Σύνδεση συνδρομητών

Καποδίστριας, αυταρχικός μεταρρυθμιστής

Τετάρτη, 12 Μαϊος 2021 09:14
 Η δολοφονία του Καποδίστρια, ελαιογραφία του Χαράλαμπου Παχή.
Δημοτική Βιβλιοθήκη Κερκύρας
Η δολοφονία του Καποδίστρια, ελαιογραφία του Χαράλαμπου Παχή.

Θάνος Βερέμης- Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Ιωάννης Καποδίστριας. Ο «αμνός» της Παλιγγενεσίας των Ελλήνων,  Μεταίχμιο, Αθήνα 2020, 232 σελ.

Ένα σύντομο, περιεκτικό βιβλίο, το οποίο χρησιμοποιεί πηγές και βιβλιογραφία, αλλά είναι ευκολονόητο και ευκολοδιάβαστο. Μία εισαγωγή στην προσωπικότητα, το έργο και την τραγωδία του πρώτου κυβερνήτη.

Το 2021 είναι ξεχωριστή χρονιά για την Ελλάδα. Τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821 έχουν έναν υψηλό συμβολισμό και, για πολλούς, θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως καταλύτης εκ νέου προσδιορισμού αυτού που θα λέγαμε πυξίδα της χώρας. Σαν το πρώτο βήμα σε έναν οδικό χάρτη για την Ελλάδα του 21ου αιώνα, μιας σύγχρονης νοηματοδότησης. Η πανδημία άλλαξε ριζικά τα δεδομένα της ζωής, καθορίζοντας τις εξελίξεις. Έτσι επηρεάστηκε και ο αρχικός σχεδιασμός για τον εορτασμό των 200 ετών από την Επανάσταση. Αρκετοί υποστηρίζουν πως αυτή η αλλαγή μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά, καθώς θα δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στον αναστοχασμό μέσα από τις προσεγγίσεις της ιστορίας. Σε αυτό βοηθούν σημαντικά και οι αξιόλογες εκδοτικές προσπάθειες του τελευταίου διαστήματος. Μεταξύ αυτών, και η σειρά «200 χρόνια από την Επανάσταση» των εκδόσεων Μεταίχμιο, την ευθύνη της οποίας έχει ο καθηγητής νεότερης και σύγχρονης ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Ιάκωβος Μιχαηλίδης, μαζί με τον ομότιμο καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, Θάνο Βερέμη.

 

Ερείπια και μεταρρυθμίσεις

Γιατί δέχτηκε ο Καποδίστριας να αναλάβει τη διακυβέρνηση της Ελλάδας; Είναι σίγουρα ένα από τα ερωτήματα που έχουν απασχολήσει πολλούς. Βέβαια, χωρίς μια σφαιρική άποψη για την προσωπικότητά του και την εποχή, η ερώτηση δεν είναι εύκολο να απαντηθεί. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι ο Καποδίστριας ήρθε στην Ελλάδα από ματαιοδοξία, για να εκπληρώσει τις φιλοδοξίες του. Δεν ήταν όμως ένας νεαρός πρίγκιπας μιας φιλελληνικής δυναστείας. Ήταν ήδη μια από τις σημαντικότερες διπλωματικές προσωπικότητες της εποχής του, πολλοί τον θεωρούσαν το αντίπαλο δέος στον υπουργό Εξωτερικών της Αυστριακής Αυτοκρατορίας, Μέτερνιχ. Ως μέλος αρχικά και ως επικεφαλής στη συνέχεια της ρωσικής διπλωματίας, ο Καποδίστριας συμμετείχε στις κορυφαίες διασκέψεις της περιόδου, οι οποίες, όπως το Συνέδριο της Βιέννης, καθόρισαν την ισορροπία μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων και την τάξη των πραγμάτων στην Ευρώπη. Μεταξύ των άλλων, ως υπεύθυνος από πλευράς του τσάρου για την Ελβετία, είχε καθοριστική συνεισφορά στη διαμόρφωση του Συντάγματος της χώρας, αλλά και του πολιτειακού καθεστώτος του – του περίφημου συστήματος των καντονίων.

Βέβαια, από το 1822, ο Καποδίστριας δεν είχε πια τον κομβικό ρόλο που είχε άλλοτε στη ρωσική διπλωματία. Ήταν όμως δική του απόφαση. Μια απόφαση άρρηκτα συνδεδεμένη με την επιλογή του να στηρίξει με κάθε τρόπο την Επανάσταση των Ελλήνων. Όχι μόνο δεν είχε να κερδίσει, δηλαδή, από την ανάληψη της διακυβέρνησης της Ελλάδας, αλλά, αντίθετα, πριν αναλάβει κυβερνήτης, έθεσε τέλος στη διπλωματική του σταδιοδρομία για να υποστηρίξει την Επανάσταση. Κάτι που, βέβαια, ήταν δύσκολο, αφού η συμμαχία των Μεγάλων Δυνάμεων έβλεπε εξόχως αρνητικά μια επανάσταση η οποία μπορούσε να προκαλέσει αντιδράσεις και ξεσηκωμούς και σε άλλες χώρες (το βασικό επιχείρημα του Μέτερνιχ). Κι ο Καποδίστριας, άλλωστε, αρχικά δεν έβλεπε θετικά την πιθανότητα Επανάστασης, καθώς θεωρούσε ότι δεν είχε γίνει η απαιτούμενη προετοιμασία, ενώ είχε και εξόχως αρνητική άποψη για τη Φιλική Εταιρεία.  

Γιατί τότε ο Καποδίστριας ανέλαβε αυτό το βάρος; Γιατί άφησε πίσω του μια σταδιοδρομία ζωής; Οι συγγραφείς, αξιοποιώντας τις πηγές, δίνουν ξεκάθαρη απάντηση, την ίδια που έδωσε και ο Σπυρίδων Τρικούπης, αρχικώς συνεργάτης και μετέπειτα πολιτικός αντίπαλος του κυβερνήτη: ο Καποδίστριας ήταν ο μεγαλύτερος πατριώτης, αγαπούσε παθολογικά την Ελλάδα.

Ο Καποδίστριας βρήκε στην Ελλάδα ερείπια. Όπως φαίνεται από τη μελέτη της αλληλογραφίας του, μέρος της οποίας παρουσιάζεται στο βιβλίο, η κατάσταση ήταν χειρότερη από αυτή που περίμενε. Η Επανάσταση είχε φτάσει ένα βήμα πριν από την κατάπνιξή της, από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ και του Κιουταχή που κινούνταν εναντίον της, αλλά και από τις εμφύλιες αντιπαραθέσεις που στιγμάτισαν το νέο ελληνικό κράτος πριν ακόμη δημιουργηθεί. Η οικονομική κατάσταση ήταν ακόμη χειρότερη. Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του Νικολάου Δραγούμη:

Τα πάντα ήσαν χάος, αχανής ήτο και η ενέργεια. Η εργασία ήρχετο από της ανατολής του ηλίου και, αδιάκοπος προβαίνουσα δι’ όλης της ημέρας, έληγε πολλάκις το μεσονύκτιον. Εν Πόρω μάλιστα επί της συγκροτήσεως των χιλιαρχιών και της συνόδου των αντιπροσώπων των τριών Δυνάμεων, καθ’ εκάστην σχεδόν ετρώγομεν τον μέλανα ημών άρτον και το αποξηραμένον εψητόν την δευτέραν ώραν της πρωίας. Αλλ’ είχομεν τους οδόντας νεαρούς και ανθηροτάτους τας πεποιθήσεις και επιστεύομεν ότι ταχέως θα έτεινον προς ημάς ελευθέραν την δεξιάν οι μεθ’ ημών μεν συμπολεμήσαντες αδελφοί, αλλ’ εις δουλείαν εκ νέου καταδικασθέντες. (σ. 76)

Ο Καποδίστριας βρέθηκε λοιπόν αντιμέτωπος με βασικές ανάγκες: τη συνέχιση των στρατιωτικών επιχειρήσεων για την αντιμετώπιση των στρατευμάτων των Οθωμανών, τη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους και, τέλος, τη δημιουργία υποδομών, θεσμών, κρατικής εξουσίας και τη διαχείριση όλων των κατεπειγόντων ανοιχτών ζητημάτων, με χαρακτηριστικότερο την επισιτιστική κρίση.  

Για να καταλάβουμε το μέγεθος του προβλήματος αρκεί να το συγκρίνουμε με τις κυβερνήσεις των τελευταίων δεκαετιών που, με την εκλογή τους, ανακοινώνουν ότι παρέλαβαν καμένη γη και όταν καταφεύγουν σε εκλογές υποστηρίζουν πως η πρώτη θητεία δεν ήταν αρκετή για να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις. Ο Καποδίστριας βρήκε επί της ουσίας καμένη γη. Προχώρησε γρήγορα στη στοιχειώδη οργάνωση, στην ανασυγκρότηση των στρατιωτικών δυνάμεων των Ελλήνων και στη διεξαγωγή νικηφόρων επιχειρήσεων, ενώ έδωσε μια άνευ προηγουμένου μάχη αξιοποιώντας όλο το διπλωματικό του κεφάλαιο για την τελική ανεξαρτησία της Ελλάδας, με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830. Παράλληλα, προχώρησε ένα εντατικό πρόγραμμα οργάνωσης του κράτους, προώθησης μεταρρυθμίσεων και αλλαγών μέσα σε λιγότερα από τέσσερα χρόνια. Γράφουν οι Μιχαηλίδης και Βερέμης:

Ο τομέας της οικονομίας, όπως τον παρέλαβε από τους προκατόχους του ο Καποδίστριας, αποτέλεσε τμήμα της εξωτερικής δραστηριότητάς του. Από τη στιγμή που η Εθνοσυνέλευση του ανέθεσε το δύσκολο έργο του, ο Καποδίστριας συνέδεσε την αποδοχή της εντολής με τη σύναψη δανείου στο εξωτερικό που θα καθιστούσε δυνατή την ανασυγκρότηση της ρημαγμένης χώρας. Το νοικοκύρεμα της οικονομίας ανάγκασε τη Ρωσία και τη Γαλλία να αποφασίσουν, το Μάιο του 1828, να καταβάλουν  μηνιαίο ποσό βοήθειας στην Ελλάδα, από 500 χιλιάδες φράγκα και ρούβλια η καθεμία. (σ. 89)

Ο Καποδίστριας ουσιαστικά έβαλε τα θεμέλια ενός κράτους. Στο βιβλίο παρουσιάζονται ευσύνοπτα όλοι οι τομείς που ο κυβερνήτης οργάνωσε. Εσωτερική ασφάλεια (οι ληστές και οι πειρατές ήταν μία ανοιχτή πληγή), οργάνωση των στρατιωτικών δυνάμεων, αναμόρφωση του γεωργικού τομέα (εισάγοντας και νέες καλλιέργειες), δημοσιονομική πολιτική (το νόμισμα ήταν απαραίτητο και δημοσιονομικά, αλλά και ως σύμβολο εθνικής κυριαρχίας), παιδεία, πρόνοια για αιχμάλωτους και ορφανά (ζήτημα που πέραν της αντίληψής του για τις ευθύνες του κράτους έδειξε και τη μεγάλη ευαισθησία του), εκκλησιαστική πολιτική (πίστευε βαθιά στο ρόλο της θρησκείας). Είναι οι βασικοί άξονες ενός σύγχρονου κράτους. Μία άσκηση όμως εξόχως δυσκολότερη από τη συνταγματική και πολιτειακή οργάνωση της Ελβετίας.

 

Αυταρχικός κοσμοκαλόγερος

Πώς μπορούσε ο Καποδίστριας να προωθήσει όλες αυτές τις αλλαγές; Από αυτό το ερώτημα ξεκινά η μεγάλη αντιπαράθεση για το αν τελικά ήταν αυταρχικός ή δικτάτορας, όπως υποστηρίζουν μερικοί, πατώντας πάνω στην προσέγγιση του Σπυρίδωνος Τρικούπη. Το ερώτημα διατρέχει συνολικά το βιβλίο και, αντί απαντήσεως, ο αναγνώστης παραπέμπεται σε περιστατικά, επιλογές και μαρτυρίες. Η ωμή πραγματικότητα είναι ότι ο Καποδίστριας βρήκε ερείπια, αντιμαχόμενες φατρίες, εμφύλια σύγκρουση και την εξουσία κατακερματισμένη μεταξύ προεστών, οπλαρχηγών και Φαναριωτών. Από τις επιστολές του γίνεται ξεκάθαρο πως δεν τους εμπιστευόταν και δεν θεωρούσε ότι μπορούσαν να τον βοηθήσουν να δομήσει ένα νέο κράτος. Είχε καταλήξει πως η προσπάθεια για τη δημιουργία κράτους μπορούσε να γίνει μόνο από μια ισχυρή κεντρική διοίκηση, γι’ αυτό επιδίωξ να περιστοιχίζεται από ανθρώπους που μπορούσαν να υποστηρίξουν τον τρόπο της δικής του διοίκησης, αλλά και να αντιλαμβάνονται τι σημαίνει σύγχρονο κράτος. Μοιραία, η προσπάθεια ανασυγκρότησης σε τόσο στενό χρονικό πλαίσιο θα μπορούσε να περάσει μόνο μέσα από τη συγκέντρωση των εξουσιών. Κάτι που κατάλαβε πολύ γρήγορα ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (που διακρινόταν από πολιτικό ρεαλισμό, γι’ αυτό άλλωστε όσο κρατούσαν ακόμα οι μάχες ήταν ο εμπνευστής της πολιτικής «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους»).

Ο Καποδίστριας επέλεξε να κυβερνήσει με έναν στενό πυρήνα συνεργατών του από το εξωτερικό, με συγγενείς του (ο αδερφός του Βιάρος κόστισε πάρα πολύ στον κυβερνήτη) και με γραφειοκράτες που είχαν καταγωγή από τα Επτάνησα, είχαν δηλαδή τη δυτική εμπειρία. Για να καταλάβουμε την αναγκαιότητα της εποχής αξίζει να σημειώσουμε πως ο Καποδίστριας υπαγόρευε στα γαλλικά και μετά γινόταν μετάφραση από τη γραμματεία του κυβερνήτη.

Η μεγάλη αντιπαράθεση έγινε για το ζήτημα της αυτοδιάλυσης της Βουλής και της αναστολής του Συντάγματος. Αρκετοί μελετητές και ιστορικοί υποστηρίζουν ότι το πολίτευμα που είχε δημιουργηθεί δεν άφηνε πολλά περιθώρια στον Καποδίστρια, καθώς ο ρόλος του κυβερνήτη δεν ήταν τόσο ενεργός και ουσιαστικός όσο θα ήθελε ο ίδιος και θα απαιτούσε η προσπάθεια μεταρρυθμίσεων. Γι’ αυτό το λόγο ζήτησε την αυτοδιάλυση της Βουλής και προχώρησε στη δημιουργία ενός νέου «βουλευτικού» σώματος, του Πανελληνίου. Ο Καποδίστριας έθεσε επί της ουσίας ένα δίλημμα, το οποίο και έγινε αποδεκτό με την αυτοδιάλυση της Βουλής. Δεν επέβαλε την εξουσία του αξιοποιώντας το στρατό και προχώρησε σε εκλογές το 1829, όπως είχε δεσμευτεί[1].

Ο Καποδίστριας ήταν αυστηρός πρώτα από όλα με τον εαυτό του και ολιγαρκής. Έφτασε στην κορυφή της διπλωματίας της τσαρικής αυλής αλλά δεν είχε καμία έλξη για την κοσμική ζωή. Δεν επέτρεψε στον εαυτό του ούτε ακόμη τη χαρά του έρωτα της μοναδικής γυναίκας που τον συγκίνησε, της Ρωξάνδρας Στούρτζα. Γι’ αυτό χαρακτηρίστηκε και κοσμοκαλόγερος, ως άνθρωπος απόλυτα ταγμένος στην πατρίδα και στον καθήκον. Αυτή η πλευρά του χαρακτήρα του δεν του επέτρεψε να κάνει πελατειακή πολιτική, να συνδιαλλαγεί με τους κατακερματισμένους πόλους εξουσίας, κι αυτό εξηγεί τη δολοφονία του.

Μία προσωπικότητα όπως ο Ιωάννης Καποδίστριας είναι αναμενόμενο να προκαλεί αντιπαραθέσεις. Είχε φανατικούς υποστηρικτές, άλλωστε, αλλά και ορκισμένους εχθρούς. Ακόμα κι οι αναγνώσεις της παρουσίας του διαφέρουν: κάποιοι βλέπουν τη διακυβέρνηση του ως αυταρχική επιβολή κι άλλοι ως το πλέον σημαντικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων που υλοποιήθηκε στην Ελλάδα. Οι συγγραφείς τον περιγράφουν σαν «αμνό» της Παλιγγενεσίας, με όρους θρησκευτικούς. Σαν τον Ιησού της Ελλάδας που συνειδητά επέλεξε να βαδίσει στο Γολγοθά χωρίς να λογαριάσει τις θυσίες, ώστε να κάνει ανεξάρτητη τη χώρα και να φτιάξει κρατικές δομές. Ήξερε τις δυσκολίες, πού οδηγούν οι αντιπαραθέσεις με τους πόλους της πελατειακής εξουσίας αλλά και οι ίσες αποστάσεις και η ανεξαρτησία από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Το τέλος του είχε προδιαγράψει και στην τελευταία, πιθανότατα, επιστολή του στον φίλο του, τον τραπεζίτη Εϋνάρδο, μετά την πυρπόληση των πλοίων του στόλου από τον Μιαούλη:

Αλλ’ εμέ ούτε ο φόβος των μηχανουργιών και μηχανουργών, ούτε οι μακραί στήλαι εφημερίδων τινών δεν θέλουσι παρεκτρέψη της προβεβλημενης πορείας. Ας λέγωσι και ας γράφωσιν ό,τι θέλουσιν. Έρχεται όμως καιρός ότε οι άνθρωποι κρίνονται ουχί καθ’ όσα είπαν ή έγραψαν περί των πράξεων αυτών, αλλά κατ’ αυτήν την μαρτυρίαν των πράξεων. (σ. 191)

Ο Καποδίστριας ήταν ο πολιτικός που καταλάβαινε ότι η πατρίδα δεν είχε την πολυτέλεια να «ξεπληρώσει» τις θυσίες αυτών που αγωνίστηκαν την περίοδο της Επαναστάσεως. Στη δική του συλλογιστική δεν υπήρχε χώρος για κάτι τέτοιο, ειδικά σε περίοδο που ο λαός λοιμοκτονούσε και το κράτος και η ανεξαρτησία δεν υπήρχαν. Προσπαθούσε με το προσωπικό του παράδειγμα να δείξει ότι δεν υπάρχει όριο στις θυσίες. Εκποίησε όλη τη μικρή του περιουσία και κατέθεσε τα χρήματα στο Δημόσιο Ταμείο. Αυτή ήταν η αντίληψή του για την πολιτική. Μια αντίληψη που ηττήθηκε.

Γι’ αυτό η δολοφονία του κυβερνήτη, το 1831, είναι το προπατορικό αμάρτημα του πελατειακού συστήματος που, ήδη, οργάνωνε τη βουλιμική επικράτειά του.

 

[1] Ο ιστορικός Παναγιώτης Πασπαλιάρης χαρακτηρίζει την προσπάθεια αυτή του Καποδίστρια ως «μεταβολή» του πολιτεύματος, μία μορφή μεταπολίτευσης. Βλ. Π. Πασπαλιάρης, «Γιατί δεν ήταν δικτάτορας ο Ιωάννης Καποδίστριας», Η Καθημερινή, 9 Μαΐου 2020.

Τριαντάφυλλος Καρατράντος

Διεθνολόγος με ειδικότητα στα θέματα ασφάλειας και καθηγητής στη Σχολή Εθνικής Ασφάλειας. Βιβλία του: Πριν το Μνημόνιο δεν έβλεπες (2013), Σφάξε με αγά μου ν' αγιάσω. Ισλαμικό κράτος, ευρωπαϊκή ασφάλεια και Ελλάδα (2016).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.