Σύνδεση συνδρομητών

Το ψυχιατρικό άσυλο και ο κόσμος του

Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου 2022 00:03
O συγγραφέας Γιώργης Ζάρκος στο επίκεντρο μιας δημόσιας συναναστροφής, στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Περίπου τριάντα χρόνια πριν, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, είχε οδηγηθεί με ακούσια εισαγωγή έγκλειστος για πενήντα ημέρες στο Δημόσιο Ψυχιατρείο, στο Δαφνί. Η ψυχιατρική του περιπέτεια ξεκίνησε όταν ανακάλυψε ότι η Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια είχε προβεί σε λογοκλοπή εις βάρος του. Όντας χαρακτήρας ασυμβίβαστος και μη έχοντας χρήματα για δικαστικές διεκδικήσεις, αποφάσισε να βρει το δίκιο του «με επαναστατικό τρόπο», όπως ταίριαζε στην κομμουνιστική ιδεολογία του. Δημοσίευσε λοιπόν λιβέλους εναντίον των πνευματικών ανθρώπων που θεωρούσε συνυπεύθυνους, τους έστειλε υβριστικές επιστολές και απείλησε με ξυλοδαρμό τον Κωστή Παλαμά που ήταν ο υπεύθυνος της φιλολογικής ύλης. Συνελήφθη, δικάστηκε και καταδικάστηκε σε πεντάμηνη φυλάκιση. Εξέτισε το σύνολο της ποινής του αλλά, αντί να αφεθεί ελεύθερος, οδηγήθηκε με εισαγγελική εντολή (που μάλλον δικαίως υποπτευόταν ότι προκάλεσαν οι ισχυροί αντίπαλοί του) κατ’ ευθείαν από τις φυλακές στο Δαφνί,  «για παρακολούθηση».
ex-amaxis.gr
O συγγραφέας Γιώργης Ζάρκος στο επίκεντρο μιας δημόσιας συναναστροφής, στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Περίπου τριάντα χρόνια πριν, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, είχε οδηγηθεί με ακούσια εισαγωγή έγκλειστος για πενήντα ημέρες στο Δημόσιο Ψυχιατρείο, στο Δαφνί. Η ψυχιατρική του περιπέτεια ξεκίνησε όταν ανακάλυψε ότι η Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια είχε προβεί σε λογοκλοπή εις βάρος του. Όντας χαρακτήρας ασυμβίβαστος και μη έχοντας χρήματα για δικαστικές διεκδικήσεις, αποφάσισε να βρει το δίκιο του «με επαναστατικό τρόπο», όπως ταίριαζε στην κομμουνιστική ιδεολογία του. Δημοσίευσε λοιπόν λιβέλους εναντίον των πνευματικών ανθρώπων που θεωρούσε συνυπεύθυνους, τους έστειλε υβριστικές επιστολές και απείλησε με ξυλοδαρμό τον Κωστή Παλαμά που ήταν ο υπεύθυνος της φιλολογικής ύλης. Συνελήφθη, δικάστηκε και καταδικάστηκε σε πεντάμηνη φυλάκιση. Εξέτισε το σύνολο της ποινής του αλλά, αντί να αφεθεί ελεύθερος, οδηγήθηκε με εισαγγελική εντολή (που μάλλον δικαίως υποπτευόταν ότι προκάλεσαν οι ισχυροί αντίπαλοί του) κατ’ ευθείαν από τις φυλακές στο Δαφνί,  «για παρακολούθηση».

To κείμενο του Ουίλιαμ Αλοσκούφη είναι η εισήγησή του στη συζήτηση της 1ης Οκτωβρίου 2021, στον κήπο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, για το νέο βιβλίο του Δημήτρη Υφαντή με θέμα τον Γιώργη Ζάρκο, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα.

------------------

Δημήτρης Υφαντής, Αυτός που έσπασε τις βιτρίνες – Γιώργης Ζάρκος. 54 ημέρες εγκλεισμού στο Δημόσιο Ψυχιατρείο Αθηνών, Άγρα, Αθήνα 2020, 144 σελ.

Τη δεκαετία του 1930, ο αθυρόστομος κομμουνιστής συγγραφέας Γιώργης Ζάκρος στέλνεται στο Δαφνί και η παραμονή του εκεί είναι αφορμή ενός χρονικού με την εμπειρία του από τον εγκλεισμό. Οι σκέψεις του, παρότι τις προκαλεί ο εξαναγκαστικός εγκλεισμός του, καταγράφουν την απανθρωπία του συστήματος ψυχικής υγείας – και κατά τούτο, ο Ζάρκος ταυτίζεται με τον Άντον Τσέχοφ, ο οποίος, στον Θάλαμο αρ. 6,  επίσης είχε περιγράψει τον εγκλεισμό σε ψυχιατρείο, τον καταναγκασμό και την απανθρωποποίηση, συστατικά με τα οποία ήταν συνυφασμένη η ψυχική υγεία έως και πριν από μερικά χρόνια. [ΤΒJ]

 Η μαρτυρία του Γιώργη Ζάρκου (1902-1967) από τον εγκλεισμό του στο ψυχιατρείο έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, όχι μόνο γιατί ως λογοτέχνης διέθετε τα εκφραστικά μέσα για να περιγράψει τα ανείπωτα δεινά των τροφίμων στα δημόσια ψυχιατρεία της εποχής του, αλλά και γιατί είχε, στην πολυτάραχη πορεία της ζωής του, τη δυνατότητα να συγκρίνει διαφορετικές συνθήκες εγκλεισμού: κρατητήρια της ασφάλειας και του μεταγωγών, φυλακές (Συγγρού, Ωρωπού, Αβέρωφ), ψυχιατρείο (Δαφνί) και, έπειτα, εξορία (Ανάφη). Πρέπει να ευχαριστήσουμε τον Δημήτρη Υφαντή γιατί μας πρόσφερε μια αποκαλυπτική «μελέτη περίπτωσης» που μας δίνει, μεταξύ άλλων, την ευκαιρία να ξανασκεφτούμε τη συμπληρωματικότητα διαφορετικών συνθηκών εγκλεισμού στη σύγχρονη κοινωνία. Πρόκειται για βιβλίο που σέβεται απολύτως το ενδιαφέρον, το χρόνο και την καλαισθησία του αναγνώστη.

Τα βιβλία του Γιώργη Ζάρκου μπορούν να ενταχθούν, νομίζω, σε ένα συγκαιρινό του ρεύμα συγγραφής μαρτυριών και δημοσιογραφικών ή επιστημονικών ερευνών, από διανοουμένους που συνδέονταν λίγο-πολύ με το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα του μεσοπολέμου. Το συγγραφικό αυτό ρεύμα σκοπό είχε να αποκαλύψει τη ζοφερή πραγματικότητα αθέατων κρατικών θεσμών, όπως οι φυλακές, οι εξορίες και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Κοινή προσδοκία των συγγραφέων ήταν, μάλλον, πως οι αποκαλύψεις τους για κρατικούς θεσμούς που συμπυκνώνουν, κατά κάποιον τρόπο, την αναλγησία του αστικού κράτους θα κινητοποιήσουν πολιτικά την κοινωνία για την ανατροπή του. Παρόμοια περίπτωση ήταν η δημοσίευση μιας σειράς τριάντα άρθρων στην Εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος το 1926 από τον Πέτρο Πικρό, στο πλαίσιο συστηματικής επιτόπιας έρευνας που διεξήγαγε σε ελληνικές φυλακές (Πικρός, 1926/2016). Ο Γιώργης Ζάρκος, πρόσθεσε σε αυτούς τους θεσμούς τα ψυχιατρικά άσυλα. Θεωρώντας πως η «κτηνώδης αδιαφορία» του κράτους απέναντι στον ψυχικά πάσχοντα ήταν εμβληματική έκφραση της αδιαφορίας του για κάθε δυστυχισμένο άνθρωπο (Υφαντής, 2020, σελ. 57).

Ο Γιώργης Ζάρκος, προσωπικότητα «ατίθαση και περήφανη, που φτάνει στα όρια της παραξενιάς» (Βάρναλης, 1934/1981, σελ. 7), ο οποίος με τις προσωπικές επιθέσεις και τις απειλές του σε βάρος φορέων κύρους και εξουσίας αναιρούσε τους κανόνες του πολιτικού «παιγνιδιού» (Υφαντής, 2020, σελ. 15), μας πείθει για την ακρίβεια των περιγραφών του. Όπως και ο Γιάννης Σκαρίμπας, ο Ζάρκος αντιλαμβάνεται πως «ουδέν φανταστικώτερον της πραγματικότητος»: «Το τρελοκομείο είναι η μεγαλύτερη τραγωδία του κόσμου. Η τραγωδία των τραγωδιών» (Ζάρκος, 1932/1981β, σελ. 89).

Ο Γιώργης Ζάρκος είχε, βεβαίως, και προσωπικά κίνητρα. Όπως έλεγε, σκέφτηκε πως «άλλος τρόπος δεν υπάρχει να εκδικηθώ από το γράψιμο» (Ζάρκος, 1932/1981β, σελ. 49). Θα ήθελε τα βιβλία του να «γινόταν ένα δυνατό όπλο, ένα μαστίγιο που θα μαύριζε τα πλευρά αυτουνών που φταίνε γι’ αυτό το αίσχος» (Ζάρκος, 1932/1981β, σελ. 90).

Θα επιχειρήσω στη συνέχεια να συγκρίνω τα δύο βιβλία - μαρτυρίες του Γιώργη Ζάρκου από τον εγκλεισμό του στο Ψυχιατρείο Η τρέλα σε όλα τα στάδια (1932/1981) και Ζωντανά πτώματα (1934/1981) με την εικόνα του ψυχιατρείου και του προσωπικού του που δίνει ο Άντον Τσέχοφ στην περίφημη νουβέλα Θάλαμος αρ. 6 (1892). Ο Τσέχοφ έγραψε τον Θάλαμο αρ. 6 την ίδια περίοδο που έγραφε μια ογκώδη μελέτη, προϊόν πολύμηνης και παράτολμης επιτόπιας έρευνας, κοινωνιολογικής και ιατρικής, το 1890 στα κάτεργα της Σαχαλίνης, ενός νησιού βόρεια της Ιαπωνίας (Άντον Τσέχοφ, Νήσος Σαχαλίνη – 1895/2012).

Η ομοιότητα των περιγραφών δεν διέφυγε της προσοχής των συγγραφέων του Επιμέτρου της ελληνικής μετάφρασης της νουβέλας του Τσέχοφ από τον Άρη Αλεξάνδρου: οι Νίκος Ι. Χουρδάκης και Φωτεινή Παπαρήγα περιλαμβάνουν σε αυτό ένα εκτενές απόσπασμα από τα Ζωντανά Πτώματα του Γιώργη Ζάρκου (2012, σ. 102).

Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω εάν ο Γιώργης Ζάρκος είχε διαβάσει κάποια μετάφραση της νουβέλας του Τσέχοφ στα αγγλικά ή σε άλλη γλώσσα. Ο Τσέχοφ υπήρξε γνωστός στην Ελλάδα, ήδη πριν από τον πρόωρο θάνατό του (Χουρδάκης και Παπαρήγα, 2012). Στα ελληνικά πάντως η νουβέλα Θάλαμος αρ. 6 μεταφράστηκε πολύ αργότερα (Κυριακού, 2013), από τον Άρη Αλεξάνδρου (Αφοί Συρόπουλοι, 1965) και από τη Μέλπω Αξιώτη (Τσέχωφ. Α., Θάλαμος 6, Το τζιτζίκι κι άλλα διηγήματα, Κέδρος, 1969).

Θυμίζω απλά πως ο Τσέχοφ, γιατρός στο επάγγελμα, στο Θάλαμο αρ. 6 μας μεταφέρει στην ψυχιατρική πτέρυγα ενός επαρχιακού νοσοκομείου της τσαρικής Ρωσίας. Ο διευθυντής του νοσοκομείου, ο γιατρός Ράγκιν, έντιμος και μορφωμένος άνθρωπος, παρότι αντιλαμβάνεται την αθλιότητα των συνθηκών νοσηλείας στο νοσοκομείο που διοικεί και τη βαναυσότητα και τη διαφθορά του προσωπικού του, έχει παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια να βελτιώσει την κατάσταση, κάτι που του υπενθυμίζει ο έγκλειστος στον ψυχιατρικό θάλαμο Γκρόμοφ. Στο τέλος του έργου, ο πρώην διευθυντής καταλήγει τρόφιμος του ίδιου ψυχιατρικού θαλάμου και πεθαίνει από αποπληξία, λίγες ημέρες μετά τον άγριο ξυλοδαρμό του από τον βάναυσο φύλακα-νοσοκόμο Νικήτα.

 

Οι συνθήκες νοσηλείας και οι τρόφιμοι

Σημείο αφετηρίας και των δύο συγγραφέων είναι οι απαράδεκτες συνθήκες νοσηλείας.

Ο Γιώργης Ζάρκος περιγράφει τις συνθήκες εγκλεισμού στα δημόσια ψυχιατρεία της εποχής του: υπερπληρωμένοι θάλαμοι (35-40 άνδρες, 50-60 γυναίκες (Ζάρκος, 1932/1981, σελ. 85)· γκαζοντενεκέδες για «βούτες» (Ζάρκος, 1932/1981, σελ. 17)· ανθυγιεινά πιάτα, ποτήρια· τρόφιμοι οι οποίοι κρατούνταν πίσω από κάγκελα, «σαν τράγοι και κατσίκες σε μαντριά» (Ζάρκος, 1932/1981, σελ. 13)· άλλοι που τσαλαβουτούσαν στις ακαθαρσίες στα αποχωρητήρια. Όπως σχολιάζει, «[σ]το τρελοκομείο γίνονται τέτοιες τραγωδίες που δεν έχουνε γίνει ποτέ σε κανένα πόλεμο» (Ζάρκος, 1932/1981, σελ. 74).

Και ο Τσέχοφ ξεκινά το έργο του με μια περιεκτική περιγραφή αυτού που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «περιφρονητική παραμέληση» της ψυχιατρικής πτέρυγας του επαρχιακού νοσοκομείου (Τσέχοφ, 1892/2012, σελ.13):

Στην αυλή του νοσοκομείου, υπάρχει μια μικρή πτέρυγα, τριγυρισμένη από ένα ολάκερο δάσος γαϊδουράγκαθα, τσουκνίδες και άγρια κάνναβη. Η στέγη της είναι σκουριασμένη, η καπνοδόχος μισογκρεμισμένη, τα σκαλοπάτια στο χαγιάτι σάπισαν και χορτάριασαν, κι απ’ το σοβά μόνον ίχνη έχουν απομείνει. Η πρόσοψή της βλέπει προς το νοσοκομείο, η πίσω μεριά σ’ ένα χωράφι, απ’ το οποίο τη χωρίζει ο γκρίζος φράκτης. Στη σέλα του φράκτη έχουν μπήξει καρφιά με τις μύτες προς τα πάνω και ο φράκτης, όπως και η ίδια η πτέρυγα, φαντάζουν μίζερα και γρουσούζικα, όπως συμβαίνει στη χώρα μας, μόνο με τα νοσοκομεία και τα σωφρονιστικά κτήρια. […] Εδώ, δίπλα στους τοίχους και στη σόμπα, έχουν σωριάσει βουνά ολόκληρα άχρηστου νοσοκομειακού υλικού. Στρώματα, παλιές σκισμένες νυχτικιές, παντελόνια, πουκάμισα με απλές ρίγες, λιωμένα παπούτσια – όλη αυτή η κουρελαρία είναι πεταμένη σε σωρούς, έχει γίνει κουβάρι, σχεδόν πολτός, σαπίζει ’κει χάμω κι αναδίδει μια αποπνικτική μυρωδιά. […] Μέσα στον θάλαμο, το χρώμα στους τοίχους έχει ξεφτίσει, οι σόμπες πνίγουν από τις αναθυμιάσεις, το πάτωμα είναι βρώμικο […].

Ο Γιώργης Ζάρκος περιγράφει διεξοδικά τη συμπεριφορά των τροφίμων του ψυχιατρείου και δίνει σύντομα ιστορικά ζωής από τις συζητήσεις που έκανε με αρκετούς από αυτούς: «Του κάθε τρελού η κάθε κουβέντα, αν εξετάσεις καλά την ψυχή του και το πώς έζησε, βλέπεις πως έχει σημασία» (Ζάρκος, 1932/1981β, σελ. 25). Καταγράφει με σχολαστική ακρίβεια –που μοιάζει με απομαγνητοφώνηση– το παραλήρημα, την καχυποψία, τη βία μεταξύ των τροφίμων (πέντε-έξι «μικροσυμπλοκές» και δύο «γερά μαλώματα» στον θάλαμο των μανιακών, μέσα σε μία νύχτα) (Ζάρκος, 1932/1981, σελ. 25), ακόμη και βιασμούς (Ζάρκος, 1932/1981, σελ. 36-37) και την έλλειψη μέριμνας για την προσωπική τους υγιεινή (Ζάρκος, 1932/1981, σελ. 34).

Περιγράφει επίσης, με βάση δικά του βιώματα, την αγωνία τους για τις επιπτώσεις που θα έχει ο ψυχιατρικός εγκλεισμός στις σχέσεις τους με σημαίνοντες άλλους και την προσπάθειά τους να κρύψουν τις πιο φρικτές όψεις της ιδρυματικής ζωής από τους επισκέπτες (Ζάρκος, 1932/1981, σελ. 32-33), τις μητέρες που προσπαθούν να στηρίξουν με κάθε τρόπο τα παιδιά τους που νοσηλεύονται, τη συγκίνηση του επισκεπτηρίου με οικεία πρόσωπα (Ζάρκος, 1932/1981, σελ. 46-47).

Βέβαια, τα βιβλία του Γιώργη Ζάρκου είναι μαρτυρίες, όχι μυθοπλασία. Δεν επιλέγει ελεύθερα τους «ήρωές» του. Απεναντίας, ο Τσέχοφ έχει τη δυνατότητα να διαλέξει τροφίμους στον Θάλαμο αρ. 6 που εκπροσωπούν διαφορετικές κοινωνικές τάξεις της τσαρικής Ρωσίας: έναν μικροαστό, έναν εβραίο έμπορο που καταστράφηκε, έναν παθητικά υποταγμένο μουζίκο, έναν μορφωμένο δημόσιο υπάλληλο που μονολογεί «για την ανθρώπινη προστυχιά, για τον καταναγκασμό και τη βία […], για την υπέροχη ζωή που θα ζήσουν κάποτε οι άνθρωποι επί της γης […]» (Τσέχοφ, 1892/2012, σελ.17).

Τα σύντομα ιστορικά ζωής των τροφίμων που γνώρισε στο ψυχιατρείο ο Γιώργης Ζάρκος επισημαίνουν πάντως τις αδικίες που πυροδότησαν ή επιδείνωσαν ενδεχομένως, κατά τη γνώμη του, την ψυχική τους ασθένεια.

 

Το προσωπικό του ψυχιατρείου

Ο Γιώργης Ζάρκος ενδιαφέρθηκε να γνωρίσει σε βάθος το προσωπικό του ψυχιατρείου. Δίνει στοιχεία για το ιστορικό της ζωής μελών του προσωπικού, όπως κάνει και ο Τσέχοφ στη νουβέλα του.

Γράφει, για παράδειγμα, ο Γιώργης Ζάρκος για τον «μελαγχολικό» γιατρό που τον υποδέχτηκε στο ψυχιατρείο:

Ο γιατρός σπούδασε με στενοχώριες γιατί ήταν φτωχόπαιδο. Δημοσίεψε νεαρός λυρικούς στίχους. Απέτυχε στην ποίηση και γυρίζοντας στην επιστήμη του διορίστηκε βοηθός στο τρελλοκομείο. Παίρνει μικρό μισθό. Έχει και δύο άσχημες, περασμένες στα χρόνια, αδερφές ανύπαντρες (Ζάρκος, 1932/1981, σελ. 13).

«Οι ψυχίατροι έχουνε Φακιρική τέχνη», εμφανίζονται δηλαδή με ταχυδακτυλουργίες και τεχνάσματα ως θαυματοποιοί  (Ζάρκος, 1932/1981, σελ. 67). Οι γιατροί «πηγαίνουν κάθε πρωί, φοράνε τις άσπρες μπλούζες, κάνουν μια βόλτα, μετά γυρίζουν, τις βγάζουν και φεύγουν» (Ζάρκος, 1932/1981β, σελ. 12). Οι πιο φιλόδοξοι, όπως ο κ. Υποδιευθυντής, προσπαθούν να γίνουν καθηγητές ψυχιατρικής και, για τον σκοπό αυτό, κάνουν «εκδουλεύσεις» σε ισχυρούς παράγοντες.

Αναφέρεται σε φήμες ότι ο Υποδιευθυντής δέχεται χρήματα από συγγενείς ηρωινομανών για να φροντίσει για την απεξάρτησή τους με κάποιο μυστηριώδες υποκατάστατο (Ζάρκος, 1932/1981, σελ. 51). Ο Υποδιευθυντής δεν εμποδίζει τους νοσοκόμους να εκθέτουν τις γυναίκες του επισκεπτηρίου στο σεξουαλικό παραλήρημα ενός ψυχασθενή τροφίμου, απεναντίας φαίνεται να το διασκεδάζει (Ζάρκος, 1932/1981, σελ. 104-105). Έβαλε όμως πρόστιμο έναν ολόκληρο μισθό σε έναν νοσοκόμο γιατί δεν φρόντισε να απολυμάνουν τα πιάτα με οινόπνευμα μετά το φαγητό (Ζάρκος, 1932/1981β, σελ. 50-51). Ο Γιώργης Ζάρκος συμπάσχει με τον τιμωρημένο νοσοκόμο, παρότι καταγγέλλει ταυτόχρονα την έλλειψη μέριμνας για την υγιεινή και την καθαριότητα.

Μια βάναυση απάθεια μπορούμε να πούμε πως διακρίνει ο Τσέχοφ γενικότερα στη συμπεριφορά των ιατρών του νοσοκομείου: 

Οι άνθρωποι που αντιμετωπίζουν με υπηρεσιακό, επαγγελματικό πνεύμα τον ξένο πόνο, λόγου χάρη οι δικαστές, οι αστυνομικοί, οι γιατροί, γίνονται με την πάροδο του χρόνου και, λόγω της συνήθειας, τόσο σκληροί, ώστε και να το θέλανε δε θα μπορούσαν να φερθούν στους πελάτες τους κατ’ άλλον τρόπο, εκτός απ’ τον τυπικό. Απ’ αυτήν την άποψη, δεν διαφέρουν σε τίποτα απ’ τον μουζίκο που σφάζει στην πίσω του αυλή κριάρια και μοσχάρια χωρίς να δίνει σημασία στο αίμα (Τσέχοφ, 1892/2012, σελ. 22).

Ο Γιώργης Ζάρκος γράφει περισσότερα για τους νοσοκόμους του ψυχιατρείου οι οποίοι δεν μοιάζουν με τους νοσοκόμους που ξέρουν να αλλάζουν επιδέσμους ή να κάνουν ενέσεις. «Αυτοί είναι γεροί άντρες με σκληρή καρδιά που ξέρουν να δέρνουν τους τρελούς, όπως ο θηριοδαμαστής τα θηρία του, όταν τα πιάνουν εξάψεις. Καλά λοιπόν θα ταίριαζε αν τους λέγανε τρελοδαμαστές» (Ζάρκος, 1932/1981β, σελ.104-105). Για να προσθέσει, αναπάντεχα, πως «για να πούμε την αλήθεια, αν δεν ήσανε τέτοιοι δε θα μποράγανε να κουμαντάρουν 50 τρελούς ο καθένας, που έχουν στη διάθεσή τους» (Ζάρκος, 1932/1981β, σελ. 11), για έναν πενιχρό μισθό, «όχι μονάχα τίμια, άλλα και με κίνδυνο της ζωής τους» (Ζάρκος, 1932/1981β, σελ. 12). Σε άλλα σημεία, ωστόσο, περιγράφει περιστατικά σαδιστικής συμπεριφοράς από τους νοσοκόμους (Ζάρκος, 1932/1981β, σελ. 100-102). Κάποιοι φαίνεται πως είχαν μάλιστα νοσηλευτεί στο παρελθόν ως μανιακοί ασθενείς (Υφαντής, 2020, σελ. 62).

Οι βίαιοι τρόφιμοι δένονταν με χειροπέδες και αλυσίδες στα κάγκελα των θαλάμων ή στο παγωμένο προαύλιο,  όρθιοι όλη νύχτα (Ζάρκος, 1932/1981, σελ.26).

Το προσωπικό, ακόμη και όταν έκανε ενέσεις αντιτυφικού ορού στους τροφίμους για να περιοριστεί η επιδημία που έστελνε πρόωρα στο θάνατο «5-6 την ημέρα», το έκανε χωρίς καμία μέριμνα για την απολύμανση και την υγεία, «μονάχα για τα μάτια του κόσμου […] κι όχι γιατί ενδιαφερόντανε για την υγεία και τη ζωή των τρελών» (Ζάρκος, 1932/1981β, σελ. 13-16).

Τους εθισμένους στη βία νοσοκόμους-φύλακες εκπροσωπεί στη νουβέλα του Τσέχοφ ο χαρακτήρας του Νικήτα, ενός άγριου, μεθυσμένου, «γερού, πρώην φαντάρου με ξεθωριασμένα γαλόνια» ο οποίος

[α]νήκει στην κατηγορία των καλοκάγαθων, θετικών, χοντροκέφαλων ανθρώπων, που είναι κατάλληλοι για εκτελεστικά όργανα, που αγαπάνε πάνω απ’ όλα την τάξη και γι’ αυτό είναι πεπεισμένος πως αυτοί εκεί μέσα, μόνο με το ξύλο βάζουνε μυαλό (Τσέχοφ, 1892/2012, σελ. 14).

Ο Γιώργης Ζάρκος αναγνωρίζει, ωστόσο, την κοινωνική χρησιμότητα των επαγγελμάτων ψυχικής υγείας, όπως, φυσικά, κάνει και ο Τσέχοφ. Γράφει, χαρακτηριστικά, ο Ζάρκος:

Ένας καλός ψυχαναλυτής και ψυχίατρος μπορεί να είναι μόνον εκείνος που’ χει δυνατή και ανήσυχη ψυχή, που συγκινείται εύκολα, που η ψυχή του είναι πολύπλευρη, που έχει λογικό πολύ ανεπτυγμένο, που κατορθώνει να ’χει ορθή κρίση και να μην υπερισχύει ούτε το λογικό, ούτε το αίσθημα, αλλά να βρίσκονται σε αρμονία με μια συνεχή πάλη (Υφαντής, 2020, σελ. 61).

 

Η κοινωνική λειτουργία του ψυχιατρείου

Ο Γιώργης Ζάρκος επισημαίνει τη διασύνδεση ψυχιατρικού και ποινικού συστήματος (Υφαντής, 2020, σελ. 47, 51) και των δύο με ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα (Υφαντής, 2020, σελ. 53-54). Η προστασία της κοινωνίας και η «διαχείριση», όπως θα λέγαμε σήμερα, των προβληματικών πληθυσμών (ποινικοί παραβάτες, ψυχικά ασθενείς, εξαρτημένοι από ναρκωτικά, άστεγοι και άλλοι «λαθραίοι», «ενοχλητικοί», και μη-κανονικοί, όπως λέει ο Δημήτρης Υφαντής, 2020, σελ.54). Εντοπίζει τη βασικότερη διαφορά μεταξύ ψυχιατρείου και φυλακής στην απροσδιοριστία της ημέρας της απελευθέρωσης του τροφίμου (Ζάρκος, 1932/1981β, σελ. 38-39).

Ο Γιώργης Ζάρκος δεν αμφιβάλλει καθόλου ότι στο ψυχιατρείο, υπό τις συνθήκες που ο ίδιος γνώρισε, δεν προσφερόταν καμία ουσιαστική θεραπεία στους τροφίμους (Ζάρκος, 1932/1981, σελ.29-30). Απεναντίας, ανησυχεί συνεχώς μήπως «τρελαθεί» πραγματικά υπό αυτές τις συνθήκες (Ζάρκος, 1932/1981, σελ. 39).

Ένας τρόφιμος στο βιβλίο του Γιώργη Ζάρκου παρομοιάζει το ψυχιατρείο με ένα «ζωντάνι», έναν στρογγυλό, ψηλό, πέτρινο πύργο χωρίς παράθυρα μέσα στον οποίο φυλάκιζαν στη Θράκη όσους σχεδίαζαν επαναστάσεις, ρίχνοντάς τους μόνο φαγητό μέχρι να πεθάνουν (Ζάρκος, 1932/1981β, σελ. 97-98).

Ο Γιώργης Ζάρκος υποστηρίζει πως το κράτος, στην ουσία, εξολοθρεύει σταδιακά και αθέατα στα ψυχιατρεία ένα τμήμα του σχετικού υπερπληθυσμού, γι’ αυτό τα αποκαλεί «ξεμπερδευτήρια» (Υφαντής, 2020, σελ. 57). Αυτό ισχύει ειδικά για το Δημόσιο Ψυχιατρείο στο οποίο εισάγονταν συνήθως οι οικονομικά ασθενέστεροι ψυχικά πάσχοντες (Υφαντής, 2017, σελ. 174). «Εδώ μέσα είναι νεκροταφείο που μας έχουνε θάψει ζωντανούς. Οι γιατροί είναι παπάδες και οι νοσοκόμοι οι νεκροθάφτες…» (Ζάρκος, 1932/1981, σελ. 84, 103).

Στο Δημόσιο ψυχιατρείο πάνε όσοι είναι φτωχοί ή όσοι οι συγγενείς τους απελπιστήκανε στις άλλες νευρολογικές κλινικές και βλέπουνε πως δεν γίνονται καλά, δεν μπορούνε να πληρώνουνε άλλο κι αναλαβαίνει το Κράτος να τους ξεμπερδέψει. Είναι μα την αλήθεια πρόστυχο αυτό που κάνει το Κράτος. Θάτανε προτιμότερο να τους τουφεκίζανε τους “ανίατους” τρελλούς παρά που τους τυραννούνε, ένα, ή δύο, ή τρία χρόνια, μέχρι που τους πεθαίνουνε […] ο κόσμος νομίζει πως πεθαίνουνε μοναχοί τους, η αλήθεια όμως είναι πως το Κράτος τους δολοφονεί με τον πιο άτιμο τρόπο που μπορεί να γίνει δολοφονία. Ξεμπερδεύεται ένα ποσοστό που περισσεύει για να ζούνε οι άλλοι πιο ανθηρά, όπως λέει με ειρωνεία ο Ντοστογιέφσκι που τον λέει κι αυτόν, στο βιβλίο του, τρελλόν ο κύριος Yποδιευθυντής (Ζάρκος, 1932/1981, σελ. 103).

Η φροντίδα που προσφέρεται στους τροφίμους είναι προσχηματική: εάν οι γιατροί δούνε ασθενή με ακάθαρτα ρούχα στο επισκεπτήριο βάζουν πρόστιμο στο νοσοκόμο του, αλλά αδιαφορούν αν δούνε τον ίδιο ασθενή να αλείφεται ή να τρώει ακαθαρσίες (Ζάρκος, 1932/1981, σελ.101). «Ό,τι γίνεται, για τα μάτια «του λογικού κόσμου» γίνεται κι όχι γιατί είναι ανάγκη και πρέπει να γίνει» (Ζάρκος, 1932/1981, σελ. 101).

Η αντιπαραβολή των δύο κειμένων μαρτυρά τη διαχρονικότητα των γνωρισμάτων της ζωής των εγκλείστων στα ψυχιατρεία.

 

Λογοτεχνικές μεταφορές για τον εγκλεισμό

Στη λογοτεχνία των νεότερων χρόνων, οι φυλακές –σπανιότερα τα ψυχιατρεία– έχουν χρησιμοποιηθεί ως σκηνικό πλαίσιο της δράσης των ηρώων, ιδιαίτερα μετά τον 16ο αιώνα. Τα λογοτεχνικά μεταφορικά σχήματα που χρησιμοποιούνται για τον εγκλεισμό σε φυλακές και ψυχιατρεία μπορούμε να πούμε ότι εμφανίζονται με τρεις γενικούς τρόπους, με κριτήριο το στόχο της λογοτεχνικής μεταφοράς (Αλοσκόφης & Κωνσταντινίδου, 2020). Σε κλασικά έργα της λογοτεχνίας, όπως η Νουβέλα αρ. 6 του Τσέχοφ, συναντάμε και τα τρία αυτά είδη λογοτεχνικών μεταφορών του εγκλεισμού. Αρκετά από αυτά συναντάμε έκδηλα ή υπαινικτικά και στις δύο μαρτυρίες του Γιώργη Ζάρκου από το ψυχιατρείο.

(α) Όταν ο λογοτέχνης θέλει να εμβαθύνει στην ειδική κοινωνική συνθήκη του εγκλεισμού, χρησιμοποιεί μεταφορικά σχήματα στα οποία ο τομέας-στόχος (target-domain ή νόημα / tenor) είναι ο εγκλεισμός ο οποίος αποσαφηνίζεται με αναφορά σε κάποιο άλλο οικείο στον αναγνώστη στοιχείο, κατά το σχήμα «Η ΦΥΛΑΚΗ ΕΙΝΑΙ Χ».

Για παράδειγμα, ο χώρος εγκλεισμού περιγράφεται σαν μια μήτρα συνειδησιακής μεταστροφής, λ.χ. ως ένα ειρηνικό νησί ή ένα μοναστικό ησυχαστήριο στο οποίο ο έγκλειστος βρίσκει μια ευκαιρία προσωπικής αναγέννησης (ενδοσκόπησης, περισυλλογής, απολογισμού, αυτοκριτικής ή απλά θρησκευτικής αποκάλυψης) ή, στο άλλο άκρο, ως μια σκληρή δοκιμασία που τον βοηθά όμως να κατακτήσει μια νέα πολιτική συνείδηση μέσω της γνωριμίας του με άλλα θύματα της πολιτικής, ταξικής, φυλετικής ή ανδρικής καταπίεσης.

Άλλοτε ο χώρος εγκλεισμού περιγράφεται ως ένας στίβος δοκιμασίας χαρακτήρων, ειδικά στις περιπτώσεις που η φυλακή (ή το ψυχιατρείο) εκλαμβάνεται ως πειραματικό εργαστήριο μεταλλαγής προσωπικοτήτων στο οποίο κρίνεται η ηθική συγκρότηση, η ψυχική ανθεκτικότητα και η πολιτική στράτευση των εγκλείστων.  Άλλοτε πάλι, το ιδρυματικό περιβάλλον απεικονίζεται σαν μια ρωμαϊκή αρένα ή σαν μια κοινωνική ζούγκλα στην οποία ο ήρωας καλείται να επιβεβαιώσει τον «ανδρισμό» του.

Στις μαρτυρίες του Γιώργη Ζάρκου, όπως και στη νουβέλα του Τσέχοφ και σε πολλά άλλα λογοτεχνικά έργα, συναντάμε συχνά το μεταφορικό σχήμα που παρομοιάζει τον ιδρυματικό εγκλεισμό με «νεκροταφείο» (πολλοί λογοτέχνες μιλάνε για αργό θάνατο, καθαρτήριο, κόλαση).

(β) Μια φυλακή ή ένα ψυχιατρείο εμφανίζεται σε λογοτεχνικά έργα, όπως η νουβέλα του Τσέχοφ και οι μαρτυρίες του Ζάρκου, ως μετωνυμία για ένα κράτος, μια κοινωνία ή έναν ολόκληρο πολιτισμό. Η μετωνυμία είναι ένα είδος μεταφορικού λόγου στο οποίο ένα ειδικό παράδειγμα ή συστατικό στοιχείο ενός συνόλου χρησιμοποιείται για να αναφερθεί ο λογοτέχνης σε μια ευρύτερη πραγματικότητα. Η μετωνυμία, σε αντίθεση με τη συνηθισμένη μεταφορά, βασίζεται στην εγγύτητα των εννοιών, δεν απαιτεί κάποιο άλμα της φαντασίας. Για παράδειγμα, η φυλακή (ή το ψυχιατρείο) θεωρείται ότι είναι ένας επιμέρους μεν, αλλά εμβληματικός κρατικός θεσμός που συνοψίζει την ουσία του σύγχρονου κράτους ή και ολόκληρου του πολιτισμού. Η διαφθορά των υπαλλήλων του θεωρείται συμπτωματική της διαφθοράς ολόκληρου του πολιτικού καθεστώτος. Έτσι, η Βαστίλη στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία του 19ου αιώνα συμβόλιζε όλο το Παλαιό Καθεστώς. Και τα γκουλάγκ στα αυτοβιογραφικά μυθιστορήματα του Σολζενίτσιν συμβόλιζαν όλο το σοβιετικό κράτος.

(γ) Ο ποινικός και ο ψυχιατρικός εγκλεισμός χρησιμοποιούνται στη λογοτεχνία και ως πηγές μεταφορών του τύπου «Το Χ είναι φυλακή». Μεταφορές δηλαδή που απεικονίζουν κάθε κατάσταση απομόνωσης ή κάθε δραστικό περιορισμό της ατομικής ελευθερίας ως υπαρξιακή φυλακή («Η Δανιμαρκία είναι μια φυλακή», διαπιστώνει ο Άμλετ, «Το ίδιο είναι και ο κόσμος όλος» απαντά ο Ρόζενκραντζ στο γνωστό έργο του Σαίξπηρ). Εδώ ο τομέας-στόχος της μεταφοράς είναι μια όψη της συμβατικής ζωής και η φυλακή είναι το οικείο στοιχείο που χρησιμεύει ως τομέας-πηγή της μεταφοράς.

Ως «υπαρξιακές φυλακές» έχουν περιγραφεί από λογοτέχνες διάφορες κοινωνικές καταστάσεις: μια ταξική θέση, ένα σχολείο, γκέτο, ή μεσοαστικό προάστιο, μια αγροτική κοινότητα, μια δυστυχισμένη και δυσλειτουργική οικογενειακή ζωή, ο θεσμός του γάμου γενικά, ένα επάγγελμα, μια αναπηρία ή ανίατη ασθένεια, η τοξικοεξάρτηση, η ψυχική διαταραχή, τα τραύματα της παιδικής ηλικίας, μια θρησκευτική πίστη, πολιτική ιδεολογία ή κομματική στράτευση, η σύγχρονη γραφειοκρατία, ο κομφορμισμός, η ρουτίνα της καθημερινότητας, η μοναξιά του ανθρώπου στη σύγχρονη μαζική κοινωνία. Κι ας μην ξεχνάμε πως στη νεοπλατωνική φιλοσοφία και τη μεσαιωνική χριστιανική σκέψη η ίδια η επίγεια ζωή και το σώμα του ανθρώπου γίνονταν αντιληπτά ως υπαρξιακές φυλακές από τις οποίες η ψυχή απελευθερώνεται μόνο μετά θάνατον.

Στη νουβέλα του ο Τσέχοφ ασκεί έμμεσα κριτική στην απολογητική χρήση από διανοούμενους της εποχής του λογοτεχνικών μεταφορών του τύπου «Η ζωή είναι μια φυλακή» προκειμένου να δικαιολογήσουν την αδιαφορία τους να βελτιώσουν την κατάσταση στις φυλακές της τσαρικής Ρωσίας. Απεναντίας, ο Τσέχοφ, αφήνει να εννοηθεί, ότι ηθική υποχρέωση κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου που εργάζεται σε ένα ολοπαγές ίδρυμα είναι να αφήσει πίσω του ένα θετικό ίχνος, έστω κι αν χρειάζεται, για τον σκοπό αυτό, να συγκρουστεί με κατεστημένα συμφέροντα και αντιλήψεις.  Νομίζω ότι ο Γιώργης Ζάρκος θα συμφωνούσε απολύτως μαζί του σε αυτό.

-------------

To κείμενο του Ουίλιαμ Αλοσκούφη είναι η εισήγησή του στη συζήτηση της 1ης Οκτωβρίου 2021, στον κήπο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, για το νέο βιβλίο του Δημήτρη Υφαντή με θέμα τον Γιώργη Ζάρκο, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα.

 

ΑΝΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΕΡΓΑ

Αλοσκόφης, Ο. & Κωνσταντινίδου, Γ. (2020). Λογοτεχνικές μεταφορές και η πραγματικότητα του εγκλεισμού: μια διασκευή της νουβέλας Θάλαμος αρ.6 του Τσέχοφ από το Θεατρικό Εργαστήρι του Κ.Κ. Κορυδαλλού Ι». Στο: Εγκληματολογία: Περίβλεπτον Αλεξίφωτον; Τιμητικός Τόμος για τον Ομότιμο Καθηγητή Γιάννη Πανούση (σελ. 763-775), Αθήνα: Ι. Σιδέρης.

Βάρναλης, Κ. (1934/1981β). Πρόλογος του Κώστα Βάρναλη στην πρώτη έκδοση (1934) του Ζωντανά Πτώματα. Αθήνα: Κάλβος.

Ζάρκος, Γ. (1981). Η τρέλα σε όλα τα στάδια (πενήντα μέρες στο τρελοκομείο). Αθήνα: Κάλβος.

Ζάρκος, Γ. (1981β). Ζωντανά πτώματα. Αθήνα: Κάλβος.

Κυριακού, Κ. (2013). Φάκελος Τσέχοφ: «Με αίσθημα, λογική και εγκράτεια». Αυγή, 8/12/2013. Ένθετο.

Πικρός, Π. (1926/2016). «Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας» (επιμ. Ν. Βαρβατάκος). Θεσσαλονίκη: Εκδοτικός Οίκος Κ. & Μ. Αντ. Σταμούλη.

Τσέχοφ, Α. (1892/2012). Ο θάλαμος αρ. 6 (μετ. Ά. Αλεξάνδρου). Αθήνα: Γκοβόστης.

Υφαντής, Δ.Γ. (2020). Αυτός που έσπασε τις βιτρίνες. Γιώργης Ζάρκος: 54 ημέρες εγκλεισμού στο Δημόσιο Ψυχιατρείο Αθηνών. Αθήνα: Άγρα.

Υφαντής, Δ.Γ. (2017). Τοξικομανία δι’ ηρωίνης. Η χρήση ουσιών στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Αθήνα: Άγρα.

Χουρδάκης, Ν. Ι. & Παπαρήγα, Φ. (2012). Επίμετρο: Ο Θάλαμος αρ.6 του Αντόν Παύλοβιτς Τσέχοφ. Στο: Α. Τσέχοφ, Ο θάλαμος αρ. 6 (μετ. Ά. Αλεξάνδρου), Αθήνα: Γκοβόστης (σελ.97-109).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.