Δευτέρα, 06 Απριλίου 2015

Τρίτη, 7 Απριλίου 2015

Γράφτηκε από τον 

Η είδηση της ημέρας είναι ότι τα σχέδια για τη συνέχεια, είκοσι πέντε χρόνια μετά, του Twin Peaks ναυάγησαν: ο Λιντς δεν μπορεί να βρει λεφτά για την παραγωγή, τα χρήματα που βάζει το στούντιο δεν φτάνουν, λύση δεν βρίσκεται, οπότε το όνειρο σκάει, ξυπνάμε πάνω που μας ψιθύριζαν το μυστικό, πάνω που πετούσαμε στον αέρα παρέα με κάποιον άλλον (κάποιον μαγικό), πάνω που μας βύθιζαν την κάμα στα πλευρά — ίσα που διάλεξε τους δύο γειτονικούς σπονδύλους εκείνος ο απρόσωπος φονιάς στον ύπνο μας για να γλιστρήσει το μαχαίρι του, και τα μάτια μας —τσακ— άνοιξαν στην πραγματικότητα, στο αυτό εδώ. Κι όμως μπορούσε η κουλτούρα μας (πάλι) ν’ αλλάξει: όχι πολύ — όσο την αλλάζει η Τέχνη. Τόσο όσο. Με τη συνέχεια αυτής της σειράς που ποτέ δεν τελείωσε, και που, αφότου σταμάτησε να προβάλλεται (από εκείνη την έξαλλη στιγμή), ξεκίνησε ήδη να μας επαναδομεί και να μας τρώει και να μας χωνεύει. [§] Σκέψου: δεν βρίσκει χρήματα γι’ αυτό το πρότζεκτ ο Ντέιβιντ Λιντς. Όχι εγώ για να γράφω το Ημερολόγιο Γεφύρας. Η διαφορά είναι πελώρια, τιτάνια, διαστρική. Και δεν χρειάζεται να μακρηγορούμε: συνελόντι ειπείν, που λέγαν στα παλιά, η ζωή είναι τσιφούτα. Αλλά όμως, μακροσκοπικά αν τη δει κανείς (όλοι έχουμε δικαίωμα να την κάνουμε ό,τι θέλουμε, ακόμη και να την αμφισβητήσουμε πλήρως, ακόμη και να λέμε κάθε μέρα, ή πούμε μια κι έξω, «Απεταξάμην!»), η ζωή, λέω, ξέρει και καλύτερα από μας. [§] Δεν παρακολούθησα τα πολιτικά. Νομίζω συζητείται στη Βουλή η ιστορία των πολεμικών αποζημιώσεων, πράγμα που δεν με ενδιαφέρει. Καλά κάνουν βέβαια, αφού για κάτι τέτοιες χονδροειδείς τερατωδίες τούς ψήφισαν οι κατοχικοί λαδέμποροι και λοιποί μαυραγορίτες που τους ψήφισαν. Το να λέει, επίσης, ο κάθε αμόρφωτος φασίστας ότι η Γερμανία μάς χρωστά 270 ευρώ πολεμικές αποζημιώσεις, ή 270 εκατομμύρια ευρώ, ή 270 δισεκατομμύρια ευρώ —ή οποιοδήποτε ποσό θέλει το μυαλό τού κάθε αμόρφωτου φασίστα— είναι αναφαίρετο δικαίωμα του κάθε αμόρφωτου φασίστα. Η Βουλή μας έτσι κι αλλιώς κατήντησε έρμαιο του κάθε απίθανου φασίστα, είναι φωλιά χουντικών, βρομερών και λερών. Πάνε αυτά τα άθλια που ξέραμε, ήρθαν τα αποφασιστικώς αθλιότερα. Και δεν θα σωθούμε, το ξέρω. Ας το καταλάβουμε. Θα μας πολεμήσει όλος ο κόσμος. [§] Και θα μας πολεμήσει ακόμη και διά τής πλήρους αδιαφορίας του. [§] (Μπορεί, πάλι, να μιλούν για την περιβόητη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής για τα Μνημόνια, ένα θέμα ακόμη απεχθέστερο των αποζημιώσεων. Δεν γίνεται να με απασχολήσει, δεν θέλω να ξέρω τι λένε. Δεν έχω ακούσει ποτέ μου ούτε δευτερόλεπτο ομιλίας κανενός Μιχαλολιάκου, κι έχω να δω τον Obersturmführer Παπαδάκη από τότε που ’χα πολλά ολόμαυρα μαλλιά, δεν θα το κάνω τώρα, δεν θα καταντήσω στα πενήντα ένα μου ν’ ακούω τους εθνικοσοσιαλιστές —φτάνει πια με το εθνικολαϊκιστές— του ΣΥΡΙΖΑ, των ΑΝΕΛ και της ΧΑ να ξερνούν πάνω στη χώρα μου και στο στόμα της γλώσσας μου. Ας μιλούν για ό,τι θέλουν, εγώ θ’ ακούω μουσική, θ’ ακούω θορύβους και θ’ ακούω σιωπή). [§] Βέβαια, ακόμη το δημοκρατικό τόξο ονειρεύεται μία λύση την εσχάτη στιγμή, σίγουρο πως οι άνθρωποι είναι απλώς ηλίθιοι και δεν διαθέτουν κανένα σχέδιο. Τα ίδια πιστεύουν και οι περισσότεροι που ξέρω. Με τρελαίνει η ιδέα πως αύριο θα μείνουν να χάσκουν, αντιμέτωποι με την πραγματικότητα. Γιατί να χάσκουν; Γιατί να χάσκουν; Τι στα κομμάτια δεν βλέπουν, τι διάολο περιμένουν και γιατί επιμένουν να πιπιλάνε τον αντίχειρα της απώθησης; Δεν βγάζω νόημα. [§] Ο Α. είναι άρρωστος, δεν έχει κέφι, κοιμάται όλη τη μέρα, δεν μας δάγκωσε ούτε μας έπαιξε όλη την ημέρα, ίσως κρύωσε, εγώ φταίω που το πρωί επέμενα να τον πάω βόλτα αν και ψιλόβρεχε, μόλο που είχε στυλώσει, ο καημένος, τα πόδια του κι αρνιόταν να περπατήσει. Είδαμε και μια παρέα Ιαπώνων αντρών πρωί-πρωί στη Νίκης, είχαν έρθει εδώ για τον Μαραθώνιο, οι Ιάπωνες λατρεύουν τον Μαραθώνιο όσο κανείς, και όσο κανένα δικό τους άθλημα (το Κέντο, το Τζούντο, το Σούμο), είναι περίεργοι άνθρωποι, όσο να πεις. Κρατούσαν όλοι τους ομπρέλες και κατευθύνονταν από τη μεριά του Λιμανιού προς τον Λευκό Πύργο, κι ενώ καλημεριζόμασταν, ο Α. κρυολογούσε κι εγώ ο ηλίθιος δεν το καταλάβαινα. Ελπίζω αύριο να είναι καλά, ελπίζω να μας δαγκώνει και να μας παίζει. [§] (Οικολόγοι, Χρυσαυγίτες, μπαχαλάκηδες, πληρωμένοι μπράβοι, μπιστικοί των καρχαριών τού realestate, συν κάτι αγαθιάρηδες: όλοι μαζί, με κουκούλες, πυρπολούν και απειλούν ζωές στη βορειοανατολική Χαλκιδική — τι όμορφη που είναι η πραγματικότητα όταν εκδικείται την ηλιθιότητά σου, ανεγκέφαλε βλάκα της Αριστεράς, άχρηστε, άχρηστε, άχρηστε ηλίθιε). [§] Ο πατέρας μου μας έφερε κρέας, μισό αρνί για το Πάσχα μεταξύ των άλλων, και μια ηλεκτρική ψηστιέρα μαζί, μεγάλη. Να ’ναι καλά, μας βοηθούν πολύ, περισσότερο από όσο χρειάζεται, και σαφώς πολύ περισσότερο από όσο μπορούν. [§] Από την ώρα που πήγα στην κούριερ και μετά, σαν να ’φυγε όλη η αδρεναλίνη από μέσα μου, σαν να ξεχύθηκε, να ξεφούσκωσα, και έχω τρομερή, τρομερή καταβολή: τα κατάφερα ώς εδώ, τελείωσα αυτά τα τρία βιβλία, από αύριο ξεκινά μικρή ή μεγάλη περίοδος ανεργίας —θα δείξει—, μα τώρα ξεφούσκωσα, ξεφούσκωσα, από την ώρα που πήγα στην κούριερ και μετά νιώθω τα πόδια μου σαν ξένα, κι έχω και γερά πόδια, να φανταστείς. Πίνω ένα κουτί γάλα, κοιτώ με το ένα μάτι την ταινία που νοικιάσαμε, κρατάω το βιβλίο που ξεκίνησα χτες (κατά έναν παράδοξο τρόπο είναι ακριβώς εμπνευσμένο από το Twin Peaks, λέγεται Η Πόλη, κοίτα σύμπτωση…), αλλά δεν το διαβάζω, δεν μπορώ να διαβάσω λόγω της καταβολής, σκέφτομαι το Twin Peaks που δεν θα ξαναγεννηθεί και θέλω να κλάψω. Η Κ. κοιμάται, θα πάω κι εγώ.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Δευτέρα, 6 Απριλίου 2015 Τετάρτη, 8 Απριλίου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά