Σύνδεση συνδρομητών

Ονειρική συνείδηση

Σάββατο, 22 Μαϊος 2021 07:51
Ο Μιχαήλ Ψελλός (αριστερά) με τον μαθητή του, αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ' Δούκα Παραπινάκη, έργο αγνώστου. Κατά τον Στέλιο Ράμφο, «ο Ψελλός διεκδικούσε τον 11ο αιώνα αυτό που κερδήθηκε στην Ευρώπη τον 13ο».      
Κώδ. 234, φ. 254α, Άγιον Όρος, Μονή Παντοκράτορος
Ο Μιχαήλ Ψελλός (αριστερά) με τον μαθητή του, αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ' Δούκα Παραπινάκη, έργο αγνώστου. Κατά τον Στέλιο Ράμφο, «ο Ψελλός διεκδικούσε τον 11ο αιώνα αυτό που κερδήθηκε στην Ευρώπη τον 13ο».    

Στέλιος Ράμφος, Η Ελλάδα των Ονείρων. Σπουδή στο συλλογικό μας φαντασιακό, Αρμός, Αθήνα 2020, 560 σελ.

Μια μυθοποιημένη εθνοτική συνείδηση εμμένει. Επαναπαυόμαστε σε φαντασιωτικές παραμυθίες και δεν ασκούμαστε σε  έλλογες σκοποθεσίες. Φαντασιωνόμαστε («χρυσές εποχές», «φώτα εναντίον βαλανιδιών», συνωμοσίες), αρά υπάρχουμε. Αντιθέτως, η ιστορική, όπως και η εθνική, συνείδηση προϋποθέτει επίπονη αυτογνωσία και επίμονη στοχοπροσήλωση. Τι μας λέει ο Στέλιος Ράμφος για το σήμερα και το αύριο; Αναδημοσίευση από το τεύχος #118, Απρίλιος 2021, του Books' Journal.  

Η Ελλάδα των ονείρων (Αρμός 2020) αποτελεί το πλέον πρόσφατο έργο του πολιτισμολόγου Στέλιου Ράμφου. Δεν πρόκειται τόσο για μια αυστηρά ψυχαναλυτική μελέτη ονείρων όσο για μια «σπουδή στο συλλογικό μας φαντασιακό», όπως ενημερωνόμαστε από τον υπότιτλο. Τα όνειρα εννοούνται με μια ευρεία έννοια: οράματα, θρύλοι, συμβολισμοί, προφητείες, αποκαλύψεις. Στόχος είναι ο φωτισμός του ελληνικού φαντασιακού, όλων εκείνων δηλαδή των στοιχείων που δίνουν νόημα στον βίο μας: αξίες, νοοτροπίες, πρότυπα, συμπλέγματα, αντανακλαστικά, όνειρα.

Ειδικότερα ωστόσο, το πραγματικό θέμα είναι η περιπέτεια της ατομικότητας και της ιστορικής συνείδησης στον τόπο μας από την Ύστερη Αρχαιότητα έως τον Νέο Ελληνισμό. Ο συγγραφέας ουσιαστικά επανεξετάζει τις κομβικές αυτές θεματικές, με τις οποίες άλλωστε αναμετριέται εδώ και σχεδόν μια τριακονταετία [βλέπε Πελεκάνοι ερημικοί (1994), Ο καημός του ενός (2001), Το μυστικό του Ιησού (2007) και Το αδιανόητο τίποτα (2010), όλα από τις εκδόσεις Αρμός]. Αυτό που αλλάζει τώρα είναι η αξιοποίηση ενός «εσωτερικότερου» εργαλείου, των ονείρων. Τι μας αποκαλύπτουν τα όνειρα για τη σχέση του Έλληνα με τον εαυτό του και τον χρόνο;

           

Γιατί τα όνειρα;

Αν τα όνειρα είναι «η βασιλική οδός προς το ασυνείδητο», τότε αυτά συνιστούν μια άκρως υποσχόμενη πύλη για τον βαθύτερο ψυχικό μας κόσμο. Αν στα όνειρα ανιχνεύεται το πιο ανεπιτήδευτο και αλογόκριτο αποτύπωμα της κουλτούρας ενός λαού πάνω στα μέλη του, τότε το ονειρικό πεδίο αναδεικνύεται ως πεδίον δόξης λαμπρόν για μια ουσιαστικότερη γνωριμία με  το κοινωνικό μας ασυνείδητο.

Ο συγγραφέας δεν κουράζεται να μας επισημαίνει την κρισιμότητα των πνευματικών συντελεστών που συνέχουν έναν πολιτισμό: «θεωρώ ανεπαρκές να επιχειρούμε κατανόησι του Βυζαντίου και του Νέου ελληνισμού με κατ’ εξοχήν σημείο αναφοράς τα εξωτερικά ιστορικά δεδομένα, π.χ. την τουρκοκρατία, τη συγκρότησι του κρατικού μηχανισμού, την οικονομία, την τεχνική, τα πολεμικά γεγονότα, την παιδεία, τη θεολογία, αλλά να παραβλέπουμε ανθρωπολογικές παραμέτρους όπως οι νοοτροπίες και η σχέσι τους με το αξιακό σύστημα είτε η ψυχολογία της ταυτότητος. […] Την ιστορία δημιουργούν κυρίως οι πεποιθήσεις και όχι οι εξωτερικές καταστάσεις με τα συμπαρομαρτούντα τους. Επομένως χρειάζονται ανάλογα εργαλεία, όπως η ερμηνευτική των συμβολικών μορφών, η αναζήτησι ψυχικών κοιτασμάτων πίσω από τις καθιερωμένες συμβάσεις και πέρα από αυτές. Μήπως αχειροποίητες συμβολικές μορφές δεν είναι κατ’ εξοχήν τα όνειρα και τα οράματα;» (σ. 445-446).

 

Γιατί το Βυζάντιο;

Στο παρουσιαζόμενο δοκίμιο πολιτισμικής ψυχολογίας, η μελέτη του Βυζαντίου και της οθωμανοκρατίας καταλαμβάνει τη μερίδα του λέοντος, και ακολουθεί, ως «φτωχός συγγενής», ο Νεότερος Ελληνισμός, ενώ η ελληνική αρχαιότητα απουσιάζει. Η σχετική περιοδολόγηση προδίδει την ιδιομορφία της ραμφικής ελληνολογίας: «Δεν γινόταν ωστόσο να περιλάβω εδώ και την περίοδο της ελληνικής Αρχαιότητος καθώς τα συστατικά στοιχεία της σημερινής πολιτισμικής μας ταυτότητος έχουν γενέθλιο έδαφος την ελληνοχριστιανική σύνθεσι. […] Ξεκίνησα αναγνωρίζοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο του χριστιανισμού, χωρίς τη διαπλαστική επίδρασι του οποίου στα θέματα του χρόνου και την ιστορικότητος δεν εξηγείται τίποτε» (σ. 11-12).   

Καθόλου τυχαία, η παγκόσμια ιστορία χωρίζεται στην «π.Χ.» και στη «μ.Χ.» εποχή. Αν και τα παγανιστικά στοιχεία δεν έχουν εκλείψει –κάθε άλλο μάλιστα–, είναι η σύμμειξή τους με τα αντίστοιχα χριστιανικά που χρειάζεται να ερευνηθεί. Ζούμε σε έναν ελληνοχριστιανικό πολιτισμό –ό,τι και αν αυτό σημαίνει–, με τον Νέο Ελληνισμό να αποτελεί πνευματικό παρακολούθημα του βυζαντινού. Η σύγχρονη ελληνική κακοδαιμονία έχει προνεωτερικά ριζώματα.

Είναι ωστόσο το Βυζάντιο τόσο μονοδιάστατα «σκοτεινό» όπως συνήθως παρουσιάζεται; Ήταν μοιραία η παρακμή του; Όχι, σε καμία περίπτωση. Εν προκειμένω, αξίζει να μνημονευτούν οι περιπτώσεις των Καππαδόκων Πατέρων («Μήπως ο ίδιος ο Βασίλειος δεν συνιστούσε θερμά στον λόγο προς τους νέους να τρυγούν σαν τις μέλισσες ό,τι γλυκύτερο έχουν τα άνθη των αρχαίων συγγραφέων;» σ. 333), του Αγίου Ανδρέα του Σαλού, του Συμεώνος του Νέου Θεολόγου, ο οποίος έδινε ξεκάθαρο προβάδισμα στην έγχρονη, ατομική εμπειρία της Χάριτος, και τέλος, του Μιχαήλ Ψελλού («Το έργο του … διακρίνεται από ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ατομικότητα του ανθρώπου. […] Ο Ψελλός διεκδικούσε τον 11ο αιώνα αυτό που κερδήθηκε στην Ευρώπη τον 13ο», σ. 316.). Έτσι, ενώ σήμερα γκρινιάζουμε ότι η Ελλάδα δεν πέρασε ποτέ Αναγέννηση, εάν η ανθρωπιστική κίνηση του 10ου-11ου αιώνα ευοδωνόταν, ο τόπος μας θα αναγνωριζόταν ως κοιτίδα της Αναγέννησης! Ωστόσο, ας μη γελιόμαστε. Οι δυνάμεις της αδράνειας υπήρξαν σαφώς υπέρτερες: κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών από τον Ιουστινιανό, επικράτηση των εικονόφιλων και μετέπειτα των ησυχαστών.    

 

Γιατί ο χρόνος;

Για τον Ράμφο, σπουδαιότερο δίδυμο για την εξέταση ενός πολιτισμού είναι το ατομικότητα-ιστορικότητα: «η κρισιμώτερη ένδειξι για τον τύπο μιας συνειδήσεως είναι η εγγενής σ’ αυτήν εμβίωσι του ιστορικού χρόνου» (σ. 460). Πες μου πώς αντιλαμβάνεσαι τον χρόνο να σου πω ποιος είσαι. Είναι απίστευτες οι πολυποίκιλες συνέπειες της «χρονοθεώρησης» κάποιου στη συμπεριφορά του. Ίσως τελικά, μία από τις συναρπαστικότερες έρευνες στην οποία έχουμε να εμβαθύνουμε να είναι ακριβώς αυτή: πώς ο άνθρωπος κατόρθωσε, βασανιστικά αλλά μεγαλειωδώς, να εξελιχθεί από έρμαιο του χρόνου και των συγκυριών του σε δημιουργό τους. Τίποτα δεν είναι «γραφτό», όλα γράφονται εκ του μηδενός τώρα.

Όπως προείπαμε, μιλάμε για ελληνοχριστιανικό πολιτισμό. Οπότε στην ιστορική μας συνείδηση έχουν παντρευτεί δύο χρονικοί συμβολισμοί: ο κύκλος και η γραμμή. Από τη μία, η κυκλική σύλληψη του χρόνου και, από την άλλη, η γραμμική. Στην ελληνική περίπτωση, έχουμε ένα υβριδικό «χρονομόρφωμα» όπου απαντούν τόσο κυκλικές όσο και γραμμικές αντιλήψεις. Χαριτολογώντας, η ελληνική χρονικότητα συνίσταται σε ένα «η ζωή μας κύκλους κάνει και στο βάθος Κήπος (της Εδέμ)». Ένα περίεργο χαρμάνι όπου «έχει ο καιρός γυρίσματα» και ταυτόχρονα κατευθύνεται προς ένα «αίσιο τέλος». Φοβάμαι ότι, στην πράξη, έχουμε μάλλον συνδυάσει τα χειρότερα στοιχεία των δύο μεγάλων αυτών χρονικών προσανατολισμών.

 

Όλα είναι κύκλος

Η κυκλική αντίληψη του χρόνου είναι η φυσική αντίληψη του χρόνου και ανάγεται στις πρωτόγονες και τις παραδοσιακές εν γένει κουλτούρες. Πρωταρχικό γνώρισμα της κυκλικότητας είναι η επαναληπτικότητα. Τα πράγματα έρχονται και παρέρχονται σε έναν αέναο κύκλο. Απόρροια της επαναληπτικότητας είναι η παθητικότητα. Δεν χρειάζεται να γρηγορώ, αλλά να περιμένω το γύρισμα του τροχού: «θα γυρίσει ο τροχός, θα χορτάσει και ο φτωχός». Η κυκλική κίνηση παραπέμπει σε μια ανέξοδη αισιοδοξία τύπου «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει […] μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει και ξανά προς τη δόξα τραβά», «πάλι με χρόνους με καιρούς, πάλι δικά μας θα ’ναι» και «η Ελλάδα αναγεννάται (αενάως) από τις στάχτες της». Παραπέμπει όμως και σε μια κυνική απαισιοδοξία, αφού «όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν». Βασικός συναισθηματικός τόπος του κυκλισμού είναι η νοσταλγία για τα περασμένα μεγαλεία, μιας και «κάθε πέρσι και καλύτερα». Ο κύκλος αρέσκεται στα «πάλι» («πάλι τα ίδια θα έκανα»), στα «έτσι» («έτσι ήταν, έτσι είναι και έτσι θα ’ναι τα πράγματα πάντα») και στα «πότε / πότε» («πότε πάνω πότε κάτω», «πότε Βούδας πότε Κούδας, πότε Ιησούς κι Ιούδας»).

             

Το βέλος του χρόνου

Τα πράγματα άλλαξαν με τον εβραϊκό προφητισμό και τη χριστιανική εσχατολογία. Ο χρόνος χάνει την κυκλική του φορά και εκτινάσσεται γραμμικά προς τα εμπρός. Δεν είναι πλέον ένα ανέμελο χασομέρι, δεν είναι άπειρος. Στην πραγματικότητα, έχει ξεκινήσει η αντίστροφη μέτρηση για τη λήξη του! Η ταχύτητα και το άγχος εισβάλουν στις ζωές μας (για τις χαρές του αργού χρόνου βλέπε Τόμας Χάιλαντ Έρικσεν, Η τυραννία της στιγμής, Σαββάλας 2005). Παράλληλα ωστόσο, ο χρόνος «ανακαινίζεται», εξελίσσεται σε χρόνο σωτηρίας. Δεν έχουμε έρθει στον κόσμο για να χαϊδεύουμε τον κακό μας εαυτό: «η ζωή είναι μεγάλη, μην την κάνεις καρναβάλι». Στόχος δεν είναι πια να την κουτσοβολεύουμε, αλλά να προκόβουμε. Στόχος δεν είναι η προσαρμογή/επιβίωση αλλά η υπέρβαση/μεταρσίωση. Συνθηματολογικά, από το «μια από τα ίδια» περάσαμε στο «πάμε γι’ άλλα», από το «δεδομένο» στο «δυνητικό», από το «έτσι» στο «αλλιώς», από το «καθάρσια» στο «μετάρσια». Σύμφωνα με γνωστό διαφημιστικό σλόγκαν «όλα αυτά που πρόκειται να έρθουνκρύβονται μέσα στο δικό σου ΤΩΡΑ», γιατί «όλα είναι τώρα και όλα είναι δυνατά». Το μέλλον μας ανήκει, «τα καλύτερα έρχονται», η «θετική ενέργεια» είναι το παν.  

 

Πώς βιώνουμε τελικά τον χρόνο;

Στα καθ’ ημάς, γύρω στον 3ο αιώνα μ.Χ., παρουσιάστηκε ένα φοβερό βραχυκύκλωμα στον χρονικό μας προσανατολισμό. Ενώ, έως τότε, «κυριαρχούσε η πρωτοχριστιανική ευθύγραμμη πορεία προς το τέλος αυτού του κόσμου» (σ. 313), συντελέστηκε μια υποστροφή στην κυκλική ακινησία. Υπεύθυνος για αυτό φέρεται ο νεοπλατωνισμός με προεξάρχουσα μορφή αυτή του Πλωτίνου. Ο Ράμφος, θεωρώντας σταυρικής σημασίας την εν λόγω οπισθοχώρηση, έγραψε πρόσφατα το Η αιωνιότητα και ο χρόνος, Πλωτίνου, ΙΙΙ 7 (45) (Αρμός 2019). Η ορθόδοξη πατερική μας παράδοση, ακολουθώντας το πλωτίνειο πρότυπο, απώλεσε έτσι μία από τις πολυτιμότερες δωρεές του χριστιανισμού, την εσχατολογία, τον έρωτα του «αλλιώς». Αρνηθήκαμε τις ευθύνες της γραμμικότητας και αφεθήκαμε στον νανουριστικό κύκλο, από την ενηλικίωση προτιμήσαμε τον παιδισμό: η γραμμή επανακυκλίστηκε. 

Μια σειρά από παρεμφερείς εξελίξεις οδήγησαν σταδιακά στον εκπαγανισμό της Ορθοδοξίας. Το χριστιανικό «άτομο» εξέπεσε στο κοινοτιστικό «πρόσωπο», η Θεία Πρόνοια σε Μοίρα, η Θεία Χάρις σε θεϊκή εύνοια, η πίστη σε μαγεία, ο Χριστός από εσταυρωμένος σε παντοκράτορας, ο Παντοδύναμος σε από μηχανής θεό που μας σώζει στο 90΄. Κάθε λαός, σε πρώτη τουλάχιστον φάση, μεταβολίζει τα πολιτισμικά του δάνεια μέσα από τις ιδιαίτερες προσλαμβάνουσές του. Εν τέλει, αντί ο χριστιανισμός να ανακαινίσει τον ελληνισμό, ο ελληνισμός απονεύρωσε τον χριστιανισμό σε μια σειρά από κρίσιμες πτυχές.      

Έκτοτε, οδηγηθήκαμε σε μια τριμερή «ονειρική συνείδηση». Πρώτον, υιοθετήσαμε ξανά τη λογική της «αέναης επιστροφής» με όλα τα προαναφερθέντα συμπαρομαρτούντα. Δεύτερον, η επίσημη Εκκλησία με τους πιστούς της υποκατέστησαν την «εσχατολογική» Βασιλεία του Θεού με την «τυποτελετουργική» (για μια πρόσφατη εκδήλωση αυτής της διάστασης βλέπε Χαρίδημος Κ. Τσούκας, «Ανατρεπτικός Χριστός, ευσεβιστές χριστιανοί», Καθημερινή, 20/12/2020). Αντί να εσωτερικεύσουμε το παράδειγμα του Χριστού, αναλωθήκαμε στη μηχανιστική μας συμμετοχή στα μυστήρια. (Από εδώ προκύπτει η Ελλάδα της συντήρησης.) Τρίτον, όσοι δεν έμειναν ικανοποιημένοι από τη συμβατική τους συμμετοχή στα μυστήρια, υποκατέστησαν τη χριστιανική εσχατολογία με την επαναστατική. (Από εδώ προκύπτει η ελληνική αριστερά.) Δυστυχώς, το «έσχατο» ερμηνεύτηκε είτε ως σταυροκοπήματα, γονυκλισίες και τάματα είτε ως ένα παν-καταστροφικό μαγικό πέρασμα σε έναν ειδυλλιακό τόπο. Δεν υιοθετήθηκε δηλαδή εκείνη η ερμηνευτική των εσχάτων (ανάσταση νεκρών, παράδεισος) που «για την πρωτοχριστιανική κοινότητα σήμαινε πληρότητα ζωής, όπως υπενθύμισε ανατρεπτικά στους Νέους χρόνους η Διαμαρτύρησι» (σ. 438).

Μια μυθοποιημένη εθνοτική συνείδηση εμμένει. Επαναπαυόμαστε σε φαντασιωτικές παραμυθίες και δεν ασκούμαστε σε  έλλογες σκοποθεσίες. Φαντασιωνόμαστε («χρυσές εποχές», «φώτα εναντίον βαλανιδιών», συνωμοσίες), αρά υπάρχουμε. Αντιθέτως, η ιστορική, όπως και η εθνική, συνείδηση προϋποθέτει επίπονη αυτογνωσία και επίμονη στοχοπροσήλωση. Ελλειμματική παραμένει και η πολιτική συνείδηση. Μπορούμε να υπάρξουμε ως ελληνάρες (κατά φαντασίαν πατριώτες), μπορούμε να υπάρξουμε ως παρέες ομοφρονούντων, αλλά δυσκολευόμαστε να υπάρξουμε ως συντεταγμένη συλλογικότητα. Τέλος, ούτε η πολυθρύλητη για τους αριστερούς ταξική συνείδηση αναπτύσσεται, αφού φτωχοί και πλούσιοι «ονειρεύονται σαν τον Καραγκιόζη». Άνεργοι και κροίσοι, αναρχικοί και ενώσεις δικαστών προσκυνούν αντιμνημόνια και αντάρτικα πόλης.         

Στην πράξη, ο παράδεισος έφτασε να συμβολίζει ένα απέραντο μπιτς μπαρ: η λαϊκιστική υπόσχεση στη νιοστή. Εξομοιώθηκε με το περίφημο «’ντάξ’ μωρέ, θα τα βρούμε». «Θα τα βρούμε» ναι, αλλά όχι στη βάση της συνευθύνης αλλά σε αυτήν της συνενοχής, της «μούγκας στη στρούγκα», της «αναμεταξύ κατεργαρέων ειλικρίνειας». Ο παράδεισος ως «αγία ελληνική οικογένεια» ή «των Ελλήνων οι κοινότητες» και όχι ως ευνομούμενη πολιτεία όπου ζούμε εν ελευθερία και αλληλεγγύη. Επιπρόσθετα, για τους επαναστάτες αριστερούς, η πορεία προς τον παράδεισο είναι προδιαγεγραμμένη, δεν προϋποθέτει την ενεργό μας πράξη, θα ανατείλει μέσα από ένα όργιο «αποκαλυπτικής» βίας και θα σηματοδοτήσει ένα ονειρικό τελειωτικό τέλος για τα ανθρώπινα δεινά. Με άλλα λόγια, η «προοδευτική» θεωρία της στανικής ή ετσιθελικής σωτηρίας, όπου όλοι θα ζούμε εξαναγκαστικά χαρούμενοι και ευτυχισμένοι, ένας νεκρότοπος δηλαδή λοβοτομημένων, η πραγματική κόλαση η ίδια. Η θεωρία «του τέλειου ως εχθρός του καλού»: αφού στον παράδεισο θα λυθούν όλα διά μαγείας, ό,τι επιχειρείται τώρα (μεταρρυθμίσεις, συναινέσεις, συμβιβασμοί) είναι μάταιο, ίσως και προδοτικό, από ορθόδοξη ή επαναστατική σκοπιά. Αν η πραγματικότητα μας ζορίζει, κανένα πρόβλημα: ο παράδεισος μας περιμένει, ο καιρός γαρ εγγύς. Η Ορθοδοξία ως όπιο των (παραδοσιακών) Ελλήνων. 

Χάθηκε έτσι το στοίχημα μιας ανθρωπιστικής εσχατολογίας. Σε αυτόν τον κόσμο δεν έχουμε έρθει ούτε για να λατρεύουμε εικόνες ούτε για να σφάζουμε «κακούς». Υπάρχει και η οδός της ευθύνης έναντι του εαυτού μας, των συνανθρώπων μας και του κοινού μας μέλλοντος. Στη δυτική χριστιανοσύνη, ναι μεν η εσχατολογία εξατομικεύτηκε και εκκοσμικεύτηκε με βαρύτατο φόρο αίματος  (βλέπε Νόρμαν Κον, Αγώνες για την έλευση της Χιλιετούς Βασιλείας του Θεού, Νησίδες 1999), αλλά στη συνέχεια εξορθολογίστηκε, εξανθρωπίστηκε. (Ο πειρασμός τώρα για τους χριστιανούς στη Δύση είναι ο μετανθρωπιστικός «παράδεισος».)

Ιδεατά έστω λοιπόν, «ζω εσχατολογικά» σημαίνει επιδεικνύω αυτοσεβασμό και ενσυναίσθηση. «Ζήσε τη στιγμή» ή «άδραξε τη μέρα» δεν σημαίνει πλέον ούτε το παγανιστικό «ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε και ό,τι αρπάξει ο κ… μας», ούτε τη θανατολάγνα κομμουνιστική «έφοδο στον ουρανό». Το «έσχατο» γίνεται αντιληπτό ως θυσία εγωισμού, ως σπάσιμο φαύλων κύκλων, ως σπάσιμο αλυσίδων σιωπής και εκμετάλλευσης, ως εξιλεωτική ανάληψη ευθύνης, εφόσον «κάθε στιγμή είναι μια υπέροχη ευκαιρία». Από τον «μαύρο», βίαιο, αυταρχικό και μονόδοξο αποκαλυπτισμό έχουμε μεταβεί στον «θετικόφιλο», ειρηνικό, φιλελεύθερο και ετερόφιλο εσχατολογισμό (βλεπε π.χ. Χαράλαμπος Βέντης, Εσχατολογία και ετερότητα, Πόλις 2019). Η εσχατολογία ή θα είναι εγκάρδια και ενσυναισθητική ή δεν θα υπάρξει. Ελάχιστη, αλλά θεμελιώδης προϋπόθεση, αποτελεί προφανώς η αποδοχή των ατομικών δικαιωμάτων, μια ακόμα ιδιαζόντως χριστιανική δωρεά στον κόσμο, που δυστυχώς, αντιμετωπίζονται ακόμη απαξιωτικά ως «πρωτογονισμός» στην καθ’ ημάς χριστιανοσύνη. Επείγει η γιατρειά μας από ένα τετράπτυχο φοβιών: εαυτοφοβία, θετικοφοβία, ιστοριοφοβία, κρατοφοβία.

 

Κριτική

Η μελέτη του Ράμφου δεν αγγίζει τη σύγχρονη Ελλάδα. Οι τελευταίες περιπτώσεις μελέτης με τις οποίες καταπιάνεται είναι τα όνειρα κατοίκων των περιοχών Κορώνου Νάξου και Θερμής Λέσβου, θρησκευτικών ονείρων που έχουν να κάνουν με την ανεύρεση ιερών εικόνων, και που ανάγονται στη δεκαετία του 1930 και του 1960 αντίστοιχα. Έτσι, όμως απουσιάζουν «τα καλύτερα μας χρόνια» που ξεκινούν μάλλον κάπου τη δεκαετία του 1960 και ευοδώνονται εκρηκτικά μεταπολιτευτικά. Απουσιάζει η Μεταπολίτευση, η δημιουργικότερη περίοδος σύνολου του ελληνισμού, που ναι μεν στιγματίστηκε από λογιών λογιών λαϊκισμούς, αλλά, πολύ σημαντικότερα, υπήρξε η περίοδος που η ατομικότητα εκδημοκρατίστηκε («γίνε παιδί μου ο εαυτός σου») και τα κοινωνικά ήθη εξωραΐστηκαν αδιανόητα.

Τελευταία μάλιστα η χώρα μας συγκλονίζεται από το ελληνικό #MeToo, το σημαντικότερο ίσως κίνημα ελευθερίας εκ συστάσεως ελληνικού κράτους. (Γιατί είναι άλλο να απελευθερωνόμαστε από τους Οθωμανούς Τούρκους και άλλο να χειραφετούμαστε από πανάρχαιες εκδοχές του κακού μας εαυτού.) Μοιραία, ένα ερμηνευτικό σχήμα τέλεια ακονισμένο για τη διάσχιση των λιμναζόντων ελληνικών υδάτων, αδυνατεί να εξηγήσει την έκπληξη, το ξεστράτισμα από την πεπατημένη. Οι «ματαιωμένες βυζαντινές αναγεννήσεις», το «ασάλευτο παρόν» και η «άπρακτη εξατομίκευση» δεν μας βοηθούν στην ερμηνεία εξαιρετικών περιπτώσεων όπως αυτής της Σοφίας Μπεκατώρου. Μιας «ατομάρας» που διασάλευσε ανεπανόρθωτα το παρόν, μπολιάζοντας τη στιγμή με αιωνιότητα. Τα ίδια ισχύουν και για άλλα «δυσερμήνευτα» φαινόμενα: άνθηση εθελοντικών οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, επιτυχημένες ελληνικές νεοφυείς επιχειρήσεις, αποδοτικό εμβολιαστικό πρόγραμμα, υπεύθυνη ανταπόκριση των ελλήνων πολιτών στα μέτρα ανάσχεσης της πανδημίας.

Ο Ράμφος, υποψιαζόμενος αυτή την αντίρρηση, προσπαθεί να την αντικρούσει ήδη στην τρίτη γραμμή του βιβλίου του. Ό,τι κάνω, μας επισημαίνει, δεν είναι «από διάθεσι αυτοτιμωρητική αλλά για να ζητήσω από εκεί μέσα την έξοδο» (σ. 10). Άλλωστε, «καμμία προσπάθεια να επηρεασθούν οι νοοτροπίες και οι συμπεριφορές των ανθρώπων δεν μπορεί να τελεσφορήση χωρίς σπουδή του εκάστοτε ενεργού φαντασιακού» (σ. 54). Σίγουρα, ούτε η πρόθεσή του είναι μοιρολογητική ούτε η ρητορική του παρακμιολογική. Ωστόσο, εάν ένας νέος άνθρωπος που δραστηριοποιείται στην κοινωνία των πολιτών έρθει σε επαφή με το έργο του, μάλλον θα αποκαρδιωθεί.

Είναι ανάγκη να εντοπιστούν παράλληλα οι πηγές της «παράδοξης νεωτερικότητάς» μας, είτε αυτή αναβλύζει οργανικά από την παράδοσή μας είτε εισάγεται «αντιδανεικά» έστω από τη Δύση. Μαζί με τα ανατολίζοντα στοιχεία, ο ελληνικός χαρακτήρας διακρίνεται και από δυτικίζοντα. Χρειάζεται και αυτά να αναγνωριστούν και, το κυριότερο, να νομιμοποιηθούν διανοητικά και ψυχικά. Μήπως τελικά αντί ενός «σημειωτόν» η σύγχρονη ελληνική ιστορία χαρακτηρίζεται περισσότερο από ένα «δύο βήματα μπρος, ένα πίσω»; Δεν υπάρχει άλλωστε σαφής, αβυσσαλέα πρόοδος σε σχέση με την παραδοσιακή Ελλάδα; Μήπως άραγε «όλα τριγύρω αλλάζουνε, αλλά όλο και κάτι μένει»; Μήπως έχουμε εν τέλει να κάνουμε με ένα ανοδικό σπιράλ; Μήπως η Ελλάδα του «σπιρτόκουτου» και του «κυνόδοντα» δεν είναι και τόσο απειλητική όσο φαντάζει; Μήπως να εστιάσουμε πλέον ερευνητικά περισσότερο στις σύγχρονες αχτίδες φωτός και λιγότερο στα μακραίωνα σκοτάδια; Μήπως να κάνουμε λόγο, με γειωμένη προφανώς αυτοπεποίθηση, για το ελληνικό όνειρο (βλέπε Στάθης Ν. Καλύβας, Το ελληνικό όνειρο, Μεταίχμιο 2020); Όσο ανάγκη έχουμε από ένα εξηγητικό σχήμα για την κατανόηση του Έλληνα, άλλο τόσο, και πολύ περισσότερο, έχουμε ανάγκη από ένα σχήμα που να προνοεί για την (επαν)επινόησή του.

Κόντρα στην εθνο-αισιοδοξιστική τάση μιας υπολογίσιμης πλέον μερίδας μελετητών, ο Ράμφος, ως άλλος «πελεκάνος ερημικός», καταθέτει τον «καημό» του για την ονειρική μας συνείδηση που κατατρώει την ιστορική, καλώντας μας να «κρατάμε μικρό καλάθι», εφόσον σε κάθε εγχείρημα αλλαγής καραδοκεί ένα τσουνάμι υποστροφής. Ο σημαντικότερος φιλοσοφικός ανθρωπολόγος της χώρας μας μας προσφέρει ένα μέγα αφήγημα για τον ελληνισμό, μια μεγαλειώδη ιστορία των καθ’ ημάς ιδεών περί υποκειμενικότητας και ιστορικότητας.

 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.