Μικροϊστορίες

Τρικάβαλο

Είμαι στη μέση. Ο Νίκος φουσκώνει σαν κίτρινο αερόστατο. Μαγκώνω τα δυο μου χέρια στα πλευρά της ξεχειλωμένης μπλούζας του.  Μαρσάρει. Το μηχανάκι σπινιάρει στο χωματόδρομο. Ο Βασίλης πίσω μου ουρλιάζει. Η ανάσα του καίει το αυτί μου αλλά η φωνή του χάνεται στον θόρυβο και τον αέρα.  Απλώνει τα χέρια και τα πόδια. Τραμπαλίζεται. Τα μάτια μου τσούζουν. Τα ξερά, σκονισμένα χωράφια τραντάζονται, τρέχουν και χάνονται.  λουφάζω πίσω από την πλάτη του νίκου.

Σύνδρομο αιφνίδιου θανάτου

Δεν μπορώ να κλείσω μάτι. Νομίζω ότι εκείνη ακριβώς την στιγμή που θα κλείσουν τα μάτια μου, το μωρό θα σταματήσει να αναπνέει. Ναι, δεν το νομίζω, γίνεται. Λέγεται σύνδρομο αιφνίδιου θανάτου. Μου το επιβεβαίωσε και ο παιδίατρος. Όσο περνάνε οι ώρες η κυκλοφορία στον δρόμο αραιώνει. Στις πέντε περνάει το σκουπιδιάρικο, στις έξι το λεωφορείο, στις επτά το ξυπνητήρι του Νίκου για να πάει στην δουλειά και κάπου εκεί το βασανιστήριο τελειώνει. Είναι ώρα να φάει. Στέκομαι πάνω από την κούνια και σχεδιάζω πώς θα το σηκώσω. Το πιάνω από τις μασχάλες, παλεύω μάταια να κρατήσω το κεφάλι του. Σαν μαριονέτα που πρέπει να πιάσεις σωστά τα νήματα, αλλιώς… κλαίει και συσπάται σαν ξεχαρβαλωμένη μαριονέτα. Κι όταν κλαίει, εμφανίζεται η μάνα μου. Από την κουζίνα, από το μπάνιο, από το καθιστικό. Δρασκελίζει με τα τρανταχτά πασούμια της προς το υπνοδωμάτιο. “Λάθος!”, φωνάζει και μου το αρπάζει από τα χέρια. “Τα λάθη εδώ δεν συγχωρούνται, δεν είναι παιχνίδι, είναι άνθρωπος”, ωρύεται. Μετά το σβερκώνει με άνεση και το παραχώνει ανάμεσα στη μασχάλη και το στήθος της. Το σώμα του σταματά να συσπάται και ψάχνει στα τυφλά την ρώγα στις πτυχές τις ζακέτας της. Μου κάνει νόημα να κατεβάσω το σουτιέν. Ανεβάζω μηχανικά την μπλούζα μου και βγάζω το φουσκωμένο στήθος έξω. Έτσι όπως έχει μείνει να κρέμεται έξω από τον σφιχτό στηθόδεσμο αρχίζει κι αυτό να κλαίει. Γοεροί λυγμοί από γάλα στάζουν στο πάτωμα.

Τελευταίος Βασιλιάς

Έχυσε καφέ στην κούπα, πήρε και δυο φρυγανιές και έκανε να επιστρέψει.       -Πάρε και κασέρι, τι σκέτες θα τις φας, νηστεύεις; ακούστηκε η φωνή της πάνω από τον νεροχύτη. Έγνεψε «αργότερα», έσυρε τις παντόφλες στο μωσαϊκό μέχρι το τέλος του χολ και άφησε να τον καταπιεί το δωμάτιο. Ο υπολογιστής ήταν ανοικτός και γουργούριζε υπομονετικά.