Σύνδεση συνδρομητών

Αντιδραστικές εξεγέρσεις

Δευτέρα, 16 Αυγούστου 2021 08:06
24 Iουλίου 2021. «Προοδευτικοί» αντιεμβολιαστές σε συγκέντρωση στο Λονδίνο.
Gerry Popplestone / flickr
24 Iουλίου 2021. «Προοδευτικοί» αντιεμβολιαστές σε συγκέντρωση στο Λονδίνο.

Για την ανάγκη μιας νέας δημόσιας πολιτικής κουλτούρας

Α. Όταν το δίκιο (δεν) το έχουν οι εξεγερμένοι

Πριν από λίγες βδομάδες, στο Μονπελιέ της Νότιας Γαλλίας, το πλήθος από μια διαδήλωση «κατά του υγειονομικού διαβατηρίου» επιτέθηκε με μανία κατά ενός φαρμακοποιού στο φαρμακείο του οποίου διεξάγονταν εμβολιασμοί κατά του covid-19. Τον αποκάλεσαν δωσίλογο (collabo) και δολοφόνο (assassin) και, φυσικά, δούλο της «δικτατορίας Μακρόν». Τις ίδιες ημέρες, στη Γερμανία, οι διαδηλώσεις του αντιεμβολιαστικού χώρου οδήγησαν σε συγκρούσεις με την Αστυνομία, με ένα πρώτο θύμα από καρδιακή ανακοπή. Στη δική μας χώρα κάποιες αξιοσημείωτες –για βαθύ καλοκαίρι– συγκεντρώσεις γέννησαν μικρής έκτασης επεισόδια και αντιμετωπίστηκαν, ιδίως από αριστερά έντυπα και ιστοσελίδες, ως γραφικές και ακροδεξιές συνάξεις, συνέχεια των κινητοποιήσεων του συντηρητικού κόσμου για το Μακεδονικό.

Παρακολουθώντας περισσότερο και συστηματικά τη γαλλική σκηνή (πολύ λιγότερο τη γερμανική), υποθέτω πως είμαστε μπροστά στην ανάδυση ενός υβριδικού κινήματος που προτείνω να το χαρακτηρίσουμε αντιδραστική εξέγερση ή, πιο σωστά, μια εκδήλωση του αντιδραστικού εξεγερτισμού που χαρακτηρίζει την εποχή των social media. Πρόκειται για μια οπτική εξέγερσης στην οποία σπεύδουν να επενδύσουν πολλές ακροδεξιές οργανώσεις αλλά και άνθρωποι που ανατράφηκαν με ελευθεριακές, οικο-εναλλακτικές και αντικαπιταλιστικές αναφορές.

Στη φάση αυτή, τέλος καλοκαιριού του 2021, βρισκόμαστε πια μακριά από αυτό που κάποιοι φιλελεύθεροι ονομάζουν θεμιτές φοβίες ή εύλογες ανησυχίες των απλών ανθρώπων που χρειάζονται εκστρατείες λεπτής ενημέρωσης και πειθούς σε σχέση με τα εμβόλια ή άλλες πτυχές της επιστημονικής αντιμετώπισης της πανδημίας. Έχει υπάρξει κάθε είδους εκλαΐκευση, μαλακή ή πιο «αυστηρή» προσέγγιση, ένα ολόκληρο κύμα ενημέρωσης, αποσαφήνισης και αντίκρουσης των fake news. Εδώ και καιρό ο αντι-εμβολιαστικός λόγος και ακτιβισμός τροφοδοτείται από  (και ενισχύει με τη σειρά του) δύο συγκεκριμένες μεταλλάξεις στο πεδίο της ιδεολογίας. Δεν ενσωματώνει απλώς συναισθηματικά ρήγματα ή ιδιοσυγκρασιακές αντιρρήσεις από κάποιους ανενημέρωτους ή απλώς διστακτικούς πολίτες και, ακόμα και αν συνεχίζει να υπάρχει αυτή η διάσταση, τώρα έχουμε να κάνουμε με συμπαγείς πλατφόρμες αντίδρασης. Έχουμε εν τέλει να αντιμετωπίσουμε σκληρά credo, παγιωμένες στάσεις και ιδεολογικές έξεις που αναζητούν απλώς αφορμή για να πιαστούν από ατομικούς φόβους και ανησυχίες.

 

Β. Μεταλλάξεις της ιδεολογίας

Στέκομαι εν τάχει σε αυτές τις δυο μεταλλάξεις της ιδεολογίας που επηρεάζουν άμεσα κάποια, όχι αμελητέα, τμήματα της κοινής γνώμης.

Η πρώτη έχει μετατοπίσει τον συμβατικό ατομικισμό προς τον επιθετικό υποκειμενισμό του δικαιώματος. Ένα τμήμα του πληθυσμού, ιδίως από τις νεότερες ηλικίες, ωθείται να περιφρονεί την ύπαρξη και τις συνεπαγόμενες υποχρεώσεις της δεσμευτικής συλλογικότητας όπου συνυπάρχει και λογοδοτεί. Από εκεί και πέρα, η συγκεκριμένη ιδεολογική μετάλλαξη παράγει ένα ασταθές μείγμα λαϊκισμού και υπερφιλελευθερισμού, αμφισβητώντας το λόγο των ειδικών στο όνομα αλάνθαστων προσωπικών διαισθήσεων και επιλογών ή άλλων πηγών εναλλακτικής και ανορθόδοξης αυθεντίας (είτε με μια άλλη ερμηνεία του μηνύματος του Ιησού Χριστού, είτε με αναφορές σε κάποια θρησκευτική ή θεραπευτική σοφία κ.λπ.). Μεγάλο μέρος της συνωμοσιολογίας αρθρώνεται στη βάση του «κλασικού» επιχειρήματος της προσωπικής άποψης, της απλής, ατομικής πεποίθησης που θεωρείται θεμέλιο ενός φιλελεύθερου πολιτισμού. Για την ακρίβεια, ένας ανεπεξέργαστος και ρηχός επιστημολογικός σχετικισμός επιστρατεύεται ακόμα και από σκληρά θρησκευόμενους ζηλωτές για να πουν το εξής: η αλήθεια τους και η αλήθεια μας, η πίστη τους και η δική μας πίστη, σαν να έχουμε να κάνουμε με έναν απλό πόλεμο ερμηνειών ανάμεσα σε επίσημους λόγους και άλλους (ανταγωνιστικούς, εναλλακτικούς, καταπιεσμένους λόγους περί εμβολίων, ιατρικής κ.λπ.).

Μια δεύτερη μετάλλαξη φαίνεται να ακολουθεί περισσότερο τη ριζοσπαστική υποψία όπως την είχαν συστήσει φιλόσοφοι όπως ο Αντόρνο και ο Χορκχάιμερ, ο Χάιντεγκερ και κάποιους από τους επιγόνους της αποδόμησης και της κριτικής πολιτισμικής θεωρίας. Αυτό το οποίο έχει εξαχθεί προχείρως από τούτες τις τόσο διαφορετικές στιγμές της σκέψης είναι μια θεμελιακά εχθρική στάση για τις πρακτικά προσανατολισμένες και «εργαλειακές» πτυχές του σύγχρονου πολιτισμού και των διαδικασιών του. Για πολλές δεκαετίες, η ριζική φιλοσοφική κριτική του Μοντέρνου φιλτραρίστηκε από τις πολιτικές χρήσεις ριζοσπαστών διανοούμενων ή κύκλων που εμφανίζονται πλέον με υβριδικές ιδεολογικές αναφορές. Αιχμή στάθηκε κυρίως η αποδόμηση της «δυτικής» τεχνοεπιστήμης την οποία είδαν ως καταδυναστευτική τεχνολογία με στόχο την αλλοίωση της ανθρώπινης υποκειμενικότητας. Αν, όπως διατεινόταν ο Χάιντεγκερ, «η επιστήμη δεν στοχάζεται»,  ή αν ζούμε σε μια «διοικούμενη κοινωνία» που στηρίζεται στην καθολική εργαλειακή εκμετάλλευση, άνετα μπορεί να συμπεράνει κανείς πως η τωρινή εμβολιαστική πίεση από τις κυβερνήσεις και τις ιατρικές αρχές των περισσότερων χωρών είναι μέρος μιας άφρονος διαδικασίας, μιας τυραννικής μεταστροφής και παραποίησης εκ μέρους ηγεμονικών λόγων και δυνάμεων. Τόσο λοιπόν μια σύλληψη του εαυτού ως αποκλειστικού κυρίου των ιδιοτήτων του και της αυτονομίας του (υπερφιλελεύθερος ατομικισμός), όσο και η απαξίωση σημαντικών πολύ επιστημονικών και διοικητικών τεχνολογιών ως περίπου ολοκληρωτικών, καθοδηγεί, από μακριά, μια λογική άρνησης και αντιδραστικής εξέγερσης.

Φυσικά, οι δυο μεταλλάξεις δεν είναι παρούσες με ρητό ή ευκρινή τρόπο στα ανερμάτιστα κινήματα τα οποία βλέπουμε αυτόν τον χρόνο, ιδίως σε χώρες της Ευρώπης, στις ΗΠΑ και αλλού. Αυτοί που αρνούνται να φορέσουν μάσκα, υπονομεύουν τα εμβόλια ή αντιμάχονται τους αναγκαίους διαχωρισμούς στη βάση της εμβολιαστικής κάλυψης του πληθυσμού, μπορεί να είναι σχεδόν τα πάντα, από παραδοσιακοί συντηρητικοί χριστιανίζοντες έως πολύχρωμοι νεοφασίστες, κι από νεο-χίπηδες της ολιστικής φάσης μέχρι μεσοαστοί επαγγελματίες που επηρεάστηκαν από τη γνώμη του ομοιοπαθητικού γιατρού ή του βιοενεργειακού θεραπευτή τους. Μπορεί να μιλούν  στο όνομα της αξιοπρέπειας του ανθρώπου σαν παλιοί μεταφυσικοί ανθρωπιστές που υπερασπίζονται την ουσία του ανθρώπου από βιοτεχνολογικές επεμβάσεις με «άγνωστα αποτελέσματα». Ή και να προχωρούν με τελείως άλλες αναφορές, με τα πλέον εξωφρενικά σκευάσματα της συνωμοσιολογικής φαντασίας κυνηγώντας ερπετικές μεταλλάξεις, προγράμματα μαζικής εξόντωσης και γενετικής τροποποίησης των πληθυσμών. Ωστόσο, οι βασικές, καταγωγικές ιδέες που στρώνουν το έδαφος στην κουλτούρα της άρνησης είναι τροπισμοί μιας «κριτικής σκέψης» που έπειτα από χρόνια σπεύδει να συμμαχήσει με την πολιτική αντίδραση και τον μαχόμενο ανορθολογισμό. Στο βαθμό που αυτή η αρνητική, κριτική σκέψη δεν κατάφερε επί δεκαετίες να εμφυσήσει κάποιον πειστικό μεταρρυθμιστικό και προοδευτικό στόχο, η όλη ενέργεια πολλών οπαδών της συγκεντρώθηκε κατά μείζονα λόγο στην ενθάρρυνση της ακραίας καχυποψίας, στην καταστροφή κάθε εμπιστοσύνης στους θεσμούς και στο εγκώμιο κάθε ρήξης, ανεξάρτητα από τις προκείμενες και τους στόχους αυτής της ρήξης. Μια τραμπική νέα Δεξιά έχει από δίπλα και ως ομοιοπαθητικό της αντίστοιχο μια φανατικά καχύποπτη και ανίκανη να εργαστεί με εποικοδομητικούς στόχους Αριστερά.  

Η κατάληξη αυτών των κινήσεων δεν αποκλείεται να είναι φαινόμενα εντεινόμενης εξτρεμιστικής επιθετικότητας: επιθέσεις σε ιατρούς, χακάρισμα εμβολιαστικών βάσεων δεδομένων, δολιοφθορές, απειλές ή βία κατά πολιτικών προσώπων, επιστημόνων κ.λπ. Πράγματα που έχουμε δει σε αντιδραστικά κινήματα, όπως αυτά των εχθρών των αμβλώσεων, μπορεί να αναδυθούν στην επιφάνεια με ακόμα μεγαλύτερη ένταση. Και αυτό το στοιχείο έχει προαναγγελθεί σε χώρους με διαφορετικές προθέσεις αλλά με κοινό το μίσος τους σε οτιδήποτε προσλαμβάνουν, κάθε φορά, ως συστημικό λόγο. Η αντίληψη περί Μακρόν-δικτάτορα έχει προϋπάρξει στα Κίτρινα Γιλέκα των κινητοποιήσεων του 2019, σε διαμαρτυρίες ακροδεξιών οργανώσεων που τις κήρυξαν εκτός νόμου, σε κείμενα της ριζοσπαστικής Αριστεράς των πανεπιστημίων και των συλλογικοτήτων. Ένα μέρος της αριστερής διανόησης έχει συγκεκριμένη και αμετάθετη ευθύνη για την φιλοσοφική αποθέωση της εξεγερτικής επιθετικότητας, την περιφρόνηση στη σημασία της κοινωνικής συνεργασίας και τις καμπάνιες εκφοβισμού όσων δεν είναι αρεστοί. Όλες αυτές οι ψηφίδες ενώνονται σε έναν ευρύ πόλο που συνδυάζει εξεγερτικές ιαχές, εχθρότητα για την «κατεστημένη επιστήμη», εθνικο-φασιστικές, αναρχο-οικολογικές, αποκαλυψιακές αναφορές.

Στην ελληνική περίπτωση, βεβαίως, ο χώρος που διακινεί τις ίδιες αντιλήψεις έχει τη δική του ιδιαιτερότητα. Υπάρχει μια αδιάψευστη σχέση με ομάδες και δίκτυα εκκλησιαστικής επιρροής και παλαιοημερολογίτικου ευσεβισμού. Και φυσικά, η ενσώματη συμμετοχή ανθρώπων από εθνικιστικές συσπειρώσεις της λαϊκιστικής δεξιάς ή της φθίνουσας για καιρό και τώρα αναγεννημένης επίδρασης του νεοναζιστικού μορφώματος. Στην Ελλάδα, ο χώρος της άρνησης και της ανορθολογικής καχυποψίας έχει στηρίγματα εθνικιστικά-ορθόδοξα και συγκεκριμένα σε εκείνα τα στοιχεία που παράγουν εδώ και χρόνια μια παραλλαγή του ρωσόφιλου, θρησκευτικού και πολιτισμικού λαϊκισμού.

 

Γ. Μια δημοκρατικοφανής δημαγωγία

Αν πάμε όμως στο μεγάλο επίπεδο θα δούμε ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια αντιπαράθεση με τη συνωμοσιολογική άκρα Δεξιά. Θα ήταν μια πολύ εύκολη και βολική λύση να περιοριστεί κανείς σε γραφικούς παππούληδες, φασίστες με περικεφαλαίες ή λυσσασμένους εξορκιστές των 666 και των δαιμονικών μικροτσίπ. Αν σταθήκαμε μάλιστα παραπάνω στο θέμα των αντιδραστικών εξεγέρσεων είναι γιατί προσφέρει μια καλή αφορμή να ξανασκεφτούμε κάποιες πολιτικές ιδέες και την περίπλοκη χορογραφία τους. Να πάμε κατευθείαν στα βαθιά λοιπόν: το πλαίσιο που βοηθάει τον εξεγερτισμό να αντλήσει νομιμοποίηση είναι ορισμένοι κοινοί τόποι του δημοκρατικού συναισθηματισμού της εποχής: ο λαός στο δρόμο, τα πλήθη, η εξεγερτική στιγμή, η σύγκρουση με τις αντιδημοκρατικές ελίτ που μας κυβερνούν έχουν γίνει ιερά συνθήματα για κοινωνικούς επιστήμονες, δημόσιους διανοούμενους, καλλιτέχνες ακτιβιστές και τους ακολούθους τους στη μεγάλη αρένα του συμβολικού λιντσαρίσματος των social media. Έτσι, η έλλειψη εμπιστοσύνης των πολιτών σε οτιδήποτε προέρχεται «από πάνω» δεν οφείλεται μόνο σε κακές πρακτικές και τραγικά λάθος χειρισμούς των ηγεσιών, των πολιτικών ή οικονομικών επιτελείων. Φαινόμενα γνωστικής, ταξικής και τεχνοκρατικής αλαζονείας υπονόμευσαν το κύρος θεσμών και διαδικασιών, αλλά δεν θα έπρεπε να υποτιμήσουμε μια ιδεολογική επιθετικότητα που λειτουργεί σαν ένας αυτόνομος συντελεστής τοξικότητας. Το εγκώμιο της λαϊκής, εξεγερτικής ενέργειας εναντίον κάθε απόφασης που προέρχεται «από πάνω» είναι κάτι που επιστρέφει συνεχώς, ανεξάρτητα από την ποιότητα συγκεκριμένων νόμων, αποφάσεων ή επιμέρους δημόσιων πολιτικών. Όταν, για παράδειγμα, ο Βαρουφάκης δηλώνει τη σιχασιά του για τις ευρωπαϊκές ηγεσίες που δεν έκαναν κάτι για τις πυρκαγιές, ενώ όλες αυτές τις μέρες είδαμε δεκάδες ευρωπαϊκές ομάδες με οχήματα, προσωπικό κ.λπ. να δίνουν τη μάχη στην Εύβοια και αλλού, έχουμε ένα δείγμα αυτού του αυτοματισμού της άρνησης που θα αγγίξει ένα κοινό, ακριβώς επειδή παίζει με μια σκέψη που μπορεί να την έχουμε κάνει όλοι μας, πως δηλαδή, σε διάφορες κρίσεις, η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη δεν στάθηκε στο ύψος της. Τα angry faces στις καμπάνιες αποδόμησης, ακόμα και κάτω από μια ανώδυνη δημοσίευση (προερχόμενη όμως από επίσημο θεσμικό φορέα), είναι χαρακτηριστικά μιας δηλητηριώδους σφαίρας όπου καθετί πρέπει να μη γίνεται πιστευτό παρά να ακυρώνεται και να διακωμωδείται εκ των προτέρων. Πρόκειται, φυσικά, για φθορά και έκπτωση της αυθεντικής κριτικής στάσης ή για σφετερισμό της από μια τυφλά μνησίκακη λογική.

Με κάποιο τρόπο, έτσι, ο αντιδραστικός εξεγερτισμός κυοφορήθηκε μέσα στην ίδια την «παθιασμένη» επίκληση στη δημοκρατία και στον ηθικό της πυρήνα. Πριν αποκτήσει το αποκρουστικό πρόσωπο του πλήθους που αρνείται τη μάσκα, τα μέτρα ή το εμβόλιο στο όνομα μιας αναπαλλοτρίωτης «ελευθερίας» του, ο φετιχισμός της εξέγερσης πέρασε μέσα από την παρανόηση της σχέσης ανάμεσα σε νομιμότητα και νομιμοποίηση. Οποιοσδήποτε νόμος ή απόφαση που δεν άρεσε (για τον ένα ή τον άλλο λόγο) αναγορεύτηκε μη ηθικά νομιμοποιημένος και, επομένως, «για τα σκουπίδια». Η ρητορική περί ηθικής νομιμοποίησης υπηρέτησε έτσι παραβατικές στάσεις ατόμων, αντικοινωνικές πρακτικές ομάδων, θεμιτές φιλοδοξίες ανερχόμενων διανοουμένων και καμπάνιες μηδενιστικού οίστρου στα social media.

Γι’ αυτόν τον λόγο έχει σήμερα σημασία να τοποθετηθεί κανείς με σαφήνεια μπροστά σε αυτόν τον κίνδυνο. Ο αντιδραστικός εξεγερτισμός δεν συνιστά ένα ακόμα επεισόδιο «λαϊκισμού», το συγκυριακό αποτύπωμα της ψυχικής δυσφορίας από τα περιοριστικά μέτρα ή τα επαγγελματικά προβλήματα και τις αγωνίες κάποιων. Δεν πρέπει να ξεγελάει κανέναν το γεγονός πως τα πλήθη στο Παρίσι, στο Βερολίνο ή ακόμα και στην Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη (με όλες τις αξιοσημείωτες διαφορές τους) ορκίζονται στην ελευθερία εναντίον του «αυταρχικού» κράτους των ειδικών και των κυβερνήσεων. Διότι ξέρουμε πως υπάρχουν περιστάσεις όπου κάποιες θεσμικές ελίτ έχουν περισσότερο προοδευτικό ρόλο απ’ όσο διάφορα κομμάτια της κοινωνίας ή των λαϊκών κινημάτων. Όταν μια συγκυριακή πλειοψηφία θέλει θανατική ποινή για τον έμπορο ναρκωτικών και άλλα αντίστοιχα, είναι ευτύχημα που υπάρχουν αυτές οι ελίτ οι οποίες έχουν αντισταθεί στην ίδια τη βία των «από τα κάτω» επιθυμιών ορίζοντας άλλες διαδικασίες για την απόδοση δικαιοσύνης. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τα πρωτόκολλα της πανδημίας, ανεξάρτητα από επιμέρους ενστάσεις, κριτικές και αναθεωρήσεις σημείων. Και στην υγειονομική κρίση της πανδημίας ισχυριζόμαστε πως το δίκιο δεν το είχαν ούτε στιγμή οι «εξεγερμένοι» αλλά εκείνοι που κινητοποίησαν σύνθετα πρωτόκολλα και εργαλεία χειρισμού δίνοντας τις δυνάμεις τους για την αντιμετώπιση των προκλήσεων της κατάστασης. Μπορεί στη Βραζιλία ή σε άλλα κράτη όπου άσκησαν εξουσία οι αρνητές και οι τραμπιστές το δίκιο να το έχουν, όντως, οι εξεγερμένοι, μπορεί επίσης σε πολλές χώρες της Αφρικής που ο δύστυχος κόσμος διαδηλώνει εναντίον της έλλειψης εμβολίων το δίκιο, πράγματι, να είναι των διαδηλωτών, όλο αυτό όμως δεν έχει καμιά σχέση με τους αρνητές που παρουσιάζονται στις χώρες της αφθονίας όπου η παράκληση στην αγαθή προαίρεση του πολίτη συνυπάρχει με κάποιες προσπάθειες εμβολιαστικής πίεσης. Σε εμάς, στη Γαλλία, στη Γερμανία, στις ΗΠΑ κ.λπ. το δίκιο το έχουν εξαρχής οι επίσημες αρχές, όχι η «κοινωνική διαμαρτυρία». Άλλο πράγμα είναι η διαχείριση των υγειονομικών προκλήσεων, οι επιμέρους αποφάσεις των διοικήσεων για το ένα ή το άλλο βήμα. Εδώ και σχεδόν δύο χρόνια έχει προφανώς ανοίξει ένα ευρύ πεδίο για εσωτερική, έλλογη, πρακτική-τεχνική αντιπολίτευση στην πολιτική οικονομία των συστημάτων υγείας, του κοινωνικού κράτους, της διαχείρισης κρίσεων (και αυτής και των άλλων, εφαπτόμενων κρίσεων). Ωστόσο, η πολιτική και ηθική στάση απέναντι στην αντιδραστική εξέγερση και στις υπονομευτικές της συνέπειες έχει ένα βάρος που υπερβαίνει τις διαφορετικές πολιτικές αποχρώσεις και τα διαχειριστικά πρωτόκολλα που μπορεί να υφίστανται κριτική, να αναθεωρούνται κ.λπ.

 

Δ. Ρεπουμπλικανική και σοσιαλδημοκρατική ανασύνθεση των φιλελεύθερων δημοκρατιών

Σε αυτή την κρίση που ζούμε δεν παρατηρούνται μόνο μεταλλάξεις που οδηγούν σε ιδεολογική εξασθένιση και κρίσεις αυτοϋπονόμευσης των δημοκρατιών. Προβάλλει και η ανάγκη αναθεώρησης της ίδιας της φιλελεύθερης δημοκρατικής σύνθεσης που, με τον έναν ή άλλον τρόπο, δεσπόζει και στη χώρα μας. Θα σταθώ, συνοπτικά, σε ορισμένα σημεία που έχουν γίνει ορατά.

Είναι πια πρόδηλη η εξάντληση μιας ρηχής, αρνητικής κουλτούρας που ταύτισε ενίοτε τη φιλελεύθερη στάση με έναν επιτρεπτικό καιροσκοπισμό ή με τη συνεχή υποχώρηση της πολιτικής συλλογικότητας από το φόβο του πολιτικού κόστους (βλέπε: δισταγμοί και απροθυμία του κράτους να προωθήσει δυναμικά τους υποχρεωτικούς εμβολιασμούς σε χώρους όπως η εκπαίδευση).

Έχουν επίσης εκτεθεί άτυπες συμμαχίες ορισμένων απολιτικών φιλελεύθερων με τους αρνητές των κανόνων, συμμαχία που έδωσε επί μήνες ιδεολογικά ερείσματα σε στάσεις ήπιας (έστω) άρνησης. Σε μια σειρά χώρες, έχουμε στην ουσία μέτωπα όλων των αντιρεπουμπλικανικών ρευμάτων της ριζοσπαστικής Δεξιάς και της Αριστεράς, μια συμπόρευση που ουσιαστικά δικαιολόγησε την παραβατική κουλτούρα επιχειρηματιών, καταναλωτών ή άλλων που, με διάφορα προσχήματα, χρησιμοποίησαν τη ρητορική της συνειδησιακής ελευθερίας και αυτονομίας για να αρνηθούν κοινές και συχνά στοιχειώδεις υποχρεώσεις έναντι του υγειονομικού κινδύνου.

Αν πρέπει, ωστόσο, να συμπυκνώσουμε το κεντρικό ζητούμενο αυτής της περιόδου για τη δημόσια πολιτική κουλτούρα, το συμπέρασμα δεν είναι ότι πρέπει να  εγκαταλείψουμε τον φιλελευθερισμό για χάρη κάποιας βαθιά κοινοτικής ή παλαιο-σοσιαλιστικής επαγγελίας. Όπως και αν το σκεφτούμε, πολλά από τα στοιχεία του δημοκρατικού φιλελευθερισμού είναι πολιτισμικοί πόροι της σύγχρονης κοινωνίας και όχι απλές ρυθμιστικές αρχές που μπορεί να εγκαταλειφθούν δίχως τεράστιο ηθικό και πολιτικό κόστος. Ούτε βέβαια μπορούμε να υιοθετήσουμε εκδοχές  ενός μαχητικού συντηρητισμού που επιθυμεί μια κοινωνία με κάθετες, μη διαλογικές μορφές διεύθυνσης και απρόσβλητης αυθεντίας. Η πολιτική και πνευματική μάχη με τον αντιδραστικό εξεγερτισμό, ο οποίος είναι κάτι παραπάνω από ένας «λαϊκισμός» (όρος που φαίνεται πως δεν καλύπτει πολλά από τα φαινόμενα δράσης και σκέψης των ημερών μας), χρειάζεται περισσότερο μια νέα σύνθεση: μια σύνθεση ανάμεσα στη φιλελεύθερη αρχιτεκτονική των πολιτικών θεσμών, σε ένα ισχυρό ρεπουμπλικανικό δημόσιο πνεύμα και σε μια σοσιαλδημοκρατική κοινωνική φιλοσοφία. Αυτό το εγχείρημα περνά μέσα από δύσκολες πολιτικές και νομικές σταθμίσεις όπου κάθε φορά αναδεικνύεται η προτεραιότητα ενός δημόσιου αγαθού έναντι κάποιου άλλου στη συγκεκριμένη συγκυρία. Παράλληλα όμως, και οι μεγάλες δομικές τάσεις της εποχής δικαιολογούν μια πορεία προς την ίδια ακριβώς σύνθεση. Αξίες όπως η ανθεκτικότητα, η συνοχή του κοινωνικού κόσμου, η προστασία του πολίτη από καινούργιες μορφές αντικοινωνικής βίας και ανασφάλειας χρειάζονται αξιόπιστα πολιτικά και θεσμικά στηρίγματα. Η κρίση του covid-19 έδειξε πως μια δικαιωματική πλατφόρμα, διαχωρισμένη από τις άλλες ηθικοπρακτικές διαστάσεις του κοινωνικού βίου, οδηγείται στα εδάφη της alt right δημαγωγίας, είτε σε έναν «αριστερό» αυτονομισμό που βλέπει παντού αυταρχικά μέτρα. Και αν πάμε πέρα από την πανδημία, οι απορυθμίσεις που συνδέονται με τον ψηφιακό καπιταλισμό της διαρκούς αστάθειας δείχνουν προς την ίδια προγραμματική κατεύθυνση.

Δεν είναι όμως λίγα τα εμπόδια στο δρόμο για μια ρεπουμπλικανική και σοσιαλδημοκρατική θωράκιση της φιλελεύθερης κουλτούρας. Σταχυολογώ κάποια μόνο από αυτά, γνωρίζοντας πως το καθένα είναι ένα χωριστό κεφάλαιο που σηκώνει συζήτηση στις λεπτομέρειές του:

    1. Ο αντι-ιδεολογικός «ρεαλισμός» και εμπειρισμός της Κεντροδεξιάς.
    2. Ο δικαιωματικός αυτοματισμός που παρεπιδημεί στη σύγχρονη Κεντροαριστερά.
    3. Το δημογραφικό χάσμα που χωρίζει τα κοινά της ασφάλειας από τα κοινά της ελευθερίας, τις μεγαλύτερες ηλικίες που αναγνωρίζουν την ανάγκη για δεσμευτικούς κανόνες και τους νεότερους που βλέπουν συχνά την επιβολή κανόνων ως πέρασμα σε μορφές παρωχημένου πατερναλισμού.
    4. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει, ούτως ή άλλως, κάθε σύνθετη προσέγγιση καθώς αντλεί από διαφορετικές φιλοσοφικές και πολιτικές εμπειρίες. Ο εκλεκτισμός του Κέντρου εμφανίζεται συχνά ως θολό στίγμα ή ασαφής μεθόριος ανάμεσα σε πιο κλασικούς ανταγωνιστικούς πόλους.
    5. Η συμπίεση των προοπτικών της μεσαίας τάξης και οι αλλεπάλληλες κρίσεις που συντηρούν και αναδημιουργούν τα ακραία κοινά και, με τη μεσολάβηση των social media, γεννούν εξαιρετικά ετοιμοπόλεμους ψηφιακούς όχλους που στήνουν άγονες διαμάχες σχεδόν σε καθημερινή βάση.

Η μάλλον κοινότοπη υπόθεση πως σε καιρούς ακραίων φαινομένων, οι μετριοπαθείς συνθέσεις είναι ανέφικτες ή δίχως υπολογίσιμο κοινωνικό ακροατήριο, έχει πραγματική βάση. Όταν όμως η μετριοπάθεια δεν σημαίνει παραδοχή της ήττας των πολιτικών θεσμών και δεν συγκαλύπτει απλώς την αδυναμία λήψης αποφάσεων και την καιροσκοπική αποφυγή των απαραίτητων συγκρούσεων, όταν δηλαδή νοηθεί σαν αναγνώριση των δυσκολιών που έχει η πολιτική δράση σε συνθήκες αυξημένης αβεβαιότητας, τότε μπορεί να εκμαιεύσει συνθέσεις. Η απαλλαγή της φιλελεύθερης λογικής από τον αρνητικό ατομικισμό και έναν παρωχημένο αντικρατισμό, η αποδέσμευση των ρεπουμπλικανικών ευαισθησιών από συντηρητικές και αρχαιόπληκτες φαντασιώσεις και η αναγόμωση της σοσιαλδημοκρατικής οπτικής για τη δίκαιη κοινωνία μπορούν να βοηθήσουν στην έξοδο από την ακραία σύγχυση, σύγχυση που είναι συγχρόνως αιτία και αποτέλεσμα της παρακμής των πολιτικών ιδεών και της λειψής συζήτησης για αυτές. Χρειαζόμαστε τη μάχη των ιδεών απέναντι στην επιθετικότητα του ανορθολογισμού, στις αντιδραστικές εξεγέρσεις και σε εκείνες τις δυνάμεις μιας διανόησης που είναι έτοιμες να συμμαχήσουν και με το διάβολο, μόνο και μόνο για να δείξει πως η φιλελεύθερη δημοκρατία είναι κονιορτός χάους είτε αστυνομικό κράτος καταστολής. Όσοι εντέλει δεν πιστεύουν σε μια συρραφή ατομικών/ κοινοτικών θέλω, ούτε στον αυταρχικό κρατισμό, έχουν τη δυνατότητα να δώσουν καλύτερες απαντήσεις στις αγωνίες των ανθρώπων, χωρίς φλερτ με τον υγειονομικό σκεπτικισμό και την κουλτούρα της ανυπακοής που έχει γίνει ο επίμονος, κομφορμιστικός ναρκισσισμός των ημερών μας.

  

  

Νικόλας Σεβαστάκης

Αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ποιητής, και συγγραφέας. Βιβλία του: Φιλόξενος μηδενισμός, Μια σπουδή στον homo democraticus (2008), Αυτό το πνεύμα που παραδίδει το πνεύμα (2009), Δοκιμές και αναγνώσεις (2011), Η τυραννία του αυτονόητου (2012), Φαντάσματα του καιρού μας (2017). Κυκλοφορούν ακόμα οι συλλογές διηγημάτων του, Γυναίκα με ποδήλατο (2014), Άνδρας που πέφτει (2015) και το μυθιστόρημα Άνθρωπος στη σκιά (2019).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.