Τετάρτη, 01 Ιανουαρίου 2014

Τα ομηρικά θρόνα

Κατηγορία Ομηρικά
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 39

Η λέξη θρόνα εμφανίζεται αυτούσια στα ομηρικά έπη μία μόνο φορά, στο Χ 441 της Ιλιάδας, όπου η Ανδρομάχη, ανύποπτη ακόμη για τον θάνατο του συντρόφου της, έπλεκε στον αργαλειό της διπλό πορφυρένιο υφαντό και πάνω του επάλειφε «θρόνα ποικίλα»:

«.......................... ἱστὸν ὕφαινε μυχῷ δόμου ὑψηλοῖο

δίπλακα πορφυρέην, ἐν δὲ θρόνα ποικίλ’ ἔπασσε».

Η λέξη θρόνα είναι πιθανόν επίσης να υπόκειται ως δεύτερο συνθετικό στα επίθετα ἐύθρονος, που χαρακτηρίζει αποκλειστικά την Ηώ, δηλαδή την Αυγή (Οδύσσεια θ 565, ζ 48, ο 495, ρ 497, σ 318, τ 342) και χρυσόθρονος (που χαρακτηρίζει κατά κύριο λόγο την Ηώ (κ 541, μ 142, ξ 502, ο 56, ο 250, τ 319, υ 91, χ 198, ψ 244, ψ 347), αλλά και την Ήρα (Ιλιάδα A 611, Ξ 153, Ο 5) και την Άρτεμη (Ι 533, ε 123). Λέμε «πιθανόν», επειδή κάποιοι πιστεύουν ότι στις περιπτώσεις των επιθέτων αυτών το δεύτερο συνθετικό είναι η γνωστή λέξη θρόνος -θα επανέλθουμε σε αυτό πιο κάτω.

Το νόημα της λέξης στους μεταγενέστερους[1]

Η επικεφαλίδα της ενότητας αυτής είναι εσφαλμένη, δεδομένου ότι δεν πρόκειται για ένα μα για πολλά νοήματα. Κατ’ αρχήν, βεβαίως, αυτό δεν είναι παράδοξο: τα νοήματα των λέξεων αλλοιώνονται καθώς μετακινούμαστε στον τόπο και στο χρόνο. Το παράδοξο αρχίζει όταν ο ίδιος συγγραφέας στο ίδιο έργο του δίνει διαφορετικό νόημα στην ίδια λέξη κάθε φορά που την χρησιμοποιεί. Η διακύμανση αυτή αποκαλύπτει την τεχνητή γι’ αυτόν φύση της και την αβεβαιότητα που τον κατέχει όσον αφορά στην αυθεντική της έννοια. Εναπόκειται να κρίνουμε, κατά πόσον οι διαφορές του νοήματος από συγγραφέα σε συγγραφέα υποδηλώνουν φυσιολογικές αλλοιώσεις στα πλαίσια του ζωντανού λόγου ή διαφορετικές απόπειρες ανεύρεσης του χαμένου αυθεντικού νοήματος μιας λέξης που διατηρήθηκε βαλσαμωμένη στο έργο του Ομήρου.

Για τον Θεόκριτο (Εἰδύλλια ΙΙ 59) θρόνα είναι τα μαγικά φίλτρα, σε ρευστή πάντως μορφή, όπως υποδηλώνει το ρήμα ὑπομάσσω = «ζυμώνω» ή «ἐπαλείφω κρυφίως». Για τον Λυκόφρονα (Ἀλεξάνδρα) στους στίχους 674 και 1313 θρόνα νοούνται τα φάρμακα, ενώ στον στίχο 1138 οι χρωστικές «κρέμες» προσώπου. Για το Νίκανδρο (Ἀλεξιφάρμακα) τα θρόνα είναι υγρά, φυτικά κυρίως, παρασκευάσματα με φαρμακευτικές ιδιότητες. Σε ένα απόσπασμα μαγικού παπύρου του 159/8 π.Χ. πρόκειται μάλλον για παρασκευάσματα ζύμης, ή για βότανα[2] ως θρησκευτική προσφορά. Η Αγλαΐα και ο Νόννος ονομάζουν θρόνα τα βοτανικά φαρμακευτικά παρασκευάσματα. Ο Ησύχιος τα άνθη και τα χρωματιστά («ἄνθινα») διακοσμήματα. Ενδιαφέρον, για τον τρόπο που αναζητούσαν οι μεταγενέστεροι σχολιαστές και γραμματικοί το νόημα της λέξης, έχουν οι ετυμολογικές προσεγγίσεις τους μέσω των λέξεων θραύω-θροῦς και θορῶ-θόρνυμαι-θρώσκω. Οι προσεγγίσεις αυτές αποκαλύπτουν πως τουλάχιστον στην μία από τις ετυμολογικές κατευθύνσεις εκείνοι που τις επιχειρούσαν αναζητούσαν μέσω αυτών ένα νόημα, που τους διέφευγε.[3]

Όσον αφορά το δεύτερο συνθετικό των ομηρικών επιθέτων σε ἐύθρονος και χρυσόθρονος, οι μεθομηρικοί «ομηριστές» νοούσαν με αυτό πάντα τον «θρόνο», ένδειξη της μεγάλης απόστασης που χώριζε και τους αρχαιότερους απ’ αυτούς από τον Όμηρο, του οποίου τα νοήματα θα πρέπει συνεπώς να αναζητήσουμε από την αρχή χωρίς την δική τους παραπλανητική βοήθεια .

Το νόημα της λέξης στον  Όμηρο.

Η μια και μοναδική αναφορά μιας λέξης στα έπη θα κριθεί ίσως ανεπαρκής για την εξαγωγή του ακριβούς της νοήματος. Για τους λόγους, εν τούτοις, που εκτίθενται στη συνέχεια, πιστεύουμε πως το νόημα μπορεί να εξαχθεί με σαφήνεια, και πως συγκεκριμένα τα «θρόνα» του Ομήρου είναι οι χρωστικές ουσίες και τα χρώματα. Στο συμπέρασμα αυτό οδηγούν οι παρακάτω λόγοι:

1. Το ρήμα «πάσσω», που συνοδεύει τη λέξη «θρόνα» και που σημαίνει «πασαλείβω», «επαλείφω», «αλείφω», κάνει φανερό πως ο λόγος γίνεται για ζωγραφιστές κι όχι για κεντητές ή υφαντές διακοσμήσεις, όπως γίνεται γενικά αποδεκτό μέχρι σήμερα.[4]

2. Από πολλούς νεότερους είχε υποστηριχθεί πως η λέξη που υπόκειται ως δεύτερο συνθετικό των επιθέτων ἐύθρονος και χρυσόθρονος είναι (ο) θρόνος. Όπως όμως αντιπαρατήρησε πρώτος ο Wilamowitz,[5] ο θρόνος δεν ταιριάζει στην θεά της αυγής, που σε καμιά περίπτωση δεν εμφανίζεται επί θρόνου. Εξάλλου, αν ο λόγος γινόταν για θρόνο, ο πρώτος που θα εδικαιούτο το επίθετο αυτό θα ήταν ο Δίας[6] –αλλά ο Ποιητής ουδέποτε τού το απονέμει. Ἐύθρονος, λοιπόν, είναι αυτή «με τα ωραία θρόνα» και χρυσόθρονος «με τα χρυσά θρόνα». Τι είναι όμως τα θρόνα; Ο Wilamowitz[7] αποφαίνεται πως είναι άνθη. Όπως όμως αντιτείνει ο Ι. Προμπονάς:[8]

«ἐὰν εἰς τὰ ἀνωτέρω ἐπίθετα δεύτερον συνθετικὸν ἦτο ἡ λέξις θρόνα ἐν τῇ σημασίᾳ τοῦ ἄνθη, ποικίλματα ἐξ ἀνθέων, τότε ταῦτα ὤφειλε να προσδιορίζουν ἓν οὐσιαστικὸν σημαῖνον ἔνδυμα καὶ ὄχι τὴν λέξιν θεάν… Εἶναι νομίζω φανερόν, ὅτι εἰς τὰ ἐπίθετα ταῦτα ἐφ’ ὅσον προσδιορίζουν θεάν, δεύτερον συνθετικὸν κεῖται ἡ λέξις *θρόνον. ἄνθινον ἱμάτιον καὶ ὄχι βεβαίως τὸ θρόνα = ποικίλματα ἐξ ἀνθέων».[9]

Εν τούτοις και η ερμηνεία αυτή είναι ασύμβατη προς την προαναφερόμενη χρήση της λέξης θρόνα από τον ποιητή.[10]

Η πιο συνεπής και αβίαστη λύση νομίζω πως βρίσκεται στην ερμηνεία των λέξεων εύθρονος και χρυσόθρονος ως «ομορφοχρώματη» και «χρυσοχρώματη» αντίστοιχα. Από πρώτη άποψη ο χαρακτηρισμός μιας θεάς ως «ομορφοχρώματης» ξενίζει. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως πως οι θεότητες της αρχαιότητας αποτελούσαν συνήθως προσωποποιήσεις φυσικών φαινομένων. Η Ηώς, π.χ., ήταν η προσωποποίηση της αυγής, η οποία πράγματι είναι ομορφοχρώματη και χρυσοχρώματη, όπως δείχνει και το άλλο ομηρικό επίθετό της ῥοδοδάκτυλος. Το ίδιο άλλωστε συμβαίνει και με την Άρτεμη, που ήταν θεά της άγριας φύσης, και με την Ήρα, αν υποτεθεί μάλιστα πως το όνομά της έχει απώτερη σχέση με το ἔαρ. Ενδέχεται, βεβαίως, η απώτερη ρίζα και σημασία της λέξης θρόνα να προέρχεται από τα άνθη, δεδομένου ότι σε αυτά γίνεται περισσότεροέκδηλη η ποικιλία των χρωματισμών.

3. Η απουσία από δυο έπη ενός άλλου ουσιαστικού που να αποδίδει την μεθομηρική λέξη «χρῶμα» ενισχύει αυτή την άποψη.

Οι επόμενες δύο ενδείξεις, που προέρχονται η μια από την προομηρική και η άλλη από την μεθομηρική εποχή, ενισχύουν την υπόθεση στην οποία οδηγηθήκαμε με βάση τα ομηρικά κείμενα.

4. Μια ισχυρή ένδειξη υπέρ της άποψης αυτής πιστεύω πως προσφέρει η μυκηναϊκή λέξη to-no-e-ke-te-ri-jo, που περιέχεται στην πινακίδα PY Fr 1222, μιας εκ των «πινακίδων του ελαίου» (Oil Tablets) που ήρθαν στο φως από τις ανασκαφές στον Άνω Εγκλιανό το 1958. Το κείμενο της πινακίδας έχει ολογράφως τις λέξεις wa-na-so-i (=προσφορά στις «ἄνασσες», θεές) to-no-e-ke-ti-ri-jo, ενώ πάνω από την δεύτερη λέξη έχει α) την βραχυγραφία pa, που ερμηνεύτηκε με την βοήθεια άλλων πλήρων λέξεων ως σφακόεν (αρωματισμένο με αλίσφακο), επίθετο που αποδίδεται στο λάδι, β) ιδεόγραμμα που δηλώνει μονάδα μέτρησης και γ) σημείο που αποδίδει τον αριθμό 2 και αντιστοιχεί στην προαναφερόμενη μονάδα μέτρησης.

Οι αναγνώσεις που έγιναν και οι ερμηνείες που δόθηκαν σ’ αυτήν ήταν πολλές και ποικίλες, οι περισσότερες όμως συγκλίνουν στο ότι είναι όνομα εορτής που σχετίζεται με τον θρόνο.[11] Ο Ι. Προμπονάς αναγιγνώσκει την μυκηναϊκή λέξη «*θορνοελκτήρια» και κρίνει πως αναφέρεται σε εορτή κατά την οποία ανέλκεται ένα πεποικιλμένο πέπλο, όπως αυτός ερμηνεύει τη λέξη θρόνον.

Περισσότερο αβίαστη νομίζουμε πως γίνεται η απόδοση του μυκηναϊκού κειμένου, αν τα θρόνα, που υπόκεινται ως πρώτο συνθετικό της λέξης to-no-e-ke-te-ri-jo, θεωρηθούν ως αρωματικά και πιθανότατα χρωματιστά παρασκευάσματα από άνθη και λάδι. Το to-no-e-ke-ti-ri-jο μπορεί τότε να ερμηνευτεί ως *θορνοεκτήριον, θρονο-δοχεῖον, το δοχείο δηλαδή που περιείχε θρόνα,αρωματικά και χρωστικά υγρά για επίχριση.

Ανακύπτει, βεβαίως, η απορία: τι ρόλο όμως θα μπορούσαν να παίζουν τα ελαιώδη χρωστικά υγρά στις προσφορές στους θεούς; Η απάντηση ίσως βρίσκεται στο ότι τα ξύλινα (μέχρι και την εποχή του Ομήρου) ξόανα των θεοτήτων βάφονταν και επαλείφονταν με αρωματικά έλαια. Ούτε η κατάληξη -irijo αποτελεί παραδοξότητα για ονομασία αγγείου. Την συναντάμε στη λέξη ποτέριο σ’ ένα από τα πρώτα αγγεία που φέρει αλφαβητική επιγραφή (8ος π.Χ. αι.), στο περίφημο «ποτήριον του Νέστορος» από την Ίσκια.

Αν η ανάλυσή μας είναι ορθή, το κείμενο της πινακίδας PY Fr 1222

wa-na-so-i  to-no-e-ke-te-ri-jo ‘OLE+PA  V 1’

διαβάζεται φυσικά και αβίαστα:

«για τις αρχόντισσες θεές, δοχείο που περιέχει θρόνα σφακόεντος ελαίου “λίτρα” 2».

Πρόκειται για ερμηνεία που ταιριάζει, νομίζουμε, απόλυτα στα συμφραζόμενα και των υπολοίπων «πινακίδων του ελαίου», στις οποίες ανήκει.

5. Η λέξη «χρῶμα» κάνει την εμφάνισή της όταν παύει να χρησιμοποιείται με την έννοια του χρώματος η λέξη «θρόνα». Και τούτο μας εισάγει στην περιοχή της ετυμολογίας

Προέλευση και εξέλιξη της λέξης χρῶμα.

Η μεθομηρική λέξη χρῶμα πιστεύουμε πως προήλθε από τη συνάφεια και την παρήχηση των ομηρικών λέξεων χρώς, χρίω και θρόνα. Αυτό προκύπτει από την αναδίφηση που ακολουθεί.

Η λέξη χρώς στον Όμηρο σημαίνει το σώμα ή, ενίοτε, το εξωτερικό όριό του.[12] Στο βαθμό που η λέξη σῶμα -όνομα που ο Όμηρος δίνει στο πτώμα ή στο αδρανές ως αντικείμενο ανθρώπινο σώμα- αρχίζει να χρησιμοποιείται όλο και πιο συχνά για να υποδηλώσει το ζωντανό ανθρώπινο κορμί, εκτοπίζει τη λέξη χρώς κάνοντάς την να πάρει σχεδόν το νόημα που μέχρι τότε απέδιδε η λέξη ῥινός (δέρμα). Όταν πρωτοεμφανίζεται η λέξη χρῶμα, έχει έννοια παραπλήσια της ομηρικής λέξης χρώς (επιφάνεια του σώματος, σώμα), έννοια με την οποία χρησιμοποιείται εναλλακτικά η λέξη χροιά. Στον Ησίοδο δεν εντοπίζουμε ακόμη τη λέξη χρῶμα,[13] συναντάμε όμως μια τη λέξη χρώς με την έννοια πάντα του σώματος.[14] Η λέξη χρῶμα στον Ιπποκράτη εμφανίζεται πάνω από σαράντα φορές την σημερινή έννοια, ενώ η λέξη χρώς την χρησιμοποιείται σταθερά με την έννοια της επιδερμίδας. Ο Ηρόδοτος χρησιμοποιεί τη λέξη με τη σημερινή της έννοια,[15] ενώ χρησιμοποιεί και τη λέξη χρώς με την έννοια του δέρματος.[16] Ο Αισχύλος με την έννοια του χρώματος χρησιμοποιεί τη λέξη χροιά[17] αλλά και τη λέξη χρώς,[18] ενώ την τελευταία την χρησιμοποιεί και με την έννοια του σώματος.[19] Ο Πλάτων χρησιμοποιεί τη λέξη χρῶμα με τη σημερινή έννοια, αλλά ως συνώνυμό της και τη λέξη χρώς.[20] Ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί σταθερά τις λέξεις χρώμα και χροιά με το σημερινό τους νόημα. Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, ανάμεσα στις λέξεις χρώς (αρχικά «σώμα» και μετέπειτα «δέρμα» και «επιφάνεια») και χρῶμα υπήρξε κάποια γέφυρα. Ποια ήταν όμως αυτή;

Τα ρήματα χρῴζω (από το χροΐζω), χρώννυμι» και χρωνύω -που αρχικά σήμαιναν «ψαύω την χρόα» και αργότερα «χρωματίζω»- κάνουν την πρώτη μαρτυρημένη εμφάνισή τους στην γλώσσα μας μετά την εμφάνιση του ουσιαστικού χρῶμα, ενώ το χρωτίζω=βάφω είναι ακόμη υστερότερο.[21] Η χρονική αυτή σχέση υποδηλώνει πως το ουσιαστικό προηγήθηκε των ρημάτων. Τούτο ενισχύεται και από το μ του θέματος, που δεν υπάρχει στα προαναφερόμενα αρχαία ρήματα. Αν, εξάλλου, το ουσιαστικό προερχόταν από το ρήμα χρώννυμι-χρωνύω, θα είχε δύο μ (χρῶνμα> χρῶμμα). Το ίδιο θα συνέβαινε αν το ουσιαστικό προερχόταν άμεσα από το ρ. χρίω: χρῶσμα> χρῶμμα.

Δύο στοιχεία συνετέλεσαν στο να ταυτιστεί πλήρως στα μεθομηρικά χρόνια ο χρώς με το δέρμα και να δώσει την αφορμή για την γέννηση της λέξης χρῶμα. Το ένα ήταν η ηχητική ομοιότητα του χρίω με το χρώς (που δεν γνωρίζουμε αν υποκρύπτει κάποια αρχαιότερη συγγένεια): καθώς η επί-χριση γίνεται αποκλειστικά στην επιφάνεια του σώματος, το ρήμα «χρίω» συνετέλεσε στο να περιοριστεί η έννοια «χρώς» μόνο στην επιφάνεια. Το δεύτερο ήταν η επίδραση της λέξης σῶμα, με την οποία είχε αρχικά συμπληρωματική και αντιστικτική σχέση: σῶμα/χρῶμα.

Στη συνέχεια η λέξη χρῶμα πέρασε από την επιφάνεια του ανθρώπινου σώματος στις επιφάνειες όλων των σωμάτων, εμψύχων και αψύχων. Σημαντικό ρόλο σ’ αυτό πρέπει να έπαιξε η αγγειογραφία και η ζωγραφική: ο κατ’ εξοχήν τρόπος χρωματισμού των επιφανειών είναι η επίχριση (και όχι, π.χ. η εμβάπτιση). Εξάλλου ο χρώς των ανθρώπων στις ζωγραφικές απεικονίσεις τους δεν πάει ποτέ βαθύτερα από την επιφάνεια-δέρμα. Με την τελευταία έννοια, η ανάπτυξη της ζωγραφικής, και ιδίως των παραστάσεων ανθρωπίνων σωμάτων επί αγγείων, πιθανότατα έχει παίξει σημαντικό ρόλο στην νοηματική μετάβαση από το «χρῶμα»-«επιφάνεια του δέρματος» στο «χρῶμα»-«επίχρισμα» και από εκεί στο «χρῶμα» με την σημερινή έννοια.

Η σταδιακή απώλεια της λ. θρόνα

Τα συνήθη και χαρακτηριστικά επίθετα της αυγής εύθρονος και χρυσόθρονος, ομορφοχρώματη και χρυσοχρώματη αντίστοιχα, κατά τη γνώμη μας δεν θα ‘πρεπε να αφήνουν αμφιβολίες για το ουσιαστικό που κρύβεται στο δεύτερο συνθετικό τους: πρόκειται για το θρόνον, δηλαδή το χρώμα. Πώς μπορεί όμως να εξηγήσει κανείς το ότι σε δύο τόσο μεγάλα ποιήματα που παίζουν τόσο συχνά με τις παραστάσεις της φύσης σε όλες της τις αποχρώσεις, το ουσιαστικό που αποδίδει το χρώμα αναφέρεται μόνο μία φορά, κι αυτήν όχι σε συνάρτηση με τη φύση;

Μία λογική απάντηση θα ήταν το ότι το ουσιαστικό αυτό μπορεί μεν να είχε ενσωματωθεί για πάντα στα επίθετα, τον καιρό όμως του ποιητή ήταν «καμουφλαρισμένο» μέσα σ’ αυτά, καθώς η χρήση τους μέσα στις τυπικές φόρμουλες ήταν μηχανική. Το γεγονός όμως ότι στα έπη δεν συναντάμε κάποια άλλη λέξη για το χρώμα, ούτε αυτούσια ούτε ως συνθετικό στοιχείο, ακυρώνει την υπόθεση που μόλις προαναφέρθηκε. Η αιτία που δεν συναντάμε στα έπη την γενική έννοια για το χρώμα πρέπει να βρίσκεται αλλού: στο ότι ο ποιητής όταν χρειάζεται να περιγράψει ένα έγχρωμο αντικείμενο, χρησιμοποιεί πάντα λέξη που να αποδίδει το συγκεκριμένο του χρώμα: ο οἶνος, π.χ., είναι μέλας, αἴθοψ ή ἐρυθρὸς, οι νῆες κυανόπρωροι ή μιλτοπάρῃοι, ο πόντος ἰοειδὴς, κ.ο.κ.

Η αχρήστευση μιας λέξης που αποδίδει βασική έννοια δεν μπορεί να γίνει χωρίς να πάρει κάποια άλλη τη θέση της. Χρονικό κενό ανάμεσα στις δύο δεν νοείται. Και το ότι η λ. χρῶμα άλλαξε σταδιακά νόημα δεν αρκεί. Εκείνο, νομίζουμε, που επέτρεψε την επικράτησή της πέρα από την σταδιακή νοηματική προσέγγιση ήταν η ηχητική ομοιότητά της με τη λ. θρόνα. Όσο οι έννοιες των δύο λέξεων συνέκλιναν, η υποκατάσταση της μιας από την άλλη γινόταν ολοένα και πιο εύκολη, συχνή και σχεδόν αναπόφευκτη.

Η σύγκλιση αυτή φαίνεται πως κάνει ήδη δειλά την εμφάνισή της στον ίδιο τον Όμηρο, στην έκφραση «τράπετο χρώς» των στίχων Ν 279, Ν 284, Ρ 733 = λ 529, φ 412. Η ερμηνεία που δίνεται απ’ όλους –και που φαίνεται ως περισσότερο εύλογη- είναι «άλλαξε το χρώμα». Προς επίρρωση γίνεται επίκληση της φράσης «μελαίνετο χρόα καλόν» του στίχου Ε 354. Την έννοια «όψη του σώματος» νομίζω πως έχει ο χρώς και στους υπόλοιπους πέντε προαναφερόμενους στίχους. Σε κάθε περίπτωση, οι στίχοι αυτοί μας δείχνουν τη γέφυρα από την οποία οι μεταγενέστεροι του Ομήρου πέρασαν από το «χρώς»-σώμα στο «χρώς»-δέρμα-επιφάνεια για να καταλήξουν στο «χρῶμα» ως χροιά της επιφάνειας και γενικότερα οπτική  χροιά.

Για να γυρίσουμε πιο πίσω, η αρχική εκφορά της λέξης θρόνα είναι πολύ πιθανό να ήταν θόρνα, υπόθεση που ενθαρρύνει η γραφή της μυκηναϊκής λέξης to-no-e-ke-te-ri-jo: αν πρώτο συνθετικό της ήταν το θρονο-, κατά τους κανόνες της γραμμικής Β περισσότερο αβίαστα θα καταγραφόταν ως to-ro-no-e-ke-te-ri-jo.

Το ότι στον Όμηρο η σειρά των συλλαβών αντιστρέφεται από θορνο σε θρονο θα μπορούσε να αποδοθεί στις ανάγκες του μέτρου, όπως συμβαίνει και με τις λέξεις στρατός/σταρτός, καρδίη/κραδίη, Κάρπαθος/Κράπαθος, κάρα>κρῆθεν. Όπως όμως μπορεί να παρατηρήσει κανείς, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις «αντιστρεφομένων» φθογγικών συμπλεγμάτων είναι παρών ο φθόγγος ρ. Αυτό δεν μπορεί να είναι τυχαίο. Κατά τη γνώμη μου, την εποχή του Ποιητή ο συγκεκριμένος φθόγγος κυμαινόταν μεταξύ του αρ και του ρα, και τούτο ακριβώς ήταν που διευκόλυνε την αντιστροφή των φθογγικών συμπλεγμάτων που τον περιείχαν. Αυτό με την σειρά του μας βοηθάει να αναζητήσουμε την ρίζα της εξεταζόμενης λέξης εκεί που παρετυμολογικά την αναζητούσαν κάποιοι από τους ύστερους γραμματικούς και σχολιαστές: στο ρήμα θόρνυμι, «ξεπετάγομαι», «ξεφυτρώνω». Με αυτή την έννοια θόρνα στην απώτατη αρχαιότητα θα πρέπει να λέγονταν τα μπουμπούκια που ήταν έτοιμα να ανοίξουν ή που άνοιγαν αιφνιδιαστικά την άνοιξη, και συνεκδοχικώς τα χρώματα που αυτά αποκάλυπταν με το άνοιγμά τους. Τα χρώματα των λουλουδιών με την σειρά τους έδωσαν ονόματα στα χρώματα καθεαυτά –βλ. τα ομηρικά επίθετα ῥοδοδάκτυλος και ἰοειδής, ενώ κάποιες χρωστικές ουσίες αναμφισβήτητα επιτυγχάνονταν με την βοήθεια αντίστοιχων φυτικών ουσιών. Το ότι τα άνθινα θόρνα/θρόνα (αποστάγματα λουλουδιών και αιθερίων ελαίων) χρησιμοποιούνταν κατά κόρον για την επίχριση των σωμάτων, οδήγησε σε ένα στενό συμφυρμό τις λέξεις θρόνα, σῶμα, χρίω και χρώς, που συνόδευαν σταθερά την διαδικασία αυτή.

***

Αναπόφευκτο μετά απ’ αυτά μου φαίνεται το συμπέρασμα πως:

α) η λέξη θρόνα στον Όμηρο και κυρίως πριν απ’ αυτόν υποδήλωνε το χρώμα και παραγώγως το ζωγράφημα και το χρωματιστό «ποίκιλμα», και

β) η λέξη χρῶμα προέκυψε στα μεθομηρικά χρόνια από το νοηματικό και ηχητικό συμφυρμό των ομηρικών λέξεων χρίω, χρώς και θρόνα, αντικαθιστώντας την τελευταία λέξη τόσο ολοκληρωτικά, ώστε αυτή κατά την επανανακάλυψή της στο κείμενο των επών, όπου είχε διασωθεί βαλσαμωμένη, να έχει καταστεί αγνώριστη και ακατανόητη στους μεταγενεστέρους.

http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/7/7b/David-Andromache_Mourning_Over_Body_of_Hector.jpg


[1] Για τις αρχαίες αναφορές στη λέξη θρόνα, στηρίχτηκα στην εξαντλητική καταγραφή τους από τον Ιωάννη Προμπονά (Ἡ μυκηναϊκὴἑορτὴ *Θρονοελκτήρια, Αθήνα 1974). Σημαντική είναι και η διαπραγμάτευση του θέματος και από τον Βασίλη Πετράκη («to-no-e-ke-te-ri-joreconsidered», Minos 37-38, 2002-2003: 293-316). Εκτεταμένη παράθεση αρχαίων αναφορών και ευρεία διαπραγμάτευσή τους κάνει και ο E. Risch («θρόνος, θρόνα und die Komposita vom Typus χρυσόθρονος», Studii Clasicί 14, 1972: 17-25). Για τους λόγους όμως που θα εκτεθούν στη συνέχεια, η άποψη που αναπτύσσεται εδώ για το ομηρικό νόημα της λέξης (και κατ’ επέκταση της μυκηναϊκής to-no-e-ke-te-ri-jo) διαφοροποιείται από τις δικές τους.

[2] Βλ. Ι. Προμπονά (ό.π.: 46).

[3] Βλ. ενδεικτικά:

1. Σχόλια στο Χ 441:

                α) «Θρόνα: τὰ βαπτὰ ἔρια, κατὰ μετουσίαν ὁμοίως τοῖς ποιοῦσι τὰ ποιούμενα» (ΑΤ).

                β) «<θρόνα ποικίλα>: ἄνθη ποικίλα, ἐξ ὧν βάπτουσι» (Α).

                γ) «Θρόνα. ποικίλματα, ἄνθη. Ἔπασσεν. Ἐποίκιλλεν, ἐξ οὗ καὶ παστός» (D).

2. Απολλώνιος, Λεξικὸν ὁμηρικόν: «θρόνα, ἄνθη».

3. Κλείταρχος (από τα Σχόλια στον Θεόκριτο Εἰδ. 2.59):

α) «Θρόνα Θεσσαλοὶ μὲν τὰ πεποικιλμένα ζῷα· Κύπριοι δὲ τὰ ἄνθινα ἱμάτια· Αἰτωλοὶ δὲ τὰ φάρμακα, ὥς φησι Κλείταρχος».

β) «Ὅμηρος δὲ ῥόδα, παρὰ τὸ ἄνω θωρεῖν ἐκ τῆς γῆς».

γ) «Θρόνα τὰ θραύοντα τὸν νοῦν ἢ τὰ θροῦν ποιοῦντα ἐν τῷ νοΐ».

4. Ευστάθιος 1278.46: «Θρόνα δὲ κυρίως μὲν τὰ ἐκ θηρίων ἢ τὰ ἐκ γῆς ἀναθορόντα ὀνήσιμα φάρμακα, νῦν δὲ κατὰ μετουσίαν θρόνα, ἤγουν φάρμακα ἔφη τὰ βεβαμμένα λίνα ἢ ἔρια». 

5. Ησύχιος: α) «Θρόνα· ἄνθη· καὶ τὰ ἐκ τῶν χρωμάτων ποικίλματα». β) «τρόνα ἀγάλματα ἢ ῥάμματα ἄνθινα».

.

[4] Είναι απορίας άξιο, πώς διέφυγε μέχρι τούδε της προσοχής των ερευνητών ένας τόσο προφανής συσχετισμός. Ο Ι. Προμπονάς, ο οποίος κάνει εκτεταμένη περιόδευση στις σχετικές αναφορές (σελ. 42, όπου και συγκεκριμένες παραπομπές στους Meyer, Boisacq, Wilamowitz, Buschor, Bowra, Lorimer, Ruijgh, Valk, Frisk, Marinatos, Handschur, Furnèe και Helbig), με βάση και αυτές καταλήγει στο συμπέρασμα πως στον Όμηρο η λέξη σημαίνει «ἐνυφασμένα ἢ κεντημένα εἰς ἔνδυμα ἄνθη ἤ, κατ’ ἄλλους, ποικίλματα γενικῶς».

[5]U.v. Wilamowitz-Möllendorff, 1910: 376, σημ. 2.

[6]Ι. Προμπονάς, 1974: 52.

[7] Wilamowitz, ό.π.

[8] Ι. Προμπονάς, ό.π.: 54.

[9] Ι. Προμπονάς, ό.π.: 55.

[10] Ο Risch (ό.π.) ακολουθεί μια ερευνητική διαδικασία, που οδηγεί σε αποβολή από το λεξιλόγιο κάποιας γνήσιας ιδιαίτερης λέξης θρόνα, η οποία κατά την άποψή του δεν ήταν τίποτε περισσότερο από το αποτέλεσμα μιας παρεξήγησης, μιας άστοχης ομηρικής ποιητικής έκφρασης.

[11] Βλ. Ι. Προμπονά, ό.π.: 32-40.

[12] Όπως επισημάνθηκε από τονB. Snell,Η ανακάλυψη του πνεύματος, μετ. Δ.Ι. Ιακώβ, εκδ. ΜΙΕΤ 19811981: 24. Προβληματική όμως είναι η θεωρία του Snell, ότι ο ποιητής δεν είχε ακόμη συλλάβει ως σύνολο το ζωντανό ανθρώπινο σώμα και ότι η λ. σῶμα σήμαινε απλώς «πτώμα».

[13] Με αφετηρία την θεωρία του Snell η Ε. Walter-Karydi («ΧΡΩΣ. Die Entstehung des griechischen Farbwortes», Gymnasium 98, 1991: 517-33) κατέληξε στο συμπέρασμα (πολύ κοντινό σ’ αυτό που καταλήγουμε εδώ από άλλο δρόμο), πως η λέξη χρώς πήρε το νόημα χρῶμα εξ αιτίας του ότι χρώς για τον ποιητή είναι η επιφάνεια του σώματος, στην οποία είναι κατ’ εξοχήν ορατό το χρώμα. Η υπόθεση αυτή, που αγγίζει ένα μέρος μόνο της αλήθειας, δεν απαντάει σε κάποια καίρια ερωτήματα όπως: α) ποιο ήταν το όνομα του χρώματος ως τότε; β) γιατί και πώς αντικαταστάθηκε από τη λέξη χρῶμα ολοκληρωτικά και χωρίς ν’ αφήσει ίχνη; και γ) γιατί η λέξη χρῶμα να προέλθει από τη λέξη που υποδήλωνε το ανθρώπινο σώμα, κι όχι από κάποια κατ’ εξοχήν έγχρωμα αντικείμενα (π.χ. τα λουλούδια), κάποια βασική πρώτη ύλη ή κάποια μέθοδο βαφής;

[14] Ησίοδ. Θεογ. 5, 191, 'Ἔργα 74, 76, 198, 416, 522, 556, 575, 588, 753, Ἀσπ. 183, 397, fr 23a.23, 133.4.

[15] Ηρόδ. 2.32, 3.101, 4.109.

[16] Ηρόδ. 4.175: «κείροντες ἐν χρῷ».

[17] Αισχ. Προμ. 23: «χροιᾶς ἀμείψεις ἄνθος», 493: «σπλάγχνων χροιάν».

[18] Αισχ. Πέρσ. 316: «ἀμείβων χρῶτα πορφυρᾷ βαφῇ».

[19] Αισχ. Ικέτ. 790: «χροΐ», fr. 192: «χρῶτ’ ἀθάνατον».

[20] Πλάτων, Μένων 76a, ΕΡ.: «τὸ δὲ χρῶμα τὶ λέγεις, ὦ Σώκρατες;» 76d. ΑΠ.: «ἔστι γὰρ χρόα ἀπορροὴ σχημάτων».

[21] Για πρώτη φορά μαρτυρείται στον Αριστοτέλη, Μετεωρ. 387a, Περί ζώων μορίων 664b.

Βαγγέλης Δ. Πανταζής

Διδάκτορας ιστορίας και συγγραφέας των βιβλίων Χάρτες και Ιδεολογίες (1989), Ομηρική Γεωγραφία και Ομηρική Εποχή (1996), Η ομηρική Ζάκυνθος (2002), Όμηρος και Τροία (2006), Βασιλείς από την θάλασσα; (2009).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά