Κυριακή, 01 Δεκεμβρίου 2013

Στυλιανός Αλεξίου: Αναμνήσεις από τον Νίκο Καζαντζάκη

Κατηγορία Συμπτώσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 38

Τον Στυλιανό Αλεξίου τον γνώρισα τυπικά στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ένα καλοκαίρι που τον επισκέφθηκα στο Μουσείο Ηρακλείου και του ζήτησα κάποια συνεργασία με τον Σύλλογο Κρητών Σπουδαστών. η φιλική όμως σχέση μας χρονολογείται από το 1977. Τότε παραιτήθηκε από την Αρχαιολογική υπηρεσία και ανέλαβε να διδάξει στο Πανεπιστήμιο Κρήτης Νεοελληνική Λογοτεχνία. Επειδή είχε μάθει για την ενασχόλησή μου με τα λογοτεχνικά περιοδικά, με αναζήτησε, με κάλεσε στο σπίτι του στο κέντρο του Ηρακλείου και μου μίλησε για τα φιλολογικά θέματα που ερευνούσε. Έτσι αρχίσαμε μια τακτική συνεργασία, πάντα σε εγκάρδιο κλίμα, που διατηρήθηκε μέχρι τον θάνατό του.

Σε όλες σχεδόν τις συναντήσεις μας, εκτός από τα τρέχοντα θέματα και τις αναζητήσεις των φιλολογικών ερευνών του, η συζήτηση στρεφόταν γύρω από τον Νίκο Καζαντζάκη. ο Στυλιανός Αλεξίου ανακαλούσε τις αναμνήσεις του και αναφερόταν στη ζωή, τη σκέψη και το έργο του μεγάλου Κρητικού συγγραφέα, τον οποίο είχε γνωρίσει προσωπικά. Ήταν επί δεκαπέντε χρόνια σύζυγος της αδελφής του πατέρα του Γαλάτειας, και η φιλική επαφή με την οικογένεια των Αλεξίου συνεχίστηκε και μετά το διαζύγιό τους(1926).

Αντί να προσπαθήσω να ανασυνθέσω από μνήμης το περιεχόμενο εκείνων των συνομιλιών μας, θα παραθέσω εκτεταμένα αποσπάσματα από μια ομιλία του Στυλιανού Αλεξίου σε Διεθνές Συνέδριο, το 2004 στο ρέθυμνο, για τον Νίκο Καζαντζάκη (κυκλοφορεί σε έκδοση του Κέντρου Κρητικής λογοτεχνίας, Ηράκλειο, 2006). Θα επιλέξω κυρίως αποσπάσματα που δεν περιέχουν αμιγείς φιλολογικές γνώσεις, αλλά γεγονότα και συμπεριφορές που έγιναν αντιληπτά από τον ίδιο ή του μετέδωσαν οι γύρω του:

«…Τα αισθήματα των Αλεξίου για τον Καζαντζάκη ήταν από τη μια πλευρά θαυμασμός για την προσωπικότητά του, και από την άλλη κριτική, συνήθως άδικη, για το έργο και τη φιλοσοφία του. Σχολίαζαν την ουτοπία του για την ίδρυση “θρησκείας’’. ωστόσο, παλαιότερα, στις αρχές της δεκαετίας του ’20, ο πατέρας μου Λευτέρης Αλεξίου ήταν ένας από τους λίγους ‘’πιστούς’’ της νέας ‘’θρησκείας’’… …Στη λογοκρατούμενη Γαλάτεια φαινόταν υπερβολικό το ότι οι άνθρωποι, ιδίως οι καλαμαράδες, μπορούν να γίνουν Salvatores Dei! Η ίδια και ο κύκλος της, Βάρναλης, Αυγέρης και άλλοι, παραξενεύονταν και για τον τρόπο ζωής του Καζαντζάκη: μέρανύχτα στο γραφείο διαβάζοντας και γράφοντας. Ο ίδιος ο Καζαντζάκης είχε διηγηθεί στη Γαλάτεια ότι στο Παρίσι, στα 1907, η Γαλλίδα σπιτονοικοκυρά του τον ανάγκαζε με φωνές να σηκωθεί από την καρέκλα και να βγει έξω για περίπατο.

Παρά τις αντιρρήσεις της, η Πετρούλα Γαλάτεια, δεν έπαψε ποτέ να ενδιαφέρεται για τον Πέτρο Ψηλορείτη. Η όμορφη, πανέξυπνη και ολοζώντανη αυτή γυναίκα δεν είχε κρατήσει αντίτυπα των βιβλίων της, ούτε τις κριτικές και τις επιστολές που της έγραφαν! Στο συρτάρι της υπήρχαν μόνο γράμματα του Καζαντζάκη (που δημοσιεύτηκαν αργότερα) και, περιέργως το Ριμάριο του, ευρετήριο ομοιοκαταληξιών. Έπειτα από μια επίσκεψή της στην Αίγινα στα 1940, η Γαλάτεια εδημοσίευσε ένα αξιόλογο διήγημα νοσταλγικό της ζωής της με τον Καζαντζάκη, σχεδόν ερωτικό, χωρίς βέβαια να τον αναφέρει ονομαστικά. Το βιβλίο Άνθρωποι και υπεράνθρωποι δεν είναι όμως αντικειμενικό, και το ίδιο ισχύει για την Έλλη Αλεξίου στο Για να γίνει μεγάλος. Με περισσότερη κατανόηση είδε τον Ασυμβίβαστο, στο ομώνυμο έργο της, η δεύτερη σύζυγός του, Ελένη Σαμίου, που αναπαύεται τώρα στον Προμαχώνα martinengo στο Μεγάλο Κάστρο.

Άδικη ήταν η Γαλάτεια και στην εικόνα που δίνει για τον πατέρα του Καζαντζάκη. Ήταν ισχυρή φυσιογνωμία αστού, όχι λαϊκού ανθρώπου. Αυτό δείχνει και το ενδιαφέρον που έδειξε για τη μόρφωση του γιου του (όταν αντιλήφθηκε την αξία του), με σπουδές σε ένα γαλλικό σχολείο της Νάξου, και έπειτα στη Γαλλία – κάτι που κανείς Κρητικός δεν το έκανε ποτέ για το παιδί του.. η δύναμη και η φημισμένη παλληκαριά του πατέρα Καζαντζάκη πέρασε με την κληρονομικότητα στον γιο, και εκδηλώθηκε στον χώρο του πνεύματος. η Γαλάτεια, όπως φαίνεται, δεν είχε συγχωρήσει τις αντιρρήσεις του πατέρα για το γάμο της με τον Νίκο, αν και τελικά είχαν συμφιλιωθεί και της συμπεριφερόταν με αγάπη. Δυσάρεστα είχε επηρεάσει τους Αλεξίου έναντι του Καζαντζάκη η ατυχής ιδέα του γάμου στο …νεκροταφείο Ηρακλείου (για να μην το υποψιαστεί και το εμποδίσει ο πατέρας του), ενώ μπορούσε να γίνει στο Κράσι. Δική του έμπνευση ήταν και η ολέθρια μεταφορά του τυπογραφείου των Αλεξίου από το Ηράκλειο στην Αθήνα, στις …φυλακές Αβέρωφ, με αποτέλεσμα την οικονομική καταστροφή και τον θάνατο του πατέρα της Γαλάτειας (1921). Ευθύνονται όμως και οι Αλεξίου για τις απερισκεψίες αυτές…

Στα φοιτητικά μου χρόνια στην Αθήνα, λίγο μετά τον πόλεμο, πριν εγκατασταθεί ο Καζαντζάκης στο εξωτερικό, πήγαινα, μαζί με την Γαλάτεια, μιαν ορισμένη μέρα της εβδομάδας, στο σπίτι της κρητικής οικογένειας Ανεμογιάννη, κοντά στο Μουσείο, όπου έμενε ο Καζαντζάκης όταν βρισκόταν στην Αθήνα. Εκεί, ένας κύκλος θαυμαστών και θαυμαστριών του, παρόντος και του ίδιου, διάβαζαν μεγαλοφώνως Οδύσσεια. Σε ορισμένα σημεία διέκοπταν και άρχιζαν διάλογο για το τι άραγε εννοούσε ο συγγραφέας. ο Καζαντζάκης άκουγε σιωπηλός καπνίζοντας την πίπα του.

-Και γιατί δεν ρωτούν τον ίδιο; Απορούσε η Γαλάτεια.

Ένα γνώρισμα του Καζαντζάκη ήταν η έλλειψη ευθιξίας. Σπάνιο αυτό στην Ελλάδα, όπου μια υπόδειξη μιας παραδρομής ή η διατύπωση μιας διαφορετικής γνώμης αποτελεί casus belli…

Κάποτε του είχα γράψει ότι ακούω πολλά και ανυπομονώ να τον ξαναδώ. Μου απάντησε με τη γνωστή παροιμία: ”Όπου ακούς μεγάλο τρύγο, έπαιρνε μικρό καλάθι’’. Απλότητα και καλοσύνη σπάνια στους λογίους. Με την ίδια καλοσύνη έγραφε μακροσκελή γράμματα σε απλούς ανθρώπους ηρακλειώτες, υπενθυμίζοντάς τους λεπτομέρειες από το παλιό Μεγάλο Κάστρο…

Σημαντική στη ζωή και τη σκέψη του Καζαντζάκη ήταν η τάση απελευθέρωσης από τα βιβλία, από τα κιτάπια, όπως τα έλεγαν περιφρονητικά στην παλιά Κρήτη. Ήθελε να μην είναι ”χαρτοπόντικας” και “μουτζουρωτής χαρτιών”, όπως ο ίδιος γράφει στο Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά. η στροφή του προς μια ΄ζωή δράσης΄ εκδηλώνεται στο μυθιστόρημα αυτό. Ο πραγματικός Γιώργης ζορμπάς ήταν Έλληνας της τότε Γιουγκοσλαβίας, πρόπαππος του σήμερα αγαπητού στους νέους, πρόωρα χαμένου τραγουδιστή Παύλου Σιδηρόπουλου. η κόρη του ζορμπά Αναστασία είχε παντρευτεί τον αδελφό του πατέρα μου, τον Ροδάμανθυ. Ζούσε στο ηράκλειο και ο αδελφός της Μανώλης ζορμπάς.  Είχαν άλλη μια αδελφή, τη Φιλία. Ακόμη στη δεκαετία του 1950 περίμεναν κάποιαν αποζημίωση για περιουσιακά στοιχεία του πατέρα του στη Γιουγκοσλαβία. (ο Λευτέρης Αλεξίου είχε γνωρίσει τον Ζορμπά και έλεγε ότι ήταν ένας εξαίρετος άνθρωπος.) Συνεργάστηκε με τον Καζαντζάκη σε μιαν άτυχη επιχείρηση ανθρακωρυχείου στην Πραστόβα της Μάνης, στην ουτοπική προσπάθεια του συγγραφέα να “αλλάξει ζωή”.

Στο μυθιστόρημα του Καζαντζάκη, ο Ζορμπάς είναι ο άνθρωπος που χαίρεται το φαγοπότι, τον χορό, τον έρωτα. ο Καζαντζάκης θέλει να τον μιμηθεί, αλλά στο βάθος ξέρει ότι δεν θα το πετύχει.  Στο μυθιστόρημα, ο αφηγητής διστάζει να μπει στο σπίτι της περίφημης “χήρας”. “Στην άλλη ζωή θα ζήσω καλύτερα”, λέει ο ίδιος…

Αλλού πρέπει να αναζητηθεί ο λόγος της επιτυχίας του Καζαντζάκη, όχι στην περιγραφή της παλιάς παραδοσιακής Κρήτης… Ο ξένος αναγνώστης έβρισκε στον Καζαντζάκη κάτι πέρα από “τους συγγραφείς της φυγής, της παρακμής, της ηττοπάθειας”, κάτι πέρα από τον Beckett και τους αμερικανούς “Beet”. Στον Καζαντζάκη υπάρχει μια βαθύτερη δυνατή σύλληψη της ζωής, “η απέραντη χαρά στην πράξη του ζην” (Wilson), μια ηρωική κατάφασή της, όχι η απογοήτευση…

Η πρωτοτυπία του Καζαντζάκη είναι η αντιπαράθεση του απλού, δυνατού και γνήσιου ανθρώπου, στον διανοούμενο. η απόρριψη του “χαρτοβασιλείου”, η αξία της “δράσης” έστω χωρίς πρακτικό κέρδος, η “στροφή προς τη ζωή”, το κήρυγμα αυτό του Καζαντζάκη βρήκε ανταπόκριση σ’ έναν κόσμο κουρασμένο από δήθεν “σοφία και λογική”…»

ΥΓ. Με τον Στυλιανό Αλεξίου συναντιόμασταν συνήθως στο Ηράκλειο: στο σπίτι του, στον Αραστά, Αργυράκη 1, στο Καφενείο Ενετικόν, στο ζαχαροπλαστείο Μπαρμπαρρήγου, στο καφέ του ξενοδοχείου Γαλαξίας και στο εστιατόριο του Κυριάκου. Επίσης, στην Αθήνα, στα παλιά γραφεία των εκδόσεων «στιγμή» του Αιμίλιου Καλιακάτσου, στην οδό ζωοδόχου Πηγής και στο εστιατόριο του Κωστογιάννη.

Γιώργος Ζεβελάκης

Ερευνητής της λογοτεχνίας. Μεταξύ άλλων δραστηριοτήτων, διατηρεί σημαντικό αρχείο το οποίο έχει χρησιμοποιηθεί στην έρευνα πολλών εργασιών στο χώρο της νεοελληνικής φιλολογίας.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
«Του μεταξισμού η λέρα»

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά