Σύνδεση συνδρομητών

Ρητορική και ηθική

Δευτέρα, 07 Ιουνίου 2021 01:47
Ο Πλάτων στην Ακαδημία του. Μωσαϊκό από τη βίλα του T. Siminius Stephanus, στην Πομπηία. Μεταξύ του 1ου αι. π.Χ. και του 1ου αι. μ.Χ.
Branislav Slantchev
Ο Πλάτων στην Ακαδημία του. Μωσαϊκό από τη βίλα του T. Siminius Stephanus, στην Πομπηία. Μεταξύ του 1ου αι. π.Χ. και του 1ου αι. μ.Χ.

Πλάτωνος, Γοργίας, εισαγωγή - μετάφραση – σχόλια: Παύλος Καλλιγάς, στιγμή, Αθήνα 2020, 338 σελ.

Είναι ο Γοργίας μια πραγματεία περί ρητορικής; «Ήδη κατά την αρχαιότητα», σημειώνει ο καθηγητής και ο υπεύθυνος για την πρώτη άρτια μεταφορά του πλατωνικού διαλόγου στη νεοελληνική Παύλος Καλλιγάς, «είχε γίνει αντιληπτό ότι οι βλέψεις και η στόχευση του Γοργία εκτείνονται πολύ πέραν του θέματος της ρητορικής, η φύση της οποίας αποτελεί απλώς το έναυσμα που οδηγεί στην πραγμάτευση των βασικών προβλημάτων που απασχολούσαν τον συγγραφέα, και που δεν είναι άλλα από την ηθική θεμελίωση της πολιτικής πρακτικής και η με βάση αυτήν συγκρότηση του τρόπου ζωής του ατόμου έτσι ώστε τούτη να συνεισφέρει στην αληθινή του ευτυχία».

Η μετάφραση του Γοργία του Πλάτωνα από τον Παύλο Καλλιγά συνιστά εκδοτικό γεγονός. Όχι μόνο επειδή πρόκειται για την πρώτη άρτια σύγχρονη νεοελληνική μετάφραση ενός σπουδαίου φιλοσοφικού αλλά και λογοτεχνικού κειμένου της παγκόσμιας γραμματείας, αλλά και εξαιτίας της ματιάς στο κείμενο που προτείνει ο μεταφραστής –από τους σημαντικότερους και διεθνώς καταξιωμένους μελετητές της αρχαίας φιλοσοφίας– ήδη από την εισαγωγή του. Ο διάλογος δεν παρουσιάζεται ως μια «μανιχαϊστική» αντιπαράθεση φιλοσοφίας και ρητορικής, κατά την οποία η πρώτη κερδίζει και η δεύτερη ηττάται, αλλά ως ένα κείμενο που καλεί τον αναγνώστη να σκεφτεί, και μάλιστα με σύγχρονους όρους, πάνω σε θέματα που παραμένουν σημαντικά και επίκαιρα, όπως «η υποκρισία ως πολιτική πρακτική και η προβολή των εξωτερικών –ή “επικοινωνιακών” θα λέγαμε στις μέρες μας—στοιχείων της πολιτικής δράσης» (πρόλογος, σ. 10).

Πράγματι, ένα σημαντικό ζήτημα που τίθεται στον Γοργία είναι η αποτελεσματικότητα που μπορεί να έχει «ένας με τέχνη γραμμένος λόγος [που] τέρπει και πείθει ένα μεγάλο πλήθος, κι ας μη λέει την αλήθεια». Η τελευταία φράση προέρχεται από τον επιδεικτικό λόγο που έγραψε ο ίδιος ο Γοργίας για να υποστηρίξει την αθωότητα της Ωραίας Ελένης (Ελένη §12).  Ο λόγος αυτός δικαίως θεωρείται μανιφέστο της ρητορικής τέχνης, καθώς εδώ ο Γοργίας παρουσιάζει και εκθειάζει –με μοναδική «ρητορική δεινότητα»– την τέχνη της πειθούς. Έχει ενδιαφέρον, ωστόσο, να παρατηρήσουμε ότι ο όρος ρητορική δεν απαντά πουθενά στον λόγο του ιστορικού Γοργία· η πρώτη του εμφάνιση είναι στον Γοργία του Πλάτωνα, οπότε και «πολιτογραφείται», ίσως ταυτόχρονα με την τέχνη της ρητορικής που για πρώτη φορά ορίζεται, ως τέχνη της πειθούς. Δεν αποκλείεται καθόλου άνθρωποι σαν τον Γοργία αλλά και σαν τον Σωκράτη να περιέγραφαν το ενδιαφέρον τους για τον λόγο ως ακριβώς αυτό: ενδιαφέρον για τον λόγο, ή για τους λόγους, τη γλώσσα, τη σκέψη, τη σύνθεσή της σε επιχείρημα ή και ελκυστικό κείμενο.

Μπορεί λοιπόν ο όρος ρητορική να συνιστά επινόηση του ίδιου του Πλάτωνα, ο οποίος ενδιαφέρεται να αντιδιαστείλει την παράδοση που εκπροσωπεί ο Γοργίας προς εκείνην που, τουλάχιστον σύμφωνα με τον Πλάτωνα, εκπροσωπεί ο Σωκράτης. Να αντιδιαστείλει δηλαδή τη ρητορική προς τη φιλοσοφία. Την εποχή που γράφεται ο Γοργίας, η αντιδιαστολή μάλλον αφορά περισσότερο τα αντιμαχόμενα εκπαιδευτικά προγράμματα του Ισοκράτη και του Πλάτωνα αντιστοίχως. Είναι ενδιαφέρον ότι το λεξιλόγιο της αντίθεσης, οι όροι ρητορική και φιλοσοφία, ακόμη και την εποχή του Πλάτωνα απέχουν από το να έχουν ξεκαθαριστεί (όπως παρατηρεί ο Καλλιγάς, σ. 23, ο όρος φιλοσοφία χρησιμοποιείται και από τον Ισοκράτη για να περιγράψει τη δική εκδοχή αυτού που ο Πλάτων χαρακτηρίζει ρητορική). Έτσι, πίσω από τη συζήτηση του Σωκράτη με τους συγχρόνους του, διακρίνεται η προσπάθεια του Πλάτωνα να κατοχυρώσει το “branding” της φιλοσοφίας αλλά και του ίδιου του Σωκράτη, ο οποίος εμφανίζεται, αν όχι ως θεμελιωτής, τουλάχιστον ως εμπνευστής αυτής της παράδοσης.

 

Ο σωστός βίος και η δικαιοσύνη

Ιδιαίτερα σημαντικό κείμενο για την ίδρυση της φιλοσοφικής παράδοσης είναι η αλληγορία του σπηλαίου. Ο φιλόσοφος είναι ο άνθρωπος που κατορθώνει να βγει από τον κόσμο των σκιών, των απεικασμάτων, στον αληθινό κόσμο· είναι όμως και ο άνθρωπος που επιστρέφοντας στο σπήλαιο θα δυσκολευτεί να συνηθίσει το σκοτάδι και «ώσπου να προσαρμοστούν τα μάτια του θα γίνει περίγελως» όσων έμειναν πίσω, οι οποίοι αν έπιαναν στα χέρια τους κάποιον που θα ήθελε να τους τραβήξει έξω θα τον σκότωναν (Πολιτεία 517a).

Λίγο πιο πάνω, στην περιγραφή της τοπογραφίας του σπηλαίου, ο Σωκράτης έχει μιλήσει για μια κατηγορία ανθρώπων που μεταφέρουν τεχνουργήματα σε ένα εσωτερικό τειχάκι. Ο ρόλος και η σπουδαιότητα αυτών των ανθρώπων δεν γίνεται κατανοητός στους δεσμώτες, καθώς αυτοί δεν έχουν τρόπο να διακρίνουν αν η σκιά που βλέπουν αντιστοιχεί σε κάποιο κομμάτι του πραγματικού κόσμου ή σε μια κατασκευή. Στον ίδιο διάλογο, την Πολιτεία, ο Σωκράτης μιλάει για το πώς οι ρήτορες μελετούν –σφυγμομετρούν, θα λέγαμε εμείς– τις αντιλήψεις του ακροατηρίου τους, που παρουσιάζεται σε αυτό το κείμενο σαν ένα παθητικό ζώο, ένα θρέμμα (θρεφτάρι στη μετάφραση του Σκουτερόπουλου) που μουγκρίζει ανάλογα με το πόσο ικανοποιούνται οι επιθυμίες του. Με γνώμονα αυτές τις επιθυμίες συστηματοποιούν την τέχνη τους και προσαρμόζουν τις αξίες και τους λόγους τους  (Πολιτεία 493a-b).

Με ορατά τα τραύματα της καταδίκης του Σωκράτη, αλλά και της κρίσης της Αθηναϊκής Δημοκρατίας που οδήγησε σε αυτήν, στην Πολιτεία, ο Πλάτων προσπαθεί να δείξει πώς η επένδυση σε μια φιλοσοφική παιδεία –που για πρώτη φορά ορίζεται εκεί—θα γίνει η βάση για μια καλύτερη κοινωνία. Το όραμα αυτό στον Γοργία είναι δυσδιάκριτο – αν και αξίζει να αναφερθεί κανείς σε αναφορές του κειμένου σε ιδέες από τις οποίες ο Πλάτων επηρεάστηκε χάρη στην επαφή του με τη Σικελία, και που φαίνεται πως διαμόρφωσαν το μαθηματικό πρόγραμμα σπουδών που διαφημίζεται στην Πολιτεία. Ωστόσο, ο Γοργίας θέτει τις βάσεις για μια σειρά από θέματα που κυριαρχούν στην Πολιτεία, όπως είναι η επιλογή του σωστού βίου και η έννοια της δικαιοσύνης. Το κάνει αυτό μάλιστα σε λόγο πολύ λιγότερο αυστηρό και μέσα από μια πολύ προσεγμένη δραματουργία – πράγμα που επιτρέπει σε έναν λιγότερο «φιλοσοφικά προσανατολισμένο» αναγνώστη να ξεκινήσει την «περιπέτεια» της πλατωνικής ανάγνωσης. Δεν πρόκειται όμως για μια δραματοποίηση που κάνει το φιλοσοφικό νόημα πιο εύπεπτο, αλλά μάλλον –όπως ακριβώς σε οποιοδήποτε άλλο λογοτεχνικό έργο– για μια δραματοποίηση που συνιστά μέρος του νοήματος.

Κυρίαρχη στον διάλογο είναι η αντίθεση ανάμεσα στον σεβάσμιο και σχετικά ανυποψίαστο Γοργία, επιτυχημένο επαγγελματία της ρητορικής που ωστόσο, όπως δείχνει η αντιπαράθεσή του με τον Σωκράτη, δεν έχει σκεφτεί αρκετά ποια είναι τα όρια αλλά και οι συνέπειες της τέχνης που διδάσκει, και στον χαρακτήρα του Καλλικλή, που «εκφράζει με σαφήνεια αυτά που άλλοι σκέφτονται αλλά δεν τολμούν να πουν» (492d2-3). Σύμφωνα με τον Καλλιγά, ο Καλλικλής «αντιπροσωπεύει απόψεις και ιδεολογικές τοποθετήσεις που είχαν καταστεί κυρίαρχες κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου» και αποτυπώνονται στην Ιστορία του Θουκυδίδη (εισαγωγή, σ. 31, με παραπομπές σε σχετικά χωρία από τον Θουκυδίδη). Αξίζει ωστόσο εδώ να σκεφτεί κανείς την επίδραση που οπωσδήποτε άσκησε στον Πλάτωνα το ίδιο το κείμενο του Θουκυδίδη, όχι κατ’ ανάγκην επειδή αποτύπωνε αντιλήψεις που εύκολα κατέγραφε κανείς παρατηρώντας τους ανθρώπους γύρω του, αλλά επειδή τις διατύπωνε –ανεξάρτητα από το πόσο δημοφιλείς ή ακόμη και εκπεφρασμένες αν ήταν αυτές– αναδεικνύοντας την αιτιακή τους σχέση με τις τρομακτικές συνέπειες  του πολέμου. Μπορεί λοιπόν να αναρωτηθεί κανείς αν οι ιδέες που αποδίδει ο Πλάτων στον Καλλικλή, με κυρίαρχη την υποστήριξη του «φυσικού» έναντι του «συμβατικού» δικαίου, πράγματι αντικατοπτρίζουν αντιλήψεις που οι άνθρωποι του πέμπτου αιώνα δεν θα δίσταζαν να υιοθετήσουν, και μάλιστα δημόσια ή –κάτι που θεωρώ αρκετά πιο πιθανό– συνιστούν μέρος μιας κριτικής προειδοποίησης ή επαγρύπνησης που απευθύνουν σε έναν βαθμό ο Θουκυδίδης, αλλά πολύ περισσότερο ο Πλάτων, προς το κοινό τους, φέρνοντάς μας αντιμέτωπους με διαισθητικά αποτροπιαστικές ηθικές αντιλήψεις (το ανάλογο της στάσης του Καλλικλή είναι βεβαίως ο διάλογος των Μηλίων: Θουκυδίδης V. 89).

Σε κάθε περίπτωση, κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία για την επιλογή του Καλλικλή ως προσώπου στην οικονομία του διαλόγου είναι το ότι, σε αντίθεση με τους δύο προηγούμενους συνομιλητές του Σωκράτη (τους Σικελούς Γοργία και Πώλο), εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν αθηναίο πολίτη που συμμετέχει στις αποφάσεις, έναν εκπρόσωπο, όπως το θέτει ο Καλλιγάς, «της “χαμένης γενιάς” των καλοαναθρεμμένων νέων της Αθήνας που, σαν τόσους άλλους όπως ο Αλκιβιάδης, ο Κριτίας και ο Χαρμίδης, έπεσαν θύματα της υπέρμετρης φιλοδοξίας τους» (σ. 32).  Η παρουσία του στον διάλογο υπογραμμίζει με τον πιο έντονο τρόπο τους κινδύνους που εγκυμονεί η ρητορική όταν υποτάσσεται στις επιθυμίες του πλήθους.

 

Τις εντυπώσεις ή το δημόσιο συμφέρον;

«Θεωρώ ότι είμαι ένας από τους λίγους Αθηναίους, για να μην πω ο μόνος από τους τωρινούς, που επιχειρώ να ασκήσω την αληθινή πολιτική τέχνη και να ενεργώ πολιτικά. Και αυτό επειδή τα λόγια που λέω κάθε φορά δεν αποσκοπούν στο να ευχαριστήσουν, αλλά σε αυτό που είναι το καλύτερο, όχι στο τι είναι πιο απολαυστικό», απαντάει ο Σωκράτης στον Καλλικλή, όταν εκείνος τον προειδοποιεί πως, καθώς αδιαφορεί για το να είναι ευχάριστος στους Αθηναίους, σίγουρα θα βρεθεί κάποιος κακόβουλος που θα τον σύρει στο δικαστήριο. Και τότε, λοιπόν, λέει ο Σωκράτης, θα κριθεί «όπως θα κρινόταν κάποιος γιατρός από ένα δικαστήριο παιδιών και κατηγορούμενος από έναν ζαχαροπλάστη» (521d-e). Όπως στη μεταγενέστερη Πολιτεία, έτσι και εδώ ο Πλάτων παραπέμπει στην ιστορία του δασκάλου του που, λέγοντας την αλήθεια, θέλοντας το καλό των Αθηναίων, προσπαθώντας να τους αφυπνίσει, σαν μια αλογόμυγα που κάθεται πάνω σε ένα ζώο νωθρό εξαιτίας του όγκου του (βλ. Απολογία 30d-31a), καταδικάστηκε, επειδή το λαϊκό δικαστήριο είχε εκπαιδευτεί στην κολακεία. «Προσδιόρισέ μου, τώρα, με ακρίβεια σε τι είδους υπηρεσία της πόλης με παρακινείς. Στο να αγωνιστώ να κάνω τους Αθηναίους να είναι όσο γίνεται καλύτεροι, όπως ένας γιατρός, ή στο να τους υπηρετήσω και να τους είμαι ευχάριστος στη συναναστροφή μου μαζί τους;», ρωτάει ο Σωκράτης τον Καλλικλή (Γοργίας 521a).

Αφήνοντας κατά μέρος την όποια σχέση της με την ιστορική πραγματικότητα (λέγεται πως ο ρήτορας Λυσίας είχε προτείνει στον Σωκράτη να γράψει εκείνος τον λόγο του, αλλά ο φιλόσοφος αρνήθηκε), είναι αλήθεια ότι η αφήγηση του Πλάτωνα (ή ίσως καλύτερα: το αφήγημά του) παρουσιάζει μια αρκετά μεροληπτική εικόνα για τον ρόλο της ρητορικής στην Αθηναϊκή Δημοκρατία, δίνοντας έμφαση περισσότερο στη λειτουργία της στα λαϊκά δικαστήρια, και υποβαθμίζοντας τη σπουδαιότητά της σε μια διαδικασία λήψης αποφάσεων στο πλαίσιο μιας συνέλευσης, της Εκκλησίας του Δήμου. Βεβαίως και ο Πλάτων γνωρίζει πολύ καλά και τη δεύτερη λειτουργία, τον ενδιαφέρει ωστόσο περισσότερο να δείξει ότι οι σπουδαίοι πολιτικοί του πέμπτου αιώνα αντιμετώπισαν τον λαό σαν μια εύπιστη παθητική μάζα που κινείται με γνώμονα την ικανοποίηση της επιθυμίας –το δημοκρατικό θρέμμα της Πολιτείας–, και όχι σαν μια «συλλογικότητα» από υπεύθυνους πολίτες που θα έκριναν με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον.

Χαρακτηριστική από αυτή την άποψη είναι η απαξίωση με την οποία αντιμετωπίζει ο Σωκράτης τον Πώλο, τον τρίτο συνομιλητή του στον Γοργία, που λειτουργεί σαν συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο πρώτο και το τρίτο επεισόδιο (τον διάλογο, δηλαδή, με τον Γοργία και τον Καλλικλή αντιστοίχως).  Στην αρχή του Γοργία, ο Πώλος, απαγγέλλοντας, όπως μαθαίνουμε αργότερα στο κείμενο, από ένα βιβλίο του, μιλάει για το πώς η εμπειρία οδηγεί την εποχή μας προς την τέχνη, ενώ η απειρία προς την τύχη (448c). Η άποψη αυτή, που εμφανίζεται και σε άλλα κείμενα της εποχής (με σημαντικότερη την ιπποκρατική πραγματεία Περί αρχαίης ιητρικής), αντανακλά την αισιοδοξία για την ικανότητα του ανθρώπινου νου αλλά και για την πρόοδο της τέχνης (σήμερα θα λέγαμε της επιστήμης, σε σχέση τουλάχιστον με την ιατρική). Είναι όμως αυτή ακριβώς η άποψη που αντιμετωπίζεται με σαρκασμό από τον Σωκράτη, ο οποίος, στην πορεία του διαλόγου, θα υποστηρίξει πως η εμπειρική τριβή είναι κάτι διαφορετικό από την τέχνη, και ότι η ρητορική είναι μόνο το πρώτο – και δεν θα γίνει ποτέ το δεύτερο, παρά μόνο αν αρχίσει να αποβλέπει στην κατανόηση του αντικειμένου της και πάψει να λειτουργεί με γνώμονα την κολακεία του ακροατηρίου.

Άδικη, ίσως και μεροληπτική, η στάση του Πλάτωνα απέναντι στη ρητορική, γίνεται κατανοητή αν λάβουμε υπόψη μας τη στοχοθεσία του συγκεκριμένου διαλόγου, αλλά και το γεγονός ότι έχουμε να κάνουμε με διάλογο – ένα λογοτεχνικό κείμενο που υπακούει στους δικούς του κανόνες και εκμεταλλεύεται μια ελευθερία που θα ήταν ξένη σε μια φιλοσοφική πραγματεία. Γιατί παρ’ όλο που, όπως δηλώνει ήδη από την αρχαιότητα και ο υπότιτλος του διαλόγου, ο Γοργίας είναι ένας διάλογος περί ρητορικής, το ενδιαφέρον του δεν βρίσκεται στο να εξετάσει με νηφαλιότητα πώς η τέχνη αυτή προάγει τη διαβούλευση στην Εκκλησία του Δήμου, όπου υπεύθυνοι πολίτες συγκεντρώνονται για να κρίνουν ποιο είναι το καλό της πόλης. Πολύ πιο κοντά σε ένα τέτοιο πρόγραμμα βρίσκεται βεβαίως η πραγματεία Περί ρητορικής που θα γράψει αργότερα ο Αριστοτέλης, «συνομιλώντας» και με το κείμενο του Γοργία.  Αλλά ο Γοργίας δεν είναι μια πραγματεία περί ρητορικής· είναι ένας διάλογος που μας φέρνει αντιμέτωπους με συγκεκριμένους χαρακτήρες, οι οποίοι διαμορφώθηκαν σε ένα συγκεκριμένο καθεστώς το οποίο και είδαν να καταρρέει. Υπεύθυνους γι’ αυτή την κατάρρευση ο Σωκράτης θεωρεί τους ίδιους τους πολιτικούς της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένου ακόμα και του Περικλή, που δεν εκπαίδευσαν παρά μόνο κολάκεψαν τον λαό τους, πλημμυρίζοντας την πόλη «με λιμάνια και νεώρια και τείχη και φόρους και ένα σωρό τέτοιες ματαιότητες, χωρίς όμως σωφροσύνη και δικαιοσύνη» (519a).

 

Η έξοδος στη φιλοσοφία

«Ήδη κατά την αρχαιότητα», σημειώνει ο Καλλιγάς, «είχε γίνει αντιληπτό ότι οι βλέψεις και η στόχευση του Γοργία εκτείνονται πολύ πέραν του θέματος της ρητορικής, η φύση της οποίας αποτελεί απλώς το έναυσμα που οδηγεί στην πραγμάτευση των βασικών προβλημάτων που απασχολούσαν τον συγγραφέα, και που δεν είναι άλλα από την ηθική θεμελίωση της πολιτικής πρακτικής και η με βάση αυτήν συγκρότηση του τρόπου ζωής του ατόμου έτσι ώστε τούτη να συνεισφέρει στην αληθινή του ευτυχία» (σ. 23). Όπως και σε πολλούς άλλους διαλόγους, έτσι και εδώ το θέμα που απασχολεί τον Πλάτωνα είναι ο σωστός βίος, η θεραπεία της ανθρώπινης ψυχής, που διακρίνεται από το σώμα και τις υλικές του απολαύσεις, και που χωρίς να αφήνει κανένα περιθώριο για την κολακεία και την υποκρισία επιζητά τον έλεγχο και την αλήθεια. Γι’ αυτό και το πρίσμα υπό το οποίο εξετάστηκε η ρητορική σε αυτόν τον διάλογο –η διευκρίνιση είναι σημαντική, επειδή αυτή δεν είναι η «τελεσίδικη» αποτίμηση του Πλάτωνα για το θέμα– είναι ακριβώς ο κίνδυνος της αποκοπής της από την ηθική. Κανένα σώμα γνώσεων κατά τον Πλάτωνα δεν μπορεί να θεωρηθεί τέχνη παρά μόνο αν υπηρετεί το αγαθό. Όμως η ρητορική που ευαγγελίζονται ο Γοργίας και οι οπαδοί του δεν φέρει καμία τέτοια δέσμευση. Είναι το είδος της ρητορικής που θα επιτρέψει, χάρη σε έναν ακριβοπληρωμένο δικηγόρο, σε έναν εγκληματία να αθωωθεί, τη στιγμή που, αντίστροφα, η απουσία της –το «χάιδεμα στ’ αυτιά» που ο Σωκράτης αρνήθηκε να προσφέρει στους δικαστές του– θα οδηγήσει στον θάνατο έναν σοφό και δίκαιο άνθρωπο, τον «δικαιότερο της εποχής του», σύμφωνα με την πλατωνική Έβδομη Επιστολή.

Όπως παρατηρεί ο Καλλιγάς, παραπέμποντας σε αυτό ακριβώς το κείμενο (σ. 18-19),  η καταδίκη του Σωκράτη έδωσε το έναυσμα στον Πλάτωνα, αποφεύγοντας τη συμμετοχή στα κοινά, να αφοσιωθεί στο είδος της γνώσης αλλά ακόμη περισσότερο στον τύπο της ζωής που ο ίδιος για πρώτη φορά θα περιγράψει ως φιλοσοφία.

 

 

Χλόη Μπάλλα

Αναπληρώτρια καθηγήτρια αρχαίας φιλοσοφίας στο τμήμα Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κρήτης. Κυκλοφορούν, μεταξύ άλλων, τα βιβλίο της: Πλατωνική πειθώ. Από τη ρητορική στην πολιτική (1997), Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία (εισαγωγή, μετάφραση, επιμέλεια), με πρόλογο και σχόλια του Robert W. Wallace (2015).

 

Τελευταία άρθρα από τον/την Χλόη Μπάλλα

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.