Γνώμες
Μόνο απογοήτευση προκαλεί η ανακοίνωση των ονομάτων των τεσσάρων πανεπιστημίων που έλαβαν έγκριση από το υπουργείο Παιδείας για να λειτουργήσουν παραρτήματα στην Ελλάδα. Κι αυτό γιατί, με μια εξαίρεση, πρόκειται για επιστημονικά μέτρια ιδρύματα που δεν θα προσφέρουν τίποτε στην ελληνική ανώτατη παιδεία.
Σε ομιλία του που εκφώνησε στο 10ο συνέδριο του Άρτου Ζωής τον Νοέμβριο του 2019, ο Διονύσης Καψάλης προφητεύει μια επικείμενη καταστροφή κολοσσιαίων διαστάσεων: «Είναι απολύτως βέβαιο ότι μια συνολική κατάρρευση, μια καταστροφή του ανθρώπινου πολιτισμού όπως τον γνωρίζαμε ώς σήμερα, δεν είναι πια ένα απλό ενδεχόμενο ανάμεσα σε άλλα, λιγότερο ολέθρια ενδεχόμενα, αλλά το πιθανότερο όλων».[1] Και πιο κάτω επιμένει: «Τα ανησυχητικά νέα μάς έρχονται κάθε μέρα από όλες τις γωνιές του πλανήτη, τις γνωστές και τις άλλοτε μαγικές, από την Αρκτική ώς την Ανταρκτική και από τον Αμαζόνιο ώς την Κίνα. […] Η καταστροφή είναι ήδη εδώ, μαζί μας»[2]. Όπως φαίνεται, ο Καψάλης πιστεύει, εν πάση σοβαρότητι, πως ο ανθρώπινος πολιτισμός κινδυνεύει συνολικά με άμεση και συνολική κατάρρευση, εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής. Συστήνει μάλιστα ν’ απελπιστούμε συλλογικά, ώστε να μπορέσουμε στη συνέχεια να ελπίσουμε, να διαμορφώσουμε μια ριζική ελπίδα αναγέννησης του πολιτισμού μας.
Η Ευρώπη δεν υστερεί έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών στον τομέα της επιστημονικής έρευνας και της παραγωγής επιστήμης υψηλού επιπέδου. Η ιδέα ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο οφείλεται στη λανθασμένη θεώρηση που συνεχίζουν να έχουν τα Μαζικά Μέσα Ενημέρωσης: από τη μια οι ΗΠΑ και από την άλλη οι ευρωπαϊκές χώρες, η καθεμιά ξεχωριστά. Με τη ματιά αυτή, η Βρετανία, η Γερμανία, η Γαλλία, η Ολλανδία υστερούν έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών σε βραβεία Νόμπελ και Μετάλλια Fields και έτσι διαιωνίζεται η αντίληψη της αμερικανικής κυριαρχίας στην επιστήμη.
Πολλοί άνθρωποι λένε: «Ίσως θα θέλαμε έναν δικτάτορα». Δεν μου αρέσουν οι δικτάτορες. Δεν είμαι δικτάτορας.
Από πρόσφατες δηλώσεις του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ
Δυστυχώς δεν είμαι γνώστης σε βάθος του πολιτειακού συστήματος των ΗΠΑ. Έτσι, εκείνο που μπορώ να κάνω είναι να διατυπώσω παρατηρήσεις, απορίες και ανησυχίες για τη μεγαλύτερη δημοκρατία του κόσμου – και την παλαιότερη αβασίλευτη δημοκρατία του κόσμου.
Το 1994, στο Μνημόνιο της Βουδαπέστης, έμοιαζε να χαράσσεται μια νέα σελίδα στην παγκόσμια ασφάλεια. Η Ουκρανία, ένα νεοσύστατο κράτος που μόλις είχε βγει από τη σκιά της Σοβιετικής Ένωσης, κατείχε ξαφνικά το τρίτο μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο στον κόσμο, περίπου 1.900 κεφαλές, ικανές να αλλάξουν τις ισορροπίες μιας ολόκληρης ηπείρου. Θα μπορούσε να γίνει η επόμενη μεγάλη πυρηνική δύναμη. Αντί γι’ αυτό, διάλεξε το δρόμο της εμπιστοσύνης. Παρέδωσε τα όπλα της στη Ρωσία και υπέγραψε τη Συνθήκη Μη Διάδοσης, με την υπόσχεση ότι Ηνωμένες Πολιτείες, Βρετανία και Ρωσία θα εγγυούνταν την ανεξαρτησία και την εδαφική της ακεραιότητα.
Στο τέλος όλων αυτών των μετατοπίσεων –της ρωσικής αναθεωρητικής ορμής, της ουκρανικής αντοχής, της ευρωπαϊκής επανασυσπείρωσης και της ψυχρής κινεζικής αριθμητική – προκύπτει ένα καίριο ερώτημα: μπορεί η Ευρώπη να δεχθεί αναθεώρηση συνόρων διά της βίας; Η απάντηση, όσο κι αν δοκιμάζεται από την κόπωση και τις εσωτερικές αντιφάσεις, παραμένει αρνητική: «όχι».
Το ΚΚΕ και ένα μεγάλο μέρος του «προοδευτικού» κόσμου στη Δύση φροντίζουν με συνέπεια να κρατούν στην επικαιρότητα εικόνες παιδιών της Παλαιστίνης. Εικόνες τραγικές, αλλά συχνά εργαλειοποιημένες από τη Χαμάς, η οποία δεν διστάζει να χρησιμοποιεί ανήλικους ως ανθρώπινες ασπίδες ή κομπάρσους σε σκηνοθετημένα στιγμιότυπα θανάτου. Για τα παιδιά αυτά μιλούν αδιάκοπα οι ίδιοι κύκλοι, καταγγέλλοντας το Ισραήλ, την Αμερική και όποιον άλλο εξυπηρετεί τον βολικό τους εχθρό.
Η μεγάλη απολογία του ΚΚΕ που δεν ήρθε ποτέ
Η διαδρομή του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας στον πολιτικό βίο του τόπου υπήρξε γεμάτη αντιφάσεις, ιδεολογικές μονομέρειες και σκόπιμες παραχαράξεις της ιστορικής μνήμης. Από την ίδρυσή του, το ΚΚΕ εμφανίζεται να συμμετέχει ενεργά στους θεσμούς της Δημοκρατίας, ενώ ταυτόχρονα τους απορρίπτει ως «μηχανισμούς της αστικής εξουσίας». Στις προεκλογικές περιόδους καλεί το λαό στις κάλπες, μόνο και μόνο για να δηλώσει, λίγες μέρες αργότερα, ότι ο κοινοβουλευτισμός είναι μια «ψευδαίσθηση αλλαγής».