Τετάρτη, 01 Ιανουαρίου 2014

Τρικάβαλο

Κατηγορία Μικροϊστορίες
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 39

Είμαι στη μέση. Ο Νίκος φουσκώνει σαν κίτρινο αερόστατο. Μαγκώνω τα δυο μου χέρια στα πλευρά της ξεχειλωμένης μπλούζας του.  Μαρσάρει. Το μηχανάκι σπινιάρει στο χωματόδρομο. Ο Βασίλης πίσω μου ουρλιάζει. Η ανάσα του καίει το αυτί μου αλλά η φωνή του χάνεται στον θόρυβο και τον αέρα.  Απλώνει τα χέρια και τα πόδια. Τραμπαλίζεται. Τα μάτια μου τσούζουν. Τα ξερά, σκονισμένα χωράφια τραντάζονται, τρέχουν και χάνονται.  λουφάζω πίσω από την πλάτη του νίκου.

«Αργήσατε. Πάτε να στήσετε τις καρέκλες μπροστά στην πίστα». Η κυρά Σούλα δίνει διαταγές. Σέρνουμε τις καρέκλες στο προαύλιο του παλιού σχολείου. «Θα τις σπάσετε έτσι! Μην κάνετε καμιά ζημιά, θα ΄χουμε κακά ξεμπερδέματα». Ο Βασίλης ανεβαίνει στην εξέδρα.  Στήνουν την ηχητική εγκατάσταση.

Κοζάρει το αρμόνιο. Τον διώχνουν. «Βλακείες. Πάμε να φύγουμε», λέω του Νίκου. «Θα πάμε στα ποτά. Θα βουτήξουμε καμιά μπύρα και μετά θα την κάνουμε». «Καλά τότε».  Η κυρά Σούλα κρατάει τα λεφτά και δίνει τα ρέστα. Εγώ και ο Νίκος φέρνουμε τα ποτά από το ψυγείο.  Μισόλιτρα κρασί, μπύρες, κοκακόλες και νερά. Δίνουμε και πλαστικά ποτήρια. Ο κόσμος στριμώχνεται μπροστά μας. Κάποιοι τρυπώνουν μπροστά. Σπρώχνονται και φωνάζουν. Μπερδεύομαι. Οι Νίκος παίρνει κούτια μπύρας από τα χέρια μου. Από τα μεγάφωνα ακούγεται ένα κλαψιάρικο βιολί.

«Πού πάτε; Πού πάτε ρε σεις, θα το πω στους πατεράδες σας». Η κυρα Σούλα κάνει να μας ακολουθήσει αλλά δεν απομακρύνεται από το ταμείο. «Κάνουμε διάλλειμα. Διαααάλλειμαααα». Ο Νίκος μου πασάρει μια σακκούλα και τρέχει μπροστά. Η σακκούλα είναι κρύα. Ψηλαφώ τα παγωμένα, κυλινδρικά κουτιά. Τρέχουμε. Τα χαλίκια τρίβονται κάτω απ’ τα πόδια μας. «Βρωμόπαιδα. Θα το πω στους πατεράδες σας ρεεεε».  Πίσω από τις τουαλέτες είναι τρεις τέσσερις. Είναι και ο Βασίλης. Πίνουν μπύρες και καπνίζουν. Ανοίγω ένα κουτί. Αφρίζει. Ρουφάω τις φυσσαλίδες και το ξυνό υγρό. Μυρίζει κάτουρο. Η μουσική σκάει κύματα – κύματα στους τοίχους. Η τραγουδίστρια πνίγεται στη φωνή της.

«Παναγιά μου ένα παιδί όμπι όμπι όμπι μπι».

Ο Νίκος βγάζει ένα πακέτο τσιγάρα. «Θα μου δώσεις ένα;» ρωτάω.  Μου δίνει. Είναι πικρό και βρωμάει.  Κατεβάζω τον καπνό. Ο Βασίλης με σβερκώνει και κολλάει το στόμα του στο αυτί μου. «Καπνίζει η κυρία;

Έχω κάτι καλύτερο να σου δώσω».  Τινάζω το χέρι του από τον σβέρκο μου. Τραβιέμαι. «Τι έχεις ρε μαλάκα;

Τι έχεις;». «Ένα φιλάκι» κάνει και σουφρώνει τα χείλια του. «Γαμήσου μαλάκα».

Ανοίγω άλλη μια μπύρα και απομακρύνομαι κλωτσώντας τα χαλίκια.  «Δε σε γουστάρω για γκόμενα. Θα βρω καλύτερη», του λέω.

Η Μαρία χοροπηδά σέρνοντας τις σαγιονάρες της. λικνίζει τη μέση και τα κωλομέρια της. Τινάζει τα μαλλιά της. Κολλάω δίπλα της. Κουνιέμαι μηχανικά, χωρίς ν’ ακούω το τραγούδι. Πέφτω πάνω της. Με σπρώχνει και γελάει. Φοράει ένα κόκκινο φόρεμα με τιράντες. Τα βυζιά της ταλαντεύονται στο ρυθμό. Πάνω  κάτω, πάνω  κάτω. Σκουπίζει τον ιδρώτα από το μέτωπό. Μικρές, αραιές τρίχες μουσκεύουν στη μασχάλη της. Πλησιάζω το αυτί της.

«Πάμε να φύγουμε» της λέω. Απομακρύνεται. «Δεν ακούω, δεν ακούω» φωνάζει. Τυλίγω το μπράτσο μου γύρω από τη μέση της. Έτσι όπως χοροπηδά το ύφασμα τρίβεται στο χέρι μου. Χουφτώνω γρήγορα το δεξί της βυζί. Ο κόσμος πάλλεται. Πάνω κάτω, πάνω  κάτω. «Έλα. Έλα για μπύρες». Την τραβάω έξω από τη πίστα. Έρχεται. Πάμε στις τουαλέτες. Οι άλλοι είναι ακόμα εκεί.  Ψάχνω για τη σακκούλα. Παίρνω δυο μπύρες και τραβάω τη Μαρία έξω από το προαύλιο. Οι άλλοι ξελιγώνονται στα γέλια.

Στέκεται με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο. Πιάνω τα βυζιά της. Είναι μικρά και μαλακά. Μαλάζω τα βυζιά της στις δύο χούφτες μου. Ψηλαφώ τις ρώγες κάτω από το ύφασμα. Τις τσιμπάω. Πέφτω πάνω της και χώνω τα χέρια μου μέσα στο φόρεμα. Τα χέρια μου μπλέκονται στις τιράντες. Με σπρώχνει. Παραπατάω και πέφτω. «Μαλάκα, ε, μαλάκα» φωνάζει φεύγοντας. Ο κόκκινος κώλος της απομακρύνεται, σαν φάρος στο σκοτάδι. Καθώς σηκώνομαι σκοντάφτω πάνω στη μπύρα.  Την ανοίγω. Ρουφάω μεγάλες γουλιές. Κυλά ζεστή στο σαγόνι και στο λαιμό μου. Ο ουρανός χύνεται κατά πάνω μου.

Πίσω από τις τουαλέτες έχει μείνει μόνο ο Βασίλης. Σκύβω να κάτσω στο πεζούλι. Παραπατώ και πέφτω στα χαλίκια. Η μουσική βουίζει στα μηνίγγια μου. Θέλω να του πω κάτι. «Είναι καλαμ... Είναι μακαλ...».  Γελάμε. Δάκρυα τρέχουν από τα μάτια μου. Θέλω να σταματήσω αλλά δε μπορώ. Ακούω το γέλιο μου.  Βλέπω τον σώμα μου να συσπάται πάνω στα χαλίκια. Η γλώσσα μου έχει μουδιάσει. «Είναι μαλακισμένη. Είναι μαλακισμένη» συλλαβίζω αργά. Δε μπορώ να σταματήσω να γελάω. Δε μπορώ να σταματήσω να κλαίω. Ο Βασίλης κολλά τη μούρη του στη μούρη μου. Δε μπορώ να σταματήσω να γελάω. Σάλια κυλάνε στο πηγούνι μου. Κολλά το στόμα του στο στόμα μου. Η γλώσσα του, χοντρή και υγρή, κουνιέται μέσα μου.

Είμαι μισοκαυλωμένος. Χαϊδεύω τον πούτσο μου. νυστάζω. Κουλουριάζομαι, χυμένος στα χαλίκια, με το χέρι ανάμεσα στα πόδια μου.

Παναγιώτα Παπαθανασίου

Ασχολείται με το διήγημα και, ήδη, έχουν δημοσιευθεί δοκιμές της. 

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Τελευταίος Βασιλιάς

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά