Σύνδεση συνδρομητών

Ο πόλεμος μετά τον πόλεμο

Τρίτη, 18 Μαϊος 2021 06:26
1949, Γράμμος. Αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού και των συμμαχικών δυνάμεων επιθεωρούν περιοχή, μπροστά σε πτώματα μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Με τους στρατιωτικούς, δεξιά, εικονίζεται ο αμερικανός στρατηγός Βαν Φλιτ και πλάι του ο στρατηγός Θρασύβουλος Τσακαλώτος. Η φωτογραφία προέρχεται από το βιβλίο του Charles R. Shrader, The Withered Vine. Logistics and the Communist Insurgency in Greece, 1945-1949, Praeger, 1999.
Αρχείο The Books’ Journal
1949, Γράμμος. Αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού και των συμμαχικών δυνάμεων επιθεωρούν περιοχή, μπροστά σε πτώματα μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Με τους στρατιωτικούς, δεξιά, εικονίζεται ο αμερικανός στρατηγός Βαν Φλιτ και πλάι του ο στρατηγός Θρασύβουλος Τσακαλώτος. Η φωτογραφία προέρχεται από το βιβλίο του Charles R. Shrader, The Withered Vine. Logistics and the Communist Insurgency in Greece, 1945-1949, Praeger, 1999.

Νίκος Χριστοδουλάκης, Το τίμημα του εμφυλίου. Συγκρούσεις και κατάρρευση στην Ελλάδα 1946-1949, Επίμετρο, Αθήνα 2020, 210 σελ.

 Εκ πρώτης όψεως ίσως να φαίνεται παράδοξη μια ανάλυση για τον εμφύλιο εν μέσω των εορτασμών για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση. Όμως, το βιβλίο του Νίκου Χριστοδουλάκη είναι άκρως επίκαιρο.

Ο εμφύλιος ήταν υπό μία έννοια η τελευταία και κορυφαία κρίση εθνικής ολοκλήρωσης σε μια μακρά σειρά κρίσεων που ξεκίνησε με την Παλιγγενεσία μέχρι να ενσωματωθεί το έθνος στο κράτος. Τυπικά, ο στόχος πραγματοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό –όχι πλήρως– στον 20ό αιώνα, οπότε επισφραγίστηκε από μια τραγωδία, τη Μικρασιατική Καταστροφή, και ένα εσωτερικό σχίσμα, τον Εθνικό Διχασμό. Αλλά ιδεολογικά συνεχίστηκε με τη δύναμη της αδράνειας. Η μακροχρόνια ένταση που υπήρχε ανάμεσα στους Έλληνες εντός και εκτός του κράτους μεταφέρθηκε στοn Μεσοπόλεμο.[i] Οι πρόσφυγες, τότε, ώς ένα βαθμό, ενσωματώθηκαν οικονομικά. Όχι, όμως, κοινωνικά και ιδεολογικά. Παρέμειναν για πολλές δεκαετίες οι «άλλοι», οι ξενομερίτες, οι άνθρωποι «του συνοικισμού».[ii]

Η διαίρεση «εμείς και αυτοί», που εκφραζόταν με το ρήγμα βενιζελικών-αντιβενιζελικών, ενώθηκε με τις νέες ανισότητες και με «ιστορικούς» διχασμούς (π.χ. αυτόχθονες-ετερόχθονες), χωρίζοντας το έθνος και με μια ποιοτική διάσταση ανάμεσα σε περισσότερο και λιγότερο Έλληνες ή σε πολίτες «πρώτης» και «δεύτερης» κατηγορίας. Η δικτατορία Μεταξά «πάγωσε» τον Διχασμό εν ονόματι της πολεμικής προετοιμασίας, αλλά δεν τον θεράπευσε. Οι πολιτικές διαφορές έγιναν εκρηκτικές κάτω από την επιφάνεια. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η Κατοχή ήταν το φυτίλι.

 

Κάνοντας τον πόλεμο αναπόφευκτο

Το 1943 δημιουργήθηκαν τάσεις ξεκαθαρίσματος λογαριασμών, ευνοϊκές για τα άκρα. Αφορμή υπήρξε ο ανταγωνισμός τους για τη νομή της εξουσίας στο μεταπολεμικό κράτος. Η υποστήριξη της λαϊκής δημοκρατίας από τις κομμουνιστικές δυνάμεις συσπείρωσε εναντίον τους τα υπόλοιπα, σκόρπια και αλληλοεξοντωμένα από τον Εθνικό Διχασμό, κόμματα. Η επιστροφή στην αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία τα συνένωσε προσωρινά  σε έναν κοινό σκοπό. Οι κοινωνικές συμμαχίες που στήριζαν τις δύο πλευρές αντανακλούσαν έναν κατακερματισμένο κόσμο με ποικίλα κίνητρα: στην αντικομμουνιστική πτέρυγα τον τόνο έδιναν η απώθηση προς τον κομμουνισμό, η «καταγωγή» από τον αλυτρωτισμό, η βενιζελικής κοπής κυριαρχία της μικρής ιδιοκτησίας. Σε κάποιες σκοτεινές κόγχες ελλόχευαν στρώματα που επεδίωκαν να καλύψουν τον δωσιλογισμό. Στην αντίπερα όχθη, ενεργά μέλη του ΚΚΕ συνυπήρχαν με μη κομμουνιστές αντιστασιακούς, αλλά και με διωκόμενους για ποινικές υποθέσεις, και πτωχευμένοι που προσπαθούσαν να επιβιώσουν «στο βουνό» συνεργάζονταν με βίαια στρατολογημένους ή πρόθυμους «συνοδοιπόρους».

Στο τέλος της Κατοχής, η πόλωση έγινε εμπόδιο για μια συναινετική πορεία: οι κομμουνιστές, που ήλεγχαν τη μαζικότερη αντιστασιακή οργάνωση, το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ήθελαν να αλλάξουν τα πάντα μετατρέποντας την Ελλάδα σε κομμουνιστικό δορυφόρο της Σοβιετικής Ένωσης. Τα παλαιά κόμματα του Διχασμού, από την άλλη, δεν ήθελαν να αλλάξει τίποτα. Καμία από τις δύο προτάσεις δεν ανταποκρινόταν στις ανάγκες των Ελλήνων που, όπως όλοι οι λαοί, επιδίωκαν μια μεγαλόπνοη μεταρρύθμιση μετά τη φρίκη του πολέμου. Οι συστημικές διαφορές έμοιαζαν ασυμβίβαστες. Τις γέφυρες, ωστόσο, τις έκοψαν οριστικά οι αποφάσεις και οι επιλογές των εκατέρωθεν  ηγεσιών που έκαναν τον εμφύλιο αναπόφευκτο.

Παρότι η βιβλιογραφία για τον εμφύλιο επεκτείνεται διαρκώς, μας λείπουν ακόμα πολλά κεφάλαια. Το ένα αφορά  την τοπικότητα του φαινομένου. Για παράδειγμα, αλλιώς βίωσαν τον εμφύλιο στην Πελοπόννησο ή γενικά στην Παλαιά Ελλάδα, αλλιώς στην Ήπειρο ή στις Νέες Χώρες. Αλλιώς στην πόλη, αλλιώς στο χωριό, αλλιώς στα νησιά. Η εμπειρία διαφέρει και από χωριό σε χωριό. Συχνά επαναλαμβάνονται αναλύσεις γενικές ή με ιδεολογικό πρόσημο: για τους πολιτικούς, τον βασιλιά, τον στρατό, τις εξωτερικές παρεμβάσεις. Χρειάζεται, όμως, υπομονή ανασκαφής στο «πεδίο». Ειδικά καθώς οι άνθρωποι που βίωσαν τον εμφύλιο αποφεύγουν τις διηγήσεις από ένστικτο αυτοσυντήρησης, ενώ σιγά σιγά εκλείπουν. Ο εμφύλιος, όμως, θα μας απασχολεί για πολλά χρόνια ακόμα –όπως συμβαίνει σε όλες τις χώρες που είχαν εμφυλίους– καθορίζοντας ατομικές και συλλογικές συνειδήσεις.

Το ερευνητικό ερώτημα που θέτει στο βιβλίο του ο Νίκος Χριστοδουλάκης είναι, επομένως, καίριο: πόσο τελικά μάς κόστισε ο εμφύλιος; Για να αναλύσει το τίμημα, που είναι ευρύτερο του κόστους, ποσοτικοποιεί τις απώλειες στο κοινωνικό επίπεδο και σε βάθος χρόνου. Συγκεντρώνει στοιχεία από ελληνικές και ξένες πηγές ιδιαίτερα αμερικανικές. Αυτές παρέχουν λεπτομερείς καταγραφές, αφού συγκεντρώνονταν μεθοδικά πληροφορίες απαραίτητες για τη διαχείριση του Σχεδίου Μάρσαλ, και εξισορροπούσαν τα ελληνικά στοιχεία, τα οποία συχνά αποτελούσαν βάση για να ζητείται εκτεταμένη εξωτερική βοήθεια.

 

Μια χαμένη δεκαετία

Ο Νίκος Χριστοδουλάκης υπολογίζει ότι η Ελλάδα έχασε δέκα χρόνια ανάπτυξη. Αντί να κλείσει, άνοιξε η ψαλίδα που τη χώριζε από τις άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Θα μπορούσε να προσθέσει κανείς, και από τις ανατολικοευρωπαϊκές. Το ελληνικό ΑΕΠ έφτασε αυτό της κομμουνιστικής Βουλγαρίας στις αρχές του 1960. Όλα έγιναν με καθυστέρηση μετά τον πόλεμο σε σύγκριση με τις άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες: η νομισματική σταθεροποίηση με τη δραστική υποτίμηση της δραχμής (1953), η κατάρτιση νέου συντάγματος (1952), η ανασυγκρότηση του στρατού και η ένταξη στο ΝΑΤΟ (1952), η αλλαγή του κομματικού συστήματος (1950-55) ουσιαστικά μέχρι να λειτουργήσει ο δικομματισμός ανάμεσα στην ΕΡΕ και στην Ένωση Κέντρου (1950-61) με την παρουσία και ενός αριστερού κόμματος, της ΕΔΑ, εικόνα που ανταποκρινόταν στην αμερικανική επιμονή για εθνική συνοχή απέναντι στο ανατολικό μπλοκ. Ο Νίκος Χριστοδουλάκης χρεώνει στον εμφύλιο και την αδυναμία της Ελλάδας να συμμετάσχει στα πρώτα στάδια της ευρωπαϊκής ενοποίησης: μόλις το 1961 υπέγραψε τη Συμφωνία Σύνδεσης με την ΕΟΚ.[iii]

Ιδιαίτερα τονίζει το παράδοξο αυτής της υστέρησης σε σχέση με την επίζηλη θέση της χώρας ανάμεσα στις νικήτριες του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Ενώ θα μπορούσε να διεκδικήσει μεγάλες ανταμοιβές, εδαφικές και οικονομικές, με βάση τη συμβολή της στον πόλεμο, την αντίσταση και τις κακουχίες που υπέστη στην Κατοχή, κατέληξε «φτωχός συγγενής» να εξαρτάται από τη βοήθεια των συμμάχων της για να επιβιώσει. Αντί να δεσπόζουν οι εθνικές διεκδικήσεις στις συμμαχικές διαπραγματεύσεις, κυριάρχησαν οι εκκλήσεις για βοήθεια εναντίον της εσωτερικής αναταραχής. Ήταν η μόνη χώρα της «ζώνης Μάρσαλ» που έδωσε ταυτόχρονα διμέτωπο αγώνα για έργα ειρήνης και πολέμου. Η ανασυγκρότηση ολοκληρώθηκε και στα δύο μπλοκ μέσα σε μια πενταετία μετά τον πόλεμο. Η Ελλάδα την ξεκίνησε εντατικά μετά το 1950 αφού προηγουμένως αναλώθηκε σε έναν εσωτερικό πόλεμο φθοράς. Τότε χρειάστηκε άλλα πέντε χρόνια για να συνέλθει και να πλησιάσει κάπως τις επανισχυροποημένες δυτικοευρωπαϊκές οικονομίες. Παρέμεινε μια από τις φτωχότερες χώρες του Οργανισμού Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας (ΟΕΟΣ), προδρόμου του ΟΟΣΑ, που είχε διαχειριστεί το Σχέδιο Μάρσαλ. Το 1960 το μέσο μηνιαίο κατά κεφαλήν ελληνικό ΑΕΠ ήταν 280 δολάρια, λιγότερο από το 1/3 του ανώτατου δυτικοευρωπαϊκού στον ΟΕΟΣ.[iv]

Ο Νίκος Χριστοδουλάκης εκτιμά ότι από την αρχή της σύγκρουσης η συνολική απώλεια του ΑΕΠ ήταν 12,7%. Αυτή εξειδικεύεται σε επιμέρους απώλειες: χάθηκε το 10,5% του ενεργού πληθυσμού, καταστράφηκε το 15,8% των εργοστασίων της χώρας και το 11,5% του αγροτικού κεφαλαίου με βάση τις τιμές του 1940, καθηλώθηκαν η μεταποίηση και οι κλάδοι της γεωργίας/κτηνοτροφίας (36%  και 31% του ΑΕΠ, αντίστοιχα). Εντύπωση προκαλούν τρία ευρήματα που αποδεικνύουν τον εύστοχο χαρακτηρισμό του Χριστοδουλάκη, ότι ο εμφύλιος ήταν μια «παγίδα σύγκρουσης».

Πρώτον, κατά μέσον όρο, χρειάζονταν κάθε μήνα 100 μαχητές από τον Ελληνικό Στρατό και 100 από τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ) για να σκοτώσουν μόνον έναν μαχητή από το αντίπαλο στρατόπεδο. Επιβεβαιώνεται τοις πράγμασι ότι ο εμφύλιος ήταν κατεξοχήν ένας πόλεμος φθοράς. Οι δύο πλευρές ήταν, με διαφορετικούς συντελεστές ισχύος, ισοδύναμες και αδυνατούσαν από μόνες τους να επιβληθούν η μία στην άλλη.

Δεύτερον, τον Ιούνιο του 1948, ο ΔΣΕ έφτασε να απωλέσει το 64% της δύναμής του, ποσοστό ασυμβίβαστο με την πιθανότητα νίκης. Το 1948, το αργότερο, ήταν επομένως σαφές ότι οι αντάρτες δεν υπήρχε πιθανότητα να κερδίσουν τον πόλεμο. Οι πιο διορατικοί το αντιλαμβάνονταν από το 1947, όταν παρενέβησαν οι ΗΠΑ, και η Σοβιετική Ένωση έμεινε σε απόσταση στέλνοντας μόνον έμμεσα βοήθεια στους αντάρτες για να μην «προσκαλέσει» τις δυτικές δυνάμεις να αναμειχθούν σε χώρες αμεσότερου σοβιετικού ενδιαφέροντος, όπως η Ρουμανία. Το μόνο που μπορούσαν να κάνουν οι αντάρτες ήταν να καθυστερήσουν την ήττα: μήπως αλλάξει κάτι διεθνώς, μήπως επιστρέψουν οι ΗΠΑ στον απομονωτισμό ή αποτύχει η ανασυγκρότηση και οι Έλληνες στραφούν στον κομμουνισμό από ηττοπάθεια. Από το καλοκαίρι του 1948 έμειναν μόνοι, αφού τους γύρισε την πλάτη η Γιουγκοσλαβία μετά τη ρήξη Τίτο-Στάλιν που δίχασε και τον ΔΣΕ μεταξύ του σταλινικού Ζαχαριάδη και του Βαφειάδη, ο οποίος αποπέμφθηκε ως τιτοϊκός.[v]

Είναι αξιοσημείωτο το έλλειμμα στρατηγικής ανάλυσης εκ μέρους της κομμουνιστικής ηγεσίας της εποχής. Δεν έγινε κατανοητό ότι ο Στάλιν δεν θα διακινδύνευε μια σύγκρουση με τις ΗΠΑ. Δεν το έκανε καν για τα κομμουνιστικά Βαλκάνια, όταν ήλθε σε ρήξη με τον Τίτο και τη Γιουγκοσλαβία. Προείχε η εμπέδωση της κυριαρχίας του στην Κεντρική και την Ανατολική Ευρώπη. Εξάλλου, ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, εξουθενωμένες από τον πόλεμο, δεν ήθελαν μια νέα σύρραξη μεταξύ τους που μπορούσε μάλιστα να κλιμακωθεί σε παγκόσμια. Δεν συνέβη για την Τσεχοσλοβακία όταν επιβλήθηκε φιλοσοβιετικό πραξικόπημα (1948). Ούτε έγινε το αντίστροφο για την Ελλάδα που, ως ναυτική δύναμη, ήταν μέρος της αγγλικής σφαίρας επιρροής – και η Αγγλία, όχι ο Κόκκινος Στρατός, την οδήγησε στην απελευθέρωση το 1944. Μετά το 1947 οι ΗΠΑ έδειξαν πολύ μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και «νομιμοποίηση» από τη Σοβιετική Ένωση να δώσουν τη μάχη για να διατηρήσουν την Ελλάδα στη Δύση.

Μια συνέπεια της «αδύνατης Επανάστασης» ήταν ότι ο εμφύλιος είχε μεγάλη διάρκεια. Το 1947 οι Αμερικανοί υπολόγιζαν ότι θα τέλειωνε σε ένα χρόνο. Κράτησε άλλους δυόμιση. Για να τελειώσει, ουσιαστικά διοίκησαν το κράτος. Στελέχωσαν κρίσιμες υπηρεσίες με ολοένα περισσότερους συμβούλους και απαίτησαν τη συγκυβέρνηση όλων των βασικών πολιτικών δυνάμεων. Το ενιαίο αντικομμουνιστικό μέτωπο σχημάτισαν την περίοδο 1947-49 οι συμμαχικές κυβερνήσεις των πάλαι ποτέ αντιπάλων, βενιζελικών και αντιβενιζελικών. Μετά τον εμφύλιο, όμως, η Αμερικανική Αποστολή ενήργησε για την αντικατάστασή τους από ένα σύγχρονο κομματικό σύστημα. Η στάση αυτή είναι μια από τις ρίζες του αντιαμερικανισμού των αντικομμουνιστικών δυνάμεων στην Ελλάδα.[vi]

Το τρίτο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι, στο απόγειο του εμφυλίου (1947-49), ένας στους δέκα δικαζόμενους αντιμετώπιζε τη θανατική ποινή και, πιθανότατα, την εκτέλεση. Όσο κλιμακωνόταν η σύγκρουση, τόσο πύκνωνε το φάσμα της εκδικητικότητας. Ο εμφύλιος ήταν ένα zero sum game στη διεθνολογική γλώσσα. Οι αντίπαλοι αναζητούσαν τρόπους όχι απλώς να νικήσουν, αλλά να εκμηδενίσουν τον εχθρό. Μετά τον εμφύλιο, η μανιχαϊκή αντιπαράθεση μεταφέρθηκε στην πολιτική και στην κοινωνία, μέσω του αποκλεισμού των ηττημένων. Γι’ αυτό, πολιτικά, ο εμφύλιος τερματίστηκε αρκετά χρόνια μετά τη στρατιωτική δικτατορία, η οποία αποδόμησε τους νικητές.

 

Θερμός εμφύλιος μέσα στον Ψυχρό Πόλεμο

Ο οικονομολόγος Tομά Πικεττύ, στο βιβλίο του Το Κεφάλαιο στον 21ο αιώνα[vii], έχει δείξει πώς ο πόλεμος αποτελεί τον ισχυρότερο μηχανισμό «εκδημοκρατισμού»: τους φτωχαίνει όλους και ξαναξεκινούν από συγκρίσιμη βάση. Συνέβη και στην Ελλάδα. Δεν φτώχυναν, όμως, όλοι το ίδιο ή με τον ίδιο τρόπο. Διαφορετική ήταν η εμπειρία στο κέντρο της Αθήνας με τους πιο εύπορους και δικτυωμένους αστικούς πληθυσμούς, διαφορετική στις προσφυγικές εργατικές φτωχογειτονιές της Κοκκινιάς. Διαφορετική στην Παλαιά Ελλάδα, διαφορετική στις Νέες Χώρες. Επιπλέον, μετά την Απελευθέρωση, οι αστικοί πληθυσμοί είχαν μικρότερη απόσταση να διανύσουν για να ανακτήσουν την καλύτερη προπολεμική τους θέση από ό,τι οι εργάτες ή οι αγρότες για να επιστρέψουν στη δική τους επισφαλή κατάσταση. Οι φτωχότεροι είχαν, όμως, ρισκάρει ευκολότερα στην Κατοχή και κατείχαν πλέον ένα ηθικό προβάδισμα: ήταν στεφανωμένοι με δάφνες αντίστασης στο πλευρό των δυνάμεων που κέρδισαν τον πόλεμο. Μεταξύ αυτών ήταν και η Σοβιετική Ένωση, γεγονός που πυροδότησε έντονη ρωσοφιλία την πρώτη μεταπολεμική διετία (1945-47). Το φαινόμενο δεν ήταν μόνο ελληνικό.  Όταν ο αμερικανός πρόεδρος Χάρι Τρούμαν ετοιμαζόταν να εγκαινιάσει τον Ψυχρό Πόλεμο παρατηρούσε ότι στο επιτελείο του προκατόχου του, Φράνκλιν Ρούζβελτ, το οποίο είχε αρχικά διατηρήσει, υπήρχαν πολλοί ρωσόφιλοι, «όπως ήμασταν όλοι τότε».[viii]

Ο συνδυασμός εσωτερικής αμφισβήτησης και εξωτερικής ακτινοβολίας του αντιπάλου έθεσε σε συναγερμό τις μη κομμουνιστικές ελληνικές δυνάμεις ήδη το 1943-44. Η συμμετοχή της αγγλικής ηγεσίας στην διάγνωση της μεταπολεμικής επικινδυνότητας της αριστεράς ήταν καταλυτική. Ο Τσώρτσιλ γνώριζε από πρώτο χέρι, το αργότερο από τη Διάσκεψη των «Τριών Μεγάλων» στην Τεχεράνη (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1943), ότι ο Στάλιν είχε πείσει τις ΗΠΑ να λάβει ως αντάλλαγμα για τη συμβολή της χώρας του στη συμμαχική νίκη την πολιτική κυριαρχία στις χώρες της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης, από όπου θα περνούσε ο Κόκκινος Στρατός προελαύνοντας κατά του Άξονα μετά την απόβαση στη Νορμανδία (1944). Η Συμφωνία της Γιάλτας τον Φεβρουάριο του 1945 –τις ίδιες ημέρες με τη Συμφωνία της Βάρκιζας– απλώς επικύρωσε τα συμφωνηθέντα, με την απόλυτη προτεραιότητα να ηττηθεί η Γερμανία και να τελειώσει ο πόλεμος.[ix]

Ο εμφύλιος θεωρείται το πρώτο επεισόδιο του Ψυχρού Πολέμου, καθώς πυροδότησε το Δόγμα Τρούμαν και την ηγεμονία των ΗΠΑ στη Δυτική Ευρώπη. Ωστόσο, δεν ήταν διεθνής σύγκρουση, αλλά ελληνική. Τους Έλληνες χώριζε βαθύ μίσος. Δεν βλέπουμε στα αρχεία ισχυρή επιθυμία για απεμπλοκή ή για μεταρρύθμιση. Όσοι την επιχείρησαν, απέτυχαν και απορρίφθηκαν και από τα δύο στρατόπεδα, όπως, για παράδειγμα το «πείραμα Βαρβαρέσου» το καλοκαίρι του 1945.[x]

Η αλυσίδα των αποφάσεων των δύο πόλων που οδήγησε στην σύγκρουση είναι μακρά. Κομβική υπήρξε σαφώς η Συμφωνία της Βάρκιζας, στην πράξη, η αποτυχία της να περάσει στη δικαιοσύνη αντί του όπλου τον καταλογισμό ευθυνών και την απονομή επαίνων για την κατοχική δράση, την απελευθέρωση και τα Δεκεμβριανά.  Το 1946, οι εκλογές που σηματοδότησαν την έναρξη του εμφυλίου ήταν καθοριστικές. Η απόφαση του ΚΚΕ και άλλων αριστερών κομμάτων για αποχή και, στην συνέχεια, για στρατιωτική σύγκρουση ώθησε τους βενιζελικούς «στην αγκαλιά» των αντιβενιζελικών, που είχαν πιο ξεκάθαρο αντικομμουνιστικό μήνυμα. Η αντιβενιζελική παράταξη κατάφερε μάλιστα να διεμβολίσει τους βενιζελικούς που συμμετείχαν διχοτομημένοι στις εκλογές. Επιπλέον, η στάση του ΚΚΕ έδωσε «το φιλί της ζωής» στον βασιλικό θεσμό. Από κατά βάση ανεπιθύμητος από όλες σχεδόν τις πολιτικές δυνάμεις στην Κατοχή, ο βασιλιάς Γεώργιος Β’ επέστρεψε με ποσοστό 68,4% στο δημοψήφισμα της 1ης Σεπτεμβρίου 1946.[xi]

Σε αντίθεση με τις εκλογές του Μαρτίου 1946, το ΚΚΕ συμμετείχε κανονικά στο δημοψήφισμα έξι μήνες αργότερα. Η παράδοξη και (αυτο)καταστροφική αμφιταλάντευση ανάμεσα στην ψήφο και στο όπλο στοίχισε ακριβά στα μέλη του και στους λεγόμενους «συνοδοιπόρους».[xii] Μετά τον εμφύλιο έγιναν θύματα του διαχωρισμού που ο Νίκος Χριστοδουλάκης αποκαλεί «θεσμοποιημένο αποκλεισμό». Αποτελούσε μέρος του τιμήματος. Το βιβλίο εξετάζει και τις επιμέρους συνέπειες.

Τιμήματα

Κεντρικό θύμα του εμφυλίου ήταν το «έπαθλο»: το κράτος. Όσο οι Έλληνες αλληλοεξοντώνονταν, τόσο το κράτος φτώχαινε. Βγαίνοντας καθημαγμένο από μια φρικτή δεκαετία, χρειάστηκε να κάνει διπλή προσπάθεια από την υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη για να ορθοποδήσει και να ενταχθεί πλήρως στους ευρω-ατλαντικούς θεσμούς, όπου έλαβε εγγυήσεις ασφάλειας και ευημερίας. [xiii]

Η Ελλάδα δεν μπόρεσε να κεφαλαιοποιήσει πλήρως τη συμβολή της στην πόλεμο. Η αντίσταση είχε μικρή συμμετοχή στο ελληνικό μέρισμα της νίκης. Οι ελληνικές κυβερνήσεις την υποφώτισαν. Σαν συνέπεια, ο εμφύλιος «χάρισε» τη μαζικότερη αντιστασιακή οργάνωση σε ένα μόνο κόμμα, στο ΚΚΕ, παρόλο που περιελάμβανε εκατοντάδες χιλιάδες μη κομμουνιστές.

Ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της Κατοχής είναι η ατιμωρησία των περισσότερων δωσιλόγων, ενώ σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια αφιερώθηκαν στην παραδειγματική τιμωρία τους.[xiv] Πολλοί δωσίλογοι επιβραβεύθηκαν κιόλας με κυβερνητικές θέσεις, ενώ αντιστασιακοί βρέθηκαν στην αφάνεια ή στη φυλακή. Τα Δεκεμβριανά στην Αθήνα υπήρξαν καμπή. Η σύγκρουση στο κέντρο του κράτους μετέτρεψε εν μια νυκτί υπόδικους δωσίλογους σε υπερασπιστές της νομιμότητας με αποτέλεσμα να «κλείσουν τα στόματα» και να αδυνατίσουν οι διώξεις, εκτός από ορισμένες κατάφωρες περιπτώσεις. Ο εμφύλιος έγινε έτσι «κολυμπήθρα του Σιλωάμ» για κατοχικά εγκλήματα, γεγονός που έκαμψε την αίσθηση κοινωνικής δικαιοσύνης.

Ο εμφύλιος ώθησε τους κατοίκους της αγροτικής ακόμα Ελλάδας, ιδίως τους νέους, στις πόλεις, στις κωμοπόλεις και στην εξωτερική μετανάστευση. Αυτή τη φορά δεν ήταν οικονομικοί οι λόγοι που τους ωθούσαν στην «ξενιτιά». Ήταν προπάντων η ανάγκη να ξεφύγουν από τους διώκτες και των δυο άκρων, καθώς δεν άφηναν χώρο για μετριοπάθεια. Για δεύτερη φορά μέσα σε μια γενιά, οι μεγάλες πόλεις πλημμύρισαν από ξεριζωμένους που είχαν άμεση ανάγκη στέγασης, περίθαλψης και εργασίας – γεγονός που εξηγεί εν μέρει και την ανεξέλεγκτη οικιστική αστική επέκταση. Πολλοί εσωτερικοί μετανάστες μετοίκησαν σε προσφυγικές γειτονιές, ενώ ολόκληρα χωριά μετακόμισαν κατά συστάδες σε ελληνικές και ξένες πόλεις (π.χ. ΗΠΑ, Αυστραλία, Γερμανία, Βέλγιο κ.α.). Τα μεταναστευτικά εμβάσματα –μαζί με τα ναυτικά– κράτησαν μετά τον πόλεμο στην επιφάνεια τα οικονομικά των οικογενειών τους και της χώρας.[xv]

Θεμελιώδης συνέπεια του εμφυλίου υπήρξε ο διαχωρισμός των Ελλήνων σε περισσότερο και λιγότερο πατριώτες. Μια όψη ήταν η διάχυση της κακόγουστης εθνικοφροσύνης μέχρι τη χρεοκοπία της από την επταετή δικτατορία. Μια άλλη ήταν ο ανταγωνισμός νικητών και ηττημένων να αποδείξουν ότι κάθε πλευρά υπερασπιζόταν καλύτερα τα εθνικά θέματα, ενώ στην άλλη βρίσκονταν οι «προδότες». Το πιο εύγλωττο θέμα ήταν το Κυπριακό, γύρω από το οποίο ήδη τη δεκαετία του 1950 έγιναν σκληροί ιδεολογικοί πόλεμοι με σημείο αναφοράς τον εμφύλιο. Η ανάδειξη της ΕΔΑ σε δεύτερο κόμμα στις εκλογές του 1958, άνοδος η οποία αποδίδεται προπάντων στην στάση της στο Κυπριακό, δίνει το πιο πολυσυζητημένο παράδειγμα.[xvi]

Φαίνεται εύλογο ότι, εξαιτίας της εγγύτητας και της σφοδρότητας του εμφυλίου, οι Έλληνες αντέδρασαν κουρασμένα στη στρατιωτική  δικτατορία 20 μόλις χρόνια αργότερα. Η άτακτη πορεία προς το 1967 ήταν διάστικτη από το φόβο  πολλών «εθνικοφρόνων» ότι η φιλελευθεροποίηση της δεκαετίας του 1960 και η διεθνής ύφεση απειλούσαν να φέρουν στην Ελλάδα ξανά «τα πάνω-κάτω». Το έλλειμμα μαζικής αντίστασης, για το οποία επαιρόταν η δικτατορία, οφειλόταν αφενός στις διώξεις, αφετέρου στην κόπωση με τις εσωτερικές συγκρούσεις που φαίνονταν αδιέξοδες. Η μεταπολίτευση επεδίωξε, όμως, να καλύψει τον χαμένο χρόνο με μια τριπλή θεραπεία: τη συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, τον θεσμικό εκδημοκρατισμό και την κοινωνική ενσωμάτωση των «θεσμικά αποκλεισμένων». Οι –αυτονόητες– παρενέργειές της θεραπείας δεν μειώνουν την αποτελεσματικότητά της επί του υπέρτερου χρόνιου διχαστικού προβλήματος.

Το βιβλίο του Νίκου Χριστοδουλάκη αναλύει πυκνά και πολυεπίπεδα το τίμημα της πιο σφοδρής, αιματηρής και ταυτοτικής εσωτερικής μας σύγκρουσης. «Συνδιαλέγεται» με την ιστορική έρευνα από την αναλυτική οπτική γωνία ενός διακεκριμένου οικονομολόγου, μηχανικού και πολιτικού που γνωρίζει σε βάθος ιστορία και οργανώνει μαθηματικά τις συνέπειες, τις οποίες έχει συναντήσει και στα πολιτικά βήματά του. Όπως επιβάλλεται στην ιστορία, δεν κρίνει με τα κριτήρια του σήμερα, αλλά της εποχής που μελετά για να αξιολογήσει τη σχέση ανάμεσα στα συστημικά χαρακτηριστικά και στις ανθρώπινες αποφάσεις. Το ζήτημα της ηγεσίας και στις δύο πλευρές, όπως και του δημοκρατικού διαλόγου, παραμένει καθοριστικό. Παρότι λίγοι έλαβαν τις αποφάσεις, το τίμημα το πλήρωσαν όλοι οι Έλληνες πολύ ακριβά  και για πολύ καιρό.

 

varvaresos

Ιστορικό Αρχείο Τραπέζης της Ελλάδος

Ο Κυριάκος Βαρβαρέσος στο γραφείο του, στην Τράπεζα της Ελλάδος, τέλη δεκαετίας του 1930. Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Πέτρου Βούλγαρη και υπουργός Εφοδιασμού, ο Βαρβαρέσος το 1945 ήταν υπεύθυνος για την πλέον φιλόδοξη σταθεροποιητική προσπάθεια της μεταπολεμικής οικονομίας, η οποία απορρίφθηκε και από τα δύο στρατόπεδα. Ήταν πλέον κυρίαρχη η λογική του εμφυλίου.

 

 

[i]      Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος, 1915: Ο Εθνικός Διχασμός, Πατάκη, Αθήνα 2015 και Μετά το 1922: Η παράταση του Διχασμού, Πατάκη, Αθήνα 2017.

[ii]     Νικόλαος Ανδριώτης, Πρόσφυγες στην Ελλάδα, 1821-1940, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, Αθήνα 2020.

[iii]    Konstantina E. Botsiou, Griechenlands Weg nach Europa, 1947-1961, [Η πορεία της Ελλάδας προς την Ευρώπη. Από το Δόγμα Τρούμαν έως τη Συμφωνία Σύνδεσης με την ΕΟΚ, 1947-1961],  Peter Lang, Frankfurt 1999.

[iv]    Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου, «Μια “άλλη Ελλάδα” μέσω Ευρώπης: Η συμμετοχή της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση στον 20ό αιώνα», στο: Γ. Βούλγαρης, Κ. Κωστής, Σ. Ριζάς, Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός. Κράτος και Πολιτική στην Ελλάδα του 20ού αιώνα, Πατάκη, Αθήνα 2020, 97-127, 108-109.

[v]     Mark Kramer, «Ο Στάλιν, η ρήξη με τη Γιουγκοσλαβία και οι σοβιετικές και ανατολικοευρωπαϊκές προσπάθειες να ανακτηθεί ο έλεγχος», στο: S. Rajak, Κ. Μπότσιου, Ε. Καραμούζη, Ε. Χατζηβασιλείου (επιμ.), Τα Βαλκάνια στον Ψυχρό Πόλεμο, Παπαδόπουλος, Αθήνα 2019, 70-115.

[vi]    Konstantina E. Botsiou, “Anti-Americanism in Greece”, in: B. O’Connor (ed.), Anti-Americanism: History, Causes and Themes, 3 vols, vol. 3: Comparative Perspectives, Oxford: Greenwood World Publishing, 2007, 213-234, 336-341. Μιχάλης Ψαλιδόπουλος, Επιτηρητές σε απόγνωση. Αμερικανοί σύμβουλοι στην Ελλάδα, 1947-53. Από τον Paul A. Porter στον Edward A. Tenenbaum, Μεταμεσονύκτιες Εκδόσεις, Αθήνα 2013, 33-55.

[vii]    Thomas Piketty, Το κεφάλαιο στον 21ο αιώνα, Πόλις, Αθήνα 2014, 468-517.

[viii]   Wilson D. Miscamble, From Roosevelt to Truman. Potsdam, Hiroshimas, and the Cold War, Cambridge University Press, 2007, 171.

[ix]     Gerhard L. Weinberg, Visions of Victory, The Hopes of Eight World War II Leaders, Cambridge University Press, 2005, 120-130, 148-149.

[x]     Ανδρέας Κακριδής, Κυριάκος Βαρβαρέσος: Η βιογραφία ως οικονομική ιστορία, Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 2017, 363-393

[xi]     Ηλίας Νικολακόπουλος, Η καχεκτική δημοκρατία. Κόμματα και εκλογές, 1946-1957, Πατάκη, Αθήνα 2000, 67-94.

[xii]    Peter J. Stavrakis, Moscow and Greek Communism, Cornell University Press, 1989, 101-126.

[xiii]   William H. McNeill, Η μεταμόρφωση της Ελλάδας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Παπαδόπουλος, Αθήνα 2017.

[xiv]   David Littlejohn, The Patriotic Traitors: A History of Collaboration in German-Occupied Europe, 1940–45, Doubleday, New York 1972. Philipp Burrin, France under the Germans, Collaboration and Compromise, The New Press, New York 1998.

[xv]    Κώστας Κωστής, Ο Πλούτος της Ελλάδας, Πατάκη, Αθήνα 2019, 367-372, 417.

[xvi]    Ιωάννης Δ. Στεφανίδης, Εν Ονόματι του Έθνους. Πολιτική κουλτούρα, αλυτρωτισμός και αντιαμερικανισμός στη μεταπολεμική Ελλάδα, 1945-1967, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2007, 159-169.

Κωνσταντίνα Μπότσιου

Αναπληρώτρια καθηγήτρια σύγχρονης ιστορίας και διεθνούς πολιτικής και διευθύντρια του Κέντρου Ελληνικής και Διεθνούς Ιστορίας (ΚΕΔΙΣ) του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Επισκέπτρια καθηγήτρια στη Σχολή Εθνικής Άμυνας. Βιβλία της: Διεθνείς σχέσεις και στρατηγική στην πυρηνική εποχή (2000), Μεταξύ ΝΑΤΟ και ΕΟΚ (2002), Τετράδια Κοινοβουλευτικού Λόγου (επιμ. 2010), Τα Βαλκάνια στον Ψυχρό Πόλεμο (επιμ. με Svetozar Rajak, Ειρήνη Καραμούζη, Ευ. Χατζηβασιλείου, 2019).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.