Σύνδεση συνδρομητών

Ελλάς, Γαλλία, συμμαχία – και η Ευρώπη

Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2021 23:04
Ο έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και ο γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν. Η συμφωνία τους μπορεί να ανοίξει το δρόμο για τη δημιουργία κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής για την άμυνα.
Δημήτρης Παπαμήτσος
Ο έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και ο γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν. Η συμφωνία τους μπορεί να ανοίξει το δρόμο για τη δημιουργία κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής για την άμυνα.

Η Ελλάδα επέλεξε, μέσω του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, να μην παρακολουθεί τις διεθνείς εξελίξεις αμήχανη, και κυρίως τις κινήσεις της Τουρκίας, που όπως όλα δείχνουν έχει επιλέξει πολιτική περιφερειακής δύναμης και αμφισβητεί το έως πρόσφατα status quo και της περιοχής του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. Η αγορά από την Τουρκία των ρωσικών SS-400 και οι αντιδράσεις της Αμερικής του Τζο Μπάιντεν είναι ένα μόνο επεισόδιο αυτής της αλλαγής. Παρότι χώρα του ΝΑΤΟ, η Τουρκία συχνά υπονομεύει τις στρατηγικές επιλογές της Δύσης, συγκρούεται με έως σήμερα παραδοσιακούς συμμάχους ενώ έχει υποθάλψει ισλαμιστικά κινήματα που η Δύση τα εντάσσει στον κύκλο της τρομοκρατίας. Η διπλωματική και στρατιωτική κινητικότητά της, οι παρεμβάσεις της σε Ασία και Αφρική αλλά και η εντεινόμενη απειλή της ειρήνης στην ευρύτερη περιοχή μας δεν ήταν μια κατάσταση που μπορούσε να παρακαμφθεί. Η Ελλάδα δεν γίνεται να παραβλέψει την αμφισβήτηση από την Τουρκία του καθεστώτος του Αιγαίου, μάλιστα με διάβημά της στον ΟΗΕ. Ούτε μπορεί να ξεχάσει την υβριδική επίθεση εναντίον της μέσω του μεταναστευτικού κύματος που ενθαρρύνθηκε να εισβάλλει στην Ελλάδα μέσω των βόρειων ελληνοτουρκικών συνόρων.

Υπ’ αυτούς τους όρους, η Ελλάδα όφειλε να αντιδράσει. Το αμυντικό δόγμα το οποίο ήταν σε ισχύ δεν είχε νόημα με τις νέες συνθήκες. Η χώρα μας βρέθηκε σε σημείο δύσκολο που την υποχρέωσε να ξανασχεδιάσει την άμυνά της, διασφαλίζοντας την ασφάλειά της και την εδαφική της ακεραιότητα.

Αλλά προφανώς, κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε η χώρα μας να το αντιμετωπίσει μόνη της. Λύση δεν υπήρχε ούτε μέσα στο ΝΑΤΟ (που εύλογα σε κάθε περίπτωση θα απέφευγε να διαταράξει τις ισορροπίες του, λειτουργώντας κατά σύστημα κατευναστικά) ούτε μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση – όπου συχνότατα τα οικονομικά συμφέροντα παίζουν καθοριστικό ρόλο κι όπου δεν υπάρχει ούτε κουλτούρα κοινής άμυνας ούτε λειτουργούν συμφωνίες αμυντικής συνδρομής σε χώρα που πιθανόν να αντιμετωπίσει πρόβλημα με δύναμη εκτός της Ευρώπης.

Σε αυτά τα θέματα απαντά η ελληνογαλλική συμφωνία – θέτοντας όμως σε ευρύτερο πλαίσιο το ζήτημα της ευρωπαϊκής αμυντικής πολιτικής, που έως σήμερα θεωρούνταν υπόθεση αποκλειστικά του ΝΑΤΟ. Η συμφωνία αυτή, ενώ εκκινεί ως τέκνο της ανάγκης (η Ελλάδα χρειάζεται εκσυγχρονισμό των όπλων της, περισσότερο αξιόπιστη αμυντική θωράκιση και συμμαχίες, η Γαλλία αναζητεί πελάτες για την αμυντική βιομηχανία της αλλά και συμμάχους για τα στρατηγικά συμφέροντά της στη Μεσόγειο και για να αποδυναμώσει στρατιωτικά την τζιχαντιστική απειλή που χρησιμοποιεί ως ορμητήριο την Αφρική), μπορεί να λειτουργήσει αφυπνιστικά για την Ευρώπη που, έως σήμερα, έβλεπε την παγκοσμιοποίηση να εξελίσσεται ερήμην της.

Ευτυχώς, η Ελλάδα δεν είναι πλέον ό,τι ήταν την προηγούμενη δεκαετία: ένα χρεοκοπημένο φτερό στον άνεμο που άγεται και φέρεται από τους λαϊκιστές. Επίσης ευτυχώς, η Γαλλία, μέσω του προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν (προσωπικότητας απαραίτητης, ιδίως μετά την έκλειψη της Άνγκελα Μέρκελ και της αβεβαιότητας της Γερμανίας για την επόμενη μέρα), κατανοεί τον ιστορικό της ρόλο στην εμβάθυνση του ευρωπαϊκού οράματος.

Ο πρόεδρος Μακρόν είχε πρόσφατα αποδοκιμάσει τους Ευρωπαίους ως αφελείς, που αδυνατούν ή δεν θέλουν να κατανοήσουν τις αλλαγές που συντελούνται στο παγκόσμιο σύστημα. Προσανατολισμένος στην ιδέα μιας κοινής ευρωπαϊκής αμυντικής πολιτικής, αντάξιας των μεγάλων προκλήσεων ασφάλειας που αντιμετωπίζει η ήπειρος, συνάντησε τον Κυριάκο Μητσοτάκη, που θεώρησε επείγουσα την περαιτέρω θωράκιση της Ελλάδας. Μαζί, διείδαν τη συμφωνία ως κάτι ευρύτερο από την αμοιβαία ωφέλεια: ως ένα βήμα προς τη δημιουργία κοινής ευρωπαϊκής στρατηγικής άμυνας. Και την υλοποίησή της.

Προφανώς, η ελληνογαλλική συμφωνία δεν θα εξαφανίσει όλα τα υφιστάμενα εμπόδια. Έχει όμως δυναμική και θα μπορούσε να αποτελέσει κίνητρο και για άλλους ευρωπαίους εταίρους, να αφήσουν στο πλάι τις επιφυλάξεις τους και να συνταχθούν με τη Γαλλία και την Ελλάδα.

Τη σημασία της συμφωνίας φαίνεται ότι κατανόησαν στην Ελλάδα όχι μόνο οι εμπειρογνώμονες της άμυνας και της ασφάλειας της χώρας, αλλά και η κοινή γνώμη. Αντιτάχθηκε σε αυτή η κομμουνιστική αντιπολίτευση – και ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος δηλώνει ότι ενδιαφέρεται να αφήσει πίσω το «ριζοσπαστικό» παρελθόν του για να εκφράσει τη σύγχρονη ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατική Αριστερά. Αντί της λογικής, λοιπόν, κυριάρχησε ακόμα μια φορά ο κομματικός φανατισμός. Και ανασύρθηκαν επιχειρήματα τα οποία δεν ευσταθούν. Μια κριτική στόχευε την κυβέρνηση, κατηγορώντας την ότι απομακρύνει τη χώρα από το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ – ώσπου οι ΗΠΑ να δηλώσουν στήριξη στη συμφωνία. Μια άλλη κριτική ακούστηκε κατά Μητσοτάκη και Μακρόν διότι, δήθεν, η συμφωνία υπονομεύει τη μακροπρόθεσμη σύγκλιση της Ευρώπης προς μια κοινή πολιτική άμυνας – ώσπου να τοποθετηθεί θετικά για τη συμφωνία το Βερολίνο.

Σε κάθε περίπτωση, οι επικριτές προσπαθούν να παρακάμψουν το νόημα και τη δυναμική της ελληνογαλλικής συμφωνίας. Η οποία έχει τεράστια σημασία για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Και υπάρχει πιθανότητα να ανοίξει τον δρόμο για την αμυντική ολοκλήρωση της Ευρώπης.

The Books' Journal

Το Books' Journal είναι μια απολύτως ανεξάρτητη επιθεώρηση με κείμενα παρεμβάσεων, αναλύσεις, κριτικές και ιστορίες, γραμμένα από τους κατά τεκμήριον ειδικούς. Πανεπιστημιακούς, δημοσιογράφους, συγγραφείς και επιστήμονες με αρμοδιότητα το θέμα με το οποίο καταπιάνονται.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.