Γνώμες
Μια απάντηση στον Κώστα Κούρκουλο
Σε άρθρο του στο Βooks’ Journal (Σύρος: ρατσιστικό έγκλημα), o κ. Κ. Κούρκουλος, προφανώς υπό την ιδιότητα του νομικού, ανέπτυξε τον εξής συλλογισμό: στην μείζονα τοποθέτησε τη διάταξη του νόμου 927/1979 που λέει ότι “όποιος με πρόθεση, δημόσια, […] υποκινεί, προκαλεί, διεγείρει ή προτρέπει σε πράξεις ή ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπου ή ομάδας προσώπων, που προσδιορίζονται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή […] κατά τρόπο που εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη ή ενέχει απειλή για τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα των ως άνω προσώπων, τιμωρείται με φυλάκιση…” Στην ελάσσονα έβαλε την διαμαρτυρία των κατοίκων της Σύρου που εμπόδισαν τους επιβάτες ισραηλινού κρουαζιερόπλοιου να αποβιβαστούν στο νησί τους. Το συμπέρασμά του ήταν πως οι συριανοί διαδηλωτές διέπραξαν ρατσιστικό έγκλημα και πρέπει να τιμωρηθούν σύμφωνα με το νόμο.
Η αριστερή κουλτούρα στην υπηρεσία του συστήματος
Στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης, η έννοια της αριστερής κουλτούρας και κυρίως το λεγόμενο «έντεχνο», με πολιτικό πρόσημο δηλαδή, τραγούδι, απέκτησε διαστάσεις σχεδόν ιερού συμβόλου. Συνδέθηκε είτε άμεσα είτε συνειρμικά με το αντιστασιακό, το αγωνιστικό παρελθόν, και η αισθητική του κυριάρχησε ως πολιτισμικό πρότυπο της κοινωνίας. Το μοτίβο αυτό διατηρήθηκε με πιο σύγχρονες μουσικές μορφές όπως η ροκ ενώ εμφανίζεται και σήμερα μέσα από ακόμα πιο σύγχρονες μορφές όπως η τραπ.
Όμως, σήμερα, εύλογα γεννιέται το ερώτημα: Μήπως αυτή η κουλτούρα, αντί να απελευθερώνει, καταστέλλει; Μήπως αντί να αμφισβητεί το σύστημα, το συντηρεί;
Στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, η εξωτερική πολιτική ήταν επί δεκαετίες τομέας συναινετικών εθνικών στρατηγικών, ακόμη και μεταξύ διαφορετικών κυβερνήσεων. Όμως μια δύναμη παρέμεινε συστηματικά εκτός αυτού του εθνικού πλαισίου, ακολουθώντας μια βαθύτατα ιδεολογική και επιθετικά ακτιβιστική στάση: το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας. Όχι μόνο δεν στηρίζει, αλλά συστηματικά υπονομεύει κάθε προσπάθεια στρατηγικής ενίσχυσης της Ελλάδας στο διεθνές περιβάλλον.
Η 24η Ιουλίου είναι, βέβαια, η ημέρα εορτασμού της δημοκρατίας μας. Όμως, είναι και ημέρα μνήμης του χρέους της πατρίδας μας προς τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Και επιπλέον, ημέρα υπενθύμισης προς όλους ότι η ευρωπαϊκή χώρα στην οποία ζούμε είναι το αποτέλεσμα της πολιτικής επικράτησης της Κεντροδεξιάς μετά τον Εμφύλιο – όχι με τανκς και όπλα, αλλά στις κάλπες.
Ζούμε σε μια περίοδο βαθιάς πολιτικής κρίσης, όπου η συνολική εικόνα του δημόσιου βίου κατακλύζεται από παρακμή, αποσύνθεση και θεσμική απαξίωση. Από τη μια πλευρά, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη βρίσκεται αντιμέτωπη όχι μόνο με τις προκλήσεις της διακυβέρνησης, αλλά και με εσωτερικές βολές που ξεπερνούν τα όρια της πολιτικής αντιπαράθεσης και αγγίζουν τον ευτελισμό. Η επίθεση που δέχεται ο πρωθυπουργός από πρόσωπα όπως ο Αντώνης Σαμαράς και ο Κώστας Καραμανλής, από πολιτικούς δηλαδή με περιορισμένη απήχηση και ανύπαρκτο συγκριτικό ηθικό και πολιτικό εκτόπισμα, υποδηλώνει κάτι πολύ πιο ανησυχητικό από μια απλή διαφωνία.
Παρότι υπάρχουν πολύ πιο πιεστικά προβλήματα και πολύ πιο ενδιαφέροντα θέματα για να ασχοληθεί κανείς σήμερα από το να ασχολείται με τα πρακτικά του Συμβουλίου των Αρχηγών, τον Ιούλιο του 2015, υπό τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλο, εντούτοις δεν μπορεί και να τα αγνοήσει, μπροστά στο ενδεχόμενο να ξαναδούμε κάποιους από τους τότε πρωταγωνιστές να ξαναπαίζουν με τις τύχες της χώρας στα χέρια τους, όπως εσχάτως απειλούν ότι θα κάνουν.
Γιατί η αλλαγή στάσης του Τραμπ απέναντι στη Ρωσία δεν έχει μέχρι στιγμής μεγάλη σημασία
«Δεν θα το χαρακτήριζα ακόμη αναστροφή. Μέχρι στιγμής, πρόκειται απλώς για μια ανακοίνωση – και με τον Τραμπ, πρέπει να αντιμετωπίζουμε τέτοιες προφορικές δηλώσεις με επιφύλαξη». Η Hannah Wagner της εφημερίδας «Der Tagesspiegel» του Βερολίνου συζητά με τον Δρ. Andreas Umland του Κέντρου Μελετών για την Ανατολική Ευρώπη (SCEEUS) του Σουηδικού Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων (UI)