Παρασκευή, 03 Απριλίου 2015

Σάββατο, 4 Απριλίου 2015

Γράφτηκε από τον 

Δεν πρέπει να 'γινε κάτι σήμερα, ό,τι είναι να γίνει θα γίνει από βδομάδα, και τα αποτελέσματά του θα φανούν από τη μεθεπόμενη. Το στάτους του Πανούση που έγινε πρωτοσέλιδο στα Νέα δεν είναι άξιο σχολιασμού, και γενικά ο καθηγητής υπουργός δεν μπορεί να σταθεί σοβαρά χωρίς να έχει τη Βίκυ Φλέσσα δίπλα του, δηλαδή ειλικρινά χωρίς τη Βίκυ Φλέσσα πώς είναι δυνατόν να μιλάμε για τον Πανούση; Δεν ξέρω. Έχει αυτό το κάτι από Γραμματικάκη που δεν αντέχεται. [§] Τελείωσα το βιβλίο, αλλά μου ήρθε η αντιπαραβολή του προηγούμενου (και τελευταίου, πλέον). Πρέπει να την κάνω μέσα στο Σαββατοκύριακο, οπότε θα τη στείλω τη Δευτέρα και θα την έχουν στον οίκο στην Αθήνα την Τρίτη: από Σάββατο, Τρίτη — πολύς χρόνος, άσκοπα ξοδεμένος, που σε κάνει να νιώθεις άσχημα, λες και τον τρως εσύ από κάπου, λες και ο τόσο πολύτιμος χρόνος, πιο πολύτιμος και από την ελευθερία αν το καλοσκεφτείς (το «Καλύτερα μιας ώρας» κλπ. δεν είναι το μότο μου), είναι ένα κεφάλι τυρί, κι εσύ ένα τρωκτικό με μεγάλους κοπτήρες που το ροκανίζεις και το ροκανίζεις και το ροκανίζεις. Αυτός ο φόβος δεν θα μου φύγει ποτέ. [§] Η Κ. πήγε στον ορθοπεδικό για το πόδι, πέρα στην Καλαμαριά, που της είπε ότι τελικώς, λέει, δεν ήταν κάταγμα, ήταν κάκωση, και ότι κακώς της είχαν βάλει στο νοσοκομείο το πόδι τρεις εβδομάδες στο γύψο, και γι' αυτό ακριβώς εξακολουθεί να πονάει από την ακινησία. Της έγραψε φυσικοθεραπείες, θα τις ξεκινήσει από Δευτέρα, αν προλάβει, αν βρει το χρόνο. [§] Αυτή ας είναι η τελευταία φορά που γράφω ή λέω φυσικοθεραπεία, ας πω φυσιοθεραπεία να τελειώνουμε. Κι ας μην ξαναπώ, κι ούτε να ξαναγράψω, καταχωρίζω, ή η πανώλης / της πανώλους και κάτι άλλα τέτοια, δεν τα θυμάμαι τώρα, δεν είμαι πρόχειρος. Πρέπει να μεγαλώσω γραμματολογικά. [§] Νομίζω πως το «Ημερολόγιο Γεφύρας», η στήλη τέλος πάντων, είναι μια καταστροφή, ήδη από τη δεύτερη-τρίτη μέρα της. Αν με ενοχλεί αυτό; Ναι, με ενοχλεί τρομερά. Θα συνεχίσω; Ναι, μέχρι να μου πει ο Κανέλλης να σταματήσω. Αλλά ότι είναι καταστροφή, είναι. Και πολύ φοβούμαι πως δεν θα μου το πει, από συστολή. [§] Έβγαλα τον Α. βραδινή βόλτα φορώντας (κάνει πολύ κρύο) ένα «ιστιοπλοϊκό» μπουφάν, γαλάζιο, πανάκριβο, μου το έδωσε προ δύο ετών η Μ., δεν έκανε του άντρα της, ολοκαίνουριο. Από κάτω, ένα κάτι σαν κάτω μέρος φόρμας, μαύρο, φαρδύ πολύ, 85% βαμβακερό, μέρος στολής για κουνγκ-φου (από μια σχολή που πήγαινα παλιά, στα Εξάρχεια, έκλεισε σε ένα εξάμηνο, δεν είχε άδεια και ο σίφου έπινε πολύ), και τα αθλητικά μου παπούτσια που μοιάζουν πια σαν τα αυγά τού Κθούλου, αν ο Κθούλου έκανε ποτέ του αυγά. Πρέπει να με αποφεύγουν στο δρόμο ο κόσμος, δεν είναι περιβολή αυτή. Αλλά, για μια βόλτα με τον Α., βαριέμαι να φορέσω το τζιν μου, αισθάνομαι πως χάνω χρόνο. (Τυρί, τρωκτικό, ροκάνισμα, τα 'παμε). Έτσι, φορώ απλώς το μπουφάν. Ή άνορακ, δεν είμαι σίγουρος. Και ακόμη δεν νιώθω έτοιμος να φορέσω για πρώτη φορά το στρατιωτικό παντελόνι με τις τσέπες που πήραμε προ δύο μηνών. Δεν ξέρω τι ακριβώς περιμένω, ποιαν επιφοίτηση, ή ποιο θαύμα. Αλλά δεν είμαι έτοιμος ακόμη. Κάποια στιγμή θα το βάλω, βέβαια, και λογικά δεν θα φοράω τίποτε άλλο από τότε και στο εξής, άλλωστε τα δύο τζιν που έχω είναι σκισμένα και δεν στέκονται καλά επάνω μου. Δεν στέκονται καλά επάνω μου από πέρυσι. Αυτά για τα ρούχα μου. [§] Όχι: κάτι ακόμη. Πρέπει να δώσω κάπου, κάποτε, τα πουκάμισά μου και κάτι πουλόβερ που δεν θα φορέσω ποτέ. Ο κανόνας λέει πως ό,τι δεν φοράς επί δύο σεζόν δεν αξίζει να είναι στην ντουλάπα σου, ουσιαστικά δεν σου ανήκει καν πλέον. Θα τα δώσω, με την πρώτη ευκαιρία. Αρκεί να βρω λίγο χρόνο. [§] Μικρός, είχα εκστασιαστεί με τα ρούχα των συγγραφέων που θαύμαζα (από τον Πόε, τον κακομοίρη, μέχρι τον Μπάροουζ, που ήταν τόσο σικάτος και δανδής) και ήθελα να ντύνομαι σαν κι αυτούς, αλλά τα πουκάμισα με μανικετόκουμπα ήταν πανάκριβα, και δεν ήθελα να φορώ κοστούμι με πουκάμισο ετοιματζίδικο, κι έτσι είπα πως, αφού δεν μπορώ να έχω τα σωστά, δεν θα έχω τίποτε: γι' αυτό ντύνομαι μια ζωή με φούτερ και τισέρτ από το σουπερμάρκετ, όχι για άλλο λόγο, και σίγουρα όχι γιατί μού αρέσουν. Δεν μου αρέσουν, έτυχε. [§] Δεν νομίζω να έγινε κάτι άλλο τρομερό σήμερα και να το παρέλειψα. Τώρα, ότι διατηρείται ο ΕΝΦΙΑ, ότι θα αφαιμάσσονται πλέον φορολογικά ακόμη περισσότερο ο κόσμος, ιδίως οι φτωχοί, ότι όλες οι προεκλογικές εξαγγελίες δεν ισχύουν πλέον κλπ., ε, αυτά δεν είναι νέα, τα ξέραμε. Κι αν κανείς μεσούσης της Κρίσης ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ για να πληρώνει λιγότερο φόρο για το σπίτι του ή για λόγους παρεμφερείς, σόρι κιόλας, αλλά έκανε ένα λάθος, μόνο ένα: έπρεπε να ψηφίσει Χρυσή Αυγή, ως σαφέστατα πιο συγγενή του ιδεολογικά. [§] Πήγε αργά, πάμε να δούμε ένα έργο που νοίκιασα, ή έστω μέχρι το διάλειμμα, γιατί σίγουρα στα μισά θα μας πάρει ο ύπνος. Τι κούραση, Θε μου. [§] Αυτά. Χαγκ Πέσαχ Σαμέαχ σε όλους, σε Εβραίους που κρατούν την παράδοση, σε Εβραίους που δεν την κρατούν, σε χριστιανούς και σε αθέους. Χαγκ Πέσαχ Σαμέαχ!

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Παρασκευή, 3 Απριλίου 2015 Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

1 σχολιο

  • Βρε δεν πας το διάολο. "Δεν τα καταφέρνω, δεν αρέσω, είναι μάταιο". Αύξηση με κυβέρνηση ΣΙΡΙΖΑΝΕΛ δεν έχει, ακόμα κι αν πάμε στη δραχμή. Γράφε.

    Συνδεσμος σχολιου
    Ηλ. Κανέλλης Ηλ. Κανέλλης Σάββατο, 04 Απριλίου 2015 06:50

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά