Κυριακή, 01 Δεκεμβρίου 2013

Σύνδρομο αιφνίδιου θανάτου

Κατηγορία Μικροϊστορίες
Γράφτηκε από  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 38

Δεν μπορώ να κλείσω μάτι. Νομίζω ότι εκείνη ακριβώς την στιγμή που θα κλείσουν τα μάτια μου, το μωρό θα σταματήσει να αναπνέει. Ναι, δεν το νομίζω, γίνεται. Λέγεται σύνδρομο αιφνίδιου θανάτου. Μου το επιβεβαίωσε και ο παιδίατρος. Όσο περνάνε οι ώρες η κυκλοφορία στον δρόμο αραιώνει. Στις πέντε περνάει το σκουπιδιάρικο, στις έξι το λεωφορείο, στις επτά το ξυπνητήρι του Νίκου για να πάει στην δουλειά και κάπου εκεί το βασανιστήριο τελειώνει. Είναι ώρα να φάει. Στέκομαι πάνω από την κούνια και σχεδιάζω πώς θα το σηκώσω. Το πιάνω από τις μασχάλες, παλεύω μάταια να κρατήσω το κεφάλι του. Σαν μαριονέτα που πρέπει να πιάσεις σωστά τα νήματα, αλλιώς… κλαίει και συσπάται σαν ξεχαρβαλωμένη μαριονέτα. Κι όταν κλαίει, εμφανίζεται η μάνα μου. Από την κουζίνα, από το μπάνιο, από το καθιστικό. Δρασκελίζει με τα τρανταχτά πασούμια της προς το υπνοδωμάτιο. “Λάθος!”, φωνάζει και μου το αρπάζει από τα χέρια. “Τα λάθη εδώ δεν συγχωρούνται, δεν είναι παιχνίδι, είναι άνθρωπος”, ωρύεται. Μετά το σβερκώνει με άνεση και το παραχώνει ανάμεσα στη μασχάλη και το στήθος της. Το σώμα του σταματά να συσπάται και ψάχνει στα τυφλά την ρώγα στις πτυχές τις ζακέτας της. Μου κάνει νόημα να κατεβάσω το σουτιέν. Ανεβάζω μηχανικά την μπλούζα μου και βγάζω το φουσκωμένο στήθος έξω. Έτσι όπως έχει μείνει να κρέμεται έξω από τον σφιχτό στηθόδεσμο αρχίζει κι αυτό να κλαίει. Γοεροί λυγμοί από γάλα στάζουν στο πάτωμα.

Απαγορεύεται να έχω οποιαδήποτε ασχολία - φίλες, δουλειά, εξόδους. Μόνο το μωρό. Τουλάχιστον μέχρι να μεγαλώσει λίγο. Αυτός είναι ο προορισμός της γυναίκας, καλώς ή κακώς. Όλες οι καλές μανάδες που ο Νίκος ξέρει έτσι κάνουν. Και οι μανάδες μας το ίδιο έκαναν και στο γραφείο που δουλεύει έτσι κάνουν. Πήραν το μισό ωράριο, ή ακόμα κι από στελέχη έγιναν γραμματείς για χάρη των παιδιών τους. Που έχω δει εγώ γυναίκες σε θέσεις εξουσίας; Όχι θα γίνω σαν μερικές μερικές, που εμφανίζομαι στο γραφείο σεινάμενες κουνάμενες ακόμα δεν βγάλανε το μωρό από την κοιλιά και τα δίνουν στις πεθερές να τα μεγαλώνουν. Μάλιστα από τις επτά μέχρι τις εννέα το βράδυ, το μοναδικό δίωρο που είμαστε οι δυο μας σπίτι το μωρό πρέπει να είναι ολοδικό μας. Αυτό σημαίνει ότι εγώ πρέπει να κάθομαι  ασάλευτη με το μωρό αγκαλιά για να με μυρίζει και ο Νίκος απέναντι μου να μιλάει για να αναγνωρίζει την φωνή του. Έτσι διάβασε σε ένα περιοδικό για νέους γονείς και το πιστεύει και ο ίδιος ότι θα μας κάνει πολύ καλό. Υπάρχει και ορολογία, μου είπε. Λέγεται bonding. Ακολουθώ πιστά τις οδηγίες. Κάθομαι στην κουνιστή πολυθρόνα και λικνίζομαι ρυθμικά. Το μωρό έχει εθιστεί κι αν  διανοηθώ πως σταματάω πλαντάζει και κοκκινίζει. Εμπρός. Εάν σταματήσω το πέρα δώθε το μωρό θα κλάψει. Πίσω. Εάν κλείσω τα μάτια μου θα σταματήσει να αναπνέει. Εκείνος κάθεται πάντα απέναντι μου και μιλάει ακατάπαυστα. Τον ακούω όταν το σώμα μου γέρνει μπροστά, τον χάνω όταν πάω πίσω. Εμπρός. “Αχ, μωρέ το παιδάκι μας. Το δημιούργημα μας… Πίσω. Σιωπή. Εμπρός. “Και ξέρεις τι θα μας πει μια μέρα; Άντε γεια!”. Πίσω. Άχνα. Εμπρός. “Κι όταν φύγουμε για τον άλλο κόσμο;Τι θα απογίνει το έρημο. Πρέπει να κάνουμε και δεύτερο”. Πίσω. Κοιμάμαι με τα μάτια ανοικτά. Εμπρός. Το στόμα ανοίγει ορθάνοιχτο. Πίσω. Το στόμα σκοτεινιάζει. Εμπρός. Το στόμα βρυχάται, με πλησιάζει και καταβροχθίζει το μωρό. Επιτέλους κοιμάμαι ανακουφισμένη.

Τις προάλλες ξύπνησα από τον μεσημεριανό μου λήθαργο με τον ήχο της χύτρας που σφύριζε. Πάλι η πεθερά μου τρύπωσε στο σπίτι και μαγειρεύει κι ας είχα μαγειρέψει το πρωί. Σηκώθηκα από το κρεβάτι με φόρα να την σταματήσω και σωριάστηκα στο πάτωμα. Δεν μπορούσα να περπατήσω. Πήγα να φωνάξω αλλά από το στόμα μου έβγαιναν παιδικές κραυγές. Ξεκίνησα να πηγαίνω έρποντας στην κουζίνα. Σερνόμουνα σαν την φώκια στον πάγο. Το μυαλό μου έδινε εντολή να μιλήσω, όμως το στόμα μου έβγαζε άναρθρα φωνήεντα. Την έπιασα από το μπατζάκι να με προσέξει. Γύρισε και με κοίταξε απαθής. Κατέβασε το εσώρουχο της, γονάτισε από πάνω μου κι άνοιξε διάπλατα τα πόδια της. Μου τράβηξε τα δάχτυλα των ποδιών και τα έβαλε με λεπτές κινήσεις μέσα στο αιδοίο της. Η σχισμή της άρχισε να συσπάται, γόνατα, μέση, έμεινε μόνο έξω το κεφάλι μου. Η χύτρα τσίριζε, αλλά εγώ ένιωθα μια απίστευτη θαλπωρή. Εκεί μέσα ήταν υγρά, μαλακά, γαλήνια. Κράτησα την αναπνοή μου, έκλεισα τα μάτια μου και αφέθηκα στις συσπάσεις να μπει και το κεφάλι. Κουλουριάστηκα μέσα στην σκοτεινή μήτρα της. Ήταν κι ο Νίκος εκεί. Αγκαλιαστήκαμε και κοιμηθήκαμε μακάρια με τον ήχο της χύτρας να ακούγεται από μακριά σαν μια όμορφη συγχορδία με φλάουτο.

Στις σαράντα μέρες βγήκα από το σπίτι. Έτσι συμφώνησαν μάνα και πεθερά. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρεπόταν πριν να βγω έξω. Ούτε εγώ, ούτε το μωρό. Να μην μας ματιάσουν. Πηγαίνω σε ένα κέντρο για νέες μητέρες. Σε ένα φωτεινό δωμάτιο με χρωματιστούς τοίχους και αφρικάνικη μουσική γυναίκες περιφέρονται με τυλιγμένα τα μωρά τους σε χρωματιστούς σάκους. Εγώ δεν έχω μαζί μωρό. Ούτε σάκο. Το κράτησαν οι γιαγιάδες σπίτι για να βγω. Να ξεσκάσω χωρίς ευθύνες. Το έχουν ανάγκη οι νέες μητέρες.

Έτσι είπαν.

Παρατηρώ μια γυναίκα που ούτε αυτή είχε μωρό. Την βλέπω να πηγαίνει στο διπλανό δωμάτιο και την ακολουθώ. Δεν την ξέρω καλά. Καθόλου δηλαδή δεν την ξέρω. Μόνο από τις συστάσεις. Αφουγκράζομαι τις συζητήσεις. Είμαι σχεδόν βέβαιη ότι δεν έρχεται κανείς. “Ξέρεις τι φοβάμαι πιο πολύ από όλα;”, της λέω συνωμοτικά ρίχνοντας κλεφτές ματιές στην πόρτα. “Ό,τι με το παιδί θα χάσω την ζωή μου. Την αγαπάω την ζωή μου. Και τη δουλειά μου αγαπάω. Όμως αισθάνομαι ότι δεν θα έχω πια τη δική μου ζωή”. “Μη φοβάσαι”, μου λέει και μου χάϊδεψε το μάγουλο τρυφερά, σαν να με ξέρει χρόνια. “Δεν θα την χάσεις την ζωή σου. Απλά δεν θα θέλεις να είσαι πια η ίδια. Ούτε η δουλειά σου, ούτε οι φίλοι θα σε ενδιαφέρουν τόσο πολύ. Θα τα ξεχάσεις όλα σιγά σιγά και θα θέλεις να είσαι μάνα. Μόνο μάνα. Όπως είμαστε κι εδώ. Μόνο μάνες”.

Έτσι είπε.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Τελευταίος Βασιλιάς

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά