Σύνδεση συνδρομητών

Κάρολος Παπούλιας: πραγματιστής σοσιαλδημοκράτης

Παρασκευή, 07 Ιανουαρίου 2022 16:28
O Κάρολος Παπούλιας με τον Ανδρέα Παπανδρέου, στον οποίο ήταν αφοσιωμένος μέχρι το τέλος.
Φωτογραφία Αρχείου
O Κάρολος Παπούλιας με τον Ανδρέα Παπανδρέου, στον οποίο ήταν αφοσιωμένος μέχρι το τέλος.

Λίγα λόγια για τον Κάρολο Παπούλια (1929-2021) - και ένα κείμενό του για την πολιτική και την ηθική. Γράφει ο Γιώργος Ευαγγελόπουλος

Ας μου συγχωρεθεί που θα ξεκινήσω με μια προσωπική αναφορά αλλά θεωρώ απαραίτητο να την γνωρίζει ο αναγνώστης, για λόγους διανοητικής εντιμότητάς μου απέναντί του και μόνον. Είχα την τύχη και κυρίως την τιμή να υπηρετήσω ως επιστημονικός συνεργάτης του, προσφάτως εκλιπόντος, Προέδρου της Δημοκρατίας, Καρόλου Παπούλια, με αρμοδιότητα τα θέματα της επιστήμης. Πάντως, άλλοι σημαντικοί άνθρωποι υπήρξαν οι στενότεροι συνεργάτες του, με επικεφαλής τον τότε Γενικό Γραμματέα της ΠτΔ, πρέσβη επί τιμή, κ. Κωνσταντίνο Γεωργίου.

Μετά την εκδημία του Καρόλου Παπούλια, έχουν ήδη δει το φως της δημοσιότητας ενδιαφέροντα άρθρα που αφορούν την εν γένει προσωπικότητά του και, κυρίως, την προσφορά του στην πολιτική και τον τόπο, υπό την ιδιότητά του, αρχικά, ως υπουργού Εξωτερικών στις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και, κατόπιν, ως Προέδρου της Δημοκρατίας.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε –και ορθώς– στο ρόλο του στην ελληνοτουρκική κρίση του 1987, όταν ο ίδιος πρότεινε στον τότε πρωθυπουργό, Ανδρέα Παπανδρέου, να ζητήσει η Ελλάδα από τη Βουλγαρία την ενεργοποίηση ενός πρωτοκόλλου αμοιβαίας πολιτικοστρατιωτικής συνδρομής το οποίο είχαν υπογράψει οι δύο χώρες. Ο Παπανδρέου συμφώνησε με την πρόταση και ο Παπούλιας ταξίδεψε, το άλλο πρωί, στη γειτονική μας βαλκανική χώρα, μεταφέροντας ιδιόχειρη επιστολή του έλληνα πρωθυπουργού. Ο Πρόεδρος της Βουλγαρίας, Ζίβκοφ, ανταποκρίθηκε, διαβεβαιώνοντας τον Παπούλια ότι, σε περίπτωση στρατιωτικής κρίσης με την Τουρκία, θα έστελνε μια μηχανοκίνητη μεραρχία στα βουλγαροτουρκικά σύνορα. Η προοπτική εμπλοκής χώρας του Συμφώνου της Βαρσοβίας σε στρατιωτική κρίση μεταξύ δύο χωρών μελών του ΝΑΤΟ ανησύχησε τους συμμάχους μας σε αυτόν τον οργανισμό. Τελικώς, ο Οζάλ, που βρισκόταν εκείνες τις ημέρες στις ΗΠΑ, αφού επέστρεψε στην Άγκυρα –κάνοντας μια ενδιάμεση στάση στο Λονδίνο–, αποφάσισε να αποκλιμακώσει την κρίση και δεν έβγαλε το Σισμίκ στο Αιγαίο. Με τη λήξη της κρίσης θυμάμαι ότι ο τότε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, υποστήριξε ότι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ θέλησε να παρουσιάσει αυτή την εξέλιξη ως μεγάλη διπλωματική νίκη της Ελλάδας η οποία οφειλόταν αποκλειστικά στους χειρισμούς του Ανδρέα Παπανδρέου, ενώ εκείνος αμφισβητούσε αυτόν τον ισχυρισμό, θεωρώντας τον υπερβολικό, με το επιχείρημα ότι πόλεμος μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας δεν θα μπορούσε να γίνει όσο ο πρωθυπουργός της Τουρκίας βρισκόταν μακριά από την πατρίδα του, στις ΗΠΑ. Χρόνια αργότερα, κατά τη διάρκεια των μεταπτυχιακών μου σπουδών στην Αγγλία, στο LSE, μου δόθηκε τυχαία η ευκαιρία να διαπιστώσω ότι ο Μητσοτάκης δεν είχε δίκιο. Άγγλος συμφοιτητής μου, που είχε συνεργαστεί με τον Λόρδο Κάρρινγκτον, γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ κατά την ελληνοτουρκική κρίση του 1987, μου διηγήθηκε ότι ο πολύπειρος άγγλος διπλωμάτης πίστευε ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου μάλλον δεν μπλόφαρε. Ο Κάρρινγκτον, δηλαδή, θεώρησε τότε μια στρατιωτική σύρραξη μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας πολύ πιθανή. Και ανέλαβε σχετική διπλωματική δράση για τη ματαίωση ενός τέτοιου ενδεχομένου.

Ο Κάρολος Παπούλιας ήταν, επίσης, εκείνος που, το 1987, υπέγραψε την άρση του εμπολέμου με την Αλβανία (ήταν τότε που ακροδεξιές οργανώσεις κυκλοφόρησαν φυλλάδια με το σύνθημα «Παπούλια, προδότη, Αλβανέ»), ενώ το 1988 υπήρξε η χρονιά της υπογραφής του Μνημονίου Παπούλια-Γιλμάζ, που προσδιόρισε, σε σημαντικό βαθμό, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις έκτοτε. Επιπλέον, είναι κρίμα που κοντεύει σχεδόν να λησμονηθεί μια πολύ σημαντική, όσο και ριψοκίνδυνη, κίνηση των Ανδρέα Παπανδρέου και Καρόλου Παπούλια, το 1983, όταν απέστειλαν τρία ελληνικά πλοία, με επικεφαλής τον Βασίλη Σαραντίτη, γενικό γραμματέα Εμπορικής Ναυτιλίας, για να μεταφέρουν με ασφάλεια τον Γιασέρ Αραφάτ και 8.000 παλαιστίνιους μαχητές από τη Βηρυτό του Λιβάνου στο Αλγέρι και την Τύνιδα. Δυστυχώς, ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Κάρολος Παπούλιας δεν κρατούσαν ημερολόγιο και δεν έγραψαν αυτοβιογραφίες, ώστε να έχουμε μια πληρέστερη ενημέρωση γι’ αυτή την επιχείρηση, την οποία οι Παλαιστίνιοι ποτέ δεν λησμόνησαν.

Πρέπει, επίσης, να τονιστεί η βαθιά δημοκρατικότητα του Καρόλου Παπούλια, η πίστη του στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία –δηλαδή στο κράτος δικαίου και το κράτος πρόνοιας– αλλά και στις αστείρευτες δυνάμεις του ελληνικού λαού να αγωνίζεται για περισσότερη και καλύτερη δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη. Γι’ αυτό, όταν έγινε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, «η γιορτή της 24ης Ιουλίου στο Προεδρικό Μέγαρο αποδόθηκε σε αυτούς που πραγματικά τους ανήκει, τους αγωνιστές του αντιδικτατορικού αγώνα», όπως μας υπενθύμισε ο Κωνσταντίνος Μηχιώτης στον επικήδειο λόγο του για τον εκλιπόντα πρώην Πρόεδρο και φίλο του.

Τέλος, μια ακριβοδίκαιη κρίση για το τι ήταν ο Κάρολος Παπούλιας ως πολιτικός, νομίζω ότι δίνεται από τον αμερικανό διπλωμάτη, Μόντιγκλ Στερνς, ο οποίος, στο βιβλίο του, Ανδρέας Παπανδρέου: Το Αίνιγμα (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2021) –όπως μεταφράστηκε στα ελληνικά ο τίτλος του αγγλικού πρωτοτύπου, Gifted Greek: The Enigma of Andreas Papandreou (Potomac Books, 2021)– γράφει ότι «ο Κάρολος Παπούλιας (που αργότερα έγινε Πρόεδρος της Δημοκρατίας) αποδείχθηκε αποτελεσματικός και πραγματιστής υπουργός, που τον ενδιέφερε περισσότερο να λύνει προβλήματα παρά να κερδίζει πολιτικούς πόντους» (σελ. 176).

Τώρα, για τον πνευματικό άνδρα, Κάρολο Παπούλια, έχουν γίνει μόνον κάποιες σκόρπιες νύξεις, οι οποίες εστιάζουν στις νομικές σπουδές του στην Ελλάδα και τη Γερμανία, και την αγάπη του για τα βιβλία.

Είναι αλήθεια ότι αγαπούσε ιδιαιτέρως την ιστορία και την ποίηση. Μελετούσε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά και τις γνώσεις του στην ελληνική, ευρωπαϊκή και παγκόσμια πολιτική ιστορία, παρότι ποτέ δεν τις διαφήμιζε, τις διαπίστωνε πολύ γρήγορα ο κάθε φιλίστωρ συνομιλητής του. Διάβαζε συστηματικά τη σοβαρή γερμανόφωνη ελβετική εφημερίδα, Neue Zürcher Zeitung, και αγαπούσε το θέατρο και τον κινηματογράφο. Η παιδεία και ο αθλητισμός αποτελούσαν γι’ αυτόν πολύ υψηλά ιδανικά.

Ο ομότιμος καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Παναγιώτης Νούτσος, έχει συμπεριλάβει το κείμενο της αναγόρευσης του Καρόλου Παπούλια σε Επίτιμο Διδάκτορα της Φιλοσοφικής Σχολής, που έλαβε χώρα στις 12 Νοεμβρίου 2007, στο βιβλίο του, Από την πρόσφατη ελληνική σκέψη (Παπαζήση, Αθήνα, 2019). Εκεί παρουσιάζονται ορισμένα, όχι ευρέως γνωστά, «στιγμιότυπα» από την πορεία διαμόρφωσης των πνευματικών ενδιαφερόντων του τιμωμένου, τα οποία προέκυψαν από ανάλογες, πολιτικές και κοινωνικές, ανησυχίες και ευαισθησίες του. Σε αυτό το γραπτό στήριξε, σε σημαντικό βαθμό, ένα δεύτερο κείμενό του ο Παναγιώτης Νούτσος, το οποίο δημοσιεύθηκε, πρόσφατα, με τίτλο, «Δυo λόγια ακόμη για τον Κάρολο…», στην Εφημερίδα των Συντακτών (28/12/2021) – βλ. εδώ: https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/325350_dyo-logia-akomi-gia-ton-karolo.

Η αντιφώνηση του Καρόλου Παπούλια κατά την τελετή αναγόρευσής του σε Επίτιμο Διδάκτορα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, με θέμα «Πολιτική και ηθική», νομίζω ότι παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον διότι σε αυτήν θίγονται θέματα που αφορούν διαχρονικώς τόσο την πολιτική και ηθική φιλοσοφία, όσο και την πολιτική πράξη. Την παραθέτω αυτούσια, θέτοντάς την υπό την κρίση του αναγνωστικού κοινού του BooksJournal.

 

 

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ

Από τον Κάρολο Παπούλια

Κυρίες και Κύριοι,

Αποτελεί ξεχωριστή τιμή για μένα η αναγόρευσή μου σε επίτιμο διδάκτορα του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, και του Τμήματος Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου των Ιωαννίνων. Του Πανεπιστημίου της γενέτειράς μου, που κατάφερε να αποκτήσει, χάρη στην ποιότητα του έργου του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού του, και χάρη στη φιλομάθεια και τις πρωτοβουλίες των φοιτητών του, φήμη όχι μόνον πανελλαδική, αλλά και διεθνή. Αξίζει, όμως, να υπογραμμιστεί, επίσης, πως η συνεχής φροντίδα και αγάπη των εκάστοτε αρχών της πόλης για το Πανεπιστήμιο, μα πάνω απ’ όλα του γιαννιώτικου λαού αλλά και όλων των Ηπειρωτών, αποτέλεσε το θερμοκήπιο μέσα στο οποίο άνθησε το σπουδαίο αυτό λίκνο της γνώσης.

Επέλεξα ως θέμα της σημερινής μου ομιλίας τη σχέση της πολιτικής με την ηθική. Η επιλογή δεν είναι τυχαία. Νομίζω πως στη ζωή μου βρέθηκα, με τον έναν ή άλλον τρόπο, μέσα από ποικίλες διαδρομές, αντιμέτωπος με προβλήματα που είχαν έντονη την ηθική διάσταση.

Μικρός, στα δύσκολα χρόνια της κατοχής, έζησα τον τιτάνιο αγώνα του λαού μας να επιβιώσει παρά τις απίστευτες στερήσεις, και θαύμασα το ηθικό μεγαλείο της αντίστασής του στους κατακτητές. Ήταν ένα υπέροχο μάθημα ηθικής της ελευθερίας, αυτοσεβασμού, αξιοπρέπειας και πατριωτισμού εκ μέρους των Ελλήνων απέναντι στους δυνάστες της χώρας μας.

Αργότερα, οι σπουδές μου στα Νομικά μ’ έφεραν σε επαφή με το πρόβλημα της σχέσης δικαίου και ηθικής. Από φοιτητής πίστευα πως, αντί για μια ‘στενά’ νομική ερμηνευτική προσέγγιση των κανόνων δικαίου, πρέπει να αναζητούμε τα ηθικοπολιτικά θεμέλιά τους. Άλλωστε, οι νόμοι ρυθμίζουν κοινωνικά φαινόμενα, συμπεριφορές του βίου μας, ατομικού και συλλογικού, οπότε η ηθικοπολιτική τους διάσταση είναι προφανής. Η θέση αυτή αποδείχθηκε ορθή, ιδιαίτερα σήμερα που η άνθηση «εκλεπτυσμένων» αντιθετικιστικών θεωριών στη Φιλοσοφία Δικαίου συνέβαλε στο να μειωθεί και στην Ελλάδα ο αριθμός των υποστηρικτών του νομικού θετικισμού. Αλλά και όσοι έμειναν πιστοί σ’ αυτόν αναγκάστηκαν να ανανεώσουν το θεωρητικό τους οπλοστάσιο, γεγονός ευχάριστο, καθώς προάγει την ποιότητα της επιχειρηματολογίας των δύο πλευρών.

Η ανάμειξή μου όμως στην πολιτική υπήρξε αναμφίβολα το πιο απαιτητικό σχολείο για μένα, αλλά ταυτόχρονα και πιο γενναιόδωρο – με την έννοια της προσφοράς πολύτιμων διδαγμάτων και εμπειριών. Η συμμετοχή μου στον αγώνα για την πτώση μιας δικτατορίας που αποτέλεσε όνειδος για τον πολιτικό πολιτισμό μας, και, κατόπιν, στην πολιτική ζωή μιας δημοκρατικά οργανωμένης Πολιτείας, όπως και στη δημιουργία μιας ευνομούμενης διεθνούς κοινωνίας, είχε ως τελικό σκοπό μια δικαιότερη και πιο ανθρώπινη κοινωνία.

Κυρίες και Κύριοι,

Όλα τα ζητήματα, κοινωνικά, οικονομικά και πολιτισμικά, έχουν μια ηθική διάσταση. Είναι λοιπόν επόμενο να αναρωτιέται κανείς ποια είναι η σχέση πολιτικής και ηθικής κατά την πρακτική εφαρμογή της πρώτης.

Κορυφαία πνεύματα από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα έχουν ασχοληθεί με το ερώτημα αυτό. Ο Θουκυδίδης, στο Διάλογο Αθηναίων και Μηλίων, μας περιγράφει, ηθικά αποστασ
ιοποιημένος, τη σύγκρουση δύο αντιλήψεων στις διακρατικές σχέσεις. Αυτής που στηρίζεται στη δύναμη, στην πολιτική των κανονιοφόρων, και αυτής που στηρίζεται στην επίκληση του δικαίου. Ο Machiavelli, με τον «Ηγεμόνα» του, επιχείρησε να διατυπώσει τους κανόνες της αποτελεσματικής διοίκησης στην εποχή του, οπότε ήρθε αντιμέτωπος με το ζήτημα της δημόσιας ευθύνης του Ηγεμόνα να προάγει συνεχώς το καλό της πατρίδας του και των υπηκόων του μέσω της επιλογής των ενεργειών που απαιτούνται γι’ αυτό το σκοπό. Ο Machiavelli δεν διαχωρίζει την ηθική από την πολιτική, ούτε είναι υπέρμαχος του κυνισμού, αλλά θέλει να πείσει τους συγχρόνους του ότι, σε σχέση με την επιδίωξη της χίμαιρας της τέλειας πολιτείας, ορθότερη και συνετότερη είναι η ικανοποίηση των απαιτήσεων και των αναγκών που υπαγορεύονται από τις συνθήκες της πραγματικής πολιτείας.

Οι ερμηνείες που δόθηκαν στο έργο του προέρχονται από ποικίλες οπτικές γωνίες: από συντηρητικούς στοχαστές σαν τον Leo Strauss, από εκπροσώπους της θεωρίας της απόφασης σαν τον Παναγιώτη Κονδύλη, από μαρξιστές σαν τον Louis Althusser και από φιλελεύθερους σαν τον Quentin Skinner. Σημαντική, όμως, υπήρξε και η μονογραφία του Παναγιώτη Νούτσου, «Machiavelli – Πολιτικός σχεδιασμός και Φιλοσοφία της Ιστορίας», ακριβώς επειδή μόνον στο πλαίσιο της μελέτης της Φιλοσοφίας της Ιστορίας μπορούμε να αντιληφθούμε πώς γεννήθηκε η σκέψη ενός στοχαστή, μέσα σε ποια πνευματική και πολιτική παράδοση εντάσσεται αυτή, τι νέο κομίζει (εάν κομίζει) και, τελικώς, εάν επηρεάζει ή όχι τον τρόπο με τον οποίο σκέπτονται οι μεταγενέστεροί του.

Η ηθική και η πολιτική δεν είναι ασύμβατες μεταξύ τους. Η επίκληση της ηθικής δεν είναι πάντοτε ένας τρόπος συγκάλυψης των αξιώσεων ισχύος εκείνου που την επιχειρεί. Μια τέτοια αντίληψη θα απέληγε σ’ έναν ακραίο αξιακό σχετικισμό, που είναι επικίνδυνος τόσο για τη δημοκρατία και την κοινωνική συνοχή, όσο και για το διεθνές σύστημα. Πιστεύω, άλλωστε, πώς αυτός ο αξιακός σχετικισμός ήταν από τις κύριες αιτίες της κατάρρευσης του αρχαίου κόσμου.

Γενικότερα, δεν βρίσκω πειστικές τις σκεπτικιστικές ή και μηδενιστικές αμφισβητήσεις της αντικειμενικότητας των ηθικών κρίσεων που έχουν ως αφετηρία ορισμένες συνολικές μεταφυσικές απόψεις για τη δομή της πραγματικότητας, τη λειτουργία της γλώσσας και τη σχέση της με τον κόσμο ή την υφή των αξιών, και τούτο παρά το γεγονός ότι κάποιες από αυτές τις απόψεις ασκούν πνευματική γοητεία. Από την άλλη βέβαια, η κανονιστική ή «ουσιώδης» ηθική, αυτή με την οποία αναζητούμε τους κανόνες της πρακτικής μας, δεν μπορεί να αδιαφορεί και για τη μεταηθική, που αφορά όχι μόνον στη λογική και σημασιολογική διερεύνηση του ηθικού λόγου, αλλά προσφάτως χρησιμοποιείται για να δηλώσει και κάθε γνωσιολογική και οντολογική προσέγγιση της ηθικής. Διότι χωρίς τη μεταηθική είναι δύσκολη η υπεράσπιση της αντικειμενικότητας και της αλήθειας των ηθικών κρίσεων που διατυπώνουμε στο πλαίσιο της κανονιστικής ηθικής.

Μετά από αυτές τις αναγκαίες γενικές τοποθετήσεις μου για την φύση των ηθικών κρίσεων, επικεντρώνω πλέον την ανάλυσή μου σε κάποιες σημαντικές παραμέτρους της σχέσης της πολιτικής με την ηθική.

Ασφαλώς, η πολιτική δεν ασκείται σε ηθικό κενό. Οι πολιτικοί οφείλουν πρωτίστως να σέβονται το Σύνταγμα και τους νόμους του κράτους, δεν αρκεί όμως μόνον η τυπική τους συμμόρφωση προς το νομικό μας καθεστώς. Πολλές από τις πράξεις τους και τις συμπεριφορές τους δεν τις κρίνουμε μόνον πολιτικά, αλλά και ηθικά. Έτσι, κρίνουμε ηθικά -και όχι μόνον πολιτικά- έναν πολιτικό που θεωρούμε διεφθαρμένο. Επίσης, αποτελεί όχι μόνον παραδεκτή αλλά και αναγκαία «ηθικοποίηση της πολιτικής» η θέσπιση, για παράδειγμα, νόμων για την αποτελεσματικότερη προστασία των κοινωνικά και οικονομικά αδυνάτων, των γυναικών, των παιδιών, των μεταναστών, κλπ.

Συχνά, επίσης, λένε ορισμένοι ότι η ηθική είναι υποκειμενική, ενώ συγχρόνως αναφέρονται σε συγκεκριμένες ενέργειες και γεγονότα, για να αποδείξουν ότι αυτά παραβιάζουν την ηθική στις διεθνείς σχέσεις. Δεν συνειδητοποιούν πριν απ’
όλα την έλλειψη εσωτερικής συνέπειας στην επιχειρηματολογία τους. Μια έλλειψη συνέπειας που προκύπτει από το γεγονός ότι ο πρώτος τους ισχυρισμός ανήκει στη μεταηθική τους τοποθέτηση, ενώ ο δεύτερος προϋποθέτει μια συγκεκριμένη κανονιστική αντίληψη της ηθικής στις διεθνείς σχέσεις, η οποία αντιβαίνει στην πρώτη.

Επομένως, βεβαίως και υπάρχει ηθική στις διεθνείς σχέσεις, δηλαδή αξίες και αρχές που τις διέπουν, ανεξάρτητα από το εάν κάποιοι συμφωνούν με αυτές και κάποιοι όχι. Το κρίσιμο θέμα είναι ότι από την οργάνωση της διεθνούς κοινότητας απουσιάζει το στοιχείο της εκτελεστότητας, ενώ η έννοια της ηθικής και το περιεχόμενο του εφαρμοστέου δικαίου διαμορφώνονται κυρίως μέσα από το πρίσμα των συμφερόντων των ισχυρών. Η συνεπής εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου και η ενίσχυση της ουσιαστικής λειτουργίας των Διεθνών Οργανισμών, ιδίως των Ηνωμένων Εθνών, θα ενισχύσουν τις ηθικές βάσεις της διεθνούς κοινωνίας. Άλλωστε, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι εκείνα τα κράτη που στο παρελθόν αψήφησαν τις επιταγές της ηθικής και ενστερνίστηκαν την Machtpolitik στη διεθνή τους συμπεριφορά, γνώρισαν αργά ή γρήγορα τη συντριβή, όσο ισχυρά κι αν ήταν. Και αυτό γιατί η ηθική διάσταση εμπεριέχει πολιτική δυναμική, όπως ιστορικά έχει φανεί σε επαναστατικές περιόδους.

Η σχέση όμως της πολιτικής με την ηθική στο χώρο των διεθνών σχέσεων γνωρίζει και μια νέα παράμετρο, τα τελευταία χρόνια. Όλο και περισσότεροι στοχαστές, αλλά και πολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες, συνειδητοποιούν ότι η έννοια της αναδιανεμητικής δικαιοσύνης πρέπει να λάβει τη μορφή συγκεκριμένων πολιτικών προς όφελος των ασθενέστερων χωρών, σ’ έναν κόσμο όπου εμφανίζονται όλο και ισχυρότερες μορφές εξάρτησης και αλληλουχίας.

Ωστόσο, οι ηθικές προκλήσεις για την παγκόσμια πολιτική δεν σταματούν εδώ. Ο κίνδυνος ολοκληρωτικής καταστροφής του φυσικού περιβάλλοντος είναι καταφανής, και η ανάγκη λήψης επειγόντων – και οδυνηρών για τους ισχυρούς – μέτρων είναι δεδομένη, και μάλιστα πιεστική. Εδώ υπεισέρχεται η έννοια της διαγενεακής δικαιοσύνης, δηλαδή της υποχρέωσής μας να νοιαζόμαστε για το τι περιβάλλον θέλουμε να παραδώσουμε στις επόμενες γενιές και να καταβάλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να αναστρέψουμε τη σημερινή πορεία συνεχούς επιδείνωσης της κατάστασης.

Το ζήτημα της ασφάλειας και της ταυτόχρονης προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι μια επίσης μεγάλη πρόκληση για τις σημερινές κοινωνίες και τις ηγεσίες τους: μας θέτει ενώπιον τεράστιων πολιτικών, νομικών και ηθικών ευθυνών. Καλό είναι όμως να θυμόμαστε πως η Ιστορία έχει αποδείξει ότι έσφαλαν όσοι πίστεψαν πως με βασανισμούς ή εξευτελισμούς ανθρώπων επιτυγχάνεται η ασφάλεια.

Ένα άλλο μεγάλο ζήτημα των σημερινών καιρών είναι οι προκλήσεις που θέτουν στην Επιστήμη, το Δίκαιο και τη Βιοηθική, τον κλάδο αυτόν της Εφαρμοσμένης Ηθικής, η Γενετική και η Βιοτεχνολογία. Για να αντιμετωπιστούν, απαιτείται ουσιαστική συνεργασία της Πολιτείας με τους επιστήμονες και άνοιγμα προς την κοινωνία, ώστε τα ηθικά διλήμματα που γεννά η ανάπτυξη της Γενετικής και της Βιοτεχνολογίας να καταστούν αντικείμενο ευρείας δημόσιας συζήτησης, πριν από οποιαδήποτε νομοθετική ρύθμισή τους.

Κυρίες και Κύριοι,

Το ζήτημα της σχέσης της πολιτικής με την ηθική είναι ευρύτατο, και έχει ένα πλήθος από πτυχές. Ήθελα να σας παρουσιάσω ορισμένες μόνον σκέψεις και προβληματισμούς μου, και να εκφράσω την ελπίδα ότι οι κοινωνίες και οι διανοητές όλου του κόσμου θα συνεχίσουν έναν γόνιμο, ερευνητικό διάλογο, που θα τροφοδοτήσει τη σκέψη κάθε πολίτη.

Κλείνω την ομιλία μου τονίζοντας ότι, καθώς παραμένω βαθιά ουμανιστής, έχω εμπιστοσύνη στη ικανότητα του ανθρώπου να βρίσκει τελικά πάντοτε τον σωστό βηματισμό για τη συνέχιση της πορείας του, και γι’ αυτό πιστεύω ότι θα αντεπεξέλθει και τούτη τη φορά με επιτυχία στις μεγάλες ηθικές και πολιτικές προκλήσεις της εποχής μας. Θα αντεπεξέλθει όμως μόνον εφόσον όλοι αντιληφθούμε ότι η βάση της πολιτικής πρακτικής τόσο σε εθνικό, όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο, δεν μπορεί να είναι άλλη από την κοινωνική δικαιοσύνη και την προστασία των αδυνάτων.

Γιώργος Λ. Ευαγγελόπουλος

Αναπληρωτής καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας και διεθνών σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Βιβλία του: Καστοριάδης και σύγχρονη πολιτική θεωρία (2009), Μαθηματικά και φυσική (2010), Μαθηματικά, θεωρητική ή πρακτική επιστήμη, εντέλει; (2016), Ένας αιώνας διεθνών σχέσεων 1919-2019 (επιμ. με τον Ανδρέα Γκόφα και τη Μαριλένα Κοππά, 2020).

Τελευταία άρθρα από τον/την Γιώργος Λ. Ευαγγελόπουλος

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.