Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

Adam Zagajewski: «Η ποίηση δεν έχει πια επιρροή». Συνέντευξη στην Μπεάτα Ζουλκιέβιτς

Κατηγορία Συνεντεύξεις
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 41 Συνέντευξη
O Άνταμ Ζαγκαγιέφσκι. O Άνταμ Ζαγκαγιέφσκι.

Στις 22 Μαΐου 2015 στο Μέγαρο Μουσικής, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Megaron Plus και του Κύκλου Ποιητών, παρουσιάστηκε η ελληνική έκδοση συλλογής των ποιημάτων του Άνταμ Ζαγκαγιέφσκι, η συλλογή του Μαθήματα πιάνου. Με αυτή την ευκαιρία, αναδημοσιεύουμε μια συνέντευξη του σπουδαίου Πολωνού που πρωτοδημοσιεύθηκε στο Books' Journal 41, Mάρτιος 2014.

 

Όταν ο Άνταμ Ζαγκαγιέφσκι τελείωσε το Λύκειο, ο υπεύθυνος της τάξης του, καθηγητής φιλολογίας, τού είπε: «Άνταμ, είμαι πεπεισμένος πως θα γίνεις καλός μηχανικός». O Άνταμ Ζαγκαγιέφσκι, όμως, αντιθέτως, έγινε καλός ποιητής. Τόσο καλός, ώστε, το 2004, έπειτα από πολλές μεταφράσεις του σε πλήθος γλώσσες και πολλές βραβεύσεις, έλαβε και το Διεθνές Βραβείο Neustadt, το αποκαλούμενο και «Μικρό Νόμπελ».

Γνωστός πολωνός ποιητής, δοκιμιογράφος και συγγραφέας, γεννήθηκε το 1945 στη Λεόπολη (Lvov, Lwów στα πολωνικά, σήμερα στην Ουκρανία), απ’ όπου, με το μεταπολεμικό κύμα του επαναπατρισμού, όπως καθορίστηκε από τη Συμφωνία της Γιάλτας, γρήγορα βρέθηκε με τους γονείς του στην πόλη Γκλιβίτσε. Σπούδασε Ψυχολογία και Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο των Γιαγκελλόνων της Κρακοβίας, μάλιστα εκεί ξεκίνησε το δημιουργικό του έργο ως μέλος της ποιητικής ομάδας «Τώρα». Γρήγορα έγινε βασικός εκπρόσωπος της ποιητικής γενιάς του, της γενιάς του ’68, γνωστής και ως το «Νέο Κύμα της Κρακοβίας». Το 1959 απαγορεύτηκε η έκδοση των έργων του, λόγω του ότι είχε συνυπογράψει την «Επιστολή των 59». Ήταν μια διαμαρτυρία των πνευματικών ανθρώπων της χώρας για τις αλλαγές στο σύνταγμα, σύμφωνα με τις οποίες κατοχυρωνόταν ο πρωταγωνιστικός ρόλος του εργατικού κόμματος PZPR και η διαρκής συμμαχία με τη Σοβιετική Ένωση. Τη δεκαετία του 1970 δραστηριοποιήθηκε στο ανεξάρτητο, αντιπολιτευτικό λογοτεχνικό κίνημα. Από το 1982 και για τα 20 επόμενα χρόνια ζούσε στο Παρίσι, εκεί συμμετείχε στην συντακτική ομάδα του λογοτεχνικού περιοδικού της εξορίας ZeszytyLiterackie, μέλος της οποίας παραμένει ακόμα. Το περιοδικό, σήμερα, εκδίδεται στη Βαρσοβία. Το 1988, ξεκίνησε διδασκαλία στο Πρόγραμμα Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου του Χιούστον, ενώ το 2007 μπήκε στην Επιτροπή Κοινωνικής Σκέψης (Committee on Social Thought) του Πανεπιστημίου του Σικάγου, όπου σήμερα διδάσκει Λογοτεχνία.

Στην Πολωνία γύρισε το 2002 και σήμερα ζει στην Κρακοβία. Έχει δημοσιεύσει αρκετές ποιητικές συλλογές και συλλογές δοκιμίων, όπως και μερικά ακόμα βιβλία. Έχει αναγγελθεί ότι την άνοιξη του 2014 θα κυκλοφορήσει η πρώτη στην ελληνική γλώσσα μετάφραση μιας ανθολογίας ποιημάτων του, με τίτλο Μαθήματα πιάνου (εκδ. Δέκατα)

Η ποίηση του Άνταμ Ζαγκαγιέφσκι είναι ένας κόσμος γεμάτος στοχαστικά ερωτήματα. Κατ’ αυτόν, το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό της ποίησης είναι τα νοήματά της. Με την ποίηση εκφράζει τις σκέψεις του, αλλά με τα δοκίμιά του αποτυπώνει τους προβληματισμούς του. Συχνά βυθίζεται στις αξίες του ευρωπαϊκού πολιτισμού, την κοινή κληρονομιά. Ξεχωριστό ρόλο στο έργο του παίζει και το εγγεγραμμένο στη βίωση του σύγχρονου κόσμου μυστήριο. Συχνά, επίσης, ο Ζαγκαγιέφσκι αναφέρεται στο μύθο, πίσω από την πραγματικότητα. Διαβάζει, ταξιδεύει, λατρεύει τη μουσική – κι όλα αυτά καθρεφτίζονται στο έργο του. Στις ελληνικές αναφορές του συγκαταλέγονται ο Σεφέρης αλλά, κυρίως, ο Καβάφης – τον οποίο κατονομάζει ως τον «Μπαλζάκ της νεοελληνικής ποίησης», επειδή, όπως υποστηρίζει, σ’ αυτόν «θα βρούμε αμέτρητες δολοπλοκίες, όπως σε ένα καλό μυθιστόρημα, θα βρούμε ισχυρά πάθη, κι ακόμα στρατηγήματα και κόλπα…»

Συνάντησα τον Άνταμ Ζαγκαγιέφσκι στις 25 του περασμένου Σεπτεμβρίου, στο πλαίσιο του 1ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών. Και συζητήσαμε για ποίηση, τεχνικές, επιδράσεις, αλλά και για το ρόλο των ποιητών σε δύσκολες μέρες..

Στην τελευταία συλλογή δοκιμίων σας, Μικρή υπερβολή, ως «μικρή υπερβολή» ορίζετε την ποίηση. Αλλά κάπου αλλού, σε ένα από τα ποιήματα σας¹, λέτε ότι «η ποίηση είναι η αναζήτηση της λάμψης». Ορίζεται η ποίηση; Κι αν ναι, έχετε οριστικό ορισμό;

Αυτό που παραθέσατε, για την αναζήτηση της λάμψης, είναι προφανώς μαξιμαλιστικός ορισμός, ο οποίος απαιτεί από την ποίηση την αναζήτηση της υπέρβασης, αυτού που θεωρούμε υψηλό. Μου είναι πολύ οικεία αυτή η διαδικασία. Αλλά επειδή φοβάμαι την υπερβολή, γι’ αυτό μου αρέσουν επίσης και πιο παιγνιώδεις ορισμοί της ποίησης, όπως αυτός που την ορίζει ως μικρή υπερβολή. Για την ακρίβεια των πραγμάτων, αυτό τον ορισμό τον δανείστηκα από τον πατέρα² μου, δική του είναι η συγκεκριμένη αναφορά. Από μια πλευρά, πάντως, στόχος του ποιητή είναι η εξύψωση. Η εξύψωση είναι η ουσία της ποίησης. Συστατικό της ίδιας ουσίας, όμως, είναι η συγκίνηση ή ακόμα και κάποια υπερβολή. Επίσης, απαραίτητα ποιητικά υλικά είναι η ειρωνεία και το χιούμορ, συστατικά που βοηθούν να μην παίρνουμε τον εαυτό μας πολύ στα σοβαρά. Η ποίηση, ωστόσο, είναι κάτι πολύ σοβαρό, απαντά στα σοβαρά ζητήματα. Αλλά ο ποιητής δεν πρέπει να είναι ιερέας. Ο Λέζεκ Κολακόφσκι, στο περίφημο δοκίμιό του Ο ιεροκήρυκας και ο γελωτοποιός (Kapłanibłazen, 1959), στρέφεται κατά του ιεροκήρυκα και συνηγορεί υπέρ του γελωτοποιού. Έτσι λοιπόν βλέπω την ποίηση, τις δύο κατευθύνσεις της: η μία πολύ σοβαρή και η άλλη χαλαρωτική: αποκαλύπτει τον ποιητή ως απλό άνθρωπο που ξέρει να γελάει με τον εαυτό του.

Έχετε διατυπώσει και μια θεωρία για την ποίηση, σύμφωνα με την οποία το πιο σημαντικό σ’ αυτήν είναι το νόημα. Όχι τόσο οι λέξεις, όσο το νόημα, όπως στη μουσική. Πώς θα σας φαινόταν ένας ορισμός τύπου: «η ποίηση είναι η μουσική των λέξεων»;

Εννοείται πως δεν υποτιμώ την γλώσσα, τις λέξεις, μόνο που δεν τρελαίνομαι για τους ορισμούς της ποίησης όταν σ’ αυτούς τονίζεται αποκλειστικά ο ρόλος της γλώσσας. Ο μεγάλος ποιητής και προσωπικός φίλος μου, ο Ιωσήφ Μπρόντσκι, ένας πρόσωπο που θαύμαζα, στην ερώτηση «τι είναι η ποίηση;» πάντα απαντούσε ότι η δύναμή της είναι η γλώσσα που τη βγάζει από μόνη της, ότι μέσα στη γλώσσα υπάρχουν κάποιες μυστήριες μηχανές οι οποίες δημιουργούν ποιήματα. Προσωπικώς, αυτός ο ορισμός δεν με καλύπτει – χωρίς, πάντως, να ισχυρίζομαι πως η διάταξη των λέξεων δεν έχει σημασία. Έχω συνείδηση ότι το επιτυχημένο ποίημα οφείλει την επάρκειά του σε κάποια γλωσσική εφευρετικότητα, αλλά αυτή από μόνη της δεν φτάνει. Χρειάζεται εξ ίσου η ευρηματικότητα στο επίπεδο της μεταφοράς – και στο τέλος όλα αυτά οδηγούν αναπόφευκτα στο νόημα. Κάθε ποίημα είναι ένα σημαινόμενο. Κάτι μεταδίδει. Αλλά δεν είναι και φιλοσοφία, δεν είναι τόσο δυνατές οι αναφορές του. Και όμως, συμβαίνει οι άνθρωποι να δηλώνουν ότι «αυτό το ποίημα με βοήθησε να ζήσω» (και δεν το λέω για τα δικά μου ποιήματα, το λέω γενικά). Πώς μπορεί, όμως, κάποιο ποίημα να βοηθήσει να ζούμε; Όχι επειδή είναι όμορφο με τη γλωσσική έννοια, αλλά επειδή ο ποιητής αγγίζει κάποια αλήθεια, επειδή κατάφερε να αγγίξει βαθιά κάποια καρδιά, κάποια ψυχή, για να το πω πιο παλιομοδίτικα… Πρέπει λοιπόν να υπάρχει και η γλωσσική ευρηματικότητα και το ενδιαφέρον νόημα του σημαινόμενου.

«Αυτό που πραγματικά με ενδιαφέρει, είναι η αλληλοδιείσδυση του ιστορικού χρόνου στον συμπαντικό χρόνο»: αυτή είναι μια δική σας φράση. Πώς βλέπετε την κρίση του δικού μας ιστορικού χρόνου, της σημερινής Ευρώπης;

Κατά τη γνώμη μου η μοναδική λύση είναι να ψάχνουμε γέφυρες που να ενώνουν αντί να χωρίζουμε την Ευρώπη σε Βορρά και Νότο. Δυστυχώς, δεν ξέρω πώς θα μπορούσαν να γεφυρωθούν τα εθνικά και τα κοινωνικά χάσματα, δεν επαρκούν τα μαθήματα κομματικής Πολιτικής Οικονομίας που διδάχθηκα στο παλαιό σύστημά μας, πολλά χρόνια πριν… «Φιλοσοφικά», ωστόσο, είμαι κατηγορηματικά κατά του χωρισμού της Ευρώπης, υπέρ της αναζήτησης των μηχανισμών της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Ξέρω πως κάποιος στην Ελλάδα θα μπορούσε να πει ότι «αυτά είναι μόνο λόγια, ενώ εμείς χρειαζόμαστε βοήθεια», αλλά μάλλον κανείς δεν περιμένει από τους ποιητές οικονομική βοήθεια…

Τέτοια βοήθεια βέβαια όχι, αλλά ίσως κάποια εξέγερση της φαντασίας… Συζητώντας στην Ελλάδα για την ποίηση, αναγκαστικά προσκρούουμε στην περίπτωση Καβάφη. Γνωρίζω ότι και στην Πολωνία μόλις κυκλοφόρησε μια καινούργια μετάφραση³ των ποιημάτων του Κ.Π. Καβάφη, μια δίγλωσση έκδοση με τίτλο Περιμένοντας τους βαρβάρους. Ο ανθολόγος και ο εκδότης θεώρησαν ειδικά χαρακτηριστικό σήμερα το ποίημα «Περιμένοντας τους βαρβάρους». Αλήθεια, ο σύγχρονος κόσμος περιμένει μορφές βαρβαρότητας;

Ούτε και σε αυτή την ερώτηση έχω τα πολιτικά εφόδια να απαντήσω. Φοβάμαι ωστόσο πως ο κόσμος δεν περιμένει τίποτα, ότι είναι βυθισμένος στο σχετικό χάος που κυριαρχεί και ότι έχει χαθεί η ικανότητα να ονειρευόμαστε. Τα όνειρα της σύγχρονης εποχής είναι πολύ νηφάλια, ρεαλιστικά, και κυρίως αφορούν την υλική πλευρά. Νομίζω πάντως ότι μας λείπουν τα εργαλεία για να κατανοήσουμε τον κόσμο που έρχεται. Μας είναι πιο εύκολο να μιλάμε, π.χ., για ζητήματα του παρελθόντος, διότι με το πέρασμα του χρόνου αποκαλύπτονται οι μηχανισμοί της κατανόησής τους. Μοιάζουμε, όμως, ανήμποροι μπροστά σε σχετικά νέα φαινόμενα, στις αλλαγές που φέρνουν στις ζωές μας οι τεχνολογικές καινοτομίες ή ο φόβος της τρομοκρατίας και η οικονομική κρίση. Δεν ξέρουμε πού κατευθύνεται ένας κόσμος που έχει χάσει τη σχέση του με τις θρησκείες, αλλά δεν συναρπάζεται ούτε με τη δημοκρατία και τις ιδέες της ελευθερίας…

Στην Ελλάδα μιας πολύπλευρης κρίσης, η κοινωνία αντιμετωπίζει το απειλητικό μαύρο φάντασμα της ανόδου της φασιστικής ιδεολογίας. Απέναντι σε αυτή την απειλή, μπορούν να παίξουν ουσιαστικό ρόλο οι άνθρωποι των γραμμάτων, οι λογοτέχνες και οι ποιητές;

Όταν οι χώρες λειτουργούν καλά, ανάχωμα στον φασισμό δημιουργούν, με την υπευθυνότητά τους, οι πολιτικοί ή οι τραπεζίτες. Όχι οι ποιητές. Ο ρόλος των ποιητών, και γενικότερα των πνευματικών ανθρώπων, αναδεικνύεται ακριβώς όταν εμφανίζεται η απειλή φασιστικών ή γενικότερα ολοκληρωτικών κινημάτων. Εννοείται πώς σε αυτές τις περιπτώσεις δεν γίνεται να σιωπάς. Υπάρχει μια αόρατη, αλλά αισθητή γραμμή, η οποία απαιτεί αντίδραση. Όμως, για να μη γελιόμαστε, μπροστά σε ορισμένες ιστορικές διαδικασίες οι λέξεις είναι ανήμπορες. Χρησιμεύουν μόνο ως μάρτυρες κάποιας καθαρότητας ή εσωτερικής τιμιότητας. Αυτή την περίοδο, για πολλοστή φορά, διαβάζω σε μια καινούργια έκδοση τα Ημερολόγια του ούγγρου συγγραφέα Σάντορ Μάραϊ (1900-89). Είναι τα χρόνια του πολέμου και αυτός αισθάνεται απελπισία, διότι είναι η στιγμή που γίνονται οι εκτοπίσεις των Ουγγροεβραίων και η Ουγγαρία, ως σύμμαχος του Χίτλερ, έχει αρχίσει να βρίσκεται σε πολύ δύσκολη κατάσταση, αφού δεν είναι πια τόσο φανερό ποιος θα είναι ο νικητής αυτού του πολέμου. Ο Μάραϊ τονίζει πώς απογοήτευσαν οι ούγγροι συγγραφείς και διανοούμενοι, οι οποίοι δεν κατάφεραν να μιλήσουν ευσυνείδητα και καθαρά για το πρόβλημα, δεν κατάφεραν να δείξουν στους Ούγγρους τους πραγματικούς κινδύνους. Είναι καίριο αυτό που επισημαίνει ο Μάραϊ, αλλά δυστυχώς τέτοιου είδους επισημάνσεις εμφανίζονται πάντα πολύ αργά, όταν πλέον παρατηρούμε το παρελθόν – τότε αίφνης βλέπουμε πιο καθαρά τι θα ήταν καλύτερα να έχουμε πράξει σε δύσκολες περιόδους.

Φοβάμαι, πάντως, ότι υπερτιμούμε τη δύναμη που έχει στην πραγματικότητα ο πνευματικός κόσμος. Στις μέρες μας, ο ρόλος της ποίησης και της λογοτεχνίας είναι περιθωριακός. Η μυθιστορηματική λογοτεχνία ουσιαστικά αποτελεί διασκέδαση, επειδή ο κόσμος διαβάζει με σκοπό να διασκεδάσει, σπανίως για χάρη κάποιων πνευματικών αναγκών. Η ποίηση, με τη σειρά της, δεν είναι διασκέδαση με αυτή τη έννοια, αλλά επειδή έχει λίγους αναγνώστες, γι’ αυτό το λόγο δεν έχει επιρροή στην πραγματικότητα. Βέβαια, αυτά από χώρα σε χώρα μπορεί να διαφέρει. Το έργο των μεγάλων πολωνών ποιητών της σύγχρονης γενιάς, για παράδειγμα, του Τσέσουαβ Μίλος, του Ζμπίγκνιεβ Χέρμπερτ, της Βισουάβα Συμπόρσκα, του Ταντέους Ρουζέβιτς, μιλούσε ουσιαστικά για τα πιο σημαντικά για το λαό προβλήματα, επειδή κανένας άλλος δεν είχε μιλήσει γι’ αυτά. Από εκεί, από τα ερωτήματα που θέτει κι από τις απαντήσεις που δίνει, πηγάζει και το μεγαλείο αυτής της ποίησης.

Σήμερα, η κατάσταση έχει αλλάξει. Κατ’ αρχάς, κανένας δεν θέλει να ακούει τους ποιητές. Οι ποιητές πρέπει να συνειδητοποιήσουν πόσο μικρή επιρροή έχουν στην πραγματικότητα. Μπορούν να παρηγορούνται μόνο με την περίφημη φράση του Χαίλντερλιν, πως ό,τι μένει το θεμελιώνουν οι ποιητές.

Κατά κάποιον τρόπο έτσι λειτουργεί η ποίηση. Είναι περισσότερο είδος ιστορίας. Ύστερα από χρόνια αναδεικνύεται αν οι ποιητές είχαν κάποια προαίσθηση για ό,τι λάμβανε χώρα στον καιρό τους χωρίς να το αντιλαμβάνεται κανείς. Συνειδητά, ίσως να μην το έβλεπαν εκείνη τη στιγμή ούτε οι ίδιοι. Η ποίηση βλέπετε δεν επηρεάζει στις τρέχουσες εξελίξεις. Το μόνο που εκπροσωπεί η ποίηση είναι το όραμα του κόσμου, το οποίο θα γίνει αντιληπτό πολύ αργότερα.

Αναφερόμενος στο παρελθόν, θα ήθελα τη γνώμη σας για το σημερινό πρόσωπο της Ελλάδας, ο εθνικός μύθος της οποίας εκτείνεται στην κλασική αρχαιότητα. Μπορεί ο σύγχρονος Έλληνας, πιστεύετε, να είναι διάδοχος της αρχαίας παράδοσης του τόπου του; Σας ερωτώ, διότι, πολιτιστικά, η Ελλάδα αντιμετωπίζει έναν συνεχή διχασμό μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Και το θέμα της ταυτότητας απασχολεί σοβαρά την ελληνική κοινωνία.

Απ’ ό,τι διαβάζω στην ελληνική ποίηση, ειδικά στον Σεφέρη και στον Καβάφη, προκύπτει πως η συγκεκριμένη ποίηση ταυτίζεται με την ασταμάτητη αναζήτηση αυτής της ταυτότητας. Το διάσημο ποίημα του Σεφέρη, «Ο Βασιλιάς της Ασίνης», είναι σαν ένα ποίημα για την ελληνική ψυχή… Η αναζήτηση του βασιλιά της Ασίνης, ο οποίος μπορεί να μην υπήρχε καν, μόνο μια λέξη στην Ιλιάδα τον αναφέρει, δίνει με συναρπαστικό τρόπο την αγωνία αναζήτησης της ταυτότητας. Κατά τα άλλα, δεν είναι τίποτα δεδομένο. Το ότι οι Έλληνες, στο απώτερο παρελθόν, έχουν δώσει τόσα πολλά στον δυτικό πολιτισμό, δεν σημαίνει πως αυτόματα πρέπει σήμερα να προσδοκούν ότι θα λάβουν κάτι πίσω. Πρέπει να δουλέψεις για να αξιωθείς. Δεν είναι θέμα αυτόματης δωρεάς.

Η σύγχρονη ελληνική ποίηση (τα αποσπάσματα τουλάχιστον τα οποία γνωρίζω) κατά τη γνώμη μου προσπαθεί ακριβώς να φτάσει στο ύψος εκείνης της μεγάλης ιστορικής κληρονομιάς. Ταυτόχρονα γίνονται ιδιαίτερα αισθητές, ειδικά στον Σεφέρη, πολλές αμφιβολίες: εάν είμαστε άξιοι, εάν ακόμα έχουμε δικαίωμα σ’ αυτή την κληρονομιά.

Εσείς πάντως συντηρείτε με προσήλωση μια δική σας μικρή «ελληνική παράδοση»… Φοράτε ακόμα σαντάλια που αγοράσατε «πριν πολλά χρόνια στο ελληνικό χωριό Θεολόγος της Θάσου»;

(γελώντας) Ακριβώς. Πάνε έντεκα χρόνια που τα έχω αγοράσει. Τα φοράω βέβαια όταν είμαι σε διακοπές. Είναι καταπληκτικά σανδάλια, δεν «δια-φθείρονται», δεν χαλάνε δηλαδή ποτέ.

Ας επιστρέψουμε στη δουλειά σας. Σημαντική θέση στο έργο σας έχουν τα δοκιμιακά σας βιβλία. Διαφέρει η προσέγγιση στα πράγματα του ποιητή από τον δοκιμιογράφο;

Προφανώς, το ποίημα είναι διαφορετικό είδος από το δοκίμιο. Στα δοκίμια ο συγγραφέας είναι ορθολογιστής, επιδιώκει λογικές απαντήσεις σε λογικά ερωτήματα – και αναζητεί προσανατολισμό. Νομίζω πως ένα από τα πιο σημαντικά προβλήματα της σύγχρονής εποχής είναι ακριβώς το ζήτημα του προσανατολισμού των κοινωνιών. Ζούμε σαν να βρισκόμαστε σε κάποια σφαίρα, η οποία τρέχει προς άγνωστη κατεύθυνση και εμείς δεν ξέρουμε τίποτα για το μέλλον…

Ζούμε τη σύγκρουση δυο παραδόσεων, της παράδοσης του Διαφωτισμού με εκείνη του Ρομαντισμού. Συχνά σκέπτομαι ότι δεν υπάρχουν, ή ότι σχεδόν δεν υπάρχουν, φιλόσοφοι ή στοχαστές οι οποίοι θα μας έδειχναν πώς να συμβιβάσουμε αυτές τις δύο παραδόσεις. Κατά τη γνώμη μου δεν γίνεται κανείς να είναι σήμερα καθαρός, πούρος διαφωτιστής, κάποιος δηλαδή ο οποίος πιστεύει αποκλείστηκα στο νου, στις επιταγές του νόμου και στα ανθρώπινα δικαιώματα. Όλα αυτά, βεβαίως, είναι σημαντικά. Από την άλλη πλευρά, όμως, ο Ρομαντισμός, ο οποίος ήταν μια απάντηση στο Διαφωτισμό, φύτρωσε από τη διαίσθηση πως ο Διαφωτισμός αμέλησε κάποιες πτυχές της ζωής, τη θρησκευτική πλευρά του ανθρώπου, π.χ., ή τη φαντασιακή του πλευρά. Νομίζω πως έως σήμερα ζούμε σε μια τέτοια παράξενη μετέωρη κατάσταση, μεταξύ Διαφωτισμού και Ρομαντισμού. Όλες οι απαντήσεις, γενικά, κλίνουν προς το ένα ή προς το άλλο.

Η Βισουάβα Συμπόρσκα, π.χ., είναι σπουδαία ποιήτρια, εκφράζοντας το ρεύμα του Διαφωτισμού – κι ας σημειώσουμε εδώ πως ο Διαφωτισμός ποτέ δεν είχε μεγάλη δύναμη στην ποίηση, η ποίηση και ο Διαφωτισμός κάπως δεν συμβάδιζαν. Ωστόσο, η Συμπόρσκα κατάφερε, από ορθολογική και φιλελεύθερη βάση να δομήσει έναν ποιητικό χαρακτήρα στον κόσμο του πραγτματικού, κάτι που είναι μεγάλη επιτυχία. Ενώ ο Τσέσουαβ Μίλος ανήκε στην εντελώς διαφορετική πλευρά, στην πλευρά της ρομαντικής παράδοσης. Ακόμη και όταν καταπολεμούσε τον Ρομαντισμό, μέσα του παρέμεινε συνεπής ρομαντικός, που προσδοκούσε την ανανέωση της θρησκευτικής φαντασίας. Ταυτόχρονα όμως, και αυτό είναι ενδιαφέρον, ο Μίλος κατάφερνε να συνδέει τον δυνατό ρομαντισμό με την εκτίμηση για τις εμπνεόμενες από τον Διαφωτισμό αριστερές ιδέες. Μην ξεχνάμε πως, σε νεαρή ηλικία, ήταν κομμουνιστής. Μετά το ξεπέρασε, αλλά στην Πολωνία πάντα τον κατέτασσαν σ’ αυτούς που κλείνουν περισσότερο προς τα αριστερά. Πολλοί ακόμα τον καταδίκαζαν γι’ αυτό, επιθυμούσαν να είναι περισσότερο δεξιός.

Αλλά η ουσία είναι ότι οι σύγχρονοι δυτικοί άνθρωποι ζουν στο πλαίσιο ενός διαρκούς διακανονισμού ανάμεσα στον Διαφωτισμό και στον Ρομαντισμό. Δεν καταφέρνουμε να ζούμε αποκλειστικά στο βάθρο της λογικής του διαφωτισμένου νου, ενώ το βύθισμα στον ανορθολογισμό μας οδηγεί σε οδυνηρές συνέπειες. Ο φασισμός είναι ακριβώς ένα είδος τέτοιου άγριου ρομαντισμού.

Ο προσφάτως τεθνεώς κριτικός Μαρσέλ Ράιχ Ρανίτσκι, ο «πάπας της κριτικής» όπως τον αποκαλούν, ένας άνθρωπος που, στο γκέτο της Βαρσοβίας, έζησε τις συνέπειες αυτού που εσείς ορίζετε ως άγριο ρομαντισμό, ρωτήθηκε κάποτε από τον Γκύντερ Γκρας: «Μα τι είστε αλήθεια; Πολωνός; Γερμανός; Τι, τέλος πάντων;». Ο Ρανίτσκι απάντησε στην Αυτοβιογραφία του ότι πατρίδα του ήταν η λογοτεχνία. Δική σας πατρίδα ποια είναι;

Θα το έλεγα έτσι: Κρακοβία, λογοτεχνία, μουσική, φιλοσοφία. Αυτά είναι η πατρίδα μου. zx

 

 

¹ Poezjajestposzukiwaniemblasku, στην ποιητική συλλογή Επιστροφή (Powrót, 2003).

² Ταντέους Ζαγκαγιέφσκι (Tadeusz Zagajewski, 1912-2010), καθηγητής, επιστήμονας γνωστός ως πρωτοπόρος της πολωνικής ηλεκτρονικής.

³ Το ποιητικό έργο του Κ.Π. Καβάφη στην πολωνική γλώσσα είναι γνωστό, πρώτα απ’ όλα, από τις ανεπανάληπτες μεταφράσεις του Ζίγκμουντ Κούμπιακ (Zygmunt Kubiak), ωστόσο υπάρχουν και άλλοι μεταφραστές: Αντόνη Λιμπέρα (Antoni Libera), Τσέσουαβ Μίλος (Czesław Miłosz), Γιάτσεκ Χάιντουκ (Jacek Hajduk) και, τώρα, ο Ιρενέους Κάνια (Ireneusz Kania), ο οποίος προετοίμασε την ανθολογία Περιμένοντας τους βαρβάρους.

Μπεάτα Ζουλκιέβιτς (Beata Żółkiewicz)

Φιλόλογος, μεταφράστρια και δημοσιογράφος, από την Πολωνία, που ζει μόνιμα στην Ελλάδα.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά