Λόγια της πλώρης

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

Δύο ιστορίες με τον Αρσέν, η μία με κάποιους Έλληνες, η άλλη με μια ξένη. [§] Στη Σελίδα του, που απευθύνεται κυρίως σε παιδιά, σε γονείς μικρών παιδιών και σε ανθρώπους που αγαπούν τα κατοικίδια, 6.000 άνθρωποι που διασκεδάζουν και γελάνε με τα καμώματά του —και που έχουν συστήσει, πάρα πολλοί από αυτούς, και μία μεγάλη παρέα, πράγμα καταπληκτικό— αφήνουν, άλλος λίγο άλλος πολύ, ωραία σχόλια κάτω από τα στάτους, χιουμοριστικά, πνευματώδη ή απλώς αγαπησιάρικα. Ένα κι ένα. Κατά καιρούς υπάρχουν και εξαιρέσεις, μάλλον γραφικές, από ανθρώπους με λίγο σκοτεινές ψυχοσυνθέσεις, που πετάνε ακατανόητα πράγματα περί φιλοζώων κλπ., αλλά δεν πειράζει. Αλλά εχθές, όταν ο Αρσέν ανέβασε μία φωτογραφία αγκαλιά με τον Μπουτάρη, που τυχαίνει να είναι και γείτονας, είχαμε μπαράζ επιθέσεων και (κλασικής) κοπρολαλίας. Φαντάζεται κανείς το περιεχόμενο του βόθρου: «αυτος δεν είνε δημαρχος τουρκοσπορος είνε μπεκρης ουστ ρουφα τα ουισκια σου σκατα στο ταφω σου αλήτη μπινέ βρωμοεβρεε» και πολλά τέτοια. Πολλά τέτοια, σε μία παιδική Σελίδα, στο Facebook. Που, αν μη τι άλλο, εμφανίζεται στην timelineσου αν της έχεις κάνει like, αν επέλεξες να τη βλέπεις — πράγμα που μας θυμίζει ότι το να είσαι φιλόζωος δεν αποκλείει το να είσαι και ζώον. Εν πάση περιπτώσει, καθόμασταν από πάνω όλη τη μέρα, λες και δεν είχαμε δουλειά άλλη, για να εντοπίζουμε και να σβήνουμε τις πυώδεις ασυναρτησίες των ανθυποκάφρων, να μην τις βλέπουν οι φυσιολογικοί φίλοι της Σελίδας και στενοχωριούνται. Αυτή είναι η μία ιστορία. Κι αυτή είναι η άλλη: [§] Ο Αρσέν δεν είναι πολύ κοινωνικός, αν και ενδεχομένως θέλει να γίνει. Είναι λιγάκι δειλός, και πολύ ντροπαλός, και προσπαθούμε όσο γίνεται να βλέπει άλλα σκυλιά, να μυρίζονται κλπ., μπας και κοινωνικοποιηθεί κι αυτός κάποια φορά, πράγμα λογικά καλό για τον ίδιο. Έτσι, όποιο σκυλί βλέπουμε, και απέναντι να είναι, περνάμε τον δρόμο και το πλησιάζουμε. Αν γαβγίσει, ο Αρσέν υποχωρεί και συνεχίζει τον δρόμο του, δήθεν ότι δεν συνέβη και τίποτα, όλα καλά, οπότε συνεχίζουμε αμέριμνοι την περιπολία μας στη γειτονιά να ελέγξουμε εάν όλα βαίνουν καλώς. Αν τυχόν, πάλι, του «επιτεθεί» με αγάπη και με όρεξη για παιχνίδια, ο Αρσέν πάλι υποχωρεί — δεν του αρέσουν οι διαχύσεις, προτιμά την ψιλή κουβέντα. Και φοβάται μη φάει καμία από καμιά χοντρή πατούσα. Αν πάλι είναι και ο άλλος φοβητσιάρης, ανταλλάσσουν για λίγο τους φόβους και την αμηχανία τους, κυρίως κολλώντας —για μερικά δευτερόλεπτα, και πολύ λέω— τις μύτες τους. Είδαμε λοιπόν χθες ένα καινούριο σκυλί στη γειτονιά, ένα από αυτά τα κοντοστούπικα με τα πολλά μαλλιά — δεν ξέρω τις ράτσες. Χαριτωμένο ήταν. Το έβγαζε βόλτα μία γυναίκα γύρω στα εξήντα με εξήντα πέντε, ωραία πολύ και χαμογελαστή, καλοκαμωμένη και με όρεξη. Το μαλλιαρό σκυλί αποδείχτηκε φοβητσιάρικο, οπότε ταίριαξαν τα χνότα του με τον Αρσέν. Με ρώτησε πώς τον λένε, και είχε ξενική προφορά, βαριά κάπως και περίεργη. Μόνο τότε πρόσεξα και τα χαρακτηριστικά της, που έδειχναν Ανατολή — δεν ξέρω ποια Ανατολή βέβαια, αλλά μέσα μου σχηματίστηκε η (παλιά, δυστυχώς) λέξη Περσία. «Αρσέν», της είπα. «Α!» έκανε. «Αρσέν Λουπέν;» «Ε ναι», είπα, «ναι, επιτέλους! Οι περισσότεροι νομίζουν πως τον λένε “Αρσένη”, και δεν καταλαβαίνουν τι τους λέω ακόμη και όταν τούς διορθώνω. Συνεχίζουν να τον φωνάζουν “Αρσένη”. Για όνομα του Θεού». Η Περσίδα γέλασε. Δεν φορούσε ωραία ρούχα, πρόσεξα τότε, αλλά τα φορούσε πολύ ωραία. «Κι όμως ήταν πολύ καλός λαϊκός συγγραφέας ο Leblanc», μου είπε, διαλέγοντας αργά-αργά και προσεκτικά τις λέξεις, και καταχάρηκα. «Ναι», της είπα, «ωραίες εποχές. Το δικό σας; Πώς το λένε;» Εκείνη τη στιγμή τα δυο δειλά σκυλάκια ξεκολλούσαν τις μύτες τους και οπισθοχωρούσαν το καθένα στα πόδια μας. «Maya», μου είπε η ωραία κυρία. «Μάγια! Ωραίο! Από τη Μάγια τη Μέλισσα;» «Από τη Maya Angelou».

31/3/2015

Του Κυριάκου Αθανασιάδη   Η στήλη βουτά με ένα πουφ στα χαρχαλεμένα βαλτόνερα του μιντιακού πολφού, αφήνοντάς μου μιαν επίγευση ιδρωμένων από παιδική παλάμη κερμάτων. Τυχαίως, εχθές παρακολουθήσαμε (και υπό ΚΣ θα σχολιάζαμε) μία συνεδρίαση του Κοινοβουλίου, χαρακτηριστική της ιδιοσυστασίας μας — αθλιοτάτη. Δεν προλαβαίνω καν να αποχαιρετήσω παραινετικά και συγκινημένος όπως το σκόπευα. Σας ευχαριστώ πολύ. Όλα θα πάνε καλά. Κουράγιο, θα περάσει.   ΤΕΛΟΣ

30/3/2015

Του Κυριάκου Αθανασιάδη   Τι κάνει τάχα κάποιον να μετρά και να ξαναμετρά μέρα τη μέρα γράμματα, να κόβει και να ράβει, να πασχίζει να συνθέσει ένα άχαρο ψευτοχαϊκού; Προφανώς, η φιλοδοξία. Ήδη κάθε επιπλέον ανάσα, κάθε μας ανεπίτρεπτο βραδινό γέλιο είναι πιο πολύ από όσο μάς πρέπει: μια φιλότιμη εξέγερση. Και ποιο το όφελος από μια τόσο προσωπική υπόθεση; Δεν χρειάζεται άλλο όφελος πλην τής φιλοδοξίας να τα καταφέρουμε — για κάτι τέτοια ζούμε.

29/3/2015

Του Κυριάκου Αθανασιάδη   Απερίσκεπτα, άδοξα, το σκουριασμένο λούνα-παρκ που λέγεται Ελλάδα, ένα πάλαι ποτέ ευρωπαϊκό επινόημα, παραδίδει μέρα με την ημέρα το πνεύμα. Ένα μπουλούκι απιθάνων βρέθηκε να έχει στα χέρια του την ισχύ μιας στρατιωτικής δικτατορίας. Και την ασκεί: απίθανα, δικτατορικά και νόμιμα. Η χώρα πέφτει, αγάπη μου, ξεκολλάει από τη Δύση, γιατί το θελήσαμε εγώ κι εσύ. Εγώ. Κι εσύ. Έλα να φιληθούμε στο στόμα. Έλα τώρα. Δοξαστικά.
Σελίδα 1 από 83