαμονή του στην ηγεμονία, σε πολλές περιπτώσεις, μόλις αρκούσε για να πλουτίσει από τους φόρους που εισέπραττε από τους ρουμάνους κατοίκους. Η εξασφάλιση της ηγεμονίας ήταν πολύ κερδοφόρο επιχείρημα, αλλά και πολύ επικίνδυνο, καθώς η άνοδος στον θρόνο όχι μόνο εξαρτιόταν από την καθαίρεση κάποιου αντιπάλου αλλά και δημιουργούσε αισθήματα φθόνου τόσο στους ανωτέρους όσο και στους υποτελείς του ηγεμόνα. 

Οι Φαναριώτες και οι παραφαναριώτες έχουν κακή φήμη στην Ελλάδα, και ακόμα περισσότερο στη Ρουμανία. Πρέπει όμως να έχουμε υπόψη μας ότι ο βαθμός της «οπισθοδρομικότητας» και της «προοδευτικότητάς» τους κυμαίνεται ανάλογα με τα μέτρα και τα σταθμά του εκάστοτε σχολιαστή. 

Όσον αφορά τη σχέση των Φαναριωτών με τους υπόλοιπους Έλληνες, ο Νίκος Σβορώνος έγραψε ότι «η εθνική τους συνείδηση υποτάσσεται στην ταξική συνείδηση μιας προνομιούχας κοινωνικής τάξης»,[3] ενώ ο συγγραφέας του «Ρωσσαγγλογάλλου» είχε ήδη τονίσει τον αντιπατριωτισμό τους βάζοντας έναν από αυτούς να πει: «Της Ελλάδος η λευθερία / εις εμέ είναι πτωχεία». Αναφερόμενος στον διορισμό Φαναριωτών στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, ο άγγλος ιστορικός Έντουαρντ Φρήμαν (Edward Freeman) τους χαρακτήρισε ως «μια φυλή που ήταν δούλοι στη δική τους πατρίδα αλλά μετατρέπονταν σε δυνάστες μιας ξένης χώρας».[4]

Είναι φανερό ότι, ακόμη και πρίν από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης, η ιδιότητα του Φαναριώτη μπορούσε να θεωρηθεί επαίσχυντη. Στην κωμωδία Ο Αλεξανδροβόδας ο ασυνείδητος, ο γραμματικός Χριστόδουλος περιφρονεί τους «ψωροφαναριώτες που δεν αξίζει η χολή τους πέντ’ άσπρα», ενώ ο Αρμένιος Νικόδημος δηλώνει με περηφάνια: «κολοβερέντζιες [sic] φαναριώτικες δεν έμαθα».[5] Σε άλλη σατιρική κωμωδία της ίδιας εποχής, Το σαγανάκι [δηλ. θύελλα] της τρέλας, η οποία κυκλοφόρησε πρόσφατα σε καλαίσθητη έκδοση, ο ηγεμόνας Νικόλαος Μαυρογένης διαφοροποιεί ρητά τον εαυτό του από τους Φαναριώτες: «δεν είμαι σαν τους Φαναριώτες εκείνους τους ψεύτες οπού έκαμαν χαράπι το μεμλεκέτι»[δηλαδή κατέστρεψαν τη χώρα].[6] Η δική του ευγένεια δεν είναι οθωμανική αλλά βενετσιάνικη, διατείνεται, καθώς κατάγεται από την αρχοντική οικογένεια των Morisini. Το ότι ο Μαυρογένης της κωμωδίας είναι εξίσου άπληστος και άδικος με κάποιους Φαναριώτες είναι άλλο ζήτημα. 

Διαβάζοντας στο βιβλίο του Φωτεινού Ιστορία της πάλαι Δακίας τις λεπτομερείς περιγραφές των αρχοντικών τίτλων (ορισμένοι από τους οποίους απονέμονταν σε συγγενείς του ηγεμόνα που με αυτό τον τρόπο εξασφάλιζαν λουφέ [δηλ. μισθό που πλήρωνε ο φορολογούμενος λαός] χωρίς να έχουν καθήκοντα), των μεσαιωνικών ιεραρχιών και των ανατολίτικων τελετών που δέσποζαν στις παραδουνάβιες αυλές, μπορούμε εύκολα να κατανοήσουμε τη βδελυγμία που αισθανόταν για τους Φαναριώτες ο Κοραής, ο οποίος τους καταδικάζει με χαρακτηρισμούς όπως οι εξής: «un tas d’ignorants intrigants» [ένα σωρό αμαθείς μηχανορράφοι], «Βυζαντινά παλληκάρια», «οι δουλεύοντες τον Σκύθην [δηλ. τον Σουλτάνο]» και, με μαύρο χιούμορ, «τα χωρίς κρίσιν αποκεφαλιζόμενα ανδράποδα» (το «χωρίς κρίσιν» με διπλή σημασία: άκριτα και χωρίς δίκη).[7]

Με την έναρξη της Επανάστασης ορισμένοι Φαναριώτες που είχαν εξυπηρετήσει το οθωμανικό κράτος μπήκαν στην υπηρεσία του ελληνικού απελευθερωτικού αγώνα. Άλλα μέλη των φαναριώτικων κύκλων έπαιξαν κορυφαίο ρόλο στην πολιτική και πνευματική ζωή του ελληνικού κράτους. Μετά το 1821 έγινε πολιτικώς ορθό να αποκηρύξει κανείς τις φαναριώτικες καταβολές του. Έτσι ο Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός, ο πρώην Μέγας Ποστέλνικος της Βλαχίας και μετέπειτα υπουργός σε ελληνικές κυβερνήσεις και πρέσβης της Ελλάδος στην Οθωμανική Πύλη, έγραφε στα γαλλικά το 1827: «Και εγώ ήμουν από τους Έλληνες που ονομάζονταν κάποτε Φαναριώτες», ενώ σε άλλη σελίδα του ίδιου βιβλίου δηλώνει: «Δεν θεωρούσα ποτέ τον εαυτό μου Φαναριώτη, υπήρξα ανέκαθεν Έλληνας, και θα είμαι Έλληνας μέχρι τον τάφο».[8]

 

Oι Φαναριώτες και η ελληνική παιδεία

Και όμως, στα εκατό χρόνια πριν από την Επανάσταση (στον «αιώνα των Φαναριωτών», όπως τον αποκαλούσε ο Κ. Θ. Δημαράς), οι Φαναριώτες είχαν συμβάλει σημαντικά στην ανύψωση της ελληνικής παιδείας, με την ευρύτερη έννοια του όρου. Διατήρησαν τυπογραφεία και χρηματοδότησαν τις ηγεμονικές ακαδημίες στο Βουκουρέστι και στο Ιάσιο, οι οποίες έγιναν φυτώρια για την εθνική αυτογνωσία Ελλήνων, Ρουμάνων, Σέρβων και Βουλγάρων που φοίτησαν κοντά σε φωτισμένους δασκάλους όπως ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ. Στους Φαναριώτες οφείλονται οι πρώτοι ελληνικοί νομικοί κώδικες των νεότερων χρόνων, μεταξύ των οποίων ήταν και το Συνταγμάτιον νομικόν του Αλεξάνδρου Υψηλάντη, Ηγεμόνος πάσης Ουγγροβλαχίας («εκδοθέν εις Ρωμαϊκήν, και πάτριον [δηλ. ρουμανική] γλώτταν» στο Βουκουρέστι το 1780), ο Κώδιξ Πολιτικός του Πριγκιπάτου της Μολδαβίας του Σκαρλάτου Καλλιμάχη (1816-17) και η Νομοθεσία του Υψηλοτάτου, και ευσεβεστάτου, Αυθέντου και Ηγεμόνος πάσης Ουγγροβλαχίας, Κυρίου, Κυρίου Ιωάννου Γεωργίου Καρατζά Βοεβόδα (συντάχθηκε από τον Αθανάσιο Χριστόπουλο και εκδόθηκε στα ελληνικά και στα ρουμανικά το 1818). Οι συντάκτες των νομοθετικών αυτών κειμένων δημιούργησαν τους απαιτούμενους νομικούς όρους στα νέα ελληνικά πριν από την έναρξη του εθνικού απελευθερωτικού αγώνα. Ακόμα και η λέξη οικογένεια εμφανίζεται ίσως για πρώτη φορά στον Πολιτικό Κώδικα της Μολδαβίας με τη σημερινή έννοια της φαμίλιαςφαμελιάς).

Στις παραδουνάβιες ηγεμονίες υπηρετούσαν φωτισμένοι λόγιοι όπως ο Δημήτριος Καταρτζής, ο πρώτος «δημοτικιστής», δηλαδή ο πρώτος που κατάλαβε ότι η γραπτή γλώσσα του ελληνικού έθνους θα πρέπει να βασιστεί στην τυπολογία της προφορικής γλώσσας, άσχετα από τα λεξιλογικά στοιχεία (αρχαία, μεσαιωνικά, δημώδη και λόγια) που χρησιμοποιούνταν, και ο ποιητής Αθανάσιος Χριστόπουλος, του οποίου τα Λυρικά ήταν το πρώτο βιβλίο που τυπώθηκε στην Αθήνα (το 1825). Ο κύκλος του Καταρτζή στο Βουκουρέστι συμπεριλάμβανε τον Ρήγα, τον Δανιήλ Φιλιππίδη και τον Γρηγόριο Κωνσταντά. Το περίφημο περιοδικό της Βιέννης Ερμής ο Λόγιος, το οποίο προπαγάνδιζε τις ιδέες του Κοραή για την εκπαίδευση και τη γλώσσα, ξεκίνησε το 1811 με πόρους από τη Φιλολογική Εταιρεία Βουκουρεστίου, την οποία ίδρυσε ο μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιος.

Τα άλλα βαλκανικά έθνη βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση απέναντι στους Έλληνες επειδή δεν είχαν στο δυναμικό τους τους Φαναριώτες, οι οποίοι διέθεταν μακροχρόνια πείρα στη διοίκηση και στις διαπραγματεύσεις με τους Οθωμανούς και με τις ευρωπαϊκές Δυνάμεις.

Η περίοδος 1780-92, στην οποία ανήκει η συγγραφή των δύο (ανέκδοτων τότε) σατιρικών κωμωδιών Ο Αλεξανδροβόδας ο ασυνείδητος και Το σαγανάκι της τρέλας, ήταν αρκετά καρποφόρα όσον αφορά τη λογοτεχνική, την επιστημονική και τη φιλοσοφική παραγωγή: τα (επίσης ανέκδοτα) δοκίμια του Καταρτζή, η Απολογία (1780), η Θεωρία της γεωγραφίας (1781) και οι Σημειώσεις φιλολογικαί (Βουκουρέστι 1784) του Μοισιόδακα, το Περί φιλοσόφου, φιλοσοφίας, φυσικών, μεταφυσικών (1786) του Χριστόφορου Παμπλέκη, η Ονοματολογία βοτανική τετράγλωσσος (1787) του Κ. Γ. Ζαβίρα, η Αληθής ιστορία (το σατιρικό κείμενο που ο Κ. Θ. Δημαράς βάπτισε Ανώνυμο του 1789), το Φυσικής απάνθισμα και το Σχολείον των ντελικάτων εραστών (1790) του Ρήγα, η Γεωγραφία νεωτερική των Φιλιππίδη και Κωνσταντά και η Αληθής ευδαιμονία του Αθανάσιου Ψαλίδα (1791) και τα ανώνυμα Έρωτος αποτελέσματα (1792).

 

Μαυροκορδάτος: Φιραρής ή Πατριώτης;

Οι Φαναριώτες συνδέονται συχνά με λέξεις όπως ασυδοσία, καταχρήσεις, υποκρισία, δόλο, παρασπονδίες και αντιζηλίες. Δεν είναι παράξενο λοιπόν ότι η σάτιρα βρήκε γόνιμο έδαφος στο φαναριώτικο περιβάλλον. Όταν το 1995 ο Αλεξανδροβόδας είδε το φως της δημοσιότητας στην παραδειγματική έκδοση του Δημήτρη Σπάθη, τον καταβρόχθισα μονορούφι: είχα καιρό να διαβάσω ελληνικό έργο με τόση απόλαυση.

Ο πατέρας του συγγραφέα του Αλεξανδροβόδα, ο Νικόλαος Σούτσος, διετέλεσε Μέγας Διερμηνέας αλλά εκτελέστηκε το 1769 με την άδικη κατηγορία ότι είχε βοηθήσει τους Ρώσους στον πόλεμο κατά της Τουρκίας. Αντίθετα από τον πατέρα του, ο Γεώργιος απέφυγε να πάρει ενεργό μέρος στην πολιτική ζωή, προτιμώντας να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία και με την «τουρκοπερσική μουσική».

Ο κύριος στόχος της κωμωδίας του Σούτσου ήταν ο Αλέξανδρος Ιωάννου Μαυροκορδάτος (1754-1819), ο οποίος είχε περάσει κάποια χρόνια της νεότητάς του στη Ρωσία, υπηρέτησε ως «διερμηνευτής της κραταιάς των Οθωμανών Βασιλείας» και στη συνέχεια διετέλεσε ηγεμόνας της Μολδαβίας από τον Φεβρουάριο 1785 μέχρι τον Δεκέμβριο του 1786. Εκθρονίστηκε από τον Σουλτάνο μετά από διένεξη του Μαυροκορδάτου με τον Πατριάρχη Προκόπιο και, αντί να γυρίσει στην Κωνσταντινούπολη, αποφάσισε να βρει καταφύγιο στη Ρωσία, όπου διέμεινε μέχρι το θάνατό του. Μετά τη φυγή του ο Σουλτάνος τον καταδίκασε να φέρει την ατιμωτική προσωνυμία Φιραρής, δηλαδή φυγάς ή αυτομόλος. Η δράση της κωμωδίας του Σούτσου τοποθετείται στην Κωνσταντινούπολη, λίγο πριν και λίγο μετά την αναχώρηση του Αλέξανδρου για το Ιάσιο.

Ο Καισάριος Δαπόντες αφιέρωσε το χαριτωμένο και εν μέρει αυτοβιογραφικό έργο του «Κήπος χαρίτων» (γραμμένο το 1768) στον έφηβο Μαυροκορδάτο, στον οποίο και ο ποιητής απευθύνει τον λόγο πολλές φορές στο ποίημα. Όταν μεγάλωσε ο Μαυροκορδάτος έγινε μαικήνας και στιχουργός. Στον Μαυροκορδάτο επίσης αφιερώνονται η ελληνική μετάφραση του βιβλίου τού Chevalier Ramsay Ηθική περιήγησις Κύρου Βασιλέως των Περσών (1783), το οποίο προωθούσε τις ιδέες του «φωτισμένου δεποτισμού», η Γραμματική Ελληνο-Λατινίς (1785) του Γεωργίου Δημητρίου και το Λεξικόν τρίγλωσσον της γαλλικής, ιταλικής και ρωμαϊκής διαλέκτου (1790), το οποίο συντάχθηκε, κατ’ εντολήν του πρίγκιπα, από τον Γεώργιο Βεντότη. Πολύ αργότερα, το 1810, ο ίδιος ο Μαυροκορδάτος εξέδωσε μια συλλογή στιχουργημάτων με τίτλο Βόσπορος εν Βορυσθένει (Βορυσθένης ήταν η αρχαία ονομασία του Δνείπερου), στην οποία γράφει «εις εαυτόν» ότι «οι εχθροί σου σ’ ονομάζουν / ως ασυνείδητον» (πράγμα το οποίο υπονοεί ότι ήξερε τη σάτιρα του Σούτσου) και ονειδίζει «τας ασυστάτους, μυσαράς και θεοστυγείς των αθέων και ματεριαλίστων κακοδοξίας».

Ο Μαυροκορδάτος είναι αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Στην κωμωδία του ο Σούτσος τον παρουσιάζει ως άθεο, συζυγοκτόνο και μοιχό. Και ο φαναριώτης ιστορικός Αθανάσιος Κομνηνός Υψηλάντης, ο οποίος ήταν σύγχρονος των γεγονότων, γράφει ότι ο Μαυροκορδάτος ήταν «ανευλαβής εις τα θεία», ότι «ως ασελγέστατος έζη βίον αβίωτον με την γυναίκα του» και ότι «από την ασέλγειάν του ευρέθη έγγυος μία νέα δούλη του» (έκδ. Σπάθη, σ. 307 και 342). Είναι ιστορικά τεκμηριωμένο ότι μετά τη φυγή του Μαυροκορδάτου από τη Μολδαβία, η (δεύτερη) σύζυγός του παρέμεινε στην Πόλη, ενώ η ερωμένη του τον ακολούθησε στη Ρωσία μαζί με τον νόθο γιο τους που είχε γεννηθεί στο Ιάσιο. Ο γάλλος γραμματέας του Μαυροκορδάτου, ο κόμης d’Hauterive, αφηγούμενος την αναχώρηση του ηγεμόνα από την Πόλη, όπου άφησε τη γυναίκα του, αναφέρει «μια οικογένεια τέλεια ενωμένη, που την αποχωρίζεται ο πιο αξιαγάπητος πρίγκιπας» (έκδ. Σπάθη, σ. 305). Διαβάζοντας τα λόγια αυτά μετά την ανάγνωση της κωμωδίας του Σούτσου και με επίγνωση των μεταγενέστερων εξελίξεων, είναι δύσκολο να μην υποψιαστούμε ότι εμπεριέχουν κάποια δόση ειρωνείας.

Μετά την Επανάσταση όμως οι πληροφορίες σχετικά με τον (μακαρίτη πλέον) Μαυροκορδάτο είναι εντελώς διαφορετικές. Το 1839 ο Αμβρόσιος Φραντζής έγραφε ότι ο Μαυροκορδάτος, «ανήρ ως πολυμαθής, έτι δε και εστολισμένος με ηθικάς αρετάς, αληθής φίλος του έθνους του, ευσεβής περί τα ανατολικά ορθόδοξα δόγματα, σεβόμενος παρά πάντων δι’ όλα αυτά, απεστρέφετο με άσπονδον μίσος εσωτερικώς την οθωμανικήν καταδυναστείαν».[9] Ο Κωνσταντίνος Άμαντος παραθέτει (αν και μέσω έμμεσης και αναξιόπιστης προφορικής πηγής) τη γνώμη του Γρηγορίου Κωνσταντά ότι ο Ρήγας Βελεστινλής «συνέλαβε πρώτος την ιδέαν της ελευθερίας του ελληνικού γένους αναγινώσκων έγγραφα του Μαυροκορδάτου» και αφήνει να εννοηθεί ότι οι επαναστατικές ιδέες του ηγεμόνα αποτελούσαν τον λόγο για τον οποίο δεν επέστρεψε στην οθωμανική πρωτεύουσα.[10] Είναι γεγονός ότι το 1816 ο Μαυροκορδάτος έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας· ίσως οι πηγές των γνωμών που μόλις παρέθεσα επεξέτειναν αναδρομικά την όψιμη εθνική δράση του ώστε να φανεί ότι ο Φιραρής ήταν ανέκαθεν πατριώτης και επαναστάτης.

Η συντηρητική κοσμοθεωρία του Σούτσου αντιτίθεται στον λιμπερτινισμό που αποδίδει στον Μαυροκορδάτο· ο συγγραφέας υπονοεί ότι οι Φαναριώτες ήταν σε θέση να κρύβουν τον λιμπερτινισμό τους πίσω από ένα μανδύα ψευδοδιαφωτισμού. Στην κωμωδία ο Αλέξανδρος δηλώνει ότι «Όποιος έμαθε να ζη εις την Ευρώπην θέλει την ελευθερίαν του» (έκδ. Σπάθη, σ. 19) και ονειρεύεται να επιστρέψει στην Ευρώπη («Ευρώπη και πάλιν Ευρώπη»: σ. 97), μολονότι η πείρα του από την Ευρώπη περιορίστηκε στη Ρωσία. Όσον αφορά την πολιτική ιδεολογία του, «Όποιος δεν έμαθε μακιαβελισμούς, δεν ηξεύρει ούτε να ζήσει» (σ. 33). Διατυπώνει το προσωπικό πιστεύω του ως εξής: «Θεός, παράδεισος, κόλασις είναι λέξεις οπού εφεύραν οι πολιτικοί διά να αναχαιτίζουν την φυσικήν ακάθεκτον ορμήν των ατάκτων υπεξουσίων τους. [...] Ο εδικός μου Θεός είναι η ηδονή μου» (σ. 95- 97). Είναι ύποπτος για τη δολοφονία της πρώτης γυναίκας του και σχεδιάζει να σκοτώσει τη δεύτερη ώστε να είναι ελεύθερος να ζήσει με την ερωμένη του. Στην κωμωδία όμως, αν όχι στην πραγματικότητα, η ερωμένη του είναι ερωτευμένη με κάποιον τρίτο. Η «ασυνειδησία» λοιπόν του Μαυροκορδάτου είναι και πολιτικής και προσωπικής φύσεως, είναι όμως χαρακτηριστικό της θέασης του Σούτσου ότι τελικά ο μακιαβελισμός του Αλέξανδρου ναυαγεί κάτω από το βάρος των προσωπικών του προβλημάτων. Στο τέλος, όταν η καθαίρεση από τον θρόνο του –και η συνακόλουθη έξωση των αυλικών του– είναι αναπόφευκτη, ένα πρόσωπο εκφέρει την κρίση του συγγραφέα: «Όποιος έχει να κάνει μ’ αφέντη φαρμασόνη και άθεο έτσι ξανάστροφα του ’ρχονται» (σ. 138). Οι αιτίες όμως της σατιρικής επίθεσης του Σούτσου δεν είναι αποκλειστικά ηθικού χαρακτήρα. Παίζει ρόλο και η αντιζηλία ανάμεσα στις δυο φαναριώτικες οικογένειες. Όπως δηλώνει ο ίδιος ο Αλέξανδρος στην κωμωδία: «ηξεύρεις την αντιπάθειαν οπού έχω εξ αρχής με τους Σούτσους» (σ. 37).

Η γυναίκα του Αλέξανδρου, η Δόμνα Ζαφείρα, που τη μισεί θανάσιμα ο άντρας της, παρουσιάζεται από τον συγγραφέα με θετικό τρόπο. Όπως σημειώνει η Σταυρακοπούλου, η Ζαφείρα είναι το πιο συμπαθητικό πρόσωπo της κωμωδίας. Αντιθέτως, η αδελφή του ηγεμόνα, η Δομνίτσα Ρωξάνδρα, όλο βρίσκει την ευκαιρία να εκμεταλλευτεί την κατάσταση προς όφελος του αδελφού της, και ο χαρακτήρας της εκδηλώνεται στη γλώσσα που χρησιμοποιεί. Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πλευρές της κωμωδίας του Σούτσου –το ίδιο ισχύει και για το Σαγανάκι– είναι το ότι σε ορισμένες σκηνές τα πρόσωπα (συμπεριλαμβανομένων του ηγεμόνα και μελών της οικογένειάς του) χρησιμοποιούν την αργκό της εποχής, σαν να πρόκειται για κοινούς εγκληματίες που συζητούν για τα σχέδιά τους με τη χρήση συνθηματικής γλώσσας. Στη δεύτερη σκηνή της τρίτης πράξης ο Σούτσος παρουσιάζει έναν διάλογο στον οποίο συμμετέχουν η Ρωξάνδρα και ορισμένοι αξιωματούχοι. Ο συγγραφέας, συνειδητοποιώντας ότι ο αναγνώστης θα δυσκολευτεί να καταλάβει ορισμένες λέξεις που χρησιμοποιούνται στη σκηνή αυτή, τις ερμηνεύει σε υποσημειώσεις. Ανάμεσα στις λέξεις αυτές είναι ο «μπέμπελος» (δηλαδή ο ηγεμόνας), οι «λόθρες» (τα πορτοφόλια), οι «γρόμποι» (τα χρήματα, ιδίως προκειμένου για το λάδωμα) και οι «μπάτσοι» (οι Τούρκοι), ενώ η Ρωξάνδρα καταλήγει: «ελπίζω να μπανίσει μπάνικα» (δηλαδή να πάει καλά το σχέδιό τους). Παρ’ όλες τις αλλαγές που έχουν γίνει στην ελληνική αργκό στο ενδιάμεσο διάστημα, ορισμένες από αυτές τις λέξεις χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα, έστω και με διαφορετική σημασία. Συμπεραίνουμε από τη χρήση αυτής της γλώσσας ότι o συγγραφέας θέλει να ξεσκεπάσει τον πραγματικό χαρακτήρα κάτω από το κοινωνικό προσωπείο των Μαυροκορδάτων, κάτι που κατορθώνει πολλές φορές και με τους «κατ’ ιδίαν» μονολόγους στους οποίους τα πρόσωπα αποκαλύπτουν τα πραγματικά αισθήματα που τα κρύβουν συνήθως από τους συνομιλητές τους. Επίσης είναι αξιοπαρατήρητη η αθυροστομία ορισμένων χαρακτήρων («του γαμούμε τη μάνα και τες επτά του γενεές», «πούστης», «σκατά», «χέζω» κ.λπ.). Ένα από τα πρόσωπα σχολιάζει ως εξής τη φαναριώτικη γλώσσα: «Γιά που ξέρουμε τη γλώσσα που μιλείτε στο Φανάρι. Διαβολήτερη, σας ορίζω, δεν είδα» (Χριστόδουλος προς Αλέξανδρο, σ. 76).

Στον Αλεξανδροβόδα και στο Σαγανάκι οι συγγραφείς εκθέτουν την ανεπίσημη και ιδιωτική γλώσσα των Φαναριωτών, η οποία απέχει παρασάγγας από τον επίσημο λόγο τους, προκειμένου να δείξουν την αισχρή πραγματικότητα που κρύβεται ενίοτε κάτω από τη λάμψη, τη γενναιοδωρία και τη φιλοπατρία των ηγεμόνων. Σε πολλά σημεία ο λόγος των προσώπων θυμίζει τους ελληνιστικούς βασιλείς και τις ισχυρές γυναίκες που παρουσιάζει ο Καβάφης. Έτσι, η Κωνσταντινούπολη αντιστοιχεί με τη Ρώμη, και η Βλαχία και η Μολδαβία με την Αίγυπτο και τη Συρία. Η Δόμνα Ζαφείρα μάλιστα χαρακτηρίζει τον εαυτό της ως «θυγατέρα φιλοπάτορα» (σ. 113), ενώ η Ρωξάνδρα κάποτε πανηγυρίζει εκστομίζοντας τη σχεδόν καβαφική φράση: «σκάνε οι εχθροί μας» (σ. 120).

Ο Δημαράς παρατήρησε ότι είκοσι χρόνια μετά τον Αλεξανδροβόδα ο Σούτσος δημοσίευσε «κάποια ανούσια αλληγορικά έργα θεατρικής μορφής».[11] Μπορούμε να πούμε ότι ο Αλεξανδροβόδας και το Σαγανάκι είναι «σατιρικά έργα θεατρικής μορφής». Αυτού του είδος τα κείμενα, όπως πολλές άλλες κωμωδίες και τραγωδίες στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, έχουν ελάχιστη σχέση με το θέατρο· άλλωστε θέατρο (ως χώρος και ως θεσμός) δεν υπήρχε στην Πόλη και στο Βουκουρέστι την εποχή εκείνη. Οι κωμωδίες αυτές έχουν περισσότερο ιστορική και γλωσσική σημασία παρά λογοτεχνική, εφόσον η κατανόηση των κειμένων εξαρτάται από τη γνώση των ιστορικών περιστάσεων, από τις οποίες δεν κατορθώνουν να ανεξαρτητοποιηθούν.

Ο Αλεξανδροβόδας και το Σαγανάκι είναι δίδυμα κείμενα, καθώς προέρχονται από τον ίδιο χώρο, γράφτηκαν την ίδια εποχή, και το καθένα έχει στόχο έναν πραγματικό ηγεμόνα που παρουσιάζεται με το όνομά του, αντί να σατιρίζονται τα μέλη γενικά μιας ορισμένης κοινωνικής ομάδας ή όλοι όσοι έχουν ένα ορισμένο ηθικό ελάττωμα. Ενώ όμως η απεικόνιση του Μαυροκορδάτου από τον Σούτσο είναι αρκετά ρεαλιστική, η προσωπογραφία του (όντως ιδιότροπου) Νικολάου Μαυρογένη στο Σαγανάκι μοιάζει περισσότερο με καρικατούρα. Όπως εύστοχα γράφει η Σταυρακοπούλου, ο Αλεξανδροβόδας είναι «ένα κομμάτι μουσικής δωματίου», ενώ στο Σαγανάκι ακούμε τους ήχους μιας στρατιωτικής μπάντας. Και καταλήγει: «Μια συστηματική συγκριτική μελέτη των δύο αλληλοσυμπληρωματικών κειμένων θα προσέφερε μια περισσότερο σφαιρική, πολυφωνική και πολύπλευρη αξιολόγηση της φαναριώτικης διακυβέρνησης στην πρωτεύουσα και στην επαρχία» (σ. 43). Τα δυο κείμενα είναι σημαντικότατα για την κατανόηση των νοοτροπιών και των συμπεριφορών στον φαναριώτικο χώρο.

 

Μια αγγλική μετάφραση εκδίδεται στην Τουρκία

Η αγγλική μετάφραση της Άννας Σταυρακοπούλου χαρακτηρίζεται από τη στενή προσκόλληση στο γράμμα του πρωτοτύπου, με αποτέλεσμα πολλές προτάσεις να αντιβαίνουν στο γλωσσικό αίσθημα της αγγλικής. Για παράδειγμα: το «Μα στάσου ψυχή μου κομάτι να σε ιδώ» (σ. 11 του πρωτοτύπου) αποδίδεται με τη δύσκαμπτη φράση «But wait for a moment, sweetheart, that Ι might see you» (σ. 67)· το «ας πηγαίνω» (σε μονόλογο, σ. 14) ως «let me go» (σ. 68, το οποίο σημαίνει «άφησέ με [να πάω]»)· το «απόψε να την φέρεις δίχως άλλο» (σ. 27-28) ως «Do bring her tonight, unmistakably» (σ. 73, αντί «Bring her tonight without fail»)· και το «Ίσως να σε φάνηκε» (σ. 32) ως «it might have seemed to you» (σ. 74, αντί «Perhaps you imagined it»). Υπάρχουν και περιπτώσεις όπου ο φυσικός ομιλητής μπορεί να διαφωνήσει με την υφολογική επιλογή μιας λέξης: ένα επαναλαμβανόμενο παράδειγμα είναι η απόδοση της λέξης «πουτάνα» με την ευφημιστική λέξη «courtesan» αντί της «whore», η οποία θα ήταν πιο κατάλληλη. Δυστυχώς η μεταφράστρια δεν μας έχει δώσει καμιά πληροφορία για τους στόχους, τις αρχές και τις μεθόδους της μετάφρασής της ώστε να ελέγξουμε αν το μετάφρασμα εκπληρώνει τους στόχους αυτούς.

Θα περιοριστώ σε δύο ακόμη γλωσσικές λεπτομέρειες. Πρώτον, η λέξη χαρχάλι, η οποία ερμηνεύεται από τον Σπάθη και από τη Σταυρακοπούλου (με λανθασμένη ετυμολογία από τα τουρκικά) ως «βραχιόλι», δηλώνει στην πραγματικότητα ένα είδος περιδεραίου.[12] Δεύτερον, η λέξη «παχάρνικος» δεν είναι «παλαιός βυζαντινός τίτλος», όπως γράφει η Σταυρακοπούλου (σ. 22), αλλά σλαβογενής τίτλος πολιτικού αξιώματος στη Ρουμανία.

Πάντως το κείμενο του Σούτσου έχει διαγράψει έναν κύκλο. Γραμμένο στην Κωνσταντινούπολη, εκδόθηκε στην Αθήνα και μεταφράστηκε στη Θεσσαλονίκη, και η αγγλική μετάφραση εκδόθηκε στην πόλη που το γέννησε. Η διαδρομή αυτή αποτελεί ένδειξη ότι κάποια κατάλοιπα του πάλαι ποτέ ενιαίου ελληνοτουρκικού χώρου εξακολουθούν να υπάρχουν.

Ο τόπος που επελέγη για την έκδοση του κειμένου στα αγγλικά δείχνει πως η Σταυρακοπούλου φρονεί ότι η μετάφρασή της θα είναι χρήσιμη για τους οθωμανολόγους και ότι η αγγλική (μαζί με τη γαλλική) είναι η γλώσσα διά της οποίας η τουρκική λογιοσύνη συνεννοείται πλέον με την ελληνική. Ο εκδοτικός οίκος Τhe Ιsis Press, με ιδρυτή και διευθυντή τον ιστορικό (και συγγενή του δημάρχου του Λονδίνου Boris Johnson) Sinan Κuneralp, έχει θέσει στη διάθεση της επιστημονικής κοινότητας ένα εξαιρετικά πλούσιο απόθεμα από αγγλόγλωσσες και γαλλόγλωσσες μελέτες για την οθωμανική ιστορία. Τώρα επιτέλους οι αγγλομαθείς Τούρκοι, όπως και το υπόλοιπο αγγλόφωνο κοινό, είναι σε θέση να διαβάσουν τον Αλεξανδροβόδα, ένα κείμενο που γράφτηκε πριν από 230 χρόνια στην οθωμανική πρωτεύουσα.

[1] Κώστας Β. Κριμπάς, «Η δεξίωση του Δαρβινισμού στην Ελλάδα», The Athens Review of Books, Φεβρουάριος 2013, σελ. 56.

[2] Ο Α΄ Λογοθέτης του Διβανίου ήταν ο ιδιαίτερος γραμματέας του ηγεμόνα: έπρεπε να είναι «ειδημονέστατος της Βλαχικής διαλέκτου» [δηλ. της ρουμανικής γλώσσας] και, αντίθετα από τους άλλους αξιωματούχους, δεν παυόταν με «μεταβολή εξουσίας ή αξιωμάτων μεταλλαγή» (Διονύσιος Φωτεινός, Ιστορία της πάλαι Δακίας, τόμ. Γ΄ (Βιέννη 1819), σ. 512). Ο Ποστέλνικος ήταν «του ηγεμόνος μινίστρος των εξωτερικών υποθέσεων». Ο Ποστέλνικος της Βλαχίας ήταν υποχρεωτικά «Ρωμαίος», δηλ. Έλληνας και όχι Ρουμάνος (ό.π., σ. 485).

[3] Νίκος Σβορώνος, To ελληνικό έθνος: γένεση και διαμόρφωση του Nέου Ελληνισμού (Αθήνα 2004), σ. 91.

[4] Παρατίθεται στην Εισαγωγή της Άννας Σταυρακοπούλου στον κρινόμενο τόμο, σ. 54.

[5] Οι περικοπές παρατίθενται από τον Δημήτρη Σπάθη, στο Γ.Ν. Σούτσος, Αλεξανδροβόδας ο ασυνείδητος (Αθήνα 1995), σ. 85 και 69.

[6] Το Σαγανάκι εκδόθηκε από τη Lia Brad Chisacof στον τόμο Ρήγας. Ανέκδοτα κείμενα (Αθήνα 2011)· το παράθεμα βρίσκεται στη σ. 74. Η απόδοση της κωμωδίας στον Ρήγα Βελεστινλή είναι επίμαχο θέμα. Δυστυχώς η επιμελήτρια έκανε ορισμένα λάθη στη μεταγραφή του χειρογράφου, και το γλωσσάριο που συνέταξε βρίθει σφαλμάτων. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το γλωσσάριο βλ. το κείμενό μου «Comments on the glossary of the comedy Το σαγανάκι της τρέλας» το οποίο ανάρτησα στη σελίδα μου στον ιστότοπο academia.edu.

[7] Δεκ. 1811, στο Κοραής, Αλληλογραφία, τόμ. Γ΄ (Αθήνα 1979), σ. 162· Σεπτ. 1816, σ. 505· Νοέμ. 1816, σ. 526.

[8] Jacovaky Rizo Néroulos, Cours de littérature grecque moderne (Γενεύη 1827), σελ. 69, 86–7.

[9] Α. Φραντζής, Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, τόμ. 1 (Αθήνα 1839), σ. 701· παρατίθεται από τον Κ. Άμαντο, «Ρήγας Βελεστινλής», περ. Ελληνικά 5 (1932), σ. 49.

[10] Κ. Άμαντος, Ανέκδοτα έγγραφα περί Ρήγα Βελεστινλή (Αθήνα 1930), σ. ια.

[11] Κ.Θ. Δημαράς, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, 9η έκδ. (Αθήνα 2000), σ. 230.

[12] Βλ. ορισμό (με φωτογραφία) από το Λύκειο των Ελληνίδων στην ιστοσελίδα http://openarchives.gr/view/449254.

Peter Mackridge

Ομότιμος καθηγητής της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Έχει δημοσιεύσει δεκάδες μελέτες για τη μεσαιωνική και τη νεότερη ελληνική λογοτεχνία, τη γλώσσα και τον πολιτισμό. 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.