Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2015

Δημήτρης Αρβανιτάκης: μάθαμε τον Κάλβο μετά τον Σεφέρη

Κατηγορία Συνεντεύξεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 58 Συνέντευξη
Η απεικόνιση της (άγνωστης) μορφής του Κάλβου από τον Γιώργο Σεφέρη. Η απεικόνιση της (άγνωστης) μορφής του Κάλβου από τον Γιώργο Σεφέρη. Αρχείο The Books' Journal

Ανδρέας Κάλβος, Αλληλογραφία. Τόμος Α’ 1813-1818. Τόμος Β’ 1819-1869 και αχρονολόγητες επιστολές, εισαγωγή, επιμέλεια, σχολιασμός: Δημήτρης Αρβανιτάκης, με τη συνεργασία του Λεύκιου Ζαφειρίου, Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2014.Ο α’ τόμος 502 σελ, ο β’ τόμος 587 σελ. 

 

Ήταν ο Κάλβος μια σκοτεινή φυσιογνωμία, όπως μας άφησε να πιστέψουμε ο Παλαμάς; Από την αλληλογραφία του προκύπτει «ένας άνθρωπος, δραστήριος, που, ναι, έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, ένας άνθρωπος που ανοίγεται σε φιλίες, που είναι σε πολλούς αγαπητός, ένας άνθρωπος που μιλάει και του μιλούν με χιούμορ. Αλλά και ένας άνθρωπος αυστηρός με τον εαυτό του, που παίρνει τη ζωή του “στα σοβαρά”», λέει στη συνέντευξή του ο ιστορικός Δημήτρης Αρβανιτάκης με αφορμή τη δίτομη έκδοση της αλληλογραφίας του Κάλβου από το Μουσείο Μπενάκη.

 

Mόνο από τα χρόνια του Σεφέρη και μετά o Κάλβος είναι ο Κάλβος που ξέρουμε: όχι ένας εθνικός βάρδος, αλλά ένας ποιητής που μας γοητεύει με τη γλώσσα του. Στα δικά του χρόνια, αντίθετα, κανένας δεν μπορούσε να καταλάβει το αποτέλεσμα της γλωσσικής του ανορθογραφίας. Κατά τα άλλα, «ο έλληνας ποιητής Κάλβος έχει τα εννοιολογικά, τα ιδεολογικά και τα αισθητικά του  θεμέλια στον ιταλό Κάλβο: από την επαφή με τον κόσμο των Καρμπονάρων μέχρι την ποιητική του γλώσσα».

Οι παραπάνω απόψεις είναι του ιστορικού Δημήτρη Αρβανιτάκη, ο οποίος έχει επιμεληθεί, μεταφράσει και σχολιάσει εξαντλητικά την αλληλογραφία, ενώ έχει δημοσιεύσει δύο ακόμα μελέτες για τον Κάλβο, που τιτλοφορούνται «Απολογία της αυτοκτονίας» και «Στον δρόμο για τις πατρίδες». Η πρώτη εξετάζει ένα νεανικό κείμενο του Κάλβου ενώ η δεύτερη έχει ως θέμα της τη ζωή των ιταλών εξορίστων του Λονδίνου. Με τον Δημήτρη Αρβανιτάκη συναντηθήκαμε και είχαμε τη συνομιλία που ακολουθεί:

 

-Μέσα από την αλληλογραφία του, παρακολουθούμε τον Κάλβο σε διαφορετικές εποχές και διαφορετικούς τόπους, κάτω από διαφορετικές πολιτικές και καλλιτεχνικές περιστάσεις. Θα λέγατε ότι η έκδοση της αλληλογραφίας του είναι και μια απόπειρα έμμεσης βιογράφησής του; Κι αν ναι, πώς θα ορίζατε τους βασικούς σταθμούς της βιογραφίας του;

-Αυτά που μπορεί να αντλήσει κανείς από μιαν αλληλογραφία, όσο πλούσια και αν είναι, συνιστούν ερεθίσματα, αφορμές για στοχασμό και για υποθέσεις. Γι’ αυτό τον λόγο, σαν μότο της αλληλογραφίας εδιάλεξα τη φράση που ο Τζων Κητς θέλησε να σκαλιστεί στον τάφο του: «Εδώ κείται κάποιος που το όνομά του γράφτηκε στο νερό». Θεώρησα ότι αυτό ταιριάζει απόλυτα στην περίπτωσή μας. Όχι μόνο γιατί του Κάλβου δεν μας σώθηκε η μορφή, όχι μόνο γιατί τα γράμματά του είναι αποσπασματικά, αλλά και γιατί η ζωή, η προσωπικότητα, ο χαρακτήρας κάθε ανθρώπου, στο βάθος τους, είναι πράγματα που τα παίρνει μαζί του: γράφονται στο νερό και χάνονται. Η βιογράφηση ενός ανθρώπου είναι πράγμα αδύνατο, όπως ειπώθηκε αλλιώς. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ωστόσο, ότι τα ρεάλια συγκροτούν έναν καμβά για την απόπειρα σκιαγράφησης μίας «αφήγησης» του βίου.

Στην περίπτωσή μας, ορισμένες στιγμές υπήρξαν το δίχως άλλο κομβικές για τη διαμόρφωση του κόσμου και του προσανατολισμού του Ανδρέα Κάλβου. Ανάμεσά τους ήταν σίγουρα εκείνη της στενής φιλίας, μαθητείας και συνεργασίας με τον διάσημο (αν και ισχυρά αμφισβητούμενο τότε), τον κορυφαίο «διανοούμενο» και ποιητή εκείνων των χρόνων, τον Ούγκο Φόσκολο, και μέσω αυτού (αν και όχι μόνο μέσω αυτού) με το κλίμα του επαναστατικού κλασικισμού. Τα ίδια εκείνα χρόνια της έντασης του ιταλικού Risorgimento υπήρξαν επίσης, ως ιστορική συνθήκη, θεμελιώδη για τις βάσεις της ποιητικής του γλώσσας και ιδεολογίας. Μία ακόμα κρίσιμη στιγμή αποτέλεσε οπωσδήποτε η επαφή του με τον κόσμο των Καρμπονάρων (για την οποία, πέρα από λογικές ή ευφάνταστες εικασίες, δεν διαθέτουμε παρά λίγα ρεάλια). Η ήττα των ιταλικών ελπίδων, η εξορία του Λονδίνου και η γνωριμία με την «υπεργλυκυτάτη ελευθερία» του αγγλικού συνταγματισμού νομίζω ότι επίσης σφράγισαν τον ιδεολογικό του κόσμο. Για την ποιητική του δημιουργία, καλύτερα για τη γλωσσική μεταμόρφωση της ποίησής του, κομβική στιγμή υπήρξε το τέλος του 1821, όταν λόγω της καρμπονάρικης δράσης του απελαύνεται οριστικά από την Τοσκάνη και κλείνει πίσω του ο δρόμος της Ιταλίας. Την ίδια ώρα ανοίγεται μπροστά του ο κόσμος της επαναστατημένης Ελλάδας, εκείνος που θα αποτελέσει το ερέθισμα για τις ελληνόγλωσσες ωδές του. Έτσι γεννήθηκε ο «Έλληνας» ποιητής Κάλβος, πάνω στα εννοιολογικά, ιδεολογικά και αισθητικά θεμέλια του «Ιταλού» Κάλβου. Ας αναρωτηθούμε, αν και αυτό το ερώτημα δεν έχει πια καμία πραγματική αξία: μήπως τα δημιουργικά περιθώρια του «Έλληνα» Κάλβου ήταν μικρότερα από εκείνα του «Ιταλού» Κάλβου; Μήπως η αποκοπή του από τον ιταλικό κόσμο προσδιόριζε με τρόπο καταλυτικό τα όριά του;

-Μια αλληλογραφία στην οποία αναλαμβάνουν ρόλο, πέραν του Κάλβου, και οι συνομιλητές του: πρόσωπα με τα οποία ήλθε κατά καιρούς σε επαφή κι έχουν στις περισσότερες περιπτώσεις κάτι να πουν ή να υποδείξουν. Μιλώντας γι’ αυτά τα πρόσωπα στην έκδοσή σας, αναπτύσσετε πολλές παράλληλες ιστορίες. Πείτε μας για την ανθρωπολογία που προκύπτει απ’ αυτές.

-Οι αλληλογραφίες είναι λόγος ζευγαρωτός˙ το λόγο των άλλων τον έχουμε ανάγκη. Αλλιώς, βλέπουμε το κύριο αντικείμενο του ενδιαφέροντός μας με τον τρόπο που το έλεγε ο Καμύ: ένας άνθρωπος μέσα σε έναν τηλεφωνικό θάλαμο ανοιγοκλείνει το στόμα του, κάνει γκριμάτσες, κάνει χειρονομίες, αλλά εμείς δεν καταλαβαίνουμε τίποτα, αφού δεν ακούμε τη φωνή του. Η φωνή του ανθρώπου ακούγεται και μέσα από τον λόγο των άλλων. Το ίδιο ισχύει βέβαια και στην περίπτωσή μας, πόσο μάλλον που μας λείπουν αρκετές από τις επιστολές που έγραψε ο Κάλβος. Ο μεγάλος αριθμός επιστολών ή σημειωμάτων που εκείνος έλαβε, μας είναι εξαιρετικά βοηθητικός. Μέσα από τον δικό τους λόγο αναδύονται πλευρές του Κάλβου για τις οποίες εμείς σήμερα δεν διαθέτουμε τον δικό του ευθύ λόγο.

Αυτοί οι επιστολογράφοι, πάλι, μας δίνουν την ευκαιρία να γνωρίσουμε προσωπικές ιστορίες, αλλά συνεισφέρουν και σε κάτι ευρύτερο: να συλλάβουμε το κλίμα της εποχής, να εντοπίσουμε τα περιβάλλοντα μέσα στα οποία κινήθηκε ο Κάλβος, να κατανοήσουμε πτυχές του χαρακτήρα του, να ανιχνεύσουμε θέσεις και ιδέες του κι ακόμη να «φωτογραφίσουμε» συμβάντα της ζωής του, για τα οποία εκείνος δεν μίλησε.

Αν θα θέλαμε να ταξινομήσουμε κάπως τα πρόσωπα αυτά, θα εντοπίζαμε ορισμένες ομάδες, ή έστω περιβάλλοντα, τα οποία κάποτε επικοινωνούν μεταξύ τους και κάποτε όχι. Πρώτο είναι εκείνο της φλωρεντινής λογιοσύνης (1813-1816), το οποίο συνδέεται με τις πρώτες ποιητικές του δοκιμές και που με τη σειρά του μας οδηγεί στον θυελλώδη κόσμο του Ούγκο Φόσκολο. Ύστερα είναι ο «χρόνος της εξορίας», στο πλευρό του Φόσκολο, η Ελβετία και η Αγγλία δηλαδή. Η τετραετία του Λονδίνου (1816-1820), χάρη στην πολύπλευρη δράση του Κάλβου, μας φέρνει σε νέα περιβάλλοντα, κυρίως από τη στιγμή που χώρισε ο δρόμος του από εκείνον του Φόσκολο. Οι γνωριμίες του εκεί θα μας ανοίξουν ένα παράθυρο στον φιλελεύθερο κόσμο του Holland House, με τον πολυποίκιλο, πολυδιασπασμένο αλλά εξαιρετικά γόνιμο κόσμο των ιταλών εξορίστων (χάρη σε αυτόν τον κόσμο θα εμπλακεί ο Κάλβος στην έκδοση του περιοδικού L’ Ape italiana Londra), με τον κόσμο της μουσικής, του θεάτρου και της όπερας (χάρη στις φιλίες και στις παραδόσεις μαθημάτων ιταλικών), με τα περιβάλλοντα της αγγλικανικής εκκλησίας (με τα οποία ο Κάλβος συνδέθηκε όχι μόνο για λόγους βιοποριστικούς), με τον κόσμο του προεπαναστατικού φιλελληνισμού, του ακαδημαϊκού κλασικισμού, του λονδρέζικου τύπου κ.λπ. Αντίστοιχα, στα χρόνια του Παρισιού, ο Κάλβος επικοινωνεί και συνδέεται με το κλίμα του γαλλικού φιλελληνισμού και των φιλελεύθερων γαλλικών περιοδικών. Ο κατάλογος δεν μπορεί να εξαντληθεί εδώ, αλλά ας αναφέρω μία τελευταία ομάδα, ένα τελευταίο περιβάλλον, εκείνο της Ιονίου Ακαδημίας (από το 1826 και μετά), το οποίο πηγαίνει πίσω -καθώς συνδέεται με τη γνωριμία του με τον Γκίλφορντ-, ήδη στα χρόνια του Λονδίνου (1819).

Αυτά τα πρόσωπα, ακόμα κι όταν μοιάζουν κλεισμένα στη μικρή εικόνα του εαυτού τους, μας δίνουν την ευκαιρία να δούμε, πέρα από τα καθέκαστα του προσωπικού τους βίου, που με τρόπο σχεδόν ανασκαφικό αναδύθηκαν, τις μεγάλες εκείνες εικόνες, τα πλέγματα των ιδεών, των ιδεολογιών, των συγκυριών, μέσα στις οποίες περπάτησε ο Κάλβος εκείνων των κρίσιμων για την Ευρώπη χρόνων.

-Όπως καταλαβαίνουμε από την αλληλογραφία, αλλά όπως το σημειώνετε και στην εισαγωγή σας, ο Κάλβος δεν υπήρξε συνεπής, ή μάλλον ήταν αμελής, αλληλογράφος. Πώς αντιμετωπίσατε στη δουλειά σας ένα τέτοιο γεγονός;

-Δεν υπάρχει αμφιβολία, ο Κάλβος ήταν ασυνεπής στη γραπτή επικοινωνία του, το μαρτυρούν πολλοί συνομιλητές του. Θα θέλαμε να ήταν αλλιώς, αλλά δεν ήταν. Μπορούμε επίσης, βάσιμα νομίζω, να υποθέσουμε ότι μάλλον δεν κρατούσε επαφές από απόσταση. Εδώ μιλάμε για ένα ζήτημα του χαρακτήρα του. Ένας από τους επιστολογράφους μάλιστα, ο Γεώργιος δε Ρώσσης, το επισημαίνει: «Δε μπορώ καθόλου να πεισθώ πως η αιώνια σιωπή σας απέναντι στους φίλους σας προέρχεται από λησμονιά γι’ αυτούς, αλλά την αποδίδω σε κάποιο σύστημα που έχετε απαρέγκλιτα υιοθετήσει, ο Θεός ξέρει για ποιους λόγους».

Από την άλλη, είναι σίγουρο ότι, όπως συμβαίνει πάντα, πολλά γράμματα έχουν χαθεί. Πρέπει να σημειωθεί ότι πολλοί από κείνους με τους οποίους αλληλογραφούσε δεν υπήρξαν ονόματα πρώτου μεγέθους, άρα ίσως τα κατάλοιπά τους δεν σώθηκαν κι έτσι μαζί με τα δικά τους χαρτιά χάθηκαν κι εκείνα του Κάλβου. Μπορούμε πάντως να περιμένουμε τις νεότερες έρευνες, ίσως να έχουμε ευχάριστες εκπλήξεις.

Σε ένα επίπεδο γεγονοτολογικό, πάντως, και για να βοηθηθεί ο αναγνώστης να παρακολουθήσει τη διαδρομή του βίου του Κάλβου, τα κενά της αλληλογραφίας επιχειρήθηκε να καλυφθούν με σχόλια κατατοπιστικά. Οι αφορμές του υλικού ήταν πολλές και έτσι έγινε προσπάθεια να φωτιστούν κι άλλες πτυχές για τις οποίες δεν διαθέτουμε επιστολικά τεκμήρια.

-Πώς θα σκιαγραφούσατε την προσωπικότητα του Κάλβου μέσα από την αλληλογραφία του;

-Κρατάμε στο νου μας όλα όσα αναφέρθηκαν αμέσως πιο πριν για την αποσπασματικότητα του υλικού μας. Η αλληλογραφία έχει μεγάλα κενά, άρα μεγάλες σιωπές, που δεν πρέπει όμως να μας παρασύρουν σε βιαστικά συμπεράσματα. Θα αναφέρω δύο παραδείγματα. Το πρώτο έχει να κάνει με κείνο που θα ήθελε πολύ να μάθει ο έλληνας αναγνώστης, με τη διαδικασία δηλαδή της σύνθεσης των ελληνόγλωσσων ποιημάτων του. Στο σωζόμενο υλικό δεν υπάρχει ούτε μία άμεση ή έμμεση αναφορά. Μπορούμε, άραγε να συμπεράνουμε ότι ο Κάλβος δεν μίλησε για τα έργα του αυτά; Με δεδομένη την αποσπασματικότητα, θα ήταν ανεπίτρεπτο να μιλήσουμε για μια στρατηγική απόκρυψης του εαυτού του. Πόσο μάλλον που οι επιστολές της περιόδου 1813-1816, εκείνες που σχετίζονται με τη σύνθεση των ιταλικών του τραγωδιών, μας οδηγούν στο αντίθετο συμπέρασμα. Το δεύτερο αφορά την περίοδο της Κέρκυρας, την εποχή δηλαδή της «εγκατάλειψης» της ποίησης. Τα τεκμήρια από την εποχή εκείνη είναι ελάχιστα, άρα εμείς σήμερα δεν μπορούμε να φωτιστούμε για τους λόγους που υπαγόρευσαν αυτή τη στάση. Μπορούμε ίσως να διατυπώσουμε υποθέσεις λαβαίνοντας υπ’ όψιν άλλες παραμέτρους, και το κάνουμε. Η αλληλογραφία, όμως, δεν μας βοηθάει σε αυτό.

Άρα, η αλληλογραφία «σιωπά» για κρίσιμα ζητήματα ως προς τη σύλληψη του προσώπου, του χαρακτήρα του. Κι όμως, για άλλα πράγματα είναι ωφελιμότατη. Μας επιτρέπεται τώρα να εγκαταλείψουμε ή οπωσδήποτε να μετριάσουμε την εικόνα του «μαυροφορεμένου», του απαισιόδοξου, του ιδιότροπου, όπως μας κληροδοτήθηκε από το πορτραίτο του Παλαμά, που κι εκείνος εξαρτήθηκε από μάρτυρες συγκεκριμένους. Η ζωή ενός ανθρώπου δεν είναι μία εικόνα της γεροντικής του ηλικίας, φιλοτεχνημένη ποιος ξέρει πώς και γιατί και από ποιους. Αυτό ισχύει για όλες τις περιπτώσεις. Η διαδρομή της ζωής μας και η ροή του χρόνου χαράσσονται πάνω στο υλικό του εαυτού. Αλλά, η αλληλογραφία μάς δείχνει τη διαδρομή, οπωσδήποτε κρίσιμα σημεία της. Σκιαγραφείται, έτσι, ένας άνθρωπος που από ενωρίς αγωνίστηκε να κατακτήσει την ποιητική δημιουργία, που συμπορεύτηκε με τα μεγάλα ιδεολογικά και λογοτεχνικά ρεύματα της εποχής του, δοκιμάζοντας μέσα σε αυτά τον εαυτό του. Αναδύεται ένας άνθρωπος με φιλοδοξίες: τον βλέπουμε είκοσι ενός χρονών να συμμετέχει σε έναν πολύ σημαντικό διαγωνισμό της φλωρεντινής Ακαδημίας της Crusca και στο Λονδίνο να εκδίδει μία ανθολογία ιταλικής ποίησης, όπου μαζί με μία τραγωδία του Αλφιέρι, με αποσπάσματα του Δάντη, του Πετράρχη και του Αριόστο, περιλαμβάνει και τις δικές του Δαναΐδες. Προκύπτει ένας άνθρωπος, δραστήριος, που, ναι, έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, ένας άνθρωπος που ανοίγεται σε φιλίες, που είναι σε πολλούς αγαπητός, ένας άνθρωπος που μιλάει και του μιλούν με χιούμορ. Αλλά και ένας άνθρωπος αυστηρός με τον εαυτό του, που παίρνει τη ζωή του «στα σοβαρά».

-Τοποθετώντας τον Κάλβο στο ακριβές πλαίσιο του καιρού του, σημειώνετε πως μόνο για εμάς είναι ο ποιητής που όλοι ξέρουμε. Στα χρόνια του ήταν γνωστός κυρίως σαν δάσκαλος και σαν λόγιος. Πώς εξηγείται αυτή η παραδοξότητα, αν είναι όντως παραδοξότητα;

-Παραδοξότητα δεν είναι. Η εικόνα των ανθρώπων είναι το καρτεσιανό γινόμενο των υποκειμενικών πράξεων και των αντικειμενικών συνθηκών. Το σίγουρο είναι ότι μετά το 1826, όσο γνωρίζουμε, ο Κάλβος παύει την ποιητική του δημιουργία. Στα είκοσι έξι χρόνια της κερκυραϊκής του διαμονής (1826-1852) ο Κάλβος δρα σαν λόγιος, εντός κι εκτός του περιβάλλοντος της Ιονίου Ακαδημίας. Για το επτανησιακό του δηλαδή παρόν, η ποιητική του ταυτότητα όλο και ξεθωριάζει βαθιά στο χρόνο. Στην Αθήνα πάλι, στη διαδρομή του δέκατου ένατου αιώνα, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Εκεί, όσοι, όπως και όταν τον θυμούνται, τον θυμούνται ως έναν ποιητή (αλλά μόνο ως έναν, μέσα στους πολλούς) που ενέπνευσε η Επανάσταση. Το ποίημα που αγαπούν να επανεκδίδουν είναι κυρίως η ωδή στον Ιερό Λόχο˙ φυσικό είναι αυτό. Φωτοστέφανο κανένα, δάφνη καμία. Σε τούτη, πάντως, την αρχική «ανάγνωση» στηρίχτηκε η κατοπινή πρόσληψή του ως αποκλειστικά «εθνικού ποιητή». Και πάντα, από επτανήσιους και αθηναιοφαναριώτες, η μόνιμη, αυτονόητη και δικαιολογημένη κατάκριση της γλώσσας του: «γκρέκο συφοριασμένο» τη χαρακτήρισε ο Ιούλιος Τυπάλδος.

Όμως, οι χρόνοι περνούν, τα αιτήματα διαφοροποιούνται, οι ορίζοντες μετακινούνται, οι αισθητικοί κανόνες αλλάζουν. Ο Σεφέρης είχε δίκιο: μόνο στα δικά του χρόνια, όταν κατακάθισε η πολεμική του γλωσσικού ζητήματος έγινε δυνατό να ακουστεί (ή ίσως: να προκύψει) το ποιητικό αποτέλεσμα της γλωσσικής ανορθογραφίας του Κάλβου. Αλλά, αυτό είναι πλούτος για μας, όχι για την εποχή του. Αυτή τον απέρριψε. Για να μπορέσει ο εικοστός αιώνας να μιλήσει για τον «ποιητή» Κάλβο, έπρεπε να έρθει ο μοντερνισμός, ο ελεύθερος στίχος, ο υπερρεαλισμός, ο Εμπειρίκος και ο Εγγονόπουλος, ο Σεφέρης και ο Ελύτης. Έπρεπε, με άλλα λόγια, να απελευθερωθούν ο τρόπος της ακοής και οι αισθητικές αντιλήψεις. Κι έτσι, εκεί που η εποχή του στη στροφή «Ούτως υπό τον ήλιον, / ωσάν πυρός σταλάγματα, / πέφτουσιν εις την θάλασσαν / των αιώνων, και χάνονται / διά πάντα η ώραι» έβλεπε αμήχανες γλωσσικές ατασθαλίες, εμείς μπορούμε να ακούσουμε κυριολεκτικά το χρόνο να σταλάζει και να χάνεται, να ακούσουμε τη σιωπή των αιώνων, τη ματαιότητα των ανθρωπίνων.

Όταν άρχισε, όμως, αργά και όχι ευθύγραμμα, να αναδύεται η ποιητική μορφή του Κάλβου, αυτός δεν ήταν πια εδώ, αυτός δεν το έμαθε ποτέ. Μετά από είκοσι έξι χρόνια ποιητικής σιωπής, στα εξήντα του χρόνια (1852), αποφάσισε να εγκαταλείψει την Κέρκυρα και να πάει να τελειώσει τις μέρες του μακριά, στο σκοτεινό κλίμα της Αγγλίας. Ο Κάλβος έζησε και κυρίως πέθανε ως ένας άνθρωπος ηττημένος.

-Ελλάδα, Ιταλία, Αγγλία: είναι το αξεχώριστο τρίπτυχο για τη ζωή και το έργο του Κάλβου ή θα πρέπει να δώσουμε σε κάποιο σκέλος περισσότερη έμφαση;

-Πώς πρέπει να διαλέξει κανείς; Η ψυχή, οι λέξεις, ο λόγος του ανθρώπου είναι διαδικασίες ανεξιχνίαστες. Ο Διονύσιος Σολωμός είπε το ίδιο πράγμα αλλιώς: «Πολλοί ’ν’ οι δρόμοι πόχει ο νους». Έτσι κι εδώ. Κι ύστερα, οι τρεις εδώ αναφερόμενοι κόσμοι αποτελούν τη χρονική στιγμή του παρόντος του, αναμφίβολα σημαντικοί. Υπάρχει όμως και το παρελθόν: οι άνθρωποι είναι πατέρες του εαυτού τους, όσο το κατορθώνουν, αλλά είναι μαζί και παιδιά των πατεράδων τους, πατεράδων που σε μας, τώρα πια είναι άγνωστοι.

Πίσω από τους τρεις αυτούς κόσμους κρύβονται άλλοι, σχεδόν συγχρονικοί, που ρίχνουν το δικό τους, καταλυτικό φως σε τούτους: οι ελπίδες και οι απογοητεύσεις της Γαλλικής Επανάστασης, ο επαναστατικός κλασικισμός αλλά και ο ρομαντισμός, η αφύπνιση των λαών και το εθνικό ζήτημα, ο ελβετικός φεντεραλισμός, η ουτοπία του αμερικανικού συνταγματισμού…

Δε χωράει, ωστόσο, αμφιβολία ότι η ιταλική ατμόσφαιρα σφράγισε ανεξίτηλα τον κόσμο του: έθρεψε τις πρώτες ανθρώπινες, γλυκές νεανικές ελπίδες, έστω κι αν αυτές διαψεύστηκαν˙ αποτέλεσε τη μήτρα, το νομισματοκοπείο των λέξεων και των ιδεών του. Πάνω σε αυτά χτίστηκαν, αρμόστηκαν και δοκιμάστηκαν όσα τον βρήκαν κατόπιν στον δρόμο του. Τίποτα από τον άνθρωπο δεν πεθαίνει, όσο αυτός βαδίζει στον επίγειο δρόμο του, τίποτα δεν λησμονιέται και δεν χάνεται πραγματικά.

-Η αλληλογραφία εκδόθηκε ως πρώτο μέρος των Απάντων του Κάλβου τα οποία ετοιμάζει το Μουσείο Μπενάκη. Τι θα περιλαμβάνουν τα Άπαντα εκτός από την αλληλογραφία και τις ποιητικές του συλλογές;

Στην ελληνική συνείδηση, θα τολμούσα να πω σε μεγάλο βαθμό και στην ελληνική φιλολογική επιστήμη, εκτός από τη στρεβλωτική θεώρηση του Κάλβου ως «εθνικού ποιητή», ο Κάλβος διαιωνίζεται ως ένας «τεμαχισμένος», ένας μισός άνθρωπος και καλλιτέχνης. Όχι μόνο αγνοείται το ιταλόγλωσσο έργο του, αλλά δεν έχουν παρά ελάχιστα διερευνηθεί οι δίοδοι επικοινωνίας του ιταλόγλωσσου με το ελληνόγλωσσο έργο του. Οι ελληνικές λέξεις του Κάλβου δεν είναι αστραπιαίο δημιούργημα μιας στιγμιαίας ποιητικής έκρηξης, όπως το νόμισε ο Ελύτης. Κάθε άλλο: το ιταλόγλωσσο αποτελεί δίχως αμφιβολία την προκείμενη του ελληνόγλωσσου έργου του. Αν δεχτούμε λοιπόν, όπως είναι η αλήθεια, ότι ο Κάλβος αρχίζει να διαμορφώνει την ποιητική του συνείδηση και τον σύνολο διανοητικό του κόσμο εντός του ιταλικού κυρίως, αλλά και του υπόλοιπου ευρωπαϊκού κόσμου, τότε το κατοπινό ελληνόγλωσσο έργο του αποκτά άλλη διάσταση, άλλα εργαλεία ερμηνείας και κατανόησης. Στόχος, κατά συνέπεια, του φιλόδοξου συλλογικού μας έργου είναι να δουν το φως σε μία ενότητα και σε επικοινωνία μεταξύ τους όλα τα κείμενα, όλα τα στάδια της δημιουργίας του.

Όπως έχει καθιερωθεί στην εκδοτική πρακτική και όπως είναι φυσικό, οι αλληλογραφίες συνοδεύουν την έκδοση των Έργων ενός συγγραφέα, δεν αποτελούν όμως οργανικό μέρος τους. Έτσι και εδώ, η αλληλογραφία διατηρεί την αυτονομία της, αλλά συνδέεται με το όλο εγχείρημα. Οι υπόλοιποι τόμοι θα περιλαμβάνουν τη δημοσιευμένη και αδημοσίευτη, την ολοκληρωμένη και ανολοκλήρωτη, ιταλόγλωσση και ελληνόγλωσση ποιητική του δημιουργία (ποιήματα και ιταλικές τραγωδίες)˙ τις νεοελληνικές μεταφράσεις των αγγλικών θεολογικών κειμένων που εκπόνησε για λογαριασμό της αγγλικανικής εκκλησίας (χρησιμότατες πηγές για τη διαμόρφωση του γλωσσικού του οργάνου)˙ τις γραμματικές της ιταλικής και της νεοελληνικής γλώσσας, που εκπόνησε κατά την πρώτη περίοδο της διαμονής του στην Αγγλία˙ τα κριτικά και άλλου είδους κείμενα που δημοσίευσε σε ελληνικές ή ευρωπαϊκές εφημερίδες πάνω σε λογοτεχνικά ή άλλα θέματα˙ τα φιλοσοφικά του μαθήματα στην Ιόνιο Ακαδημία.

Όλα αυτά, συνοδευόμενα από κατατοπιστικές εισαγωγές, από μετάφραση, όπου χρειάζεται, και από εκτενή σχολιασμό, θα δώσουν για πρώτη φορά τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουμε το έργο και την προσωπικότητά του στο σύνολό τους. Πρώτη φορά, σχεδόν εκατόν πενήντα χρόνια μετά τον θάνατό του…

C: ΑΠΕ-ΜΠΕ

 

 

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου

Κριτικός λογοτεχνίας. Έχει γράψει τα βιβλία Μίλτος Σαχτούρης: Η παράκαμψη του υπερρεαλισμού (1991), Οδόσημα (1999) και μαζί με την Ελισάβετ Κοτζιά επιμελήθηκε την ανθολογία Σύγχρονη Ελληνική Πεζογραφία (1995).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά