Τετάρτη, 01 Ιανουαρίου 2014

Τελευταία έξοδος – Στυμφαλία: Τα άρθρα του Συντάγματος

Κατηγορία Τελευταία Εξοδος
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 39

Είμαστε πρώτοι παγκοσμίως σε κατά κεφαλήν συνταγματολόγους. Και σε σεισμολόγους, αν και αυτό είναι άσχετο – παλιοκαιρισμένη αναφορά στην εποχή εκείνη που το πανελλήνιο τσακωνόταν με το γνωστό του πάθος και την τεκμηριωμένη επιστημονική του επάρκεια σε λεωφορεία και ταξί, σε καφενεία και μπρος στις οθόνες, για το ΒΑΝ και τον Παπαζάχο και πώς τους έλεγαν τους άλλους. Τέλος πάντων.

 Όταν συνέβη το αυτονόητο και προ πολλού αναμενόμενο, τότε που καταργήθηκαν οι θεμελιώδεις διατάξεις του συντάγματος – θα το θυμάσαι φίλε μου–, και κάηκε το σύμπαν για πολλοστή φορά, αν και τώρα υπήρχε λόγος, και η χώρα έγινε η πρώτη τρόπον τινά Νέα Αποικία, και παραδώσαμε τα κλειδιά της, και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα ο Λιθουανός Επίτροπος Δρ. Γενάουσκας Μαρτσουλιόνις, η Ηρώ μού τηλεφώνησε ανάστατη. Είχε ιδιαίτερο σεβασμό στον νομικό μας πολιτισμό, τουλάχιστον από τη σκοπιά της Φιλοσοφίας του Δικαίου. Μάλιστα, για ένα διάστημα πίσω στα χρόνια της ανάπτυξης και προ Χρυσής Αυγής, είχε ασχοληθεί με μια πραγματεία για τα ανθρώπινα δικαιώματα τρίτης γενιάς και την επέκτασή τους στα φυσικά συστήματα και ειδικότερα στα ζώα, δημοσιευμένη, για τους τυχόν ενδιαφερομένους, στο Journal of Theoritical Ecology, Vol. 24 / No3 / 2009.

Μιλάμε για την αιχμή της διεθνούς προβληματικής γύρω από τις σχέσεις ανθρώπουφύσης. Ένα νέο είδος ηθικής όφειλε να εγκαθιδρυθεί, έγραφε εν κατακλείδι η Ηρώ, που θα επεξέτεινε τα ηθικά δικαιώματα στις Επόμενες Γενιές, τον Άλλο και τη Φύση. Και καλά ο Άλλος, ας πούμε ο Πακιστανός που πουλούσε λουλούδια γωνία Μεσογείων και Κατεχάκη και από τον οποίο η Ηρώ αγόραζε ανελλιπώς κάθε μεσημέρι ένα μπουκέτο, αφήνοντάς του κατά κανόνα και τα ρέστα. Ή ο άλλος Άλλος, που όταν μας έβλεπε απειλούσε από τον ενθουσιασμό του να σπάσει το παρμπρίζ καθαρίζοντας τα τζάμια. Καλά και οι Μέλλουσες Γενιές, ας πούμε το καμάρι μας ο Ορέστης, για τον οποίο κάναμε όσα κάναμε, και επιπλέον φιλοδοξούσαμε να του παραδώσουμε ανέπαφο τον Εθνικό Δρυμό της Πάρνηθας και τα χιλιοκαμένα της Πεντέλης για να ’χει κάτι να αναδασώνει στον αιώνα τον άπαντα. Με την επέκταση των ηθικών δικαιωμάτων στη Φύση όμως, τι γίνεται; Τι γίνεται, ας πούμε, με τα ζώα; Πώς παρίστανται, βρε Ηρώ, τα ζώα ενώπιον δικαστηρίου για να προστατεύσουν τη λεία τους και τον οικότοπό τους από την αδηφαγία των ανθρώπων; Σε ποια γλώσσα διατυπώνουν τις ενστάσεις τους; Μα εκπροσωπούνται από τους ανθρώπους, ήταν η αφοπλιστική απάντηση της Ηρώς. Μέσω ημών, μέσω των ΜΚΟ, και κατά του αναπτυξιακού λόμπι. Τα ζώα έχουν δικαίωμα να ζήσουν. Ένα νεαρό νομικό πλέγμα θα τα προστατέψει. Ήδη το πετύχαμε με τις υπόγειες διαβάσεις στην Εγνατία για να μπορούν να περνάνε ανενόχλητες από τις νταλίκες οι καταμετρημένες 144 καφετιές αρκούδες της Πίνδου.

Βλέπεις, φίλε μου, γιατί την είχα κάποτε λατρέψει; Βέβαια, μετά από όσα μεσολάβησαν, δεν αποκλείεται οι αρκούδες να βολτάρουν ανενόχλητες στο οδόστρωμα του πολυθρύλητου εκείνου έργου που ένωσε την Ηγουμενίτσα με τα τουρκικά σύνορα, και που τείνει τώρα πια να μετατραπεί σε Εθνικό Δρυμό. Αλλά ας επανέλθω καλύτερα στην αφήγησή μου. Ήταν αναστατωμένη λοιπόν η Ηρώ –όπως όλοι μας άλλωστε– το βράδυ εκείνο της αναστολής των θεμελιωδών άρθρων του συντάγματος, όταν μου τηλεφώνησε μετά από τόσο καιρό για να μου πει με κάθε σοβαρότητα ότι έπρεπε οπωσδήποτε να με δει, και δεν έφερα αντίρρηση γιατί θεωρούσα ότι είχα καταφέρει με τα χρόνια να αποστειρώσω τις πληγές μου.  Επιπλέον, δεν έβρισκα νόημα στα ανθρώπινα και τα καθημερινά όταν η πραγματικότητα γύρω μας άλλαζε σε βαθμό που έπρεπε να αλλάξουν ριζικά και οι τρόποι πρόσληψής της αν όχι τα ίδια τα αισθητήρια όργανά μας. Καθώς το θυρομεγάφωνο δεν λειτουργούσε από καιρό, κατέβηκα να την περιμένω στην είσοδο, τουρτουρίζοντας. Όμορφη όπως πάντα – αν και αυτό δεν με άγγιζε πια. Στάθηκε στη μέση της κεντρικής αίθουσας του παγωμένου γραφείου, στον δεύτερο όροφο, και είδε με ματιά επιθεωρητού την εγκατάλειψη, το χάος, τα πεταμένα ριζόχαρτα, τα αποτσίγαρα, το ανοιχτό λεύκωμα με τα άσεμνα σκελετωμένα πτώματα από το νταχάου που συχνά μελετώ τελευταία ελπίζοντας να ανακαλύψω το κινούν αίτιο της ιστορικής φρίκης, τα πλαστικά πιάτα με τα ξεραμένα υπολείμματα φαγητού, την ξεκοιλιασμένη πρίζα εκεί όπου άλλοτε συνδεόταν ο κομπιούτερ της, τον ξέχειλο πορτοκαλή κάδο ανακύκλωσης, τον δερμάτινο καναπέ της SΑTO με το κουβαριασμένο σεντόνι.

Το βλέμμα της χάιδεψε φευγαλέα το ασιδέρωτο πουκάμισο και το αξύριστο πρόσωπό μου κι έπειτα στάθηκε σε μια χαρτοπετσέτα με εμφανή ίχνη κραγιόν, παρατημένη πάνω στο σχεδιαστήριο ένας θεός ξέρει από πότε. Πόσο κακό σου ‘χω κάνει, μονολόγησε, αναλαμβάνοντας την ευθύνη για την κατάσταση των πραγμάτων.

Τέλος πάντων, τι τα σκαλίζω τώρα; Γύρισα την κουβέντα στα πρακτικά, στα οικογενειακά, στα οικονομικά, στο θάνατο του πατέρα της –που ποτέ δεν με συμπάθησε ιδιαίτερα– σε μια κρουαζιέρα συνταξιούχων ασφαλιστών στη Μαύρη Θάλασσα, λίγο πριν από την άνοδο του Γιωργάκη στην εξουσία, στη μετέπειτα καριέρα της στη Σχολή Δημόσιας Διοίκησης που είχε λήξει άδοξα με το κλείσιμό της ελλείψει χρηματοδότησης. Εντέλει διατύπωσα τις ανησυχίες μου για το παιδί και τα παράπονά μου που είχε ξεκόψει τελείως από τον πατέρα του και τότε η Ηρώ είπε, μην ανησυχείς, μένει μαζί μου τώρα. 

Και οι παρέες του, και η γκόμενα και οι σύντροφοι και οι οργανώσεις; 

Τέρμα, πάπαλα, μην ανησυχείς πια. Γύρισε σελίδα. Έπιασε δουλειά – κάτι όχι και τόσο εύκολο στις μέρες μας.

Δηλαδή δεν είναι πια της άποψης ότι δεν πρέπει να σκουπίζουμε τα πεζοδρόμια προκειμένου να επιταχύνουμε την καπιταλιστική κατάρρευση, κι ότι όλα θα γίνουν με τον σωστό τρόπο όταν επικρατήσει η επανάσταση; Και γιατί δεν μου ’χει κάνει ένα τηλεφώνημα; Γιατί δεν σηκώνει καν το δικό του;

Πεινάς; ήταν η υπεκφυγή της. Να κάνω μια μακαρονάδα; Έχουν απομείνει τίποτα υλικά στην κουζίνα;

Προκειμένου να συνεχίσουμε έτσι με αλυσιδωτές αναπάντητες ερωτήσεις που αναπόφευκτα θα έφερναν την πυρηνική έκρηξη, είπα ότι πεινούσα – κι εδώ που τα λέμε πράγματι πεινούσα. Δεν αναρωτιόμουν για τίποτα πια και δεν επιχειρούσα να ανασυνθέσω το παζλ του παρελθόντος. Ας πάει στο καλό η αλήθεια για την προδοσία της Ηρώς, είχα σκεφτεί ουκ ολίγες φορές. Δεν θα την μάθω ποτέ. Η αλήθεια είναι μια διόλου απελευθερωτική διαστροφή της Δύσης και απορώ γιατί αφιέρωσα την ζωή μου ως μηχανικός, στην πρακτική, επί του χάρτου αναζήτησή της. Οι μύθοι έχουν σημασία, καλέ μου νυχτερινέ συνταξιδιώτη, μόνο οι μύθοι.

Μιχάλης Μοδινός

Συγγραφέας, περιβαλλοντολόγος και γεωγράφος. Κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά του Χρυσή Ακτή, Ο Μεγάλος Αμπάι και Επιστροφή και το πιο πρόσφατο Η Σχεδία. Στο δοκιμιακό και ερευνητικό του έργο περιλαμβάνονται τα βιβλία Μύθοι της Ανάπτυξης στους Τροπικούς, Από την Εδέμ στο Καθαρτήριο, Το Παιγνίδι της Ανάπτυξης, Τοπογραφίες και Η Αρχαιολογία της Ανάπτυξης.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Τελευταία έξοδος – Στυμφαλία: N.I.M.B.Y. #13

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά